Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1263 / 2012    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1263/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδάκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5529/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Κ. συζ. Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 780/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, ης συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Εν όψει των ανωτέρω, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξης ή παράλειψης, οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επίσημης για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργεια του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά καθήκον επιμέλειας (ΑΠ 640/ 2011). Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 5529/2011 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχτηκε ότι στις 14-12-2004, η Π. Γ. του Ι., ηλικίας 74 ετών, προσήλθε περιπατητικά στο Περιφερειακό Ιατρείο Γερακαρούς Θεσσαλονίκης του Κέντρου Υγείας Ζαγκλιβερίου, συνοδευόμενη από το σύζυγό της, Γ. Γ., αναφέροντας εύκολο λαχάνιασμα και έντονη δύσπνοια. Εξετάσθηκε από τον Ιατρό-Επιμελητή Β' του Κέντρου Υγείας Ζαγκλιβερίου, Δ. Β., και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε οιδήματα κάτω άκρων, νυκτερινή παροξυσμική δύσπνοια, εύκολο λαχάνιασμα και αύξηση βάρους μεγαλύτερη των δέκα (10) κιλών σε έναν μήνα. Από το ηλεκτροκαρδιογράφημα, στο οποίο υπεβλήθη, διαπιστώθηκε απώλεια αντιρρόπησης καρδιακής ανεπάρκειας, χρόνια κολπική μαρμαρυγή με καλή κοιλιακή ανταπόκριση, σφυγμοί 96 το λεπτό, κορεσμός οξυγόνου 88% και αγγειοσύσπαση, ενώ από τις λοιπές εξετάσεις προέκυψε σάκχαρο 115 και αρτηριακή πίεση 140/80, Επίσης, ο εν λόγω ιατρός, από τον κλινικό-παρακλινικό έλεγχο, διαπίστωσε ακροαστικώς συμφορητικά στοιχεία στις βάσεις των πνευμόνων (βλ. το χωρίς υπογραφή και ημερομηνία παραπεμπτικό ασθενούς του Κέντρου Υγείας Ζαγκλιβερίου του ιατρού Δ. Β. και το από 31-1-2005 έγγραφο του αυτού ιατρού προς το Α' ΠΕΣΥ Κεντρικής Μακεδονίας). Η Γ. αντιμετώπιζε πρόβλημα χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας και κολπικής μαρμαρυγής και λόγω του γεγονότος αυτού είχε νοσηλευθεί στο παρελθόν σε διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων, στις 11-12-2003, στη Β' Πνευμονολογική Κλινική του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης (Γ.Π.Ν.Θ.) με την επωνυμία "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" και για χρονικό διάστημα επτά (7) ημερών, οπότε είχε παραμείνει σε θάλαμο κάτω από συνεχή ηλεκτροκαρδιολογικό έλεγχο και της είχε χορηγηθεί η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Μετά την αρχική διάγνωση, ο Δ. Β. της συνέστησε κατ' αρχήν, φαρμακευτική αγωγή, ήτοι τη λήψη Dilatren, Accupron (κιναπρίλη), Lasix (φουροσεμίδη), Νoνοnοrm, Clucophage, +Β Digoxin (διγοξίνη), +Β Sintrom (ασενοκουμαρόλη) και Lantus (ινσουλίνη). Στη συνέχεια δε, λόγω κυρίως της απώλειας της αντιρρόπησης της καρδιακής ανεπάρκειας και φοβούμενος απειλούμενο πνευμονικό οίδημα, όπως ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου, δεδομένης και της αρχόμενης καρδιακής κάμψης (βλ. το υπ' αρ. 187/19-1-2005 έγγραφο του Παραρτήματος Θεσσαλονίκης του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας) αποφάσισε τη διακομιδή της ασθενούς με ασθενοφόρο στο εφημερεύον, Γ.Π.Ν.Θ. "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", η οποία εκτελέστηκε αμέσως με τη συνοδεία του ιδίου και αφού πρώτα της χορηγήθηκε οξυγόνο και ορός. Το μεσημέρι της ιδίας ημέρας, η Γ. παραδόθηκε από τον Β. στο Α' Καρδιολογικό Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (Τ.Ε.Π.) του ως άνω νοσοκομείου και στον ειδικευόμενο ιατρό Ι. Δ.. Αυτός προχώρησε σε ακρόαση πνευμόνων της ασθενούς με εύρημα "υποτρίζοντες στις βάσεις" και σε ακρόαση καρδιάς με εύρημα "S1, S2 άρρυθμοι" και στη συνέχεια σε ηλεκτροκαρδιογράφημα το οποίο έδειξε χρόνια κολπική μαρμαρυγή με καλή κοιλιακή ανταπόκριση. Επίσης, έγινε χειρουργική εκτίμηση για τα οιδήματα των κάτω άκρων από χειρούργο, ο οποίος συνέστησε να γίνει εξέταση σε δεύτερο χρόνο από αγγειοχειρούργο, ενώ έγιναν και εξετάσεις ούρων, αίματος και σακχάρου, οι οποίες έδειξαν, σε γενικές γραμμές, φυσιολογική κατάσταση, με εξαίρεση το σάκχαρο, το οποίο βρέθηκε στα 172. Επί πλέον, διενεργήθηκε ακτινογραφία θώρακα, η οποία έδειξε αυξημένα όρια καρδιοθωρακικού δείκτη, συμφόρηση κεντρικών και περιφερικών αγγείων με αναστροφή αγγείωσης και γραμμές Kerley με ευρήματα μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας. Τότε κλήθηκε από τον ως άνω ειδικευόμενο ιατρό ο πρώτος κατηγορούμενος, Α. Σ. του Ε., καρδιολόγος και Αναπληρωτής Διευθυντής της Α' Καρδιολογικής Κλινικής του νοσοκομείου, ο οποίος ήταν Επιμελητής Εφημερίας (μέχρι τις 08:00 της 15-12-2004) και ο οποίος ενημερώθηκε προφορικά από τον Δ. για την κατάσταση της υγείας της ασθενούς και έλαβε γνώση των αποτελεσμάτων των διενεργηθεισών εξετάσεων. Αυτός δεν διαπίστωσε να υπάρχει κάποιο επείγον πρόβλημα και ανάγκη εισαγωγής της ασθενούς προς νοσηλεία, παρά τις έντονες αντιρρήσεις του συζύγου της, Γ. Γ., ο οποίος ζητούσε την άμεση εισαγωγή και νοσηλεία της συζύγου του, έχοντας υπ' όψη του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, πριν από ένα έτος είχε νοσηλευθεί στο ίδιο νοσοκομείο, εμφανίζοντας τα ίδια συμπτώματα, γεγονός άλλωστε που γνωστοποίησε στον πρώτο κατηγορούμενο. Μπροστά σ' αυτή την επιμονή, ο τελευταίος κατ' αρχήν υπέβαλε την Γ. σε υπερηχογραφική εξέταση καρδιάς που έδειξε διάταση αριστερού κόλπου, καλή συσταλτικότητα αριστερής κοιλίας και επασβέστωση μιτροειδούς του δακτυλίου, ενώ στη συνέχεια και περί ώρα 18:00, έδωσε εντολή να γίνει εισαγωγή της στην Καρδιολογική Κλινική του νοσοκομείου με διάγνωση "Καρδιακή Ανεπάρκεια Δύσπνοια". Ωστόσο, λόγω της πληρότητας που υπήρχε στις γυναικείες κλίνες της κλινικής εξ αιτίας της γενικής εφημερίας του νοσοκομείου, η Γ. τοποθετήθηκε σε ένα ράντζο, στο διάδρομο της κλινικής, απέναντι από τη στάση της προϊσταμένης, χωρίς να της χορηγηθεί οξυγόνο, παρά μόνο της τοποθετήθηκε φλεβοκαθετήρας και της χορηγήθηκε η προαναφερθείσα αγωγή και ενδοφλεβίως. Η ασθενής παρέμεινε ήσυχη όλη τη νύχτα χωρίς να εκδηλώσει κάποιο παράπονο ή ενόχληση, ούτε ζήτησε κάτι από το εφημερεύον ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Το πρωί της 15-12-2004, η Γ. υποβλήθηκε εκ νέου σε εξετάσεις ούρων αίματος και σακχάρου, με αποτελέσματα χωρίς ιδιαίτερες αποκλίσεις από τα αντίστοιχα των εξετάσεων της προηγούμενης ημέρας, η δε αρτηριακή πίεση της ήταν 140/80. Την ασθενή επισκέφθηκαν, κατά τη διάρκεια της τακτικής ιατρικής πρωινής επίσκεψης, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Σ. Κ. του Α., καρδιολόγος και Διευθυντής του Καρδιολογικού Τμήματος του νοσοκομείου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος ειδικός ιατρός εκείνο το πρωί (από τις 8 πμ. και μετά) και η ειδικευόμενη ιατρός Ε. Τ. και τη βρήκαν κατακεκλιμένη σε οριζόντια θέση χωρίς να εμφανίζει εξωτερικά κάποιο πρόβλημα. Περί ώρα 11:30, όμως, όταν τελείωνε η επίσκεψη των ασθενών, η νοσηλεύτρια Σ. Μ. αντιλήφθηκε ότι η Γ. παρουσίαζε έντονο αναπνευστικό πρόβλημα κάλεσε αμέσως τους ως άνω ιατρούς. Αυτοί διαπίστωσαν ότι η ασθενής ήταν κυανωτική, με ορθόπνοια και με αίσθημα δυσφορίας στο ιδίως επιγάστριο, ενώ το χρώμα του σώματος της είχε γίνει κυανωτικό-μελανό. Έγινε αμέσως κλινική εξέταση και διαπιστώθηκε ταχυκαρδία με 130 σφίξεις το λεπτό, αρτηριακή πίεση 110/70, πολύ χαμηλός κορεσμός σε οξυγόνο, ανερχόμενος σε ποσοστό μόλις 68%, παράλληλα δε η ακρόαση των πνευμόνων έδειξε διάσπαρτα ξηρά στοιχεία άμφω των πνευμονικών πεδίων, υποτρίζοντες βάσεων άμφω. Η ακρόαση καρδιάς έδειξε "S1, S2 άρρυθμοι ταχείς χωρίς επιπρόσθετους τόνους ή φυσήματα". Η ασθενής μεταφέρθηκε με τα πόδια στον υπ' αρ. 153 θάλαμo, όπου παρέμεινε κατ' αρχάς, επί μερικά λεπτά της ώρας, καθισμένη σε κάθισμα, μέχρις ότου ετοιμαστεί η κλίνη άλλης ασθενούς, που επρόκειτο να λάβει εξιτήριο την ημέρα εκείνη, της χορηγήθηκε οξυγόνο με ρινικό καθετήρα (8 Lt/min) και ακολούθως τοποθετήθηκε σε κλίνη. Η αυξημένη χορήγηση οξυγόνου βελτίωσε προς στιγμήν την κλινική κατάστασή της. Ενώ όμως η Ε. Τ. παρακολουθούσε τον κορεσμό και είχε δώσει εντολή να αυξηθεί η παροχή οξυγόνου, κλήθηκε να μεταβεί επειγόντως στον υπ' αρ. 249 θάλαμο της κλινικής, επειδή μία ασθενής εμφάνιζε απροσδιόριστη πίεση, και στο θάλαμο παρέμεινε ο δεύτερος κατηγορούμενος με την ασθενή. Ύστερα από δέκα πέντε (15) λεπτά περίπου, ενώ η Τ. επέστρεφε στο θάλαμο της Γ., ειδοποιήθηκε από το νοσηλευτή Β. Μ., να επισκεφθεί επειγόντως την Γ.. Όταν έφθασε στο θάλαμό της, η Τ. διαπίστωσε ότι η ασθενής ήταν άσφυγμη, κυανωτική και με μυδρίαση, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε αποχωρήσει από το δωμάτιο (βλ. την κατάθεση του Β. Μ. στα πλαίσια της διενεργηθείσης Ε.Δ.Ε., ο οποίος καταθέτει αυτολεξεί τα εξής: "Μπήκα στο θάλαμο 153 για να δω μήπως χρειάζονται κάτι οι ασθενείς, οπότε διαπίστωσα ότι η κ. Γ. ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Φώναξα αμέσως την κ. Τ. που βρισκόταν στη στάση της προϊσταμένης", ενώ σε ερώτηση, αν την ώρα που μπήκε στον υπ' αρ. 153 θάλαμο υπήρχε άλλος ιατρός σ' αυτόν, απάντησε "τη στιγμή που μπήκα όχι"). Κατόπιν τούτου, ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου, Σ. Κ., ότι παρέμεινε συνεχώς δίπλα στην ασθενή και ότι αποχώρησε για ελάχιστο χρόνο, μόλις έξω από τον θάλαμο, στο διάδρομο, προκειμένου να πάρει τον απινιδωτή, δεν κρίνεται πειστικός. Τούτο δε καθόσον, σε μια τέτοια περίπτωση, προφανώς και θα είχε γίνει αντιληπτός από τον Β. Μ., ο οποίος και δεν θα υφίστατο ανάγκη να αναζητήσει τη βοήθεια της Τ.. Άλλωστε μπορούσε να ζητήσει να του φέρει τον απινιδωτή κάποιος από το προσωπικό της κλινικής παραμένοντας πλάϊ στην ασθενή. Στο σημείο τούτο εξάλλου συμπίπτει απόλυτα και η κατάθεση της μάρτυρος Τ., η οποία εξεταζόμενη ενόρκως στο ακροατήριο κατέθεσε επί λέξει "Όταν μπήκα στο δωμάτιο και είδα την ασθενή δεν ήταν γιατρός εκείνη την στιγμή". Στη συνέχεια, στο θάλαμο μετέβη και ο δεύτερος κατηγορούμενος και της χορήγησαν δύο φορές από 200g με απινείδωση και προέβησαν σε καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς η Γ. κατέληξε, ο δε θάνατος της πιστοποιήθηκε περί ώρα 12:20' . Για τα ακριβή αίτια του θανάτου της διενεργήθηκε την επόμενη ημέρα ιατροδικαστική εξέταση από τον ιατροδικαστή, Δ. Ψ., Αναπληρωτή Καθηγητή στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος συνέταξε την υπ' αρ. 3397/16-12-2004 έκθεση, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Εκ του ιατρικού σημειώματος του Νοσοκομείου "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" προκύπτει ότι αύτη εν ζωή εισήχθη (14-12-2004) στο Νοσοκομείο με συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας σε έδαφος αρτηριακής υπέρτασης - σακχαρώδη Διαβήτης και κολπική μαρμαρυγή ... Οι πνεύμονες είναι φυσιολογικοί σε μέγεθος και δεν φέρουν μακροσκοπικώς καταφανείς αλλοιώσεις. Κατά τις διατομές παρατηρούνται στοιχεία οιδήματος με κατά τόπους εμφύσημα. Η καρδία βάρους 550 γραμμαρίων, δεν φέρει μακροσκοπικώς καταφανείς αλλοιώσεις. Κατά τη διάνοιξη των στεφανιαίων αγγείων, παρατηρείται βαρεία αρτηριοσκλήρυνση. Κατά τις γενόμενες διατοιχωματικές τομές του μυοκαρδίου, παρατηρείται εκτεταμένη ανάπτυξη προσφάτου εμφράγματος ... Ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια (έμφραγμα μυοκαρδίου) ...". Η Γ. έπασχε από διαστολική αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια, όπως επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες Ι. Δ. και Χ. Κ. ενώπιον του ακροατηρίου. Τα συμπτώματα της αριστερής καρδιακής ανεπάρκειας είναι τα εξής: α) Δύσπνοια, η οποία οφείλεται σε αύξηση του έργου της αναπνοής, λόγω της ελαττωμένης από την πνευμονική συμφόρηση ενδοτικότητας των πνευμόνων. Η δύσπνοια μπορεί να εμφανιστεί αρχικά ως ορθόπνοια, η οποία συνήθως παρουσιάζεται όταν ο ασθενής βρίσκεται σε ύπτια θέση και οφείλεται σε ανακατανομή του αίματος από την περιφερική στην κεντρική κυκλοφορία. Η παροξυσμική νυκτερινή δύσπνοια οφείλεται σε διάμεσο πνευμονικό οίδημα και είναι η πιο ειδική εκδήλωση αριστερής ανεπάρκειας. Η στιβαρότερη μορφή δύσπνοιας, οφειλόμενη σε αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια, είναι το οξύ πνευμονικό οίδημα, το οποίο οφείλεται σε διΐδρωση υγρού στις πνευμονικές κυψελίδες. β) Συλλογή πλευριτικού υγρού. γ) Βήχας. δ) Οιδήματα, κυρίως στα πόδια αλλά και στο υπόλοιπο σώμα σε πιο προχωρημένες μορφές. ε) Ταχυκαρδία και ταχύπνοια. στ) Εφιδρώσεις και αδυναμία, ζ) Αναιμία. η) Ελάττωση της ικανότητας για άσκηση. θ) Σύγχυση. ι) Διαταραχές της μνήμης οφειλόμενες σε ελάττωση της αιμάτωσης του εγκεφάλου. Το οξύ πνευμονικό οίδημα εισβάλει με έντονη δύσπνοια, ορθόπνοια και παραγωγή αφρωδών πτυέλων λευκού ή ρόδινου χρώματος. Ο ασθενής έχει έντονο αίσθημα "πνιγμονής" και "ελλείμματος αέρα". Σε βαριές καταστάσεις παρουσιάζεται βαριά υπόταση, shock, κυάνωση, ψυχρά άκρα και ολιγουρία. Κατά την ακρόαση των πνευμόνων ακούγονται διάσπαρτοι υγροί ρόγχοι. Στην ακτινογραφία θώρακος έχουμε τη χαρακτηριστική εικόνα της "μεγάλης καρδιάς", που συνήθως συνοδεύεται από διάχυτες πνευμονικές σκιάσεις. Η οξεία καρδιακή ανεπάρκεια εξάλλου εκδηλώνεται με τις εξής μορφές: α) Απότομη επιδείνωση προϋπάρχουσας χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας, β) πνευμονικό οίδημα και γ) καρδιογενής καταπληξία. Στην περίπτωση της επιδείνωσης της προϋπάρχουσας χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας, αφού αποκλειστούν ή καταπολεμηθούν πιθανά υποκείμενα αίτια, αυτή αντιμετωπίζεται με την ενδοφλέβια χορήγηση διουρητικών ή και αγγειοδιασταλτικών (νιτρογλυκερίνη ή νιτροπρωσσικό νάτριο). Το οξύ πνευμονικό οίδημα εξάλλου αποτελεί τη συνηθέστερη εκδήλωση της οξείας καρδιακής ανεπάρκειας και συνήθως οφείλεται σε αρτηριακή υπέρταση, μυοκαρδιακή ισχαιμία, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βαλβιδική καρδιοπάθεια (στένωση ή ανεπάρκεια της μιτροειδούς, στένωση ή ανεπάρκεια της αορτής) ή διαταραχές του ρυθμού (ταχυαρρυθμίες ή βραδυαρρυθμίες). Για τη θεραπεία της Οξείας Καρδιακής Ανεπάρκειας ο ασθενής τοποθετείται με την πλάτη ψηλά (καθιστός ή ξαπλωμένος με μαξιλάρια), με σκοπό τη λίμναση του αίματος στις περιφερικές φλέβες, την αποσυμφόρηση της πνευμονικής κυκλοφορίας και τη βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας. Στη συνέχεια χορηγούνται οξυγόνο 100% με μάσκα ή ρινικό καθετήρα, θειική μορφίνη (3-5 mg αργά ενδοφλέβια επαναλαμβανόμενα σε περίπτωση ανάγκης μετά από 5-10 λεπτά). Το φάρμακο προκαλεί: α) ανακούφιση του ασθενούς από το άγχος, β) φλεβική αγγειοδιαστολή και ελάττωση του προφορτίου και γ) ελάττωση του υπαερισμού λόγω άμεσης καταστολής του αναπνευστικού κέντρου. Χορηγείται ακόμη φουροσεμίδη (συνήθως 4080 mg γρήγορα ενδοφλέβια), με σκοπό την πρόκληση έντονης διούρησης. Εάν αυτό δεν συμβεί μέσα σε 15-30 λεπτά, η δόση διπλασιάζεται. Χορηγείται και αμινοφυλλίνη. Είναι χρήσιμη στις περιπτώσεις με βρογχόσπασμο, που δεν υποχωρεί με τη λήψη των προαναφερθέντων μέτρων. Αρχικά χορηγούνται 6mg/kg μέσα σε 20 λεπτά και στη συνέχεια 0,2-0,5 mg/kg /ώρα με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση. Το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει αρρυθμίες, ναυτία και εμετούς. Εάν παρά τη λήψη των προαναφερθέντων μέτρων η κλινική εικόνα του ασθενούς δεν βελτιωθεί και η συστολική πίεση είναι μεγαλύτερη από 100 mmHg, πρέπει να χορηγηθούν ενδοφλέβια αγγειοδιασταλτικά, όπως η νιτρογλυκερίνη και το νιτροπρωσσικό νάτριο. Στις περιπτώσεις όπου, παρά τη λήψη των προαναφερθέντων μέτρων, δεν παρατηρείται βελτίωση της κλινικής εικόνας και το πνευμονικό οίδημα συνοδεύεται από υποξαιμία, υπερκαπνία και αναπνευστική οξέωση, ο ασθενής πρέπει να διασωληνωθεί και να υποβληθεί σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να είναι διαστολική όταν έχει παραβλαφθεί ο μηχανισμός της κοιλιακής πλήρωσης. Έχουμε την οξεία και τη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια. Η οξεία και η χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια αποτελούν διαφορετικές κλινικές οντότητες. Ένας ασθενής έχει οξεία καρδιακή ανεπάρκεια όταν παρουσιάζει αιφνίδια ρήξη της κυκλοφορικής του αντιρρόπησης, Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει χρόνος για την ανάπτυξη των χρόνιων αντιρροπιστικών μηχανισμών και ο ασθενής είναι δυνατό να παρουσιάσει οξύ πνευμονικό οίδημα. Αντίθετα, ένας ασθενής με ίδιου βαθμού, αλλά χρόνια δυσλειτουργία του μυοκαρδίου μπορεί να έχει επαρκείς αντιρροπιστικούς μηχανισμούς και άρα λιγότερα συμπτώματα. Σε περιπτώσεις που σε έδαφος χρόνιας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας επιδρά κάποιος εκλυτικός παράγοντας π.χ. έμφραγμα, είναι δυνατό να προστεθεί και κατάσταση οξείας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Μετά την επίδραση του νοσογόνου αιτίου μεσολαβεί μία ασυμπτωματική περίοδος, κατά την οποία μπορεί να υπάρχει ακόμη και σοβαρή δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας. Ακολουθεί η συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, η οποία χαρακτηρίζεται από εύκολη κόπωση, δύσπνοια, προοδευτικά μειούμενη σωματική αντοχή, οιδήματα κάτω άκρων, διάταση σφαγγίτιδων και ύπαρξη καρδιοπάθειας. Το τελικό στάδιο καρδιακής ανεπάρκειας αποτελεί μία βαρύτατη κλινική κατάσταση, όπου χαρακτηρίζεται από επιδείνωση όλων των προαναφερθέντων /συμπτωμάτων ακόμα και σε κατάσταση ηρεμίας. Ο ασθενής μπορεί να επιβαρύνεται και να βελτιώνεται περιοδικά, ανάλογα με τις συνθήκες φόρτισης της κοιλίας. Αυτές εξαρτώνται από την αρτηριακή πίεση, την πρόσληψη υγρών και χλωριούχου νατρίου και τις διαταραχές του ρυθμού. Το ιστορικό του ασθενούς έχει μεγάλη σημασία για τη διάγνωση και αναγνώριση της αιτιολογίας της οξείας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Έτσι, προϋπάρχουσα καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα μυοκαρδίου, στεφανιαία νόσος, παροξυσμική νυκτερινή δύσπνοια, ορθόπνοια, δύσπνοια με την κόπωση είναι βασικά στοιχεία από το ιστορικό. Κατά την οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας σε τρία καίρια κλινικά ερωτήματα, δηλαδή εάν ο ασθενής εμφανίζει: 1) συμφώρηση (πνευμονικό οίδημα) 2) υποξία οργάνων (υπόταση, shock), 3) αρρυθμίες. Κατά τη φυσική εξέταση του ασθενούς, πρέπει να αναζητήσουμε την ύπαρξη τρίτου καρδιακού τόνου, να εκτιμήσουμε την φλεβική πίεση, την ύπαρξη τριζόντων, καρδιακό φύσημα, οίδημα κάτω άκρων. Η ακτινογραφία θώρακος σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια δείχνει καρδιομεγαλία, διόγκωση πνευμονικών πυλών, διάμεσο οίδημα, πλευριτική συλλογή. Ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια έχει ένδειξη άμεσης εισαγωγής στο νοσοκομείο όταν εμφανίσει: α) Οξύ πνευμονικό οίδημα ή αιφνίδια δύσπνοια οποιασδήποτε μορφής, β) Ελάττωση του κορεσμού του Οξυγόνου του αίματος όταν δεν υπάρχει χρόνια αναπνευστική νόσος, γ) Παθήσεις που είναι δυνατόν να επιβαρύνουν την καρδιακή ανεπάρκεια, όπως; ταχεία κολπική μαρμαρυγή, πνευμονία, συγκοπή, απορρύθμιση σακχαρώδους διαβήτη και γενικότερα επιβαρυντικούς παράγοντες της καρδιακής ανεπάρκειας, δ) Οίδημα ανά σάρκα. Η νοσηλεία των ασθενών ενδείκνυται για 5-7 ημέρες μέχρις ότου αντιμετωπισθεί πλήρως η αιτία της εισαγωγής τους (Καρδιολογία, Δημήτριος Θ. Κρεμαστινός, σελ. 261). Ο κίνδυνος δε εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας γίνεται μεγαλύτερος εάν υπάρχει σακχαρώδης διαβήτης. Στο καρδιογενές πνευμονικό οίδημα, ο καρδιοθωρακικός δείκτης είναι παθολογικά αυξημένος-διόγκωση καρδιάς. Η πρώτη "φάση", δηλαδή η φάση εξόδου του υγρού στο διάμεσο ιστό, χαρακτηρίζεται από ανακατανομή της αιματώσεως, δηλαδή οι άνω λοβοί αυξάνουν σημαντικά την αιμάτωσή τους σε σχέση με τους κάτω. Στη συνέχεια παρατηρείται ασάφεια (λόγω εξόδου του υγρού στο διάμεσο χώρο) και διάταση των πνευμονικών πυλών, καθώς και περιαγγειακή και περιβρογχική ασάφεια. Τα πεπαχυσμένα ενδοπνευμονικά διαφραγμάτια συνδετικού ιστού εμφανίζονται σαν γραμμές Kerley A και Κerley Β. Πιο προχωρημένο σημείο είναι η διαγραφή των μεσολόβιων λόγω συσσωρεύσεως υγρού, Η δεύτερη "φάση" που αντιστοιχεί στην είσοδο του υγρού στις κυψελίδες, χαρακτηρίζεται από διάχυτη απώλεια του περιγράμματος των πνευμονικών αγγείων και ασαφείς διάχυτες σκιάσεις, που ξεκινούν από τις βάσεις και εκτείνονται μέχρι τα άνω πνευμονικά πεδία. Μερικές φορές οι σκιάσεις αυτές μπορεί να αρχίζουν από το κέντρο και να φθάνουν μέχρι την περιφέρεια, δίδοντας την εικόνα φτερών πεταλούδας ή νυχτερίδας. Οι γραμμές Κerley Β εξαφανίζονται με την υποχώρηση του οιδήματος, ενώ τυχόν επιμονή τους σημαίνει επαναλαμβανόμενα επεισόδια πνευμονικού οιδήματος, τα οποία έχουν προκαλέσει με την πάροδο του χρόνου πνευμονική ίνωση. Συχνή, στα πλαίσια του πνευμονικού οιδήματος, είναι η συνύπαρξη εικόνας υπεζωκοτικής συλλογής υγρού, που, αν δεν είναι αμφοτερόπλευρη, αφορά συνήθως στη δεξιά υπεζωκοτική κοιλότητα. Τα ακτινολογικά ευρήματα και η ακτινολογική εξέλιξη του πνευμονικού οιδήματος είναι τα εξής: α) Μέγεθος καρδιάς: Αυξημένο, β) Αγγειακός μίσχος: Φυσιολογικό ή αυξημένο, γ) Αναστροφή της ροής: Ναι, γ)Γραμμές Κerley: Ναι (σπάνια), δ) Περιαγγειακή/βρογχική ασάφεια: Ναι (συχνά), ε) Αεροβρογχόγραμμα: Όχι (πολύ σπάνια), στ) Κατανομή οιδήματος: Κεντρική, ζ) Υπεζωκοτική συλλογή: Ναι (συνήθως) (βλ. Καρδιακή Ανεπάρκεια από τη διάγνωση στη θεραπεία, Εταιρεία Μελέτης και Έρευνας της Καρδιακής Ανεπάρκειας σελ. 416). Οι βασικές αρχές της αντιμετώπισης του καρδιογενούς πνευμονικού οιδήματος περιλαμβάνουν τα εξής: Α. θέση. Ο ασθενής θα πρέπει να είναι σε καθιστή ή ημικαθιστή θέση, ώστε να διευκολύνεται η αναπνοή αλλά και να ελαττώνεται η φλεβική επαναφορά προς την καρδιά. Επιβάλλεται ο περιορισμός των προσλαμβανομένων υγρών και άλατος. Β. Λήψη πιέσεως-ακρόαση καρδιάς και θώρακα: Εάν ο ασθενής δεν παρουσιάζει υπόταση, μπορεί να χορηγηθεί μορφίνη σε δόση 5-10 mg αργά ενδοφλέβια. Ο ρόλος της μορφίνης είναι να προκαλεί κατευνασμό στο ΚΝΣ (αγχολυτικό), να προκαλεί ινότροπη δράση στο μυοκάρδιο, ενώ είναι πιθανή και η αγγειοδιασταλτική της δράση. Η ακρόαση της καρδιάς θα δώσει πληροφορίες για τους τόνους της καρδιάς, την ύπαρξη επιπρόσθετων ήχων, τον καρδιακό ρυθμό και την συχνότητα. Η ακρόαση του θώρακα μπορεί να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη υγρών στοιχείων, είτε διότι ο ασθενής έχει διάμεσο οίδημα, είτε διότι πάσχει και από πνευμονικό εμφύσημα. Γ. Λήψη αερίων αίματος-Χορήγηση οξυγόνου. Δ. Διαδοχική περίδεση των άκρων, ώστε να ελαττωθεί η φλεβική επαναφορά αίματος στην καρδιά: Η περίδεση γίνεται ανά 15 λεπτά της ώρας. Εάν ο ασθενής δεν παρουσιάζει καταπληξία μπορεί, ελλείψει φαρμάκων, να γίνει και αφαίμαξη 100-500 ml. Ε. Χορήγηση αγγειοδιασταλτικών, διουρητικών και ινοτρόπων φαρμάκων για την ελάττωση της υδροστατικής πιέσεως στα αγγεία της πνευμονικής κυκλοφορίας (Καρδιακή Ανεπάρκεια από τη διάγνωση στη θεραπεία, Εταιρεία Μελέτης και Έρευνας της Καρδιακής Ανεπάρκειας σελ. 416). Εξάλλου, το έμφραγμα είναι ένας τραυματισμός του καρδιακού μυός που οφείλεται σε απώλεια παροχής αίματος. Το έμφραγμα συμβαίνει όταν φράζουν οι αρτηρίες που παρέχουν αίμα και οξυγόνο στην καρδιά. Ο θρόμβος αίματος που σχηματίζεται, σε μία στενωμένη αρτηρία λόγω συσσώρευσης της χοληστερίνης και άλλων λιπωδών ουσιών είναι συνήθως η αιτία που φράζουν οι αρτηρίες. Χωρίς οξυγόνο, τα κύτταρα καταστρέφονται, προκαλώντας πόνο ή πίεση, με αποτέλεσμα να μειώνεται η λειτουργία της καρδιάς. Το έμφραγμα δεν είναι ένα στατικό, μεμονωμένο γεγονός. Είναι μία δυναμική διαδικασία που εξελίσσεται σε 4-6 ώρες. Κάθε λεπτό που περνά, όλο και περισσότερα κύτταρα στερούνται οξυγόνο, με αποτέλεσμα να υφίστανται βλάβη ή να πεθαίνουν. Ο καλύτερος τρόπος για να παρεμποδιστεί η σταδιακή βλάβη είναι η έγκαιρη θεραπεία με θρομβολυτικά φάρμακα. Στη διάρκεια ενός εμφράγματος, πολλά άτομα χάνουν πολύτιμα λεπτά είτε γιατί δεν αναγνωρίζουν τα συμπτώματα, είτε γιατί τα αγνοούν. Το έμφραγμα συνήθως προκαλεί πόνο στο στήθος για περισσότερο από 15 λεπτά, Ωστόσο, ένα έμφραγμα μπορεί να είναι "βουβό" και να μην προκαλεί καθόλου συμπτώματα. Ειδικότερα, σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη ή στα ηλικιωμένα άτομα μπορεί να μην υπάρχει καθόλου πόνος και τα συμπτώματα περιορίζονται σε αδυναμία, καταβολή, ανορεξία, δύσπνοια ή βήχα. Η χορήγηση οξυγόνου αποτελεί ένα από τα αρχικά γενικά μέτρα. Η χορήγηση μπορεί να διακοπεί μετά από 2-3 ώρες, εκτός αν ο ασθενής έχει πνευμονική συμφόρηση ή ο κορεσμός οξυγόνου είναι μικρότερος του 90%, οπότε θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να σταθεροποιηθεί ο ασθενής. Χορηγούνται νιτρογλυκερίνη, μορφίνη, ασπιρίνη και θρομβολυτική αγωγή. Στις φάσεις του εμφράγματος, κατά τις οποίες αρχίζει να εκδηλώνεται καρδιακή κάμψη, θα πρέπει να ελέγχουμε προσεκτικά, ακόμη και δίπλα στην κλίνη του ασθενούς: α) την πίεση του δεξιού κόλπου, β) την πίεση ενσφήνωσης της πνευμονικής αρτηρίας, η οποία εκφράζει την τελοδιαστολική πίεση της αριστεράς κοιλίας, γ) τον κορεσμό του αίματος της δεξιάς κοιλίας σε οξυγόνο και δ)τον ΚΛΟΑ με τη μέθοδο της θερμοαραίωσης. Οι σταθερές αυτές μπορούν να ελεγχθούν πολύ εύκολα στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης των εμφραγματιών, με τον καθετήρα με αεροθάλαμο των Swan και Ganz. Ιδιαίτερα με τη γνώση της τελοδιαστολικής πίεσης της αριστεράς κοιλίας, καθώς και με τον προσδιορισμό του ΚΛΟΑ, μπορούν να καθορισθούν οι τέσσερις ομάδες βαρύτητας της καρδιακής ανεπάρκειας, με συνέπεια να δύναται ο ιατρός να αντιμετωπίσει κατάλληλα τα στάδια αυτά με ικανοποιητικά αποτελέσματα και βελτίωση (Καρδιολογία, Δημήτριος Ι. Χατσέρας, σελ. 220).
Εν προκειμένω, η Π. Γ. παρουσίαζε ενδείξεις που θα μπορούσαν να εκτιμηθούν ότι χρήζει εισαγωγής στο νοσοκομείο, αφού έπασχε από χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, προσήλθε, στο νοσοκομείο με δύσπνοια (όπως επιβεβαιώνεται και από το εισιτήριό της, στο οποίο αναγράφεται ως διάγνωση νόσου: "καρδιακή ανεπάρκεια- δύσπνοια", από το από 14-12-2004 έγγραφο του Ακτινολογικού Εργαστηρίου του Γ.Π.Ν.Θ. "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", στο οποίο αναγράφεται ως κλινικές πληροφορίες: "δύσπνοια-καρδιακή ανεπάρκεια" και από το φύλλο νοσηλείας της Α' Καρδιολογικής Κλινικής, στο οποίο αναγράφεται ως διάγνωση εισόδου: "Καρδιακή ανεπάρκεια-Δύσπνοια"), ελάττωση του κορεσμού του οξυγόνου του αίματος χωρίς να προκύπτει ότι έπασχε από κάποια χρόνια αναπνευστική νόσο, έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη ασθένεια η οποία είναι επιβαρυντικός παράγων της καρδιακής ανεπάρκειας και είχε οιδήματα στα κάτω άκρα. Αφού δε έπασχε από χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και δεν διαπιστώθηκε κατά την αρχική της εξέταση στο νοσοκομείο κάποιο επείγον πρόβλημα, δεν προέκυψε ανάγκη να τεθεί υπό ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση. Κρίσιμο γεγονός, στη συγκεκριμένη υπόθεση, είναι και το αν αυτή υπέστη πνευμονικό οίδημα και ο χρόνος που αυτό μπορούσε να γίνει και έγινε αντιληπτό. Η Γ. λοιπόν έπασχε από μη αντιρροπούμενη πλέον διαστολική αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια, με αποτέλεσμα να είναι δυνατό να προκύψει σύντομα πνευμονικό οίδημα. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ο Β. την παρέπεμψε στο νοσοκομείο επειδή φοβόταν απειλούμενο πνευμονικό οίδημα. Ο Δ. Β. επίσης, κατέθεσε ότι τα ευρήματα μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας σημαίνουν ότι: "πάει για οξύ πνευμονικό οίδημα". Η ακτινογραφία θώρακα, η οποία διενεργήθηκε στις 14-12-2004 στο νοσοκομείο με την επωνυμία "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" έδειξε αυξημένα όρια καρδιοθωρακικού δείκτη, συμφόρηση κεντρικών και περιφερικών αγγείων με αναστροφή αγγείωσης και γραμμές Κerley με ευρήματα μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας. Επομένως, η ασθενής, πριν αποβίωσε, είχε υποστεί καρδιογενές πνευμονικό οίδημα και συγκεκριμένο διάμεσο πνευμονικό οίδημα, αφού το υγρό δεν είχε ακόμη προλάβει να εισέλθει στις κυψελίδες και να ακολουθήσει το επόμενο στάδιο του πνευμονικού οιδήματος, δηλαδή το κυψελιδικό οίδημα. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι κατά τη νεκροψία προέκυψε ότι η καρδιά της Γ. ήταν 550 γραμμάρια, ήτοι μεγαλύτερη από το κανονικό και δη νοσηρή. Επίσης, ο ιατροδικαστής Δ. Ψ. κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου ότι αυξημένος καρδιοθωρακικός δείκτης σημαίνει ότι ο ασθενής είναι σε δυσχερή θέση και ότι με ευρήματα μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας, ο ασθενής πρέπει να νοσηλευθεί στο νοσοκομείο (και σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας ανάλογα με την ένταση των συμπτωμάτων), λέγοντας αυτολεξεί ότι: "αν υπήρχε μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, θα έτρεχε όλη η κλινική".
Συνεπώς, ο πρώτος κατηγορούμενος, Α. Σ., στις 14-12-2004, όταν έλαβε γνώση των ευρημάτων της ακτινογραφίας θώρακος, από τα οποία δεν προέκυπτε η ύπαρξη διάμεσου πνευμονικού οιδήματος αλλά κίνδυνος επέλευσης του, δεν όφειλε να τοποθετήσει την ασθενή σε καθιστή ή ημικαθιστή θέση, να προβεί στη λήψη αερίων αίματος, ώστε να είναι σε θέση να ελέγχει ασφαλώς τον κορεσμό του οξυγόνου, να της χορηγήσει οξυγόνο, καθώς επίσης και αγγειοδιασταλτικά, διουρητικά και ινότροπα φάρμακα. Στις ενέργειες αυτές όφειλε να προβεί από τη στιγμή που θα διαπίστωνε ότι η ασθενής υπέστη διάμεσο πνευμονικό οίδημα. Ενόψει δε της κατάστασης της αυτής, ενεργώντας σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης της χορήγησε φάρμακα, και αφού δεν ήταν αναγκαίο να την τοποθετήσει σε καθιστή ή ημικαθιστή θέση, την τοποθέτησε ύπτια σε ένα ράντζο, δεν προέβη στη λήψη αερίων αίματος και δεν της χορήγησε οξυγόνο (στο διάδρομο όπου νοσηλεύθηκε δεν υπήρχε καν εγκατάσταση παροχής οξυγόνου), ενώ προέβη σε εργαστηριακές εξετάσεις και παράλληλα την εξέταζε κάθε λίγο τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι ιατροί που είχε υπό τις οδηγίες του για να βεβαιωθούν για την αποτελεσματική δράση των φαρμάκων που της χορήγησε (με την ενδεδειγμένη αύξηση της διούρησης κλπ). Επειδή η κατάσταση της ασθενούς ήταν σταθερή, από την ώρα της μετάβασής της στο νοσοκομείο και μέχρι τις 11.30'πμ της 15-12-2004, δεν ελέγχθηκε ο κορεσμός του οξυγόνου του αίματος της. Ακόμη, λαμβάνοντας υπ' όψη του το γεγονός ότι η Γ. είχε νοσηλευθεί και πριν από ένα χρόνο στο ίδιο νοσοκομείο με διάγνωση εισόδου αρχόμενο οξύ πνευμονικό οίδημα (βλ. φ/φο φύλλου νοσηλείας), το οποίο το είχε πληροφορηθεί από τον σύζυγό της, ενώ στην αρχή είχε τη γνώμη ότι δεν είχε ανάγκη εισαγωγής. Στις ίδιες ενέργειες προέβη και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος επελήφθη της ασθενούς στις 15-12-2004 και αφού είχε ενημερωθεί πλήρως για την κατάστασή της από τους ιατρούς που είχαν ασχοληθεί μ' αυτή και ειδικότερα από τον επικεφαλής τους πρώτο κατηγορούμενο. Σημειωτέον ότι το γεγονός ότι η υπερηχογραφική εξέταση καρδιάς είχε δείξει καλή συσταλτικότητα αριστερής κοιλίας, ενώ και το κλάσμα εξώθησης ήταν φυσιολογικό, καταδεικνύουν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε οξύ πνευμονικό οίδημα, έστω και οι σχετικές τιμές δεν θα ήταν φυσιολογικές. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το έμφραγμα που υπέστη η Π. Γ. δεν συνδέεται ούτε με την καρδιακή ανεπάρκεια, από την οποία έπασχε, ούτε και με το διάμεσο πνευμονικό οίδημα, αλλά ότι ήταν ένα εντελώς αιφνίδιο γεγονός το οποίο δεν ήταν δυνατό να προβλέπουν και να αντιμετωπίσουν. Κατ' αρχήν, πρέπει να σημειωθεί ότι και στις 14-12-2004 και στις 15-12-2004, η Γ. είχε υποβληθεί σε εξετάσεις τροπονίνης, τα αποτελέσματα των οποίων ήταν φυσιολογικά και επομένως δεν υπήρχαν μέχρι τότε ενδείξεις εμφράγματος. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα που είχε την ευθύνη της ασθενούς ήτοι από την εισαγωγή της μέχρι να επιληφθεί αυτής και ο δεύτερος κατηγορούμενος προέβη στις ενδίδειγμένες ενέργειες προς αντιμετώπιση της κατάστασης της και δεν παρέλειψε να προβεί σε κάποιες από αυτές. Αποτέλεσμα των ενεργειών του αυτών ήταν να ηρεμήσει η ασθενής και να ξεκουρασθεί, ώστε παρουσίασε εικόνα βελτίωσης. Στις 11.30 της 15-12-2004 και ενώ τελούσε υπό την εποπτεία του δευτέρου κατηγορουμένου, επιδεινώθηκε δραματικά η κατάστασή της, ο κορεσμός του οξυγόνου στο αίμα της είχε μειωθεί στο 68% και η ίδια ήταν κυανωτική. Άρα, κατά λογική ακολουθία, προκύπτει το συμπέρασμα ότι το έμφραγμα προέκυψε λίγο πριν από ή σχεδόν ταυτόχρονα με το θανατό της Γ.. Ως εκ τούτου, γεννάται το πρώτο ερώτημα, σε τι οφείλεται η επιδείνωση της κατάστασής της στις 11:30'. Η απάντηση όμως είναι ότι η επιδείνωση αυτή οφείλεται στο διάμεσο πνευμονικό οίδημα που είχε υποστεί η Γ. συνεπεία της καρδιακής ανεπάρκειας, από την οποία έπασχε, που δεν είχε αντιμετωπίσει κατάλληλα ο δεύτερο πλέον κατηγορούμενος. Λόγω δε αυτής της βεβαρημένης κατάστασης και του στρες που είχε υποστεί ο ήδη πολύ αδύναμος (λόγω των χρόνιων προβλημάτων της καρδιακής ανεπάρκειας και του διαβήτη) οργανισμός της Γ., υπέστη και το επιθανάτιο έμφραγμα. Αυτή δε είναι και η εξήγηση για το γεγονός ότι το έμφραγμα αυτό προήλθε χωρίς να υπάρχει θρόμβωση κάποιου αγγείου. Ειδικότερα δε η ευθύνη του δευτέρου κατηγορουμένου εστιάζεται στο γεγονός, ότι ενώ είχε αρχίσει ήδη να εκδηλώνεται καρδιακή κάμψη, εγκατέλειψε τη Γ. μόνη της στο θάλαμο χωρίς καμία βοήθεια για χρονικό διάστημα περίπου 15 λεπτών, ενέργεια εσφαλμένη υπό τις δεδομένες συνθήκες, με αποτέλεσμα να την βρεί σε πολύ άσχημη κατάσταση ο Β. Μ., αφού είχε υποστεί πλέον και το έμφραγμα από το οποίο κατέληξε. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 3418/2005 "κώδικας ιατρικής δεοντολογίας", κατά την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος ο ιατρός έχει τις εξής υποχρεώσεις προς τον ασθενή: "1. Ο ιατρός δίνει προτεραιότητα στην προστασία της υγείας του ασθενή. 2. Ο ιατρός δεν μπορεί να αρνείται την προσφορά των υπηρεσιών του για λόγους άσχετους προς την επιστημονική του επάρκεια, εκτός εάν συντρέχει ειδικός λόγος, που να καθιστά αντικειμενικά αδύνατη την προσφορά των υπηρεσιών του. 3. Ο ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών, ανεξάρτητα από την ειδικότητα του. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον ιατρό, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την άσκηση της ιατρικής, και ισχύει μέχρι την παραπομπή του ασθενή σε ιατρό κατάλληλης ειδικότητας ή τη μεταφορά του σε κατάλληλη μονάδα παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης. Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης. 4. Ο ιατρός μπορεί να διακόψει την παροχή των υπηρεσιών, που ήδη προσφέρει στον ασθενή του, για λόγους επιστημονικούς ή προσωπικούς και εφόσον δεν τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η υγεία ή η ζωή του τελευταίου. Στην περίπτωση αυτή, οφείλει, εφόσον του ζητηθεί, να υποδείξει άλλο συνάδελφο του για την αναπλήρωση του ...". Κατά δε το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου νόμου "Όταν ο ιατρός, μετά το πέρας των καθηκόντων του, παραδίδει τη φροντίδα του ασθενή του σε άλλο συνάδελφο του, πρέπει να εξασφαλίζει ότι η διαδικασία παράδοσης γίνεται αποτελεσματικά και μετά από ακριβή και σαφή ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση, τις ανάγκες του ασθενή και τις υπάρχουσες εκκρεμότητες", ενώ τέλος, κατά το άρθρο 3 του αυτού νόμου "1. Κάθε ιατρός απολαύει κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, επιστημονικής ελευθερίας και ελευθερίας της συνείδησής του, παρέχει δε τις ιατρικές του υπηρεσίες με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια ...". Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, αν και ενημερώθηκε πλήρως από τον πρώτο, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, ενώ μπορούσε, με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της ιδιαίτερης νομικής του υποχρέωσης, υποχρεούνταν λόγω του επαγγέλματος του και της υπηρεσίας του να προβλέψει και να αποφύγει το αιτιωδώς συνεχόμενο αξιόποινο αποτέλεσμα, συνισταμένης της αμέλειάς του, όπως αναλυτικώς ανωτέρω αναφέρθηκε, στο γεγονός ότι αυτός εγκατέλειψε την εν λόγω ασθενή για περίπου 15 λεπτά της ώρας, ενώ αυτή είχε άμεση ανάγκη για βοήθεια, με αποτέλεσμα να καταλήξει από το προαναφερθέν έμφραγμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι τότε και οι δύο κατηγορούμενοι, προέβησαν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, χωρίς να υποτιμήσουν το εν λόγω περιστατικό, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση του πνευμονικού οιδήματος, από το οποίο αυτή έπασχε και συνεπεία του οποίου υπέστη εν τέλει επιθανάτιο έμφραγμα του μυοκαρδίου, πλην όμως δεν κατόρθωσαν να το αποτρέψουν. Συνακόλουθα, πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο πρώτος κατηγορούμενος και ένοχος ο δεύτερος της αποδιδομένης σ' αυτούς ως άνω πράξης". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο 1. Α. Σ. του Ε. και της Σ. αθώο και τον κατηγορούμενο 2. Σ. Κ. του Α. και Μ. ένοχο του ότι: Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, με διαδοχικές πράξεις και παραλείψεις, επικαλυμμένες από τα ίδια στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης, κατά τρόπο που να συνιστούν μια συνολική αμελή αξιόποινη συμπεριφορά, αιτιακά στο σύνολο της συνδεόμενη με το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν πρόβλεψαν, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς αυτό, το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσαν οι πράξεις τους και οι παραλείψεις τους, από τις οποίες προκλήθηκε ο θάνατος άλλου και το οποίο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από αυτούς των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, αφού οι ενέργειες τους δεν ήταν σύμφωνες με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Συγκεκριμένα, στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης (ΓΠΝΘ) "Γ.ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" την 14-12-2004, ο Α. Σ., ενώ η ασθενής Π. Γ. διακομίσθηκε με ασθενοφόρο από το ΕΣΥ Ζαγκλιβερίου στο Α' Καρδιολογικό Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) του νοσοκομείου με διάγνωση χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια κολπική μαρμαρυγή, αρτηριακή υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη και με συμπτώματα παροξυσμικής δύσπνοιας, απότομης αύξησης βάρους, οιδημάτων κάτω άκρων και απώλεια αντιρρόπησης καρδιακής ανεπάρκειας και αυτός είχε άμεση ενημέρωση από το σύζυγο της Γ. Γ., ότι πριν ένα έτος αυτή είχε νοσηλευθεί στο ίδιο νοσοκομείο για 7 ημέρες με τα ίδια ως άνω συμπτώματα, δεν μερίμνησε, ως υπεύθυνος ιατρός εφημερίας, για την άμεση εισαγωγή της σε θάλαμο της Καρδιολογικής Κλινικής του νοσοκομείου, έτσι ώστε αυτή να τεθεί σε υποστήριξη οξυγόνου και να παρακολουθείται συνεχώς ηλεκτροκαρδιολογικά. Αντίθετα, παρά και το γεγονός ότι η διενεργηθείσα ακτινογραφία θώρακα έδειξε αυξημένα όρια καρδιοθωρακικού δείκτη, συμφόρηση κεντρικών και περιφερειακών αγγείων με αναστροφή αγγείωσης και γραμμές kerley με ευρήματα μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας, ενδείξεις που παραπέμπουν με ασφάλεια σε αρχόμενο πνευμονικό οίδημα καρδιογενούς φύσεως, δεν δέχθηκε αρχικά την εισαγωγή της ασθενούς στην κλινική και τελικά, ύστερα από έντονες πιέσεις του συζύγου της, δέχθηκε απλώς αυτή να τοποθετηθεί σε ράντζο του διαδρόμου της κλινικής και να παραμένει σε ύπτια, και όχι σε καθιστή ή ημικαθιστή θέση, χωρίς τη χορήγηση οξυγόνου και την απαιτούμενη συνεχή ιατρική παρακολούθηση, χωρίς καν τον έλεγχο του κορεσμού του οξυγόνου με τη λήψη των αερίων του αίματος ή έστω με το παλμικό οξύμετρο, με συνέπεια η κατάσταση της υγείας της άνω ασθενούς σταδιακά να επιβαρυνθεί και αυτή την επομένη ημέρα 15-12-2004 και περί ώρα 12.25 να αποβιώσει εξαιτίας εκτεταμένου εμφράγματος του μυοκαρδίου, προκληθέντος συνεπεία της καρδιακής ανεπάρκειας από την οποία έπασχε, του διάμεσου οιδήματος που εμφάνισε και του στρες που είχε υποστεί ο ήδη πολύ αδύναμος (λόγω των χρόνιων προβλημάτων της καρδιακής ανεπάρκειας και του διαβήτη) οργανισμός της. Ο Σ. Κ., όντας διευθυντής της καρδιολογικής κλινικής του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, με υποχρέωση ενημέρωσης για κάθε σημαντικό ιατρικό περιστατικό και παροχής των απαιτουμένων οδηγιών στους εφημερεύοντες ιατρούς, αν και ενημερώθηκε από τον προαναφερθέντα ιατρό για το επίμαχο περιστατικό, δεν φρόντισε για την άμεση εισαγωγή της ασθενούς σε κατάλληλη κλίνη της κλινικής, έτσι ώστε να είναι σε συνεχή παρακολούθηση αναφορικά με την επιβαρημένη κατάσταση της υγείας της, αλλά επικροτώντας ουσιαστικά την άνω αμελή συμπεριφορά του συναδέλφου του, αρκέστηκε με την σειρά του σε μια γρήγορη εξέταση της ασθενούς, που έλαβε χώρα την 15-12-2004, στα πλαίσια της τακτικής πρωινής εξέτασης των ασθενών της κλινικής, όταν δε η ασθενής ύστερα από λίγη ώρα εμφάνισε έντονα συμπτώματα δύσπνοιας και κυάνωσης, την μετέφερε με τα πόδια και με τη βοήθεια άλλων ιατρών και νοσηλευτών σε γειτονικό θάλαμο, παρέχοντας σ' αυτήν για πρώτη φορά απλώς οξυγόνο, που βελτίωσε προσωρινά και μόνο την κατάσταση της και δεν διέταξε την, έστω και τότε, επείγουσα εισαγωγή της σε θάλαμο εντατικής παρακολούθησης. Στη συνέχεια ωστόσο, δεν παρέμεινε, όπως όφειλε, λόγω της ιδιότητάς του, στο θάλαμο μαζί με την βαρέως ασθενούσα, αλλά αντίθετα, μόλις διαπίστωσε την προσωρινή βελτίωσή της, εξήλθε αδικαιολόγητα απ' αυτόν και την άφησε μόνη της, με συνέπεια η τελευταία, χωρίς καμία πλέον ιατρική συνδρομή, να καταλήξει από έμφραγμα του μυοκαρδίου." Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από την άνω διάταξη. Ειδικότερα η αιτιολογία της προσβαλλόμενης διαλαμβάνει ελλείψεις και αντιφάσεις διότι δεν εκτίθεται σε αυτήν τι μπορούσε και όφειλε ο αναιρεσείων ιατρός, που εμφανίστηκε στο νοσοκομείο την πρωίαν της 15-12-2004 και ανέλαβε υπηρεσία, να κάνει διαγνωστικά και θεραπευτικά πριν από την 11.30 ώρα της ημέρας αυτής, που η ασθενής εμφάνισε κυάνωση και διάμεσο πνευμονικό οίδημα που οφείλεται σε καρδιακή ανεπάρκεια, από την οποία αυτή έπασχε και κατέληξε διότι, έτσι μόνο προσδιορίζεται επακριβώς η παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, παράλειψη που είναι καίριας σημασίας γιατί στο σημείο αυτό θεμελιώνεται κυρίως η κρίση περί της ενοχής του. Εξάλλου, ενόψει του ευρήματος της βαρείας αρτηριοσκλήρυνσης, από την οποία έπασχε η ασθενής η παραδοχή ότι αιτία του μοιραίου εμφράγματος αποτελούσε το οίδημα που εμφάνισε αυτή, δεν καθιστά δυνατό τον έλεγχο του συλλογισμού της προσβαλλόμενης. Πλέον τούτων, ενώ η προσβαλλόμενη δέχεται ότι μέχρι την 11.30 π.μ. ώρα της 15-12-2004 η ιατρική αντιμετώπιση της ασθενούς ήταν η επιστημονικά επιβεβλημένη και ορθή, ταυτόχρονα δέχεται ότι την άνω ώρα (11.30 π.μ.) της ίδιας ημέρας υπέστη διάμεσο πνευμονικό οίδημα που οφείλεται (σε υποχρεωτικά προηγούμενη) καρδιακή ανεπάρκεια. Περαιτέρω, ενώ η προσβαλλόμενη δέχεται ότι η επέλευση του εμφράγματος και ο θάνατος της ασθενούς οφείλονται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, στο τέλος όμως του σκεπτικού της δέχεται ότι ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση του πνευμονικού οιδήματος, από το οποίο αυτή έπασχε και συνεπεία του οποίου υπέστη εντέλει επιθανάτιο έμφραγμα του μυοκαρδίου, πλην όμως δεν κατόρθωσαν να το αποτρέψουν. Ακόμη, ενώ στο σκεπτικό γίνεται σαφής παραδοχή ότι η αντιμετώπιση της ασθενούς από την εισαγωγή της την 14-12-2004 μέχρι την 11.30 π.μ. της 15-12-2004 ήταν ορθή και αποτελεσματική και βάσει αυτής κηρύχθηκε αθώος ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, στο διατακτικό όμως ως αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος αποδίδεται σε αυτόν ότι δεν φρόνησε για την άμεση εισαγωγή της ασθενούς σε κατάλληλη κλίνη, αλλά αντίθετα επικρότησε την αμελή συμπεριφορά του συγκατηγορουμένου του, ο οποίος όμως κηρύχθηκε αθώος, ενώ περαιτέρω στο διατακτικό αποδίδεται ότι επέδειξε αμέλεια στην αντιμετώπιση της ασθενούς ο αναιρεσείων από τον χρόνο της εισαγωγής της και μέχρι τον θάνατο της. Υπό ης ανωτέρω ελλείψεις και αντιφάσεις το Δικαστήριο της ουσίας παρεβίασε την άνω ουσιαστική διάταξη και εκ πλαγίου.
Συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Α και Ε λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (αρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5529/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει στην υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή