Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 24 / 2020    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 24/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Μαϊου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Σκεύα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2011 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Β. χήρας Α. Π., το γένος Ε. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2073/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2018 αίτησή του και τους από 4-4-2019 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1) Με την από 21-6-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-4-2019 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η 2073/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση .εξαφάνισε την 55/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 ,569 Κ.Πολ.Δ,) ενώ καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 301/2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ασκήθηκαν, συνεπώς, παραδεκτά (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ, ΑΠ 1192/2014).
2) Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856) και το προ ισχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§7 του ν. 147/1914 στις περιοχές οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 3 του ίδιου ως άνω νόμου (147/1914), η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις ..., με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμερινοί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ. και αρθρ. 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζϊί-εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος. Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγηλ Αχίρ 1275 (καθ' ημάς 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί των λοιπών δημοσίων γαιών [λειμώνων, δασών, χειμερινών και θερινών (δηλαδή βοσκοτόπων) και παρόμοιων τόπων], οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση εγγράφου τίτλου [ταπίου] κατ' εφαρμογή και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 (1875) "περί εξελέγξεως τίτλων δασών" [ΟλΑΠ 609/1963]. Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή, από 20-5-1917, ως προς τους καλλιεργούμενους και μόνο αγρούς το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν.2052/1920 επαναλαμβάνει στα αρθρ. 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών. Η κυριότητα δε όλων των λοιπών κατηγοριών δημοσίων γαιών με την απελευθέρωση των νέων χωρών κατά το 1912 περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του οθωμανικού ΑΚ, που δεν αναγνώριζαν το θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επέκτεινε την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας σε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προέβλεπαν το θεσμό της χρησικτησίας , το ν.δ. της 22.4/16.5.1926, με το οποίο απαγορεύτηκε από 11.5.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητας του και των άρθρων 2 και 4 ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Δημοσίου που κείται στη Μακεδονία (ΑΠ 545/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 9/2013 ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
"Με την με αριθμό ...1978 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος στις 30/6/1990 συζύγου της Β. χήρας Α. Π. (αρχικώς ενάγουσας) που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Άλκη Σκέμπερη και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 490/1990 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, ο ανωτέρω αποβιώσας Α. Π., κατέλειπε σ' αυτή εκτός των άλλων και έναν ελαιώνα εκτάσεως δώδεκα (12) δεκαδικών στρεμμάτων εις θέσιν "..." της κτηματικής περιοχής ... και συνορευομένου γύρωθεν με ιδιοκτησίες Ν. Σ., με την πλαζ ... και με δρόμον και με ρεύμα, χωρίς να αποδεικνύεται η ύπαρξη τοπογραφικού διαγράμματος ή σκαριφήματος συνοδεύοντος την διαθήκη . Αξιοσημείωτο δε είναι ότι ο ανωτέρω διαθέτης κατά τη σύνταξη της διαθήκης δεν αναφέρει ως όριο του ελαιώνα τη "θάλασσα" ή τον "αιγιαλό" ή την "παραλία" αλλά την πλαζ ... που αφορά σε όλη την περιοχή. Την παραπάνω κληρονομιά που κατέλειπε με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη στην αρχικώς ενάγουσα ο σύζυγός της Α. Π. αποδέχθηκε η τελευταία με την υπ αριθ....2000 Έκθεση Αποδοχής Κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα. Η αρχική ενάγουσα απεβίωσε την 18-07-2012 και μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της σύμφωνα με την 112/2013 διάταξη κληρονομητηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών είναι ο ανιψιός της - ήδη εφεσίβλητος. Το επίδικο ακίνητο έκτασης 2.031,25 τ.μ. φέρεται ως τμήμα του ως άνω ελαιώνα ευρισκόμενο στη θέση "..." ... του ... και οριοθετείται Ανατολικά με κοινοτική πλαζ ..., Δυτικά με Β. Ν., Μ. Κ., Σ. Π., Βόρεια με Α. Π. και Νότια με παραλία. Κατά τους ισχυρισμούς της αρχικώς ενάγουσας το όλο ακίνητο των 12 στρεμμάτων και συνεπώς και το επίδικο, αποτελεί καλλιεργήσιμο αγρό και περιήλθε στον αποβιώσαντα σύζυγο της από κληρονομιά του απώτερου δικαιοπαρόχου της Δ. Π., πατέρα του συζύγου της, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1968 σε ηλικία 94 ετών και στον τελευταίο αττό κληρονομιά του πατέρα του Σ. Π., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1902. Μετά τον θάνατο του το έτος 1968 με την με αριθμ. ...1963 δημόσια διαθήκη του ο Δ. Π. εγκατέστησε κληρονόμο του τον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Α. Π. σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία, πλην των ακινήτων που κατέλειπε στην κληρονόμο εγγονή του Χ., στα οποία δεν συγκαταλέγεται το επίδικο. Στη διαθήκη αυτή δεν γίνεται καμία περιγραφή του επιδίκου κατά θέση, έκταση και όρια. Προκειμένου δε η αρχικώς ενάγουσα να αποδείξει το δικαίωμα κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου της Δ. Π. και κατ' επέκταση και το δικό της στο επίδικο ακίνητο και επικαλούμενη τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις του τότε ισχύοντος Μουσουλμανικού Νόμου ως και τις διατάξεις της Ελληνικής Νομοθεσίας, ισχυρίζεται ότι τούτο είναι καλλιεργήσιμος αγρός, δηλαδή ανήκει στις γαίες, και ότι τον κατείχε και τον καλλιεργούσε ο παραπάνω δικαιοπάροχος της Δ. Π. καλλιεργώντας τον με σιτηρά επί συνεχή δεκαετία χωρίς αμφισβήτηση μέχρι την 20-5-1917 , αποκτήσας με τον τρόπο αυτό δικαίωμα εξουσιάσεως, αφού τον κατείχε και τον καλλιεργούσε χωρίς δικαστική αμφισβήτηση για 10 συνεχή χρόνια πριν από τις 20-5-1917, το οποίο μετατράπηκε στη συνέχεια σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας. Όμως, ούτε από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε από κάποιο άλλο στοιχείο αποδείχθηκε η βασιμότητα του παραπάνω ισχυρισμού της. Η κατάθεση του επιμελεία της εξετασθέντος μάρτυρα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Π. Κ. του Α. που γεννήθηκε το έτος 1955 δεν κρίνεται πειστική καθώς τα όσα κατέθεσε ειδικά για την καλλιέργεια του επιδίκου στο διάστημα από 1902-1917 αφορούν περιστατικά που απέχουν πολλά έτη πριν από τη γέννησή του , περαιτέρω δε η κατάθεση αυτή αποκρούεται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της προκείμενης δικογραφίας. Ο επιμελεία του εναγομένου εξετασθείς μάρτυρας Σ. Δ. του Κ. , υπάλληλος ΑΓ Δημόσιας Περιουσίας …. κατέθεσε με σαφήνεια για τον δημόσιο χαρακτήρα του επιδίκου και επισήμανε τις διαμαρτυρίες των κατοίκων ότι το επίδικο κατελήφθη από τον Π.. Η κατάθεση αυτή ενισχύεται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό αλλά και από αυτή καθεαυτή την αμμώδη φύση του εδάφους του επιδίκου στις οριογραμμές αιγιαλού-παραλίας που αντενδείκνυται για καλλιέργεια δημητριακών. Ο επιληφθείς με την επιμέλεια του εφεσίβλητου γεωπόνος Β. Β. στην από 10/5/2018 τεχνική του έκθεση, έχοντας λάβει (κατόπιν αιτήσεως και με πρωτοβουλία του εφεσίβλητου), τα αποτελέσματα ανάλυσης του εδάφους του ένδικου αγρού αναφέρει επί λέξει τα εξής : "Το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο μπορεί να καλλιεργηθεί με σιτηρά, με την προσθήκη απλώς της κατάλληλης οργανικής ουσίας πχ κοπριάς, οπότε και βελτιώνονται οι βασικές λιπαντικές μονάδες στο χωράφι καθώς και η ηλεκτρική αγωγιμότητα EC είναι σε ανεκτά επίπεδα 0,327 mS/cm και το ΡΗ 7.850 δεν είναι απαγορευτικό για την ανάπτυξη της καλλιέργειας". Τα παραπάνω συμπεράσματα δεν αναιρούν αλλά ενισχύουν την κρίση περί της δυσχέρειας και ακαταλληλότητας της καλλιέργειας του επιδίκου με δημητριακά λαμβανομένης υπόψη ιδίως της εποχής της Τουρκοκρατίας στην οποία αφορά ο κρίσιμος χρόνος κτήσης των επικαλούμενων δικαιωμάτων και της απουσίας κατά την εποχή εκείνη των σύγχρονων μέσων μεταφοράς της κατάλληλης οργανικής ουσίας αλλά και της τοποθέτησης της στην επίδικη έκταση των 2.031,25 τ.μ χωρίς τα σύγχρονα αγροτικά εργαλεία και μηχανήματα. Αντιθέτως κατά την κρίση του Δικαστηρίου η επίδικη έκταση αποτελούσε τμήμα παραλίας σε γειτνίαση με την παράκτια ζώνη, δεν αποτελούσε καλλιεργήσιμη γαία λόγω της φύσης της και κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν ανεπίδεκτη καλλιέργειας. Η κρίση αυτή ενισχύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ'αριθ. 1/5.7.2013 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού οριογραμμών αιγιαλού παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην παραθαλάσσια περιοχή από όρια Ν Σερρών- Ν Θεσσαλονίκης " ..." έως Ακτή ... με την αριθ 16101/31.10.2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Θράκης και την τροποποιητική αριθμό 3236/26/02/2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης καθώς και από το σχετικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, αφού, σύμφωνα με την αριθ 1/2013 Έκθεση Της Επιτροπής Καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας στη συγκεκριμένη περιοχή, και το διάγραμμα που τη συνοδεύει, το επίδικο φέρει αριθμό αρίθμησης στο διάγραμμα 46 και το τμήμα που προσδιορίζεται με τα στοιχεία 31-32' -35-34 αποτελεί καθορισθείσα παραλία, σύμφωνα με τις παραπάνω αποφάσεις. Η κρίση ότι η επίδικη έκταση δεν αποτελούσε καλλιεργήσιμη γαία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ενισχύεται και από την απουσία από το αποδεικτικό υλικό οιασδήποτε φορολογικής εγγραφής στα επίσημα φορολογικά βιβλία, από την οποία να προκύπτει το δικαίωμα καλλιέργειας του απώτερου δικαιοπαρόχου της αρχικής ενάγουσας Δ. Π. με την καταβολή από αυτόν των αναλογούντων φόρων. Πρέπει δε να τονισθεί ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα πρόταση, για να αποκτήσει κάποιος δικαίωμα εξουσιάσεως απαιτείται δεκαετής κατοχή και καλλιέργεια, δηλαδή τα παραπάνω (περί κτήσεως δικαιώματος εξουσίασης) ισχύουν μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών, όχι επί οικοπέδων και κήπων, τα οποία εξουσιάζονται μόνο με την έκδοση ταπίου, ενώ δεν εφαρμόζονται επίσης ούτε για τις βοσκές [(θερινές και χειμερινές), Ε. Δωρής, Δημόσια Κτήματα, 1980, σελ. 409]. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ανεπίδεκτου της καλλιέργειας του επιδίκου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας δεν διαφοροποιείται από το περιεχόμενο του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου με αρ πρωτ 25220/2015 εγγράφου του Δασαρχείου ... περί του ότι το επίδικο "φαίνεται από τον προσωρινό κτηματολογικό χάρτη της περιοχής ... που συνέταξε το 12° συνεργείο Κτηματογράφησης Δασών να εμπίπτει σε έκταση που έχει χαρακτηριστεί ως γεωργικές εκτάσεις" λαμβανομένου υπόψη ότι η διάγνωση του μη δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης από την ανωτέρω υπηρεσία δεν άγει αναπόδραστα σε συμπέρασμα καλλιέργειας του επιδίκου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μάλιστα με σιτηρά. Περαιτέρω από την από Ιουλίου 2005 τεχνική και διοικητική έκθεση περί του Α.Β.Κ ... Δημοσίου Κτήματος Σερρών, προέκυψαν και τα ακόλουθα: Κατόπιν ενημέρωσης από την Κ.Ε.Δ Κλιμάκιο Καβάλας, ζητήθηκε από την Κτηματική Υπηρεσία Σερρών να προχωρήσει στην καταγραφή της παραθαλάσσιας δημόσιας έκτασης στην περιοχή της Κοινότητας ..., λόγω αρμοδιότητας. Ακολούθως με το με αριθμ. Φ. ...1990 μισθωτήριο συμβόλαιο που υπεγράφη μεταξύ του Τ. Χ., Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., ως εκπροσώπου της ΚΕΔ και των Α. Μ. και Γ. Ν., εκμισθώθηκε δημόσια έκταση 2.031 τ.μ. στους δεύτερους με όρια: Β: ιδιοκτησία Π., Ν: παραλία, Δ:ιδιοκτησίες Σ., Β., για χρήση καλλιέργεια ελαιόδενδρων. Η μίσθωση θα ξεκινούσε στις 01-07-1989 και θα έληγε στις 30-06-1990. Για να προχωρήσει η μίσθωση, η τότε Κτηματική Υπηρεσία Σερρών κατέγραψε το ακίνητο ως Α.Β.Κ. ... Δημόσιο Κτήμα Σερρών (θέση Πλαζ … ...), με έκταση 2.031,25 τ.μ. και όρια: Α: Κοινοτική πλαζ, Δ. Β. Ν., Μ. Κ. Σ. Στ., Β: Π. Α. Ν: Παραλία. Ως προέλευση του κτήματος, αναφερόταν το Δημόσιο από πάντα και με κατόχους τους Γ. Ν. και Μ. Α. οι οποίοι φύτεψαν ελαιόδενδρα. Αντίγραφο του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του Α.Β.Κ. ... Δημοσίου Κτήματος μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο ... σύμφωνα με το αριθμ. πρωτ. 20/2094/22-11-1994 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου ... . Ακολούθως, με το με αριθμ. πρωτ. 872/22-11- 1995 έγγραφο της, η ΚΕΔ /Κλιμάκιο Καβάλας, ζήτησε από την Κτηματική Υπηρεσία Σερρών να επιβάλει Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης , για το χρονικό διάστημα από 1-7-1990 μέχρι 31-12- 1994, προκειμένου να συνάψει η ΚΕΔ μισθωτήριο εκ νέου. Η Κτηματική Υπηρεσία Σερρών εξέδωσε το 367/1999 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης κατά του Α. Μ. για αυθαίρετη κατοχή του Α.Β.Κ. ... Δημοσίου Κτήματος, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-12-1998, έκτασης 2.031,25 τ.μ. , ποσού 2.031.250 δρχ. νόμιμα. Το ποσό αυτό στάλθηκε για βεβαίωση με τον 2° Χρηματικό κατάλογο στο Δημόσιο Ταμείο στις 21-4-1999. Με την από 9-2- 1999 καταγγελία του ο Α. Μ., κατήγγειλε ότι οι κληρονόμοι του Α. Π., προκειμένου να έχουν πρόσβαση στη θάλασσα συνένωσαν τον ελαιώνα τους με το επίδικο ακίνητο και ότι στη διαθήκη που διαθέτουν δεν μνημονεύεται πουθενά το όριό του ακινήτου με τη θάλασσα. Ομοίως, με το με αριθμ. πρωτ. 1117/26-04-1999 έγγραφο του ο Δήμος Αμφίπολης κατήγγειλε την κατάληψη του δημόσιου ακινήτου από ιδιοκτήτη όμορης έκτασης. Κατόπιν των ανωτέρω, η Κτηματική Υπηρεσία Σερρών εξέδωσε το 1948/14-10-1999 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης σε βάρος των αυθαιρέτως κατόχων, ήτοι της αρχικής ενάγουσας Π. Β. χήρας Α. και του συνεχίζοντος της δίκη μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της και ήδη εφεσίβλητου Α. Ε. του Γ., για αυθαίρετη χρήση του Α.Β.Κ. ... Δημοσίου Κτήματος για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-09-1999. Επίσης εξέδωσε το 1949/14-10-1999 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής, κατά των ιδίων προσώπων από το Α.Β.Κ. .... Κατά των ως άνω πρωτοκόλλων, οι ανωτέρω άσκησαν τις από 3-11-1999 ανακοπές ενώπιον του Ειρηνοδικείου .... Επίσης, σε συνέχεια του με αριθμ. 872/1995 εγγράφου της Κ.Ε.Δ. Κλιμάκιο Καβάλας, η Κτηματική Υπηρεσία Σερρών εξέδωσε το με Α.Π. 2380/09-12-1999 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης σε βάρος του Μ. Α. του Κ. για αυθαίρετη κατοχή του ΑΒΚ ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1990 έως 31-12-1993, ποσού 568.764 δρχ. Ο Α. Μ. άσκησε την από 15-12-1999 ανακοπή κατά του υπ' αρίθμ' 2380/9-12-1999 Π.Κ.Α.Α.Χ. και κατά του εκκαλούντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου .... Με την υπ αρίθμ' 55/17-10-2000 απόφασή του το Ειρηνοδικείο ..., παρέπεμψε την συζήτηση για το υπ' αρίθμ' 1948/14-10-1999 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Με την με αρ 57/2000 απόφασή του το Ειρηνοδικείο ... ακύρωσε το με αρ 1949/1999 Π ΔΑ .Με την υπ' αρίθμ' 25/2002 απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, επικύρωσε την υπ αριθμ. 57/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου .... Με την υπ' αριθμ. 48/2002 απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών ακύρωσε το υπ' αρίθμ' 1948/1999 Π.Κ.Α.Α.Χ. ως προς τον πρώτο ανακόπτοντα (νυν εφεσίβλητο) και μεταρρύθμισε το ίδιο Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης για την δεύτερη ανακόπτουσα (αρχική ενάγουσα) στο ποσό των 528 Ευρώ. Επίσης με την υπ ' αρίθμ' 494/2001 απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αρίθμ' 253/2002 απόφασή του παρόντος Δικαστηρίου απέρριψε την ανακοπή του Μ. Α. κατά του υπ' αρίθμ' 367/1999 Πρωτόκολλου Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης. Με την υπ' αρίθμ' 525/2001 απόφαση του το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ ' αρίθμ' 3068/2001 απόφασή του παρόντος Δικαστηρίου μεταρρυθμίστηκε κατόπιν ανακοπής του Μ. Α. το υπ' αρίθμ' 2380/1999 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης από το ποσό των 568.764 δρχ. στο ποσό των 380.000 δρχ., το οποίο ποσό στάλθηκε για βεβαίωση με τον 1° Χρηματικό κατάλογο 2001 στην Α' Δ.Ο.Υ. Σερρών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση, η οποία είναι καταγεγραμμένη ως Α.Β.Κ. ... Δημόσιο Κτήμα Σερρών, είναι διαφορετική από την ιδιοκτησία Π. η οποία αναφερόταν στην υπ' αρίθμ' ...1990 δημόσια διαθήκη του Α. Π. ως ελαιώνας κρίση που ενισχύεται από το μέγεθος των ελαιοδέντρων που υπάρχουν στην ιδιοκτησία Π. οι οποίες είναι μεγάλες και έχουν ύψος πλέον των 4,00 μ ενώ οι ελιές που υπάρχουν στο επίδικο είναι πολύ μικρότερες και έχουν ύψος έως 2,00 μ. που σημαίνει ότι φυτεύτηκαν πολύ μεταγενέστερα. Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από την με αρ 12/1963 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ... που αποφασίζει και εγκρίνει την αγορά ακινήτων ιδιωτών, μεταξύ των οποίων και του Δ. Π. εκτάσεως 3.310τμ και ένα ελαιόδεντρο και του Α. Π. εμβαδού 3.690 άνευ ελαιοφύτων καθώς δεν γίνεται καμία περιγραφή των εκτάσεων αυτών και της ταυτότητάς τους στο έδαφος. Επομένως, από τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η επικαλούμενη από την αρχικώς ενάγουσα δεκαετής κατοχή και καλλιέργεια του επιδίκου, από τον παραπάνω απώτερο δικαιοπάροχο της, μέχρι τις 20-5-1917. Επομένως, εφόσον τούτη δεν απέδειξε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της σχετικά με την κτήση της κυριότητος του επιδίκου από τον απώτερο δικαιοπάροχο της Δ. Π., δηλαδή με την κτήση από αυτόν δικαιώματος εξουσιάσεως το οποίο μετατράπηκε στη συνέχεια σε δικαίωμα πλήρους κυριότητος, τότε το επίδικο ως "δημόσια γαία" παρέμεινε στην κυριότητα του Τουρκικού Κράτους και μετά την απελευθέρωση των εδαφών αυτών, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους δυνάμει της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 Συνθήκης των Αθηνών περί ειρήνης μεταξύ Ελλάδος - Τουρκίας, που κυρώθηκε με το νόμο Δ Σ I Γ' της 14-11-1913, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, με το άρθρο 2 του ν. 147/1914 (Ε. Δωρής, ο.π., σελ. 407 - 410, Γ. Καραγιάννης, στο ΝοΒ 26, σελ. 1133) και συνεπώς ούτε ο δικαιοπάροχος της Α. Π. απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, αλλά ούτε και αυτή, ως καθολική διάδοχος του. Έτσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την αρχικώς ενάγουσα κυρία του επιδίκου ακινήτου, έσφαλε".
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε την ένδικη αναγνώριση και αγωγή ακινήτου .στηριζόμενη στο άρθρο άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών και/ στη συνέχεια, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1,2 και 3,24,5,και 7 του ν.2171/2000 και 1,2,3,5και 6 α.ν. 23/1940, σε συνδυασμό με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που και οι αναιρεσείοντες επικαλούνται. Ειδικότερα υφίσταται η κρίσιμη παραδοχή ότι δεν απέδειξε η (αρχική) ενάγουσα ότι το επίδικο είναι καλλιεργήσιμος αγρός ,τον οποίο κατείχε ο δικαιοπάροχος της Δ. Π., καλλιεργώντας τον με σιτηρά επί συνεχή δεκαετία, χωρίς αμφισβήτηση,, μέχρι την 20-5-1917.Την ως άνω κρίση του το Εφετείο στηρίζει, πλέον των άλλων και στην πλεοναστική, κρίση ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα της παραλίας και ότι η αμμώδης φύση του επιδίκου αντενδείκνυται για καλλιέργεια δημητριακών, σε συνδυασμό και με τη μνημονευόμενη έκθεση του γεωπόνου τεχνικού συμβούλου του εναγομένου περί του ότι το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο μπορεί να καλλιεργηθεί με σιτηρά ,με την προσθήκη απλώς της κατάλληλης οργανικής ουσίας π.χ.κοπριάς ,οπότε και βελτιώνονται οι βασικές λιπαντικές μονάδες στο χωράφι... "από τα οποία το Εφετείο άντλησε επιχειρήματα ,που δεν αποτελούν αιτιολογία, για την ενίσχυση της κρίσης του περί ακαταλληλότητας του επιδίκου ακινήτου για καλλιέργεια με δημητριακά, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, λόγω της απουσίας σύγχρονων μέσων μεταφοράς και αγροτικών εργαλείων για την τοποθέτηση στο επίδικο της ως άνω οργανικής ουσίας, προκειμένου να καταστεί κατάλληλο για την καλλιέργεια δημητριακών. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
3) Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά .μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα και να καταλήξει στην κρίση του περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το ακόλουθο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι, το υπ'αριθμ. ...1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Αθανασίου Ξεφτέρη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους , ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το υπ'αριθμ. ...1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Αθανασίου Ξεφτέρη χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία των προσκομιζόμενων εγγράφων ή αξιολόγηση του καθενός, απ' αυτά. (ΑΠ 1204/2014).
4.Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/ 2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ. όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφαση του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 403/2017 .ΑΠ677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης,, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν καλλιεργημένη γαία κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και, κατά συνέπεια, δεκτική κτήσεως δικαιώματος εξουσίασης στο διηνεκές από τον απώτατο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, κρίση που δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ενώ έρχεται σε αντίθεση με τις προσκομισθείσες περί του αντιθέτου αποδείξεις. Ο λόγος αυτός, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω αιτίασης, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμηση τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εν πάση δε περιπτώσει, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα και που μνημονεύονται σ' αυτήν και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι (και) αβάσιμος. (ΑΠ 403/2017).
5. Κατά το άρθρο 20 παρ"1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει.: Κατ'άρθρον 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔ Α ορίζεται" Προστασία της ιδιοκτησίας. Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους..." Περαιτέρω κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974. "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...". Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας. Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της σύμβασης της Ρώμης, και των προαναφερθεισών διατάξεων, επειδή το Εφετείο δεν τήρησε τις αρχές ασφαλείας του δικαίου επέβαλε στον αναιρεσείοντα ένα ειδικό και υπέρμετρο βάρος να προσκομίσει αποδείξεις για την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών της αγωγής του και, ειδικότερα, για την καλλιέργεια του επιδίκου με σιτηρά ,κατά το χρονικό διάστημα δεκαετίας πριν το έτος 1917 από τον απώτερο δικαιοπαροχό του, υποπίπτοντας σε νομικά σφάλματα, δεχόμενο ότι δεν μπορεί ο ενάγων να αποδείξει με μάρτυρα γεγονότα της δεκαετίας πριν το έτος 1917, ενώ αντίθετα ο μάρτυρας του εναγομένου δύναται, παραβιάζοντας την αρχή της ισοπλίας των διαδίκων με το να αξιώσει από τον αναιρεσείοντα έγγραφες αποδείξεις χρονολογούμενες από το διάστημα 1902-1917, οι οποίες είναι αδύνατο να προσκομισθούν, λόγω διαφορετικής έννομης τάξης και της ασυνέχειας των δημοσίων βιβλίων που δεν σώζονται. Με τη διάπραξη όμως των επικαλούμενων νομικών σφαλμάτων από το Εφετείο δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της Σύμβασης της Ρώμης ενώ οι προβαλλόμενες αιτιάσεις πλήττουν στην πραγματικότητα, την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
6. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ.1 ν. 3693/1957, και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495§3 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίιπτει την από 21.6.2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 4.4.2019 πρόσθετους λόγους κατά της 2073/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή