Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 840 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκης ακύρωση.




Περίληψη:
Ανίκανοι για σύνταξη διαθήκης κατά το άρθρο 1719 παρ. 4 ΑΚ, όπως ισχύε. Αοριστία αγωγής. Λόγοι από 1 και 14: Απορρίπτει. Λόγος από αριθ. 19: Απορρίπτει. Λόγος από αριθ. 10: Απορρίπτει




Αριθμός 840/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Β. συζ. Ν., το γένος Π. Μ., 2) Α. Ν. Κ. συζ. Γ., το γένος Π. Μ., 3) Ν. Μ. του Π., 4)Π. Μ. του Ν. και 5) Α. συζ. Π. Μ., το γένος Δ. Ρ., κατοίκων ... . Οι 1η, 2η, 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καζά και ο 3ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ιερού Ναού Αγίου Νεκταρίου Νέου Ηρακλείου Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Τασία Βασιλακοπούλου -Πουλή.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου και άσκησε πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, ως ασκούντος επιμέλεια επί των υπέρ του κράτους και κοινωφελών σκοπών ή ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και δωρεών, υπέρ του αναιρεσιβλήτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5271/2000 μη οριστική, 6506/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4997/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/12/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 13/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παραστάθηκαν ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ’ρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδάφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό με αριθμό 3842Γ'/10-3-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 22-2-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 20-2-2013, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Ν. Μ.. Επομένως, εφόσον ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά τη σημερινή, νόμιμη μετ' αναβολή δικάσιμο της 20-2-2013, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επειδή, κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1996). Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη και τον συνδυασμό αυτής με την διάταξη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρεμβάσεως κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 126 του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ. Ν.ΚΠολΔ, και όπως τούτο έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν.Δ. 958/1971 "Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνει κατά πάσαν στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά διά των προτάσεων εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν εν όλω ή εν μέρει της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας, ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων ως και εν γένει εις πάσας τας δίκας, αίτινες ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένων περιουσιών". Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση ο Υπουργός των Οικονομικών παραδεκτώς με τις από 21-2-2013 προτάσεις του ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού, στον οποίο με διαθήκη αφέθηκε περιουσία για τους κοινωφελείς σκοπούς του, και κατά των αναιρεσειόντων. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1718 ΑΚ διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Κατά δε το άρθρο 1719 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από τη με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 τροποποίησή του και εφαρμόζεται ως προς τις διαθήκες, που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από την 30-12-1996, "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων υπάρχει, όταν ο διαθέτης από θόλωση της διάνοιας από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο, σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως που επιχειρεί, δηλαδή της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως, αφού αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνειδήσεως. Στέρηση δε της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας υπάρχει, όταν συντρέχει διανοητική ή ψυχική διαταραχή, οφειλομένη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τί έπραττε συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική αγωγή ακυρότητας της διαθήκης, πρέπει να αναφέρεται ο λόγος της ανικανότητας προς σύνταξη της διαθήκης και τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ανικανότητα αυτή. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, ή, αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 KΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 8-2-1999 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού προκύπτει, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι με αυτήν ο τελευταίος ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει της .../14-6-1994 δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Τσαβδαρίδου - Λαγοπάτη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η αποβιώσασα στις 16-12-1996 Σ. Κ. εγκατέστησε γενική κληρονόμο της την αδελφή της Μ. Τ. σε όλη την καταληφθείσα περιουσία της, πλην ενός καταστήματος στον οδό ... στη ..., το οποίο όρισε, ότι θα περιέλθει στον βαφτισιμιό της Α. Χ., συγχρόνως δε όρισε ότι, εφόσον η αδελφή της προαποβιώσει, ολόκληρη η κληρονομιά της, πλην του πιο πάνω καταστήματος, να περιέλθει στον αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό. Ότι πράγματι η τιμηθείσα με την ανωτέρω διαθήκη αδελφή της κληρονομουμένης προαποβίωσε αυτής στις 11-3-1995 και ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέστη, δυνάμει της ως άνω διαθήκης, γενικός κληρονόμος επί της κληρονομιαίας περιουσίας, εξαιρουμένου του προαναφερθέντος καταστήματος. Ότι, με την μεταγενέστερη της πιο πάνω προηγούμενης, νέα με αριθμό .../12-1-1995 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττας Γυφτοπούλου - Ψύχου, που επίσης δημοσιεύθηκε νόμιμα, η ίδια κληρονομούμενη εγκατέστησε ως κληρονόμους της τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες σε διάφορα αντικείμενα της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και τον πιο πάνω βαφτισιμιό της σε ένα μόνο κατάστημα εκ των περιλαμβανομένων στην κληρονομιά ακινήτων, εξαντλώντας με τις διατάξεις της διαθήκης αυτής τον κλήρο. Ότι η τελευταία αυτή διαθήκη είναι άκυρη, διότι κατά το χρόνο της σύνταξής της, η διαθέτιδα ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη, καθόσον βρισκόταν σε κατάσταση ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων και δη είχε θολωμένη την διάνοια σε βαθμό συγχύσεως, η οποία της είχε προκληθεί από πολύμηνο κοινωνικό αποκλεισμό και ιδεασμούς, που την είχαν υποβάλλει οι αναιρεσείοντες, σε έδαφος προϊούσας απομείωσης των πνευματικών της ικανοτήτων, τόσο φυσιολογικής λόγω προχωρημένης ηλικίας, όσο και παθολογικής λόγω εξελισσόμενης γεροντικής άνοιας, άλλως ότι βρισκόταν σε κατάσταση αποκλεισμού της χρήσεως του λογικού, από την οποία ήδη έπασχε και ειδικότερα συνεπεία εδραιωμένης βαριάς μορφής γεροντικής άνοιας, σε κάθε δε περίπτωση σε κατάσταση αποφασιστικού περιορισμού της λειτουργίας της βουλήσεώς της, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, αντίστοιχης με τα συμπτώματα της εν λόγω ασθένειας. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της τελευταίας υπέρ των εναγομένων-αναιρεσειόντων δημόσιας διαθήκης της κληρονομουμένης. Η ανωτέρω αγωγή, όπως εκτιμάται, είναι ορισμένη, αφού σ' αυτή αναφέρονται με πληρότητα, όλα τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία, τόσο για τον αναφερόμενο λόγο ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, όσο και ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που τη θεμελιώνουν και ειδικότερα δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή. Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, παραβίασε, αντίστοιχα, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε, και τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Την 16-12-1996 απεβίωσε στη ..., στον οίκο ευγηρίας "..." η Σ. χήρα Κ. Κ., κάτοικος εν ζωή ..., Η ανωτέρω αποβιώσασα, ενόσω ακόμη ζούσε ο σύζυγός της Κ. Κ., με την .../9-2-1972 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Αττικής Νεόφυτου Φιντάνογλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 1254/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο σε όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία της τον παραπάνω σύζυγο της, ο οποίος με την υπ' αριθμ. .../9-2-1972 όμοια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1939/1986 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε ταυτόχρονα την ανωτέρω αποβιώσασα σύζυγό του μοναδική κληρονόμο του. Ακολούθως την 20-2-1986 απεβίωσε ο Κ. Κ. και η ανωτέρω αποβιώσασα Σ. Κ. με την υπ' αριθμ. .../6-5-1987 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Ζάμπιας Παπακαλού και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1258/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανακάλεσε την ως άνω προηγούμενη διαθήκη της. Μετά το θάνατο του συζύγου της, η παραπάνω αποβιώσασα Σ. Κ. με την υπ' αριθμ. .../2-4-1990 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Αττικής
Ζάμπιας Παπακαλού και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1256/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους της σε δήλο αντικείμενο της κληρονομιάς τον τέταρτο και την πέμπτη των εναγομένων, γείτονές της, με τους οποίους είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις, και συγκεκριμένα όρισε: "να λάβουν από κοινού μετά το θάνατό της την ισόγεια μονοκατοικία της με το οικόπεδο της, που βρίσκεται στο ... στην οδό ... αριθμ. 10, με την ελπίδα ότι τα αγνά και ανθρώπινα αισθήματα, που τρέφουν απέναντί της, δεν θα αλλάξουν μέχρι τέλους της ζωής της και θα της συμπαρασταθούν σε οποιαδήποτε ανάγκη της". Στη συνέχεια, η ανωτέρω διαθέτης με την υπ' αριθμ. .../28-5-1990 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1257/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους της σε έτερο δήλο αντικείμενο της κληρονομιάς της και τις θυγατέρες των ανωτέρω τέταρτου και πέμπτης των εναγομένων, ήτοι την Β. Β., (πρώτη εναγομένη) και την Α.-Ν. Κ., (δεύτερη εναγομένη ), ορίζοντας να περιέλθει μετά το θάνατό της κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, ο θάλαμος με το WC του πρώτου ορόφου πάνω από το ισόγειο της τριώροφης οικοδομής της, (κτίριο Ι), που βρίσκεται στη ... επί των οδών ... (πρώην ...) αριθ. 95 και ... αριθ. 43. Μετά την πάροδο τεσσάρων ετών, η ανωτέρω διαθέτιδα Σ. Κ. με την υπ' αριθμ. .../14-6-1994 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Τσαβδαρίδου -Λαγοπάτη στο γειτονικό της οικίας της διαθέτιδας εργαστήριο του Σ. Μ. και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 2001/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανακάλεσε όλες τις προηγούμενες διαθήκες της και εγκατέστησε κληρονόμους της τον αναδεχτό της Α. Χ. σε ένα ισόγειο κατάστημα επί της οδού ... 95 στη ... και την αδελφή της Μ. Τ., η οποία κατοικούσε στη ..., στην οποία κατέλειπε όλη την υπόλοιπη περιουσία της, κινητή και ακίνητη, όρισε δε ότι σε περίπτωση που η αδελφή της προαποβιώσει, όλη η περιουσία της, εκτός από το παραπάνω κατάστημα, να περιέλθει στον ενάγοντα Ιερό Ναό. Η ανωτέρω αδελφή της διαθέτιδας Μ. Τ., πράγματι προαπεβίωσε την 11-3-1995, έτσι ώστε, σύμφωνα με την τελευταία ως άνω διαθήκη της διαθέτιδας, κληρονόμος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, εκτός από το προαναφερόμενο κατάστημα, κατέστη ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός. Όμως λίγο αργότερα η ίδια διαθέτιδα με την υπ' αριθ. .../12-1-1995 νεότερη δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττας Γυφτοπούλου, εγκατέστησε και πάλι κληρονόμους της τους προαναφερθέντες εναγομένους, καθώς και τον τρίτο από αυτούς, που ανήκει στην ίδια οικογένεια με τους λοιπούς, ορίζοντας να περιέλθουν ειδικότερα σε καθέναν εξ αυτών τα ακίνητα που αναφέρονται σ' αυτήν (επίδικη διαθήκη ). Επίσης, όρισε πάλι κληρονόμο της και τον αναδεκτό της Α. Χ., στον οποίο κατέλειπε και πάλι ένα κατάστημα, (το υπό στοιχ. Κ-2 στην οδό ... 95 στη ... ). Η διαθήκη αυτή είναι εκείνη, την οποία προσβάλλει με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων0αναιρεσίβλητος, λόγω ανικανότητας της διαθέτιδας να συντάξει διαθήκη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η σύνταξη αυτής. Η ανικανότητα οφείλεται, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, σε έλλειψη συνειδήσεως των πράξεων εκ μέρους της διαθέτιδας κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω κληρονομουμένη, κατά το χρόνο συντάξεως της επίδικης διαθήκης, (12-1-1995), διήγε το 84° έτος της ηλικίας της και καταγόταν από την Ρουμανία, από την οποία ήλθε ως ομογενής σε μεγάλη ηλικία στην χώρα μας και έμαθε να μιλά μόνο ελλιπώς τα ελληνικά, όχι όμως και να διαβάζει ή να γράφει, υπέγραφε δε συνήθως με λατινικούς χαρακτήρες. Στενούς συγγενείς στην Ελλάδα, μετά τον θάνατο του συζύγου της, δεν είχε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η μόνη αδελφή της κατοικούσε μόνιμα στη Ρουμανία. Μόνοι εξ αίματος συγγενείς της στην Ελλάδα ήταν ο μικρανεψιός της Μ. Χ. και ο γιος αυτού Α., τον οποίο είχε μάλιστα βαφτίσει. Λόγω της μεγάλης ηλικίας της και του γεγονότος, ότι δεν γνώριζε πολύ καλά ελληνικά χρειαζόταν φροντίδα, την οποία είχαν αναλάβει η οικογένεια Χ., αλλά και διάφοροι γείτονές της, μεταξύ των οποίων η οικογένεια των εναγομένων καθώς και οι Σ. Μ., Σ. Μ., Ι. (Ρ.) Ι., Ι. Κ. και Κ. Ε.. Η φροντίδα που της παρείχαν ήταν κυρίως παρέα και ηθική συμπαράσταση, παροχή μαγειρεμένου σπιτικού φαγητού, μικροεξυπηρετήσεις σε διάφορες υποθέσεις της κλπ. Η ανασφάλεια που της δημιουργούσε η κατάστασή της, σε συνδυασμό με την εμπιστοσύνη που κατόρθωσε να της εμπνεύσει η οικογένεια των εναγομένων, την έκαναν να εναποθέσει τις ελπίδες της για να γηροκομηθεί αξιοπρεπώς σε αυτούς και με αυτό το κίνητρο συνέταξε τις δύο προς αυτούς διαθήκες της του έτους 1990, το οποίο (κίνητρο) άλλωστε αναφέρεται σαφώς στην πρώτη από αυτές. Οι εναγόμενοι κατόπιν τούτου προσπάθησαν με υποβολές να αποκόψουν την Σ. Κ. από την οικογένεια Χ. και τους λοιπούς γείτονες της, με προφανή σκοπό να αποκλείσουν την περίπτωση να εγκατασταθούν και άλλοι στην κληρονομιά της εκτός από τους ίδιους. Συγχρόνως οι ίδιοι δεν έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αξιοπρεπή διαβίωση της "προστατευόμενης" τους, παραμελώντας συχνά αυτήν απεριποίητη, ακάθαρτη και νηστική. Στις 14-6-1994 αγανακτισμένη από την στάση τους κατόρθωσε να διαφύγει από την κατάσταση επιτηρήσεως των εναγομένων και κατέφυγε στο εργαστήριο του γείτονά της Σ. Μ., όπου συνέταξε την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. .../14-6-1994 δημόσια διαθήκη της, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Τσαβδαρίδου-Λαγοπάτη, με μάρτυρες άλλους γείτονες που εναντιώνονταν στην τακτική των εναγομένων, (Ι., Μ., Ν.), με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της γενικά την αδελφή της και τον Α. Χ. σε ειδικό αντικείμενο της κληρονομιάς, ανακαλώντας τις προηγούμενες υπέρ των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων διαθήκες, ενώ συγχρόνως διέλαβε και την υπέρ του ενάγοντος Ιερού Ναού τελευταία διάταξη, σε περίπτωση προαποβιώσεως της αδελφής της. Οι αναιρεσείοντες όμως κατόρθωσαν και πάλι να θέσουν σύντομα την Κ. υπό την επιρροή τους. Δημιούργησαν έριδες και προστριβές με όσους από τους λοιπούς γείτονες προσπάθησαν να αποσπάσουν αυτήν από την επιρροή τους, (κυρίως με τον Σ. Μ.), της υπέβαλαν ιδέες ότι είναι κακής πίστεως άτομα που θέλουν να την εκμεταλλευθούν και τελικά εγκατέστησαν στην οικία της ως συγκατοίκους μια οικογένεια Αλβανών, δήθεν για να την φροντίζουν, πράγματι όμως για να την επιτηρούν και να εμποδίζουν τις επαφές της με την οικογένεια Χ. και τους λοιπούς γείτονες. Ακολούθως, στις 12-1-1995 η κληρονομουμένη εμφανίζεται να συντάσσει υπέρ των εναγομένων την επίμαχη διαθήκη στην κατοικία του τετάρτου εξ αυτών. Σε σύντομο χρονικό διάστημα από την σύνταξη της τελευταίας διαθήκης και συγκεκριμένα στις 21-10-1995, η διαθέτιδα εξετάσθηκε από τον ψυχίατρο Γ. Δ. και διαγνώσθηκε, ότι παρουσίαζε σαφή έκπτωση στις περισσότερες από τις νοητικές της λειτουργίες και ειδικότερα εμφάνιζε διαταραχές στον τοπικό και κυρίως στον χρονικό προσανατολισμό, διαταραχές στην προσοχή και την συγκέντρωση, έκπτωση της μνήμης, τόσο της βραχύχρονης όσο και της μακρόχρονης, μικρή καχυποψία και δυσκολία στον λόγο όσον αφορά την ονομασία αντικειμένων. Ο ιατρός χαρακτήρισε τα συμπτώματα ως παθολογικά, μη οφειλόμενα μόνο στην φυσιολογική διεργασία της γήρανσης, αλλά και σε γεροντική άνοια αξιολογούμενη ως ελαφρά. Μετά από καταγγελίες των γειτόνων Σ. Μ. και Σ. Μ. για την στάση των αναιρεσειόντων έναντι της διαθέτιδας, είχε διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση, στα πλαίσια της οποίας στις 6-9-1995 η τελευταία κατέθεσε στο Α.Τ. του Ν. Ηρακλείου ότι οι καταγγέλλοντες θέλουν να της φάνε την περιουσία, να την βγάλουν τρελή και να την κλείσουν σε ίδρυμα και ότι η ίδια θέλει να αφήσει την περιουσία της στην οικογένεια Μ.. Στα πλαίσια της ίδιας προκαταρκτικής εξέτασης, στις 14-11-1995, επισκέφθηκε την διαθέτιδα στην κατοικία της ο Υπαστυνόμος Β' Γ. Κ., ο οποίος στην υπό ιδία ημερομηνία έκθεσή του αναφέρει ότι σχημάτισε την εντύπωση πως η ανωτέρω "δεν ήταν καλά στα λογικά της" και "δεν καταλάβαινε τις ερωτήσεις που της έκανε", περαιτέρω δε εκτιμά ότι η προηγούμενη κατάθεσή της στις 6-9-1995 είχε επηρεαστεί από τον τέταρτο εναγόμενο. Στις 9-11-1995 συζητήθηκε στο Μον/λές Πρωτοδικείο Αθηνών με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αίτηση του συγγενούς της Κ. Μ. Χ. να διορισθεί ο ίδιος προσωρινός διαχειριστής αυτής, καθόσον η ίδια αδυνατούσε να επιμεληθεί την περιουσία της, ως πάσχουσα από ψυχικό νόσημα που απέκλειε την χρήση του λογικού. Η αίτηση έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 27.489/95 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή αργότερα (27-3-1996) ανακλήθηκε με την υπ' αριθ. 8859/96 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, πλην όμως για τυπικούς μόνο λόγους, (άκυρη ερημοδικία και αναρμοδιότητα). Στις 9-1-1996 συζητήθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση του Μ. Χ. να τεθεί η Κ. σε δικαστική απαγόρευση λόγω πνευματικής ασθένειας. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 588/96 απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση λόγω απουσίας του αιτούντος. Η απουσία αυτή προκύπτει ότι προκλήθηκε από απειλές, που μετήλθε η οικογένεια των αναιρεσειόντων σε βάρος του Μ. Χ., προκειμένου αυτός να απόσχει από την εκδίκαση της υποθέσεως. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της τελευταίας αποφάσεως η απαγορευτέα προσήλθε στο Δικαστήριο και εξετάσθηκε από αυτό. Η κατάθεσή της είναι ενδεικτική συγχύσεως της διανοίας της, εφόσον κατέθεσε ότι "είναι 70 ετών", ενώ ήταν 85, "το πεντοχίλιαρο γράφει τον αριθμό 5", "έχει εισοδήματα από τον πατέρα της", ενώ εκείνος είχε αποβιώσει προ πολλού και "ο αιτών είναι παγαπόντης και μια μέρα της πέταξε μια τσάντα επάνω της". Ακολούθως στις 24-3-1996 η κληρονομουμένη εισήχθη επειγόντως στο "Σισμανόγλειο Γεν. Περ. Νοσοκομείο Αττικής" και νοσηλεύθηκε μέχρι την 2-4-1996, συνεπεία επιληπτικής κρίσης συνοδευομένης από αδυναμία επικοινωνίας και αφασία εκπομπής. Τα συμπτώματα αυτά αποδόθηκαν από τους ιατρούς σε εκφυλιστικό νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος συμπίπτον πιθανώς με νόσο του "Alzheimer", (βλ. το από 2-4-1996 πιστοποιητικό του ανωτέρω νοσοκομείου που υπογράφει η ιατρός Σ. Μ.). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώθηκε και από την μαγνητική τομογραφία της ασθενούς. Από τότε η κατάσταση της κληρονομουμένης δεν βελτιώθηκε ουσιαστικά μέχρι τον θάνατό της στις 16-12-1996. Από όλα τα ανωτέρω περιστατικά συνάγεται, ότι ήδη από τον Σεπτέμβριο τουλάχιστον του 1994 η κληρονομουμένη έπασχε από γοργά εξελισσόμενη γεροντική άνοια, η οποία επιδεινώθηκε σημαντικά μέχρι τον θάνατό της και η οποία της προκαλούσε σύγχυση διανοίας και την έκανε ευάλωτη σε υποβολές ακόμη και παράλογων ιδεών από τρίτους και εν προκειμένω από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους. Η κατάσταση αυτή επιβαρυνόταν από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες, όπως προαναφέρθηκε, την είχαν αποκλείσει κοινωνικά από τον υπόλοιπο κόσμο και την είχαν καταστήσει υποχείριό τους. Προκύπτει συνεπώς ότι αυτή, με επιβαρυμένη πνευματική υγεία και τελούσα υπό την ψυχική πίεση των αναιρεσειόντων, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και ειδικότερα της βαρύτητας και σημασίας των διατάξεων της προσβαλλόμενης διαθήκης, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο την συνέταξε, ήτοι στις 12 - 1 - 1995 και επομένως ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη κατά την έννοια του νόμου. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται ακόμη και από τα εξής περιστατικά : α) από το ότι οι υπογραφές της διαθέτιδας στην προσβαλλόμενη διαθήκη είναι σκόρπια τρεμάμενα γράμματα, διαφορετικά σε καθεμιά από αυτές και όχι ενιαία με συνοχή υπογραφή, όπως συνήθιζε να υπογράφει αυτή και β) από την κακή προαίρεση των αναιρεσειόντων που προκύπτει εναργώς εκ του ότι οι ίδιοι δεν κατέβαλαν κανένα ποσό για νοσηλεία της διαθέτιδας ενόσω ζούσε, ούτε καν τα έξοδα για την κηδεία της, αλλά αυτά καταβλήθηκαν από τον Μ. Χ.. Πολύ αργότερα δε και εφόσον αυτός αποφάσισε να αποδεχθεί τους αναιρεσείοντες ως κληρονόμους της Κ., οι τελευταίοι του κατέβαλαν τα έξοδα αυτά. Αντίθετα οι υπογραφές της διαθέτιδας σε μισθωτήρια και αποδείξεις εισπράξεως ενοικίων, εντός του κρίσιμου έτους 1995 και πριν από αυτό, δεν αποδεικνύουν ότι αυτή τότε είχε πλήρη πνευματική διαύγεια, διότι πρόκειται για απλές συναλλακτικές πράξεις, που μπορούσε να διεκπεραιώσει η ίδια με μικρή βοήθεια. Κατά συνέπεια η προσβαλλομένη διαθήκη τυγχάνει άκυρη ως συνταχθείσα από πρόσωπο που δεν είχε ικανότητα προς τούτο".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι ήδη από τον Σεπτέμβριο τουλάχιστον του 1994 η κληρονομουμένη έπασχε από γοργά γεροντική άνοια, η οποία της προκαλούσε σύγχυση διανοίας και την καθιστούσε ευάλωτη σε υποβολές ακόμη και παράλογων ιδεών από τους αναιρεσείοντες, και ότι έτσι αυτή με επιβαρυμένη πνευματική υγεία και τελούσα υπό την ψυχική πίεση των εναγομένων-αναιρεσειόντων, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και, ειδικότερα, της βαρύτητας και της σημασίας των διατάξεων της προσβαλλόμενης διαθήκης, κατά το χρόνο που τη συνέταξε στις 12-1-1995 και, επομένως, ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη. Ακολούθως, δέχτηκε κατά τούτο την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί ανικανότητας της διαθέτιδας προς σύνταξη διαθήκης κατά το χρόνο καταρτίσεώς της, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου, ότι η ως άνω διαθέτιδα, κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης στις 12-1-1995, διήγε το 84ο έτος της ηλικίας της και καταγόταν από την Ρουμανία, από την οποία ήλθε στην Ελλάδα σε μεγάλη ηλικία και έμαθε να μιλά μόνο ελλιπώς τα ελληνικά, χωρίς όμως και να διαβάζει ή να γράφει και ότι ήδη από τον Σεπτέμβριο τουλάχιστον του 1994 η κληρονομουμένη έπασχε από γοργά εξελισσόμενη γεροντική άνοια, η οποία της προκαλούσε σύγχυση διανοίας και την καθιστούσε ευάλωτη σε υποβολές ακόμη και παράλογων ιδεών από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι την είχαν αποκλείσει κοινωνικά από τον υπόλοιπο κόσμο και την είχαν καταστήσει υποχείριό τους και ότι έτσι αυτή με επιβαρυμένη πνευματική υγεία και τελούσα υπό την ψυχική πίεση των εναγομένων-αναιρεσειόντων, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και ειδικότερα της βαρύτητας και της σημασίας των διατάξεων της προσβαλλόμενης διαθήκης, κατά το χρόνο που τη συνέταξε στις 12-1-1995 και, επομένως, ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 1719 αριθ. 4 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, και η οποία ως εκ του χρόνου κατά τον οποίο συντάχθηκε η διαθήκη (12-1-1995) έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε περί αυτών απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη, όπως επίσης και όταν δεν διέταξε αποδείξεις για όλα τα αμφισβητούμενα περιστατικά της αγωγής ή ένστασης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1998), όχι όμως η άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ.ΑΠ 469/1984). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του ή, όταν δεν συμπίπτουν απολύτως -χωρίς να διαφέρουν ουσιωδώς- τα περιστατικά της αγωγής με όσα έγιναν δεκτά με την απόφαση. Ειδικότερα, κατά το δεύτερο μέρος του ο λόγος αυτός αναιρέσεως καλύπτει όλες εκείνες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες το δικαστήριο δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά από καταθέσεις μαρτύρων σε θέμα, για το οποίο δεν είχε διαταχθεί απόδειξη ή από καταθέσεις μαρτύρων σε άλλο θέμα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, αφενός δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και αφετέρου δέχτηκε ως αληθινά πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται σε πνευματικούς νόσους της διαθέτιδας, περί των οποίων δεν διατάχτηκε απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, όσον αφορά το πρώτο τμήμα του, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρας, έγγραφα), που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, όσο δε αφορά το δεύτερο τμήμα του, από την 5271/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τα ταχθέντα με αυτή θέματα αποδείξεως και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται σε πνευματική νόσο της διαθέτιδας, για τα οποία διατάχτηκε απόδειξη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικαστoύν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του προσθέτως παρεμβαίνοντος Υπουργού Οικονομικών, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, καθώς και του αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων Β. συζ. Ν. Β. κ.λ.π. για αναίρεση της 4997/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται την με τις προτάσεις ασκηθείσα πρόσθετη υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα του Υπουργού των Οικονομικών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή