Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1081 / 2020    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1081/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. χήρας Κ. Γ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου που ανακάλεσε την από 20-1-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-1996 αγωγή της αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3786/1998 μη οριστική, 1731/2009 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 1671/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-5-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άνω άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που αφορά τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης και στηρίζεται σε χρησικτησία, για τη θεμελίωση της τελευταίας αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικών της νομής τους στην μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται; κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 358/2016,1420/2014). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β.Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 51 και ΕισΝΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας μέχρι της ισχύος του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του προϊσχύοντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από καμμιά όμως διάταξη του δικαίου αυτού ή άλλου νεωτέρου νόμου, από αυτές που ίσχυσαν μέχρι τις 26.11.1926, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ΝΔ της 22- 4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι τα δημόσια κτήματα και οι δημόσιες γενικά, δασικές εκτάσεις ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ούτε ότι το Δημόσιο εθεωρείτο, κατά πλάσμα του νόμου ότι διατηρεί σ'αυτά νομή, παρά την υλική εξουσίασή τους από τρίτα πρόσωπα (πράγμα το οποίο συνέβαινε για τις εθνικές βοσκήσιμες εκτάσεις, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2, 3 επ. του Ν. ΝΘ/1864 και 3 του Ν ΨΠΖ/1882). Αντίθετα από τις διατάξεις του προϊσχύοντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι των νόμων 8 §1 κωδ.(7.39), 9 §1 Πανδ (50.14), 2 §2 Πανδ (41-4), 6 Πανδ. (44.3), 76§1 (18.1), 7§3 Πανδ. (23.3), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν. 21-6/6.3.1937 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, ήταν επιτρεπτή η από ιδιώτη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος αυτός (ιδιώτης) δεν προσβάλλει, κατ'ουσίαν, το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20§12 Πανδ (5.8), 27 Πανδ (18.1), 10, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (ν. 18, 24 παρ.1 (41.3) παρ. 9 Εισ. (2-9) ν. 2 Κωδ. (7.30) Βασ 50.10). Όμως κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ της 22-4 /16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται, εφεξής, σε καμμιά παραγραφή, η δε παραγραφή που άρχισε δεν έχει καμμιά συνέπεια, εάν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού δεν συμπληρώθηκε η 30ετής, κατά τους προϊσχύοντες νόμους, παραγραφή. Με τη διάταξη αυτή αποκλείστηκε έκτοτε για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η κτητική παραγραφή, δηλαδή }η έκτακτη χρησικτησία, λαμβανομένου δε υπόψη ότι η λήξη κάθε παραγραφής δικαιώματος του αστικού δικαίου ανεστάλη με τα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του Ν. ΔΞΗ/1912 μέχρι της χρονολογίας εκδόσεως του ανωτέρω ΝΔ, έπεται ότι η απόκτηση κυριότητας σε δημόσιο κτήμα με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 12.9.1915. Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον δε η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο. Ακόμη, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε. Σ. Δ. Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν. δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Επίσης, το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση... 4. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Περαιτέρω, στα άρθρα 1 και 2 του Ν. ΒΨΜ της 8ης Απριλίου 1900 (93/Α') "περί δασώσεων και αναδασώσεων", ορίζεται: "1. Εις έκαστον των νομών εγκαθίστανται επιτροπαί αποκαλούμενοι Επιτροπαί επί της αναδασώσεως, αίτινες αποφαίνονται ετησίως δι'εκθέσεώς των, περί των πέριξ και εντός των πόλεων, κωμοπόλεων ή κωμών δασωτέων μερών, καθώς και περί των αναδασωτέων εδαφών, ων κατεστράφη η δασική βλάστησις και επαπειλείται απόπλυνσις..... 2. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, μετά προηγουμένην γνωμοδότησιν του συμβουλίου των δασών, τη προτάσει του επί των Οικονομικών Υπουργού, δια ΒΔ/τος συνοδευομένου υπό αιτιολογικής εκθέσεως, κηρύσσονται τα, υπό των εν τω άρθρω 1 κατονομαζομένων επιτροπών, προτεινόμενα εδάφη, ως δασωτέα ή αναδασωτέα......", στο δε από 13/18.03.1915 ΒΔ/μα (ΦΕΚ105/Α') "Περί κηρύξεως ως δασωτέων διαφόρων εδαφών της περιφέρειας του Νομού Αττικοβοιωτίας" στο άρθρο μόνο ορίζεται "Έχοντας υπόψη τα άρθρα 1 και 2 του Νόμου ΒΨΜ του 1900, κηρύσσομεν ως δασωτέα τα εξής εδάφη της περιφέρειας του Νομού Αττικής και Βοιωτίας 1) την θέσιν Τουρκοβούνια υψόμετρα........μέχρι της θέσεως ........". Έτι, περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή ο' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απαράδεκτος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα, αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση) της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες, μόνο, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας: "Το επίδικο ακίνητο, επί του οποίου οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι επικαλούνται δικαίωμα κυριότητος, είναι μια εδαφική έκταση, επιφάνειας 185,68 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." - "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., πρώην Δήμου Αθηναίων, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως ..., εμφαίνεται με τα στοιχεία Δ-Γ-Ζ-Ε-Δ στο συνημμένο στην ως υπ'αριθμ. ...2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει προς βορρά επί πλευράς Δ-Γ μήκους 15,24 μέτρων με ιδιοκτησία Μ. Μ., Α. Τ., Α. Α., και Σ. Α., προς νότο επί πλευράς Ε-Ζ με ιδιοκτησία Β. Μ., προς ανατολάς επί πλευράς Γ-Ζ μήκους 32,38 μέτρων με ιδιοκτησία Μ. - Κ. και προς δυσμάς επί πλευράς Δ-Ε μήκους 12,21 μέτρων με δρόμο. Το ως άνω ακίνητο αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου γνωστού και ως "ΚΤΗΜΑ ..." που σχηματίσθηκε από σταδιακή αγορά διαφόρων εδαφικών εκτάσεων από τον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων Α. Κ.. Ειδικότερα, στη διάρκεια των ετών 1829 μέχρι 1853, μέλη της οικογένειας Κ. και δικαιοπάροχοι τους, από τους οποίους ουδείς διέθετε οθωμανικούς τίτλους, έστω και άκυρους, μεταβίβασαν διαδοχικά προς αυτόν, τις παρακάτω εκτάσεις και συγκεκριμένα: α) με τα από 2-4-1829, 6-5-1829, 29-5-1829, 13-7-1829 και 6-9-1829 έγγραφα, που συντάχθηκαν ενώπιον του Δημοσίου Νοταρίου Δ. Π. το πρώτο και του Δημοσίου Νοταρίου Ι. Λ. τα υπόλοιπα, οι αναφερόμενες σ' αυτά εκτάσεις επιφάνειας 250, 20, 30, 300 και 80 στρεμμάτων αντίστοιχα, ευρισκόμενες στη θέση "...", για τις οποίες γίνεται μνεία ότι βρίσκονται στην εξουσία των Τούρκων και ότι ο αγοραστής θα τις παραλάβει μετά την αποχώρηση τους και σε αντίθετη περίπτωση (μη αποχώρησης) δεν θα έχει καμία αξίωση, μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης από τους Σ. Κ., Σ. Σ. Κ., Μ. Κ., Γ. Κ. και Σ. Κ. αντίστοιχα, προς τον αγοραστή Ι. Κ., β) με τις ενώπιον του Δημοσίου Νοταρίου Σπετσών Ε. Ν., που συντάχθηκαν στο σώμα των ανωτέρω εγγράφων, από 23-11-1829 ισάριθμες πράξεις, ο αγοραστής Ι. Κ. μεταβίβασε τις αυτές ως άνω εκτάσεις στο Ν. Μ., γ) με το από 2-9-1830 έγγραφο του Ι. Κ. και την ...4.03.1833 εγκριτική συναφή πράξη (επιτροπικό έγγραφο) του ως άνω Δημοσίου Νοταρίου Σπετσών, οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης από τους Ι. Κ. και Ν. Μ. στο Ν. Ζ., δ) με το από 13-2-1833 έγγραφο που συντάχθηκε ενώπιον του Μνήμονος (Νοταρίου) της πόλης των Αθηνών Π. Π., οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης από το Ν. Ζ. στον Α. Κ., ε) με το από 27-2-1833 έγγραφο που συντάχθηκε από τον Πρόκριτο των Αθηνών Π. Β. ενώπιον των Δημογερόντων Αθηνών Μ.Τ., Σ.Μ. και Σ.Β., οι αδελφοί Γ. Μ. και Κ.Τ. μεταβίβασαν λόγω πώλησης στον Α. Κ. την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους Φ., θυγατέρας Π. Κ. στη θέση "..." και στ) με τα υπ'αριθμ. .../1837, .../1841, ...1843, .../1852, .../1852, .../1852, .../1852 και …/1853 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Π., οι πωλητές α) Β. Κ. Κ., β) Σ. Κ. Κ. συζ. Γ. Σ., γ) Π. Σ.. Κ., δ)Σ. Π.Κ., ε) Α. Ν.Κ., στ) Ι. Ν.Κ. και ζ) Μ. Ν.Μ., Κ. Δ.Β., Γ. Κ.ς και η) Μ. χήρα Σ. Σ., θυγατέρα Π. Κ., Μ. και Γ. Ζ.-τέκνα της Φ. συζ. Ζ. και θυγατέρας του Π.Κ. αντίστοιχα, πώλησαν στον αγοραστή Α. Κ. τις αναφερόμενες σ'αυτά εδαφικές εκτάσεις στη θέση ... και με το τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο από αυτά (συμβόλαια) και το κτήμα "..." σε μερίδια 1/4 αντίστοιχα με το καθένα συμβόλαιο, η επιφάνεια των οποίων δεν προσδιορίζεται σε όλους τους τίτλους. Όλες τις ανωτέρω εκτάσεις, που είναι γνωστές ως "...", "..." και "ΚΤΗΜΑ ..." εκτάσεως 4500 στρεμμάτων περίπου, ο αποβιώσας στις 10-10-1864 Α. Κ. με την από 11-1-1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με το 8/11-11-1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, όρισε μοναδική κληρονόμο του την Α. χήρα Λ. ... ή Μ., η οποία απεβίωσε στις 21-1-1899 και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τον γιό της Γ. Β. Μ., τον οποίο, μετά το θάνατο του στις 15-2-1911, διαδέχτηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η σύζυγος του Ε. και τα τέκνα του Λ., Μ., Α. και Α. .... Η Μ. ... αποποιήθηκε την κληρονομιά με την 63/3-3-1911 πράξη του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των άλλων κληρονόμων που έτσι έγιναν κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/4 έκαστος. Από αυτούς, ο Λ. Β. με την από 31-8-1911 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε τη διανομή όλου του ως άνω ακινήτου που είχε περιέλθει σ'αυτόν και στους συγκληρονόμους του. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ο Λ. Β. αγόρασε από τη μητέρα του Ε. χήρα Λ. ... και την αδελφή του Α. ..., δυνάμει του ...1918 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (1/4 εξ αδιαιρέτου από την κάθε μία). Ακολούθως, αυτός και η αδελφή του Α., ως μόνοι πλέον συγκύριοι του κτήματος, με το .../16-3- 1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Ρ., συμφώνησαν να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για τη διανομή του κτήματος και προέβησαν σε εξώδικη διανομή με την από 4-6-1927 διαιτητική απόφαση που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 7008/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και με τα με αριθμ. από 1 έως 16/1927 πρακτικά διαιτησίας, που κηρύχθηκαν εκτελεστά με την 8855/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και μετεγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, βάση της οποίας ο Λ. Β. έλαβε το βόρειο τμήμα του κτήματος. Μετά το θάνατο του, στις 14-2-1934, ο Λ. Β. κληρονομήθηκε με βάση τις από 3-12-1932 και από 22-7-1933 ιδιόγραφες διαθήκες τους που δημοσιεύθηκαν με τα υπ'αριθμ....-634/21-2-1934 πρακτικά του Πρωτοδικείου Αθηνών από τις θετές θυγατέρες του Ι. χήρα Χ. Α. και Ε. χήρα Γ. Π., οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομιά, τμήμα της οποίας είναι και το επίδικο ακίνητο, το οποίο ως τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης πώλησαν στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Σ. Π. με τα υπ'αριθμ. .../1943 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Σ., που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ακολούθως ο Σ. Π. πώλησε το ως άνω ακίνητο στην Ι. Κ. με το υπ'αριθμ. .../1954 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα και τέλος η Ι. Κ. πώλησε αυτό στους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με το υπ'αριθμ..../1963 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, αποτελούμενο από τους Ά. Ρ., εφέτη, ως πρόεδρο, και από τα μέλη Ε. Λ., πάρεδρο, Ν. Μ., πάρεδρο, Γ. Χ., πρωτοδίκη, Χ. Θ., πάρεδρο, Κ. Β., διευθυντή οικονομικού, με την υπ'αριθμ. 23/1987 γνωμοδότησή του γνωμοδότησε για την καταγραφή της προαναφερθείσας εκτάσεως εμβαδού 4000-4500 στρεμμάτων στα βιβλία δημοσίων κτημάτων. Ειδικότερα έκρινε ότι η επίδικη έκταση ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους στο οποίο ανήκε κατά κυριότητα η έκταση. Από την επισκόπηση της ως άνω γνωμοδοτήσεως προκύπτει ότι για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη : α) τα αναφερόμενα στην εισήγηση του εισηγητή, β) την τουρκική νομοθεσία περί διακρίσεως κτημάτων, γ) το δίκαιο που ίσχυε κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας και μετά την απελευθέρωση, δ) τις διεθνείς συμβάσεις για την ανεξαρτησία της Ελλάδος που ρύθμισαν την τύχη της περιουσίας του Τουρκικού Δημοσίου και των τούρκων υπηκόων στις εκτάσεις που κατέλαβε το νέο ελληνικό κράτος, ε) τα συμβόλαια με τα οποία ο Α. Κ. αγόρασε την έκταση στην ... από διάφορες οικογένειες με το κοινό επώνυμο Κ., ότι μεταγενέστερα συμβόλαια των αυτών πωλητών κρίθηκαν πλαστά, και ότι, ενώ με τα συμβόλαια πούλησαν όλα τα κληρονομικά τους μερίδια στην περιοχή, εμφανίζονται μετά να διανέμουν, πωλούν και προικίζουν κληρονομικά τους μερίδια στην ίδια περιοχή, και ότι παρουσιάζουν και πλήρη ασάφεια ως προς τη περιγραφή και τον ακριβή προσδιορισμό της μεταβιβαζόμενης έκτασης στ) το γεγονός ότι στα πρώτα συμβόλαια αγοράς της έκτασης αναγράφεται ότι τελούσαν υπό την κατοχή των Τούρκων, ζ) το γεγονός ότι οι πωληθείσες στον Λ. Κ. εκτάσεις ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων εκτάσεων, η) το ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εκτάσεις που πωλήθηκαν από τους Κ. στον Κ. ανήκαν στην κατηγορία των κτημάτων πλήρους κυριότητας ιδιωτών διότι δεν επικαλούνται οι πωλητές την ύπαρξη τουρκικού τίτλου και ότι ακόμα και στην περίπτωση αυτοί οι πωλητές θα ήταν Τούρκοι και η συμφωνία να επικυρωθεί από τις Μικτές Ειδικές Επιτροπές που είχαν συσταθεί, 9) ότι οι αρχικοί δικαιοπάροχοι δεν επικαλούνται την ύπαρξη χοτζετίου ή τουρκικού τίτλου, 10) ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα όλων των εκτάσεων που ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο, 11) ότι και αν υποτεθεί ότι οι αρχικοί τίτλοι που επικαλούνται οι κληρονόμοι ... μετάγουν κυριότητα με αυτούς μεταβιβάσθηκε κυριότητα 1345 στρεμμάτων και δεδομένου ότι από την έκταση των κληρονόμων ... έχουν απαλλοτριωθεί εκτάσεις μεγαλύτερες των 1479 στρεμμάτων, ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι είχαν κυριότητα αυτή έχει μεταβιβασθεί δια των απαλλοτριώσεων στο Δημόσιο και σε άλλους Οργανισμούς, 12) ότι δεν αποδεικνύεται ποια και πόση έκταση ενέμονταν οι δικαιοπάροχοι των κληρονόμων Γ. ... στην περιοχή, 13) ότι η αναγραφομένη στην από 11-1-1964 διαθήκη Λ. Κ. υπ'αριθμ. ….30-5-1953 πράξη οριοθεσίας της εκτάσεως από τον Ειρηνοδίκη της Βόρειας Πλευράς Αθηνών Π. Σ. κηρύχτηκε πλαστή με την υπ'αριθμ.9244/1972 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 14)Ότι από δημόσια έγγραφα προκύπτει ότι έκαναν χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου η κληρονόμος του Λ. Κ. Α. ... όσο και ο κληρονόμος της Γ. Β., γεγονός που φανερώνει την κακή τους πίστη, 15) ότι στο κείμενο του αντιγράφου της πλαστής πράξης οριοθεσίας αναγράφεται ότι η οριοθέτηση έγινε από τον Ειρηνοδίκη με μάρτυρες τους πωλητές Κ. και γραμματέα τον κληρονόμο Γ. Β. χωρίς αναφορά σε τίτλους κτήσεως πράγμα που μαρτυρά την προσπάθεια καλύψεως της αδυναμίας των τίτλων και την έλλειψη καλής πίστης, 16) ότι το Ελληνικό Δημόσιο ναι μεν δεν προέβαλε ίδια δικαιώματα κυριότητας στην επίδικη περιοχή κατά τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, τούτο, όμως, έγινε γιατί δεν είχε ολοκληρωθεί η έρευνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίδικης περιοχής, δεν είχε αντιμετωπισθεί ενιαία το πρόβλημα και δεν ήταν γνωστή η πλαστότητα της πράξης οριοθεσίας και ότι η ως άνω στάση του Δημοσίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αναγνώριση της κυριότητας των κληρονόμων ... στην επίδικη περιοχή. Τη γνωμοδότηση αυτή αποδέχθηκε ο Υπουργός των Οικονομικών με την υπ' αριθ. Δ3954/756/20-7-1987 απόφαση του με την οποία ζητήθηκε να καταγραφούν ως δημόσια κτήματα τα τμήματα της εκτάσεως των 4.500 στρεμμάτων του κτήματος ... τα οποία βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Γ. .... Η απόφαση αυτή συμπληρώθηκε με την υπ. αριθ. 1096684/6894/Α0010/1.10.1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία ζητήθηκε και η καταγραφή ως δημοσίων κτημάτων και όλων των ακάλυπτων χώρων που βρίσκονται μέσα στη μείζονα έκταση των 4.500 στρεμμάτων ανεξάρτητα από το αν βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Γ. ... ή έχουν μεταβιβασθεί σε τρίτους. Εξ άλλου με την υπ'αριθμ. 99798/969/29-6-1957 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας και κατόπιν της υπ'αριθμ. 22/9/1957 γνωμοδοτήσεως του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων αναγνωρίσθηκε υπέρ της Ε. χήρας Γ. Π. και Ι. συζ. Χ. Α. (απωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγόντων) δικαίωμα κυριότητας σε έκταση 650 στρεμμάτων στην θέση "...". Στην έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ'αριθμ. 3786/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονος Δ. Ε., αναγράφεται ότι με την προαναφερθείσα απόφαση του Υπουργού Γεωργίας έγινε δεκτή η υπ'αριθ. 22/1957 γνωμοδότηση του Γ.Σ.Δ.Κ. βάσει της οποίας η μείζονα έκταση 650 στρεμμάτων μεταξύ της κορυφογραμμής των Τουρκοβουνίων και της λεωφόρου ... που περιλαμβάνει και το επίδικο είναι ιδιωτική και ανήκει στις Ε. Π. και Ι. Α.. Πλην, όμως, όπως προεκτέθηκε, η Ε. Π. και Ι. Α. είχαν μεταβιβάσει το επίδικο από το έτος 1943 με τα υπ'αριθ. .../1943 πωλητήρια συμβόλαια στο Σ. Π. και συνακόλουθα κατά το προαναφερθέντα χρόνο αναγνώρισης αυτών ως ιδιοκτητριών της εκτάσεως των 650 στρεμμάτων (1957) δεν μπορούσαν να αναγνωρισθούν κύριες στο επίδικο ακίνητο, αφού ήδη το είχαν μεταβιβάσει από το έτος 1943. Σε κάθε δε περίπτωση με την υπ'αριθμ. πρωτ. 70353/10182/28-3-1989 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ανακλήθηκε η ως άνω υπ'αριθμ. 99798/969/29-6-1957 απόφασή του. Για την έκδοση της ανακλητικής αυτής απόφασης ο Υπουργός Γεωργίας στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα υπ'αριθ. 23/1987 γνωμοδότηση του Γ.Σ.Δ.Κ και στο υπ'αριθ. 5/1988 πρακτικό της Συνελεύσεως των Νομικών Συμβούλων της Διοίκησης που έκρινε ότι η αναγνωριστική απόφαση του Υπουργού Γεωργίας αποτελεί διοικητική πράξη που μπορεί να ανακληθεί σύμφωνα με τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, η δε ανάκληση αιτιολογήθηκε ότι τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε ανακληθείσα απόφαση ήταν αναληθή καθότι η προαναφερθείσα πράξη οριοθεσίας της μείζονος έκτασης με την ονομασία "ΚΤΗΜΑ ..." αναγνωρίσθηκε ότι ήταν πλαστή, την οποία πλαστότητα αν γνώριζε το Γ.Σ.Δ.Κ. δεν θα εξέδιδε την υπ'αριθμ. 22/1957 γνωμοδότηση. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στη Διοίκηση την ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξεως, ενώ η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί τη διατήρηση της ισχύος των ευμενών για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεων. Σύνθεση των αρχών αυτών συνιστούν οι γενικές αρχές ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες και οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται εάν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους (ΣτΕ 4934/2013 ΣτΕ 3906/2008 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά τις αυτές, ωστόσο, γενικές αρχές, ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης είναι επιτρεπτή, χωρίς χρονικό περιορισμό, όταν, κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής, τούτο επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, ή όταν η έκδοση της ανακαλούμενης παράνομης πράξης προκλήθηκε από δόλια ενέργεια του διοικουμένου (Σπηλιωτόπουλου "Εγχειρίδιον Διοικητικού Δικαίου" εκδ. 1989. σελ.184, ΣτΕ 719/2015, 3367/2014, ΣτΕ 1016/2013, ΣτΕ 1358/2011 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε, δε, περίπτωση η ως άνω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας περί αναγνωρίσεως ως ιδιωτικής της έκτασης έχει αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα και όχι διαπλαστικό, δηλαδή μεταβιβαστικό της κυριότητας χαρακτήρα (βλ. σχετ. Σταθόπουλο άρθρο στο ΝοΒ 57.364 επ. και Γεωργιάδη άρθρο στο περιοδικό Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου έτους 2012 σελ. 484 επ.), για την οποία (κυριότητα) την τελική κρίση έχουν τα πολιτικά Δικαστήρια που δεν δεσμεύονται από το περιεχόμενο των γνωμοδοτήσεων του Γ.Σ.Δ.Κ. (βλ. σχετ. ΑΠ 966/2012 (ποινικό) δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, πρβλ και ΣτΕ3776/2012 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο από 25-8-1993 υπόμνημα του Δασολόγου Ε. Φ., Τμηματάρχου του Τμήματος Ορεινών Βοσκοτόπων της Γενικής Γραμματείας Δασών αναγράφεται, μεταξύ των άλλων, ότι η μείζονα εδαφική έκταση γνωστή ως "Κτήμα ..." μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας κατά το μέρος που καλλιεργείτο εγκαταλείφθηκε από τους πρώην οθωμανούς κατόχους της κατά το δε υπόλοιπο μέρος ήταν άγρια περιοχή καλυπτόμενη υπό πευκοδέντρων και άγριων θάμνων και ότι ως εκ του δασικού χαρακτήρα της ανήκουσας στο Τουρκικό Δημόσιο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο με τη συνθήκη Ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Περαιτέρω το παραπάνω ακίνητο αποτελεί τμήμα ευρύτερης εδαφικής έκτασης εκτός σχεδίου πόλεως στη θέση "..., επιφανείας 935,483 στρεμμάτων, που αποτελείται από δύο τμήματα, εκτάσεως 914,833 στρεμμάτων το πρώτο και 20,650 στρεμμάτων το δεύτερο, όπως αυτή απεικονίζεται στο από 6/10/1994 τοπογραφικό διάγραμμα του 4ου Συνεργείου κτηματογράφησης της ΠΕΔΑΝ, το οποίο θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Δασών Αττικής στις 10/10/1994 και προσαρτήθηκε στην υπ'αριθμ. 1147/10.10.1994 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (ΦΕΚ 1110Δ'/25.10.1994), με την οποία η παραπάνω έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα "... με σκοπό την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης που καταστράφηκε ή υποβαθμίσθηκε με παράνομες λατομικές δραστηριότητες και άλλες επίσης παράνομες ανθρωπογενείς ενέργειες, όπως εκχερσώσεις, οικοδομικές κλπ. κατασκευές". Η ως άνω έκταση, μαζί με άλλες εκτάσεις, είχε ήδη κηρυχθεί δασωτέα με το από 13/18/3.1915 Β.Δ. που εκδόθηκε κατ' επίκληση των άρθρων 1 και 2 του Ν. ΒΨΜ του 1900. Η ίδια περιοχή αυτή κηρύχθηκε στη συνέχεια αναδασωτέα και με την 108424/13-9-1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας "Περί κηρύξεως ως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής", και, όπως προεκτέθηκε, επανακηρύχθηκε δε ως αναδασωτέα με την 1147/10-ΙΟ¬Ι 994 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία έχει βεβαιωτικό της προηγούμενης απόφασης χαρακτήρα, όπως έχει κριθεί με αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας (βλ. ΣΤΕ 2500/1998, 1968/2000, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η μείζων αυτή έκταση των 935,483 στρεμμάτων, στην οποία εμπίπτει το επίδικο, αποτελεί, κατά τους επικαλούμενους από τους ενάγοντες τίτλους των δικαιοπαρόχων τους, τμήμα μεγαλύτερου κτήματος, γνωστού με την ονομασία "Κτήμα ..." ή "...", επιφάνειας 4.500 στρεμμάτων περίπου, το οποίο περιλάμβανε όλη την περιοχή μεταξύ της κορυφογραμμής των Τουρκοβουνίων, του ..., της συνοικίας ..., της ... και του ρέματος ... μέχρι την κορυφή των Τουρκοβουνίων, όπως προκύπτει και από το υπ'αριθμ. ...18-3-1997 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, στο οποίο αναγράφεται ότι: "...σύμφωνα με την από 17-3-1997 τεχνική έκθεση του μηχανικού της Υπηρεσίας μας Δ. Η. περιλαμβάνεται στη μείζονα έκταση των 4500 στρεμμάτων στη θέση "... ...", γνωστή και ως "ΚΤΗΜΑ ..." η οποία σύμφωνα με την αριθμ.23/1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών με την υπ'αριθμ.Δ. 3954/756/20-7-1987 απόφασή του..., ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο...ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου στο οποίο ανήκε πριν από την απελευθέρωση η έκταση αυτή. Το επίδικο εμπίπτει επίσης στην έκταση των 935,483 στρεμμάτων στη θέση ... του Δήμου ..., η οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα με την 1147/10- 10-1994 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών ΦΕΚ 1110/25-10-1994 και ως τοιαύτη διαχειρίζεται και προστατεύεται πλέον από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας..." Η ανωτέρω κηρυχθείσα ως αναδασωτέα εδαφική έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, ήταν πριν το έτος 1937 δάσος πεύκης, όπως προκύπτει και από τις ...-6-1994, .../37/19-9-1994, .../42/6-10-1994 και .../43/10-10-1994 εκθέσεις φωτοερμηνείας του 4ου Συνεργείου Κτηματογράφησης, αεροφωτογραφιών των ετών 1937, 1945, 1960, 1969, 1972, 1978, 1983 και 1987, αλλά και το διάγραμμα με το υπόμνημα που τις συνοδεύει, με πεύκα μεγάλης ηλικίας διάσπαρτα σε όλη την επιφάνειά της, με μεγαλύτερη πυκνότητα περί την έκταση του κτήματος των κληρονόμων .... Το γεγονός αυτό ενισχύεται επιπλέον α) από το .../13-10-1937 έγγραφο του Τμήματος Αναδασώσεων της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, με το οποίο δίνεται η έγκριση στον Δασάρχη Αναδασώσεων να απαγορεύσει τη ρητίνευση του Δάσους "...", "κατόπιν της επικινδύνου αραιώσεως και των καταστροφών εκ της ρητινεύσεως, παρανόμων υλοτομιών, εκχερσώσεων κ.λ.π., συνεπεία των οποίων απειλείται η υπόστασίς των", β) από το .../15-7-1915 έγγραφο του τότε δασαρχείου Αττικής προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, με το οποίο διαβιβάζεται αίτηση του Λ. ... για να λάβει άδεια υλοτομίας πευκοδένδρων του δάσους "..." και τα .../23-7-1915 και .../22-10-1917 έγγραφα που εγκρίνουν την υλοτομία πευκοδένδρων στο δάσος "..." προς τον ίδιο, ο οποίος αναφέρεται σε αυτά ως ιδιοκτήτης, γ) από την …41/5-6-1912 απαγορευτική της ρητινοσυλλογής διάταξη του τότε Δασαρχείου Αττικής σε μια έκταση 10.000 στρεμμάτων περίπου στην οποία περιλαμβάνεται και η περιοχή αυτή. Άλλωστε, το γεγονός ότι η περιοχή αυτή κηρύχθηκε, μαζί με άλλες, αναδασωτέα κατά τα έτη 1915 και 1934, καταδεικνύει ακριβώς την προηγούμενη δασική μορφή της και ότι αυτή στο μεταξύ είχε υποβαθμιστεί με κίνδυνο εξαφάνισής της. Περαιτέρω, ο μάρτυρας Ν. Σ., δασονόμος, που εξετάστηκε στον εισηγητή Δικαστή με επιμέλεια του εναγομένου Δημοσίου, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης των 935 στρεμμάτων που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, ότι η ευρύτερη περιοχή αποτυπώθηκε από ειδικό συνεργείο που συγκροτήθηκε και το οποίο μελέτησε τις αεροφωτογραφίες των ετών 1937-1945 και οι εκτάσεις που βάσει των αεροφωτογραφιών ήταν δασικές κηρύχθηκαν αναδασωτέες, ότι στο χάρτη που συνετάγη προς τούτο χαρακτηρίζονται με κίτρινο χρώμα οι περιοχές που ήταν αγροτικές, με πράσινο οι περιοχές που ήταν δασικές μέχρι και το έτος 1994 και με κόκκινο χρώμα οι περιοχές που ήταν δασικές και εκχερσώθηκαν, ότι στις τελευταίες ανήκει και το επίδικο που βρίσκεται μέσα στην αναδάσωση, ότι επίσης η περιοχή αυτή των 935 στρεμμάτων ήταν δασική προκύπτει και από το χάρτη που συνέταξε ο Γερμανός Αρχαιολόγος K. το έτος 1875, στον οποίο εμφανίζεται όλη η περιοχή ως καλυπτόμενη με πεύκα και με θάμνους, ότι το δάσος που υπήρχε στην περιοχή μέχρι την κατοχή καταστράφηκε από κατοίκους που έκοβαν τα δέντρα και τα χρησιμοποιούσαν ως καύσιμη ύλη, ότι στο επίδικο ακίνητο το έτος 1960 κτίσθηκε ένα αυθαίρετο κτίσμα που εξακολουθεί και υπάρχει, ότι οι επεμβάσεις σ'αυτό έγιναν στην κατοχή, όπου υλοτομήθηκαν τα δέντρα και στη συνέχεια μετά το 1960 κατασκευάσθηκε το κτίσμα και ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι διενεργήθηκαν διακατοχικές πράξεις στο επίδικο πριν το έτος 1960. Επομένως, το επίδικο, ως τμήμα της προαναφερθείσας μείζονος εκτάσεως, είχε δασική μορφή α) πριν την γερμανική κατοχή (1940-1944), β) το έτος 1915 που απαγορεύθηκε η ρητίνευση λόγω του κινδύνου καταστροφής των πεύκων, γ) το έτος 1875 με βάση το χάρτη που συνέταξε για την ευρύτερη περιοχή ο Γερμανός Αρχαιολόγος K. και συνακόλουθα είχε δασική μορφή οπωσδήποτε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την παραχώρηση της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος το έτος 1833 και το έτος 1836 που δημοσιεύθηκε το β.δ. της 16.11.1936 "περί ιδιωτικών δασών". Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγόντων Γ. Κ., που κατέθεσε απλώς, ότι ως κάτοικος του Δήμου ... από το έτος 1958 γνωρίζει την περιοχή η οποία ουδέποτε υπήρξε δασική έκταση, και από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων Μ. Μ., η οποία κατέθεσε ότι αν και το Δημόσιο έχει κηρύξει την περιοχή αναδασωτέα, αυτή για όσο καιρό θυμάται δεν είχε ούτε δέντρα, ούτε θάμνους και ότι ήταν ένας ξερότοπος. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι προαναφερθείσες παρεμβάσεις στο επίδικο (παράνομη υλοτομία και ανέγερση αυθαιρέτου) δεν αίρουν τον δασικό χαρακτήρα που είχε η προαναφερόμενη έκταση πριν την αποψίλωσή της, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις των άρθρων 24 και 117 του Συντάγματος. Εξ άλλου για τη διάγνωση του δασικού ή μη χαρακτήρα μιας περιοχής δεν λαμβάνεται υπόψη η μορφή την οποία έχει ήδη προσλάβει η περιοχή, εφόσον η μεταβολή της μορφής της περιοχής δεν στηρίζεται σε διοικητικές πράξεις (πρβλ. ΣτΕ3795/2011 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνακόλουθα, λόγω της δασικής μορφής της προαναφερθείσας εδαφικής έκτασης, τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο, κατά τους ανωτέρω χρόνους, ανήκε κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Κράτος, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του εκκαλούντος. Η ως άνω εδαφική έκταση με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη που προηγήθηκε Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης 1832 και το από 21.01/03.02.1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου και τα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα, περιήλθαν πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς, η έκταση αυτή, κατά το οθωμανικό δίκαιο, στις 3-2-1830, κατά την ημέρα της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους, ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι την κατείχαν νόμιμα ιδιώτες με σχετικό οθωμανικό τίτλο-'ταπί', που τους παραχωρούσε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεώς τους ('τεσσαρούφ'-οιονει επικαρπίας), ενώ για κτήση κυριότητας από ιδιώτες σε δάσος και χορτολιβαδική έκταση με 'χοτζέτι', που αποδείκνυε κυριότητα μόνο επί των ακινήτων πλήρους (καθαρής) ιδιοκτησίας ('μούλκια'), δεν μπορούσε να γίνει λόγος, κατά το οθωμανικό δίκαιο, που εξακολουθούσε να ισχύει στην Αττική έως τις 31-3-1833. Και είναι αλήθεια, όπως εκτίθεται στην προαναφερόμενη νομική σκέψη, ότι με το Θέσπισμα του έτους 1829 του σουλτάνου Μαχμούντ Β παραχωρήθηκε δωρεάν στους κατοίκους της Αττικής (Έλληνες και Οθωμανούς) η κυριότητα των δημοσίων γαιών, εφόσον όμως αυτές τις κατείχαν νόμιμα, δηλαδή με σχετικό "ταπί" (επίσημο οθωμανικό τίτλο), όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, και όχι ακύρως ή χωρίς νόμιμο τίτλο.
Συνεπώς οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων θα μπορούσαν να έχουν αποκτήσει μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης επ' αυτού, με ταπί (ΑΠ 390/2014 οπ), την ύπαρξη του οποίου δεν επικαλούνται οι ενάγοντες για κανέναν. Ακολούθως, το Β.Δ.17/29.11.1936 που εκδόθηκε από το νεοϊδρυθέν Ελληνικό Κράτος και έχει ισχύ νόμου, επέβαλε σε όσους ιδιώτες είχαν στη διάθεσή τους "ταπί" με το οποίο είτε είχαν αποκτήσει από τους Οθωμανούς το δικαίωμα εξουσιάσεως επί δάσους, είτε είχαν αγοράσει από αναχωρούντες Οθωμανούς νόμιμους κατόχους (με ταπί) το δικαίωμα κυριότητας του δάσους, που τους είχε παραχωρηθεί με το σουλτανικό Θέσπισμα του έτους 1829, να το προσκομίσουν εντός ανατρεπτικής ετήσιας προθεσμίας στην αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Κράτους, δηλαδή έως το τέλος του έτους 1837, ώστε να τους αναγνωρισθεί η κυριότητα επί αυτού (ιδιωτικό δάσος). Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι για την προαναφερόμενη ευρύτερη έκταση, που κατά τον κρίσιμο χρόνο (1830-1836) αποτελούσε δάσος, κανένας εκ των απωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγόντων δεν τήρησε την από το άρθρο 3 του ΒΔ 17/29-11-1836 επιβαλλόμενη υποχρέωση υποβολής των οθωμανικών τίτλων του στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή του, προς εξέταση των τίτλων του. Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι κάποιος ιδιώτης δήλωσε
μέσα την πιο πάνω προθεσμία την κυριότητά του επί της ως άνω δασικής έκτασης, προκειμένου, έστω να την αποδείξει με άλλα μέσα, λόγω τυχόν απώλειας του σχετικού οθωμανικού τίτλου του (ταπί), αντίγραφο του οποίου σε κάθε περίπτωση μπορούσε να εκδοθεί από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο, που διατηρείτο στην Κωνσταντινούπολη, τότε πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Συνεπώς, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 2 του Β.Δ.17/29.11.1836 από την παρέλευση της άνω ετήσιας προθεσμίας, δηλαδή από το έτος 1837, η προαναφερθείσα εδαφική, εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο, θεωρήθηκε δημόσιο δάσος, εντεύθεν δε ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν ανατράπηκε το προαναφερόμενο τεκμήριο της κυριότητάς του, από τους ενάγοντες. Επιπροσθέτως των ανωτέρω ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Α. Κ., που όπως προεκτέθηκε, στη διάρκεια των ετών 1829 μέχρι 1853, αγόρασε από τους προαναφερθέντες δικαιοπαρόχους του τμηματικά εκτάσεις της προαναφερθείσας εδαφικής έκτασης, από τους οποίους ουδείς διέθετε οθωμανικούς τίτλους δεν απέκτησε κυριότητα επί των εκτάσεων αυτών παραγώγως με τους προαναφερθέντες τίτλους, αφού πρόκειται για δημόσιες γαίες που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, και συνεπώς αγόρασε αυτές από μη κυρίους και συνεπώς δεν απέκτησε κυριότητα επ'αυτών σύμφωνα με τον κανόνα του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που διατήρησε και ο Αστικός Κώδικας, "ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος" (βλ ΑΠ 507/2013 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αλλά απλή κατοχή και μάλιστα, μη νόμιμη, αφού δεν προσκομίστηκε ταπί για να θεωρηθούν νόμιμοι κάτοχοι -εξουσιαστές ('τεσσαρούφ') και να μπορούν να αποκτήσουν κυριότητα με το θέσπισμα του έτους 1829, ώστε να την μεταβιβάσουν, λόγω πωλήσεως.? Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από τους χρόνους διαδοχικής μεταβίβασης του κτήματος στο Α. Κ. και μέχρι 11-9-1915 αυτός και οι ανωτέρω διάδοχοι ασκούσαν τη φυσική εξουσίαση του επιδίκου, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι και ότι δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα άλλων με τη συμπεριφορά τους. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχτηκε βάσιμος. Ειδικότερα, οι μάρτυρες των εναγόντων δεν κατέθεσαν ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων νέμονταν διανοία κυρίου και με καλή πίστη το προαναφερθέν ακίνητο "ΚΤΗΜΑ ...", τμήμα του οποίου είναι και το επίδικο και το μόνο που κατέθεσε ο μάρτυρας Γ. Κ. είναι ότι ο Β. και οι κληρονόμοι του την έκταση αυτή τη νοίκιαζαν για βοσκοτόπους, την καλλιεργούσαν και έκοβαν ξύλα και ότι στη συνέχεια αυτή που οικοπεδοποιήθηκε πουλήθηκε σε διαφόρους. Από τις ως άνω πράξεις νομής που κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγόντων μόνο η κοπή των ξύλων προσιδιάζει στη δασική μορφή του επιδίκου. Περαιτέρω οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο ενδεικτικό της ασκήσεως νομής που να προσιδιάζει στο δασικό χαρακτήρα του επιδίκου για το διάστημα από το έτος 1833 έως και το έτος 1915. Οι ενάγοντες προσκομίζουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων α) την υπ'αριθμ. 1739/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την υπ'αριθμ. 6000/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με τις οποίες κρίθηκε ότι ακίνητα που περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έκταση με την ονομασία "ΚΤΗΜΑ ..." ανήκαν στην κυριότητα των εναγόντων στις υποθέσεις αυτές και όχι του εναγομένου Δημοσίου και ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους (που είναι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων της υπό κρίση υποθέσεως) είχαν καταστεί κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία που είχε συμπληρωθεί το έτος 1915. Αντίθετα έκρινε η προσκομιζόμενη από το εναγόμενο υπ'αριθμ. 3423/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που δέχθηκε ότι η ως άνω εδαφική έκταση είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο ως δημόσια γαία (δάσος) δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και ότι η κυριότητά του δεν καταλύθηκε γιατί δεν αποδείχθηκαν εμφανείς υλικές πράξεις τριακονταετούς νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας στην ως άνω υπόθεση (που είναι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων της υπό κρίση υποθέσεως) μέχρι 11-9-2015 [βλ και ΕφΑΘ 1647/2016 ]. Επομένως, με βάση όλα τα προεκτεθέντα, η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο ως δημόσια γαία (δασική έκταση) πρωτοτύπως από το Τουρκικό Δημόσιο, δεν καταλύθηκε από τους απώτερους δικαιοπάροχους των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ., που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-9-1915, γιατί δεν αποδείχτηκαν πράξεις νομής αυτών στη δασική έκταση της οποίας αυτό αποτελεί τμήμα, για χρονικό διάστημα 30 ετών πριν την ανωτέρω ημερομηνία και μάλιστα με καλή πίστη, όπως απαιτούσε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, καθόσον τόσο ο Α. Κ. όσο και όλοι οι ανωτέρω διάδοχοι του μέχρι το έτος 1915 γνώριζαν ότι εφόσον δεν διέθεταν οθωμανικούς τίτλους και δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 3 του από 17 (29) Νοεμβρίου /1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", το επίδικο είχε περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, δεν μπορεί να νοηθεί πεποίθηση αυτών, και μάλιστα ειλικρινής, ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται το εν λόγω δικαίωμα του Δημοσίου επ' αυτού. Συνακόλουθα, και εφόσον δεν καταλύθηκε η επί του επίδικου ακινήτου κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω του δασικού χαρακτήρα του τα έτη 1833-1836, με έκτακτη χρησικτησία εκ μέρους των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, η άμεση δικαιοπάροχος τους δεν έγινε κύρια αυτού με παράγωγο τρόπο, γιατί αγόρασε από μη κύριο, όπως και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους, που δεν έγιναν και για τον ίδιο λόγο κύριοι, γιατί απέκτησαν την προαναφερθείσα εδαφική έκταση από μη κύριους και συνεπώς ούτε και οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι αυτού αφού αγόρασαν από την άμεση δικαιοπάροχο τους που δεν ήταν κυρία του επιδίκου. Επιπλέον οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου ούτε με πρωτότυπο τρόπο, γιατί οι μετά το έτος 1915 επικαλούμενες πράξεις νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων (εναγόντων), έστω κι αν έγιναν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, κατά την προεκτεθείσα έννοια σε αναφορά με τους προαναφερόμενους τίτλους τους μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) έκτοτε δε και χωρίς καλή πίστη, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κτήση κυριότητος εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, τα κτήματα του οποίου εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη. Συνακόλουθα, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκύριους κατά ποσοστό 1/2 έκαστο του επιδίκου, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν με το σχετικό λόγο εφέσεώς του".
Με βάση τις πραγματικές παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η κυριότητα του επίδικου ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει, ως τμήμα μείζονος δασικής έκτασης, πρωτοτύπως, στο Ελληνικό Δημόσιο από το Τουρκικό Δημόσιο δεν καταλύθηκε από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του βρδ, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11/9/1915, και ότι μετά από αυτό η δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ι. Κ., δεν έγινε κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο γιατί απέκτησε τούτο, αιτία πωλήσεως, από τον μη κύριο Σ. Π., όπως δεν έγιναν κύριοι, για τον ίδιο ως άνω λόγο, διαδοχικά και οι απώτατοι δικαιοπάροχοι τους, Ε. Π. και Ι. Α., Λ. Β., Γ. Β., Α. χήρα Λ. Β., Α. Κ., ούτε και οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι, αφού η άμεση δικαιοπάροχος τους Ι. Κ. δεν ήταν κυρία του επιδίκου. Επίσης δέχθηκε ότι δεν έγιναν συγκύριοι του επιδίκου οι ενάγοντες ούτε πρωτοτύπως, γιατί οι τυχόν, μετά το έτος 1915, πράξεις νομής των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους δεν οδηγούν σε κτήση κυριότητας σε βάρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Μετά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε, ως βάσιμη κατ'ουσία, την ασκηθείσα από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έφεση και αφού την εξαφάνισε, δικάζοντας την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών κειμένων των εν λόγω Πρωτοκόλλων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7παρ.3 Πανδ. (23.3), των άρθρων 1,2,3 του β.δ. της 17.11/02.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι το επίδικο, ως τμήμα μείζονος εδαφικής έκτασης 935, 483 στρεμμάτων, επί του συνόλου της εκτάσεως των 4.500 στρεμμάτων του Κτήματος ..., είχε δασική μορφή, κατά τον (κρίσιμο) χρόνο 1836, καθώς και το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, μετά δε την απελευθέρωση από τους Τούρκους είχε περιέλθει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ως δάσος, κυριότητα που δεν καταλύθηκε έως την 11η/09/1915 από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, οι οποίοι δεν χρησιδέσποσαν σ'αυτό για 30 έτη, μέχρι το 1915, καλόπιστα.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που διαλαμβάνονται στους πρώτο,δεύτερο, τέταρτο και έβδομο αναιρετικούς λόγους, ότι η αναιρεσιβαλλομένη, με τις σχετικές παραδοχές, αναφορικά με τον δασικό ή μη χαρακτήρα του επιδίκου και την επ'αυτού κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τους αμέσως πιο πάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθώς επίσης παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην μείζονα πρόταση διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει σεβασμό της ελευθερίας της βούλησης και της περιουσίας, είναι αβάσιμες, με την επισήμανση ότι σε ένα μέρος του 4ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα επιχειρεί απαραδέκτως να στηρίξει την επικαλούμενη αντιφατική, περί του δασικού χαρακτήρα της προσβαλλόμενης απόφασης, αιτιολογία, διαλαμβάνοντας όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ'επιλογή αποσπασματικές και όχι πλήρεις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, τις οποίες επιλέγει από τα φύλλα 34 (1η και 2η σελίδες), 35 (2η σελίδα) και 36 (1η σελίδα) (ΑΠολ.32/1996, ΑΠ 892/2019). Με τον ίδιο ως άνω πρώτο, κατά ένα μέρος, αναιρετικό λόγο, με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 1 εδ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι δέχθηκε ότι η μείζονα εδαφική έκταση, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, είναι δάσος, με μόνη τη διαπίστωση ότι: "σ' αυτήν υπήρχε δασική βλάστηση, είχε απαγορευθεί η ρυτίνευση και η ρυτινοσυλλογή και είχε δοθεί άδεια υλοτομίας", παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία εσφαλμένα χρησιμοποίησε για να υπάγει τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα του βδ της 17.1/01.12.1836. Οι αιτιάσεις αυτές έτσι, όπως εκτίθενται στο αναιρετήριο, είναι απαράδεκτες, καθόσον το Εφετείο δεν χρησιμοποίησε τις φερόμενες ως αποτελούσες διδάγματα κοινής πείρας ως άνω παραδοχές για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο βδ του 1836, αλλά προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και για την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τα οποία δεν ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο(ΑΠ 1812/2008). Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται ,στον ανωτέρω πρώτο αναιρετικό λόγο ότι το Εφετείο: "θεμελίωσε την κρίση περί της "δασικής μορφής" της μείζονος εδαφικής εκτάσεως, κατά το έτος 1836, με αναφορές στην 1147/1994 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών περί κηρύξεως αναδασώσεως, στην 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας "περί κηρύξεως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής", στην κήρυξη της ίδιας εκτάσεως το έτος 1915 ως "δασωτέας", στις εκθέσεις φωτοερμηνείας, και στα τρία έγγραφα του Δασαρχείου Αττικής των ετών 1937,1915 και 1912, που αφορούν απαγόρευση ρητίνευσης, ρυτινοσυλλογής και άδεια υλοτομίας", και στον ένατο αναιρετικό λόγο ότι το Εφετείο: "απαίτησε για την αναγνώριση ως κυρίου, με παράγωγο τρόπο, του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Α. Κ., την ύπαρξη οθωμανικών τίτλων και την προσαγωγή τους στη Γραμματεία του Υπουργού Οικονομικών", είναι απαράδεκτες διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω πλημμελειών, οι λόγοι αυτοί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, για τα πράγματα κρίση.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικό λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολο του. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο, κατά ένα μέρος, αναιρετικό λόγο, επικαλούμενη την ίδια ως άνω, από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, μέμφεται το Εφετείο, διότι προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί του δασικού χαρακτήρα της μείζονος εδαφικής εκτάσεως των 935,483 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, παραβίασε ευθέως, αφενός τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. ΒΨΜ του έτους 1900, κατ'επίκληση των οποίων διατάξεων εκδόθηκε το από 13/18.3.1915 Β.Δ/μα, βάσει του οποίου κηρύχθηκε "δασωτέα" η μείζων ως άνω εδαφική έκταση, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ισχυριζόμενη ειδικότερα, ότι βάσισε τον δασικό χαρακτήρα της ανωτέρω μείζονος εδαφικής εκτάσεως στην πιο πάνω κήρυξη της "δασώσεως", η έννοια της οποίας διακρίνεται σαφώς από την έννοια της "αναδασώσεως", και αφετέρου το άρθρο17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον η προσβαλλομένη την παραδοχή της, περί του δασικού χαρακτήρα της άνω μείζονος εδαφικής εκτάσεως, θεμελίωσε στην γενική και αόριστη πράξη κηρύξεως αναδασώσεως του έτους 1934, με την οποία κηρύσσεται το λεκανοπέδιο Αττικής αναδασωτέα έκταση, χωρίς, ωστόσο; από κανένα αποδεικτικό στοιχείο να προκύπτει ότι σ'αυτήν περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση. Οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση των παραπάνω πλημμελειών, πλήττεται στην πραγματικότητα η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 ΚΠολΔ. Με τους πέμπτο και έκτο αναιρετικούς λόγους, με την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 (με τον 5ο λόγο), 1 και 19 (με τον 6ο λόγο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, στέρησε δε την απόφαση νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε "μη νόμιμη" αιτιολογία. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε το κτήμα ... ως ενιαία μείζονα εδαφική έκταση, 4.500 στρεμμάτων, δεν αρκέστηκε, για τη θεμελίωση, επί του επιδίκου, της χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, κατά το χρονικό διάστημα των 30 ετών πριν από το 1915, στην απόδειξη πράξεων νομής στην άνω μείζονα εδαφική έκταση, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, αλλά απαίτησε την εξειδίκευση επί μέρους διακατοχικών πράξεων νομής σ'αυτό (επίδικο). Οι ανωτέρω λόγοι, προεχόντως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, τούτο δε διότι, όπως, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει οι σχετικές, με την κτήση της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, παραδοχές, κατά το πριν το έτος 1915 χρονικό διάστημα, με έκτακτη χρησικτησία (χρησικτησία που οδηγεί στην κατάλυση της κυριότητας του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου) ερείδονται στις αναφερόμενες στην μείζονα πρόταση διατάξεις του ΒρΔ και όχι σε εκείνες των άρθρων 974, 1045 ΑΚ, οι δε μετά τις 12/09/2015 πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος, δεν έχουν ως αποτέλεσμα την κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Σε κάθε, δε, περίπτωση, οι πιο πάνω λόγοι είναι αλυσιτελείς, διότι, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ΒρΔ, για την κατάλυση της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, μέχρι τις 12/09/ 1915, με έκτακτη χρησικτησία, αναγκαίο στοιχείο, εκτός από τις πράξεις νομής, είναι η συνδρομή της καλής πίστης του χρησιδεσπόζοντος επί 30 έτη πριν από το έτος 1915, ως προς το οποίο στοιχείο, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο η αναιρεσιβαλλομένη.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ( ΑΠ 1078/ 2019,403/2017, 238/2017).Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και ένατο, κατά ένα μέρος, λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δέχθηκε τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, περί του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου κατά το έτος 1836, και της κτήσης κυριότητάς του επ' αυτού, καθώς επίσης την έλλειψη καλής πίστης στο πρόσωπο του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Α. Κ., επικαλούμενο την ανυπαρξία οθωμανικών τίτλων και τη μη τήρηση της διαδικασίας του β.δ/τος του 1836 "περί ιδιωτικών δασών", παραδοχές που δεν βρίσκουν έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι ,κατά το σχετικό μέρος τους, είναι απαράδεκτοι, διότι με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε, δε, περίπτωση είναι αβάσιμοι, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να απαιτείται ειδική και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι στο σύνολο του απορριπτέος.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου, απαράδεκτος (ΑΠ Ολ. 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τις παραδοχές προηγούμενων αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου, σχετικές με τον μη δασικό χαρακτήρα του κτήματος .... Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως υπάγεται η επικαλούμενη πλημμέλεια από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. 4. Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους. Επίσης παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1563/2014, 194/2005). Σε κάθε περίπτωση, για την θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να προσκομίζεται το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επικαλείται, στον ίδιο ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης, συλλήβδην, πλην εκείνων των αιτιάσεων που κρίθηκαν παραπάνω και παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 17 και 20 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, αναφορά, πέραν των παραπάνω αριθμών του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες. Επομένως, εφόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για τη θεμελίωση καθεμιάς των παραπάνω αιτιάσεων, πραγματικά περιστατικά, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, λόγω αοριστίας.
Συνεπώς, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι στο σύνολο του απορριπτέος. 5. Από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο, μεταξύ των οποίων και την πραγματογνωμοσύνη, η οποία, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, σαφώς διακρινόμενο από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Είναι, δε, νόμιμη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και όχι με την προσθήκη στις προτάσεις, εκτός εάν προσκομίζεται για την απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 67/2011). Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η επίκληση κατ'έφεση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, όταν γίνεται με την προσθήκη στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 410/2016, 1565/2014). Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις την πραγματογνωμοσύνη, που έχει ήδη διεξαχθεί κατ' επιταγή του, μνημονεύοντας μάλιστα ειδικά την τελευταία στην απόφασή του (ΑΠ 145/2008). Για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του και να καθορίζεται το περιεχόμενο του, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού (ΑΠ 180/2017, 566/2017, 721/2014). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελέγχει η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1207/2019, 293/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο διότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής της, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε. Ειδικότερα, ισχυρίζεται με τον έβδομο αναιρετικό λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις αποφάσεις, ΑΠ 1355/2014, 52/2014 και Εφ.Αθ.6000/2012, οι οποίες αναγνωρίζουν αφενός τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας επί του κτήματος ..., τμήμα του οποίου είναι το επίδικο και αφετέρου τον μη δασικό χαρακτήρα αυτού. Η άνω αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η επίκληση των εν λόγω εγγράφων (δικαστικών αποφάσεων), με την προσθήκη - αντίκρουση, χωρίς την επίκληση ότι αφορούν αντίκρουση συγκεκριμένων αυτοτελών ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της εφέσεως από το εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, όπως αυτό προκύπτει και από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσθήκης- αντίκρουσης της αναιρεσείουσας, δεν είναι νόμιμη και συνακόλουθα η λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών από το Εφετείο δεν ήταν επιτρεπτή (φύλ.28ο, 2η σελίδα της απόφασης), οι ίδιες δε αιτιάσεις δεν ιδρύουν τις από τους αριθμούς 1 και 19 πλημμέλειες, που επικαλείται στον ίδιο ως άνω λόγο η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, ο ανωτέρω 7ος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος. Περαιτέρω, με τους όγδοο και ένατο (κατά ένα μέρος) αναιρετικούς λόγους και με την επίκληση της ίδιας από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διατάξεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, ιδίως, δε τους τίτλους κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων - εφεσιβλήτων, δικαστικές αποφάσεις, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Δ. Ε., με τα 248 έγγραφα που την τεκμηριώνουν και που αποδεικνύουν την άσκηση επί του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων των διακατοχικών πράξεων νομής. Οι ανωτέρω λόγοι είναι, ως προς τις άνω αιτιάσεις, απαράδεκτοι ως αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν καθορίζονται τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους ούτε το περιεχόμενο τους, σε κάθε όμως περίπτωση, στην αναιρεσιβαλλομένη γίνεται ειδική αναφορά στους τίτλους κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων από τα έτη 1837 και μέχρι το έτος 1954, ενώ οι διαλαμβανόμενες στους ίδιους ως άνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Δ. Ε., είναι αβάσιμες, τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδική αναφορά στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη (φύλλο 32ο, 2η σελίδα της απόφασης).
Συνεπώς, οι ανωτέρω όγδοος και ένατος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι. Κατόπιν αυτών πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. .../2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που το τελευταίο, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2, ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ'άρθρο 22 του ν.3693/1997, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09-05-2016 αίτηση της Χ. Γ. για αναίρεση της αριθμ. 1671/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή