Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 533 / 2014    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 533/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Nοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 620/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Χ. Δ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Γεωργία Μπουρδάκου.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 1 και με ημερομηνία 26 Μαρτίου 2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης Αργυρίου Δημόπουλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 421/13.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 504 παρ.1, 505 παρ.1 περ. δ' και 506 περ. β' του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι ο εισαγγελέας εφετών μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά των αθωωτικών αποφάσεων του εφετείου της περιφέρειας όπου ασκεί τα καθήκοντά του, που δικάζει σε πρώτο βαθμό, όταν αυτές είναι αρχήθεν ανέκκλητες (ως μη προσβαλλόμενες με έφεση κατά το άρθρ. 486 παρ.2 του ίδιου Κώδικα), έχοντας τη δυνατότητα να προτείνει αποκλειστικά και μόνο τον προβλεπόμενο από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η δε προθεσμία της αιτήσεως αυτής, περί της οποίας προβλέπουν τα άρθρα 507 παρ.1 εδ. α' και 473 παρ. 1, 3 Κ.Ποιν.Δ., αρχίζει από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 6/2002).- Συνεπώς, η κρινόμενη από 26-3-2013 αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης κατά της 620/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, δια της οποίας ο κατηγορούμενος Χ. Δ. του Γ., κάτοικος ..., κηρύχθηκε ομόφωνα αθώος για φοροδιαφυγή (μη απόδοση στο Δημόσιο Φ.Π.Α. κατ' εξακολούθηση), έχει ασκηθεί από τον άνω Εισαγγελέα νομοτύπως και μέσα στη νόμιμη (δεκαήμερη) προθεσμία από της κατά την 21-3-2013 καταχωρίσεως της εν λόγω ανέκκλητης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου, με λόγο την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 18 παρ.1 και 20 παρ.1α του Ν. 2523/1997, όπως η πρώτη ίσχυε επί του προκειμένου πριν από την αντικατάστασή της με τα άρθρα 16 παρ.1 Ν. 3888/2010 και 3 παρ.2δ,ε Ν. 3943/2011, ως επιεικέστερη των μεταγενεστέρως ισχυουσών ποινική διάταξη. Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) ..., β) τη μη απόδοση Φ.Π.Α. και άλλων παρακρατούμενων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) ... Κατά την παρ.1 του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρ. 16 παρ.1 Ν. 3888/2010 και στη συνέχεια με το άρθρ. 2 Ν. 3943/2011, αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος, ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε αυτούς ή, εξαπατώντας τη φορολογική αρχή, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α., που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών (3.000 ευρώ) και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εικοσιπέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές (75.000 ευρώ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου, "Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2, 18 παρ.1 και 2 και 34 παρ.1 στοιχ. β και 2 στοιχ. β' του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", η ανώνυμη εταιρεία, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό της, εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση, εκτός από το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο, τα μέλη του οποίου ορίζονται κατά την ίδρυσή της με το καταστατικό και ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την πρώτη από την ίδρυση τακτική γενική συνέλευση των μετόχων. Κατά δε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 19 του πιο πάνω νόμου, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 10 παρ.1 του Ν. 2339/1995, "Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ουδέποτε δύναται να υπερβαίνει τα έξι έτη (παρ.1). Οι σύμβουλοι, μέτοχοι ή μη μέτοχοι, είναι πάντοτε επανεκλέξιμοι και ελεύθερα ανακλητοί (παρ.2)". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 2190/1920, που ορίζει τί πρέπει να περιέχει το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας, συνάγεται ότι: α) Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου προσδιορίζεται είτε μόνο από διάταξη του καταστατικού είτε από την περί εκλογής του απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων και ο χρόνος αυτής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος ούτε των έξι (6) ετών και στις δύο ως άνω περιπτώσεις ούτε του τυχόν οριζόμενου στο καταστατικό μικρότερου της εξαετίας χρόνου στη δεύτερη περίπτωση. β) Στο καταστατικό ή στην απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως μπορεί να ορίζεται, ότι η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, που έληξε, παρατείνεται μέχρι την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου και πάντως όχι πέραν της εξαετίας από την εκλογή του. Στη δεύτερη δε περίπτωση όχι πέραν του οριζόμενου στο καταστατικό χρόνου και γ) Εφόσον δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη παρατάσεως μέχρι την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου, τα καθήκοντα των μελών παύουν αυτοδικαίως μόλις παρέλθει ο χρόνος της θητείας τους, που ορίζεται στο Καταστατικό ή στην απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως. Η λύση αυτή είναι συμβατή και με την αρχή, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, ως εκλεγόμενο από τη Γενική Συνέλευση και με τους συμβούλους "ελευθέρως ανακλητούς", πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης αυτής. Αντίθετη εκδοχή, της παρατάσεως, δηλονότι, της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, που λήγει με την πάροδο του οριζόμενου χρόνου στην περί εκλογής απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως, μέχρι την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου και πάντως όχι πέραν της εξαετίας, στηριζόμενη στην αιτιολογία, ότι στην περί εκλογής απόφαση τεκμαίρεται ότι περιέχεται τέτοια βούληση του εκλέγοντος οργάνου, προκειμένου να μη στερηθεί η εταιρεία κατά το χρονικό αυτό διάστημα τη διοίκηση και εκπροσώπηση, όχι μόνο δεν ευρίσκει έρεισμα στο νόμο 2190/20, όπως ίσχυε μέχρι την τροποποίησή του με το Ν. 3604/2007 (ο οποίος επέφερε μεταβολές σχετικές και με τη θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε.), αλλά είναι ενδεχόμενο, στην περίπτωση που και στο καταστατικό προβλέπεται ορισμένη θητεία, να παραβιάζεται η σχετική διάταξή του, εάν από την προηγούμενη εκλογή μέχρι την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου συμπληρωθεί χρόνος μεγαλύτερος του προβλεπόμενου στο καταστατικό. Ενώ η διοίκηση και εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρίας μετά τη λήξη της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου εξασφαλίζεται με προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 69 Α.Κ. (Πολιτική Ολ.Α.Π. 5/2004). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο πόρισμα της αποφάσεως με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υφίσταται αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας, που τα περιέχει, και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 620/2013 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι: " Όπως αναφέρεται στην υπ' αριθμ. φακέλου 2795 έκθεση ελέγχου ΦΠΑ, με την υπ' αριθμ. .../10.7.1991 πράξη της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Θεανώς Αναστασίου Μπαρέτη, συστήθηκε ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΒΑ.ΦΙ.ΘΕ. ΒΑΦΕΙΑ ΦΙΝΙΡΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ΕΜ 6121/15.7.1991 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και πήρε αριθ. Μ.Α.Ε.24455/ 62/Β/91/160/15.7.1991, ενώ περίληψη του καταστατικού της δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 3227/19.7.1991 (ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), με την δε υπ' αριθμ. 159/16.7.1991 δήλωση έναρξη δραστηριότητας, η οποία υποβλήθηκε στη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, δήλωσε έναρξη δραστηριότητας την 15.7.1991. Έδρα της εταιρίας ορίστηκε ο Δήμος Σίνδου Θεσσαλονίκης, ενώ αντικείμενο της εν λόγω εταιρίας ήταν: α) η επεξεργασία, βαφή, φινίρισμα νημάτων, υφασμάτων και ειδών κλωστοϋφαντουργίας, β) η αντιπροσώπευση οίκων του εσωτερικού στο εξωτερικό και γ) η συμμετοχή της εταιρίας σε υφιστάμενες ή μέλλουσες να ιδρυθούν παρεμφερείς εταιρίες του εσωτερικού ή του εξωτερικού. Επίσης, όπως αναφέρεται στην ως άνω έκθεση ελέγχου, η προαναφερόμενη εταιρία, με το υπ' αριθμ. 1/16.7.1991 πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου, η εν λόγω ανώνυμη εταιρία συγκροτήθηκε σε σώμα, με θητεία έως τις 30.6.1993 και ορίστηκαν ως Πρόεδρος αυτής ο κατηγορούμενος, ως Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ο συγκατηγορούμενός του, Σ. Μ., ως προς τον οποίον, σημειωτέον δεν εισάγεται η υπό κρίση κατηγορία, και ως μέλος η Δ. σύζυγος Χ. Δ.. Στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. 36/30.6.1993 πρακτικό του Δ.Σ της ως άνω εταιρίας το Δ.Σ. αυτής συγκροτήθηκε σε σώμα, με πενταετή θητεία, ήτοι μέχρι τις 30.6.1998, με τους προαναφερόμενους μετόχους και με τις ίδιες ως άνω ιδιότητες τους, ο δε Σ. Μ., ως Διευθύνων Σύμβουλος, θα δεσμεύει την εταιρία με την υπογραφή του και για όλες τις πράξεις αυτής μέχρι της 30.7.1998. Μετά τη λήξη της θητείας της, η εν λόγω εταιρία δεν προέβη στην εκλογή νέου Δ.Σ., (ούτε υπέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, αλλά ούτε και στην Διεύθυνση Εμπορίου κάποιο στοιχείο μεταβολής ή δήλωσης, προκειμένου να τους γνωστοποιήσει την τυχόν σύνθεση του νέου διοικητικού Συμβουλίου της), όπως δε καταθέτει, ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού, η μάρτυρας κατηγορίας, Φ. Ξ., υπάλληλος της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και νυν συνταξιούχος, η οποία προέβη στον έλεγχο της εν λόγω εταιρίας, αυτή (εταιρία) στην ουσία σταμάτησε να λειτουργεί. Επίσης, αποδείχθηκε όχι ο κατηγορούμενος, μαζί με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του, παράλληλα με την ως άνω εταιρία είχαν συστήσει, με την υπ' αριθμ. .../25.4.1991 πράξη σύστασης ανώνυμης εταιρίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Θεανώς Αναστασίου Μαρέτη και την ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΒΕ.ΞΕ.ΛΕΝ. ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΝΔΥΜΑΤΟΣ Α.Ε."., με αντικείμενο την κατασκευή, εμπορία, εξαγωγή ενδυμάτων και ειδών κλωστοϋφαντουργίας. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δημιουργήθηκαν στο Δικαστήριο ελάχιστες αμφιβολίες, αν, κατά τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 1998 έως και 2002, κατά τις οποίες φέρεται ότι η εταιρία δεν υπέβαλε δηλώσεις Φ.Π.Α., ο κατηγορούμενος ασκούσε συγκεκριμένα καθήκοντα διοίκησης και είχε ενεργό ανάμειξη στη διοίκηση και τη διαχείριση της εν λόγω εταιρίας. Οι εν λόγω αμφιβολίες προέκυψαν: α) από την ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού κατάθεση της ως άνω μάρτυρος κατηγορίας, σε συνδυασμό με το από το υπ' αριθ. 17/16584/2.11.2007 έγγραφο της Δ/νσης Εταιριών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Προέδρου του Δ.Σ της ως άνω εταιρίας, ήτοι από 30.6.1993 έως 30.6.1998, δεν εκπροσωπούσε, ούτε δέσμευε την εταιρία με την υπογραφή του, αλλά, όπως καταθέτει η ως άνω μάρτυρας αυτός και μετά το έτος 1998 δεν δέσμευσε, ούτε εκπροσώπησε την εταιρεία με την υπογραφή του, διότι από τον έλεγχο που διενήργησε δεν βρήκε κανένα έγγραφο με την υπογραφή του και εκ του τούτου συμπεραίνει όχι αυτός δεν είχε καμία ενεργό ανάμειξη στη διαχείριση της εν λόγω εταιρίας (βλ. και τις καταθέσεις της εν λόγω μάρτυρος που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. 15844/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και στις υπ' αριθμ. 26665/2009 και 25850/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης), β) από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, Α. Χ., λογιστή της εν λόγω εταιρίας, ο οποίος καταθέτει επί λέξει: "Ο κατηγορούμενος το 1997 μεταβίβασε τις μετοχές του στον Μπελιά, γιατί ήθελε να αποχωρήσει από την εταιρεία. Αυτά περάστηκαν στα βιβλία. Η εταιρεία ουσιαστικά είχε τελειώσει. Ο κατηγορούμενος δεν ασχολούνταν με την επιχείρηση, ακόμα και όταν ήταν Πρόεδρος. Όλα τα έκανε ο Μ.. Εντολές για όλες τις δηλώσεις εγώ έπαιρνα από τον Σ. Μ.. Ο κατηγορούμενος και ο Μ. ήταν συνέταιροι σε δύο εταιρείες. Την μία την κράτησε ο κατηγορούμενος και την άλλη, την "ΒΑ.ΦΙ.ΘΕ", ο Μ. ..." και γ) από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος ισχυρίζεται όχι οι σχέσεις του με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του ήταν τεταμένες ήδη από το έτος 1996 και μετά από παράκληση του τελευταίου παρέμεινε τυπικά Πρόεδρος του Δ.Σ. της εν λόγω εταιρίας μέχρι τη λήξη της θητείας του και όχι, στη συνέχεια, συμφώνησαν ο μεν κατηγορούμενος να αναλάβει αποκλειστικά την εταιρία "ΒΕ.ΞΕ.ΛΕΝ.Α.Ε", ο δε συγκατηγορούμενός του την επίδικη εταιρία, σε εκτέλεση δε της συμφωνίας τους αυτής ο κατηγορούμενος του μεταβίβασε, στις 2.1.1997, όλες του τις μετοχές, που είχε στην επίδικη εταιρία, ο δε συγκατηγορούμενός του, του μεταβίβασε τις μετοχές του, που είχε στην εταιρία "ΒΕ.ΞΕ.ΛΕΝ.Α.Ε" (βλ. και το από 2.1.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, που αφορά τη μεταβίβαση των μετοχών του Σ. Μ. προς τον κατηγορούμενο). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και με βάση τη διέπουσα το ποινικό μας σύστημα αρχή in dubio pro reo πρέπει οι εν λόγω αμφιβολίες να ερμηνευθούν υπέρ του κατηγορουμένου και επομένως, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της μη απόδοσης στο Δημόσιο ΦΠΑ, κατ'εξακολούθηση, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο Χ. Δ. του Γ., κάτοικο Θεσσαλονίκης, ομόφωνα, αθώο της αξιόποινης πράξεως της μη απόδοσης στο Δημόσιο Φ.Π.Α. κατ' εξακολούθηση (για τις χρήσεις των ετών 1998 έως και 2002). Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 20 παρ.1α Ν. 2523/1997, όπως η πρώτη τούτων ίσχυε κατά τα ανωτέρω, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με το να δεχτεί, μεταξύ άλλων, ότι η πενταετής θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου της αναφερόμενης Α.Ε., του οποίου ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος, έληξε στις 30-6-1998 και μετά τη λήξη της θητείας του η εν λόγω εταιρία (δηλαδή η Γενική Συνέλευση των μετόχων αυτής) δεν προέβη σε εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου ούτε υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης αλλά ούτε και στη Διεύθυνση Εμπορίου κάποιο στοιχείο μεταβολής ή δήλωσης, προκειμένου να τους γνωστοποιήσει την τυχόν σύνθεση του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της, με βάση τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη τα καθήκοντα του Δ.Σ. τούτου έπαυσαν αυτοδικαίως και, συνεπώς, έκτοτε (30-6-1998) ο κατηγορούμενος δεν είχε την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας αυτής, η οποία φέρεται ότι δεν υπέβαλε δηλώσεις Φ.Π.Α. για τις επακολουθήσασες διαχειριστικές περιόδους 1998-2002.
Συνεπώς, εφόσον είχαν παύσει τα καθήκοντα του κατηγορουμένου, ως Προέδρου του Δ.Σ., δεν νοείται η τέλεση του εγκλήματος τούτου από αυτόν, ως αυτουργό, για τις επόμενες της λήξεως της θητείας του κρίσιμες διαχειριστικές περιόδους, ενόψει και της πρόσθετης παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι κατά τις ανωτέρω διαχειριστικές περιόδους αυτός (κατηγορούμενος) ασκούσε πράγματι τέτοιου είδους καθήκοντα ούτε ότι είχε ενεργό ανάμειξη στη διοίκηση και τη διαχείριση της συγκεκριμένης εταιρίας.
Συνεπώς, η πρώτη, δια της υπό κρίση εισαγγελικής αιτήσεως αναιρέσεως, προβαλλόμενη αιτίαση, ότι το Δικαστήριο της ουσίας έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, διότι μετά τη λήξη της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρίας την 30-6-1998 και τη μη εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου η θητεία του κατηγορουμένου, ως Προέδρου, παρατάθηκε εκ του νόμου (ex lege) και, επομένως, αυτός ενέχεται ως αυτουργός του εγκλήματος της μη αποδόσεως του Φ.Π.Α. των επόμενων πέντε διαχειριστικών περιόδων (1998-2002), είναι αβάσιμη, αφού, όπως προεκτέθηκε, τα καθήκοντα του κατηγορουμένου ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω Α.Ε. έπαυσαν αυτοδικαίως με τη λήξη του προαναφερθέντος χρόνου της πενταετούς θητείας του (30-6-1993 έως 30-6-1998). Ενόψει, λοιπόν, του ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η ευθύνη του κατηγορουμένου για την απόδοση στο Δημόσιο Φ.Π.Α., στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνάπτεται μόνο με την ιδιότητα αυτού ως Προέδρου του Δ.Σ. της φερόμενης ως οφειλέτριας Α.Ε., η μη συνδρομή της οποίας (ιδιότητας) στο πρόσωπό του, κατά τον κρίσιμο χρόνο, οδήγησε στην απαλλακτική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια περί ελλείψεως νόμιμης βάσεως εκ του λόγου ότι, όπως κατά λέξη εκτίθεται στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, "το Δικαστήριο φαίνεται να δέχεται ότι η εταιρία έπαυσε ουσιαστικά να λειτουργεί μετά τις 30-7-1998", ενώ στη συνέχεια "αντιφατικά δέχεται ότι οφειλόταν από την εταιρία στο Δημόσιο Φ.Π.Α. για όλες τις παραπάνω κρίσιμες διαχειριστικές περιόδους, συνολικού ποσού 326.737,02 ευρώ", αβασίμως προβάλλεται,. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι στο προπαρατεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν υφίσταται παραδοχή περί οφειλής του πιο πάνω ποσού εκ μέρους της εταιρίας, για την οποία γίνεται λόγος, η τυχόν δημιουργία φορολογικής υποχρεώσεως αυτής (εταιρίας) από την ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν ασκεί επιρροή στην ανωτέρω κρίση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως και ότι "δημιουργήθηκαν στο Δικαστήριο ελάχιστες αμφιβολίες, αν, κατά τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 1998 έως και 2002, κατά τις οποίες φέρεται ότι η εταιρία δεν υπέβαλε δηλώσεις Φ.Π.Α., ο κατηγορούμενος ασκούσε συγκεκριμένα καθήκοντα Διοίκησης και είχε ενεργό ανάμειξη στη Διοίκηση και τη διαχείριση της εν λόγω εταιρίας". Στη συνέχεια, όμως, το άνω Δικαστήριο αιτιολογεί επαρκώς, χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, την κρίση για τις αμφιβολίες του αυτές, που στηρίζει στα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αξιολόγησε ανελέγκτως. Επομένως, η αναιρετική εισαγγελική αιτίαση περί ασαφειών, που εχώρησαν στην άνω επί μέρους αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, υπάρξεως εκ πλαγίου παραβάσεως των προμνημονευόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμη. Αβάσιμη είναι επίσης και η τελευταία αιτίαση περί λογικών κενών στην ίδια απόφαση για τη "φερόμενη μεταβίβαση" των ονομαστικών μετοχών της εταιρίας αυτής, που ανήκαν στον κατηγορούμενο, σε τρίτον (Σ. Μ.) το έτος 1997, η οποία έγινε ατύπως, ενώ αυτές κατά το νόμο (άρθρ. 15 παρ.3 Ν. 2459/1997) μεταβιβάζονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο θεωρημένο από τον προϊστάμενο της οικείας Δ.Ο.Υ. και αφού καταβληθεί φόρος μεταβίβασης 5% επί της αξίας τούτων, ως μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Και τούτο διότι, τυχόν ακυρότητα της μεταβιβάσεως των εν λόγω μετοχών του κατηγορουμένου δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, αφού η ποινική ευθύνη για την αξιόποινη πράξη, περί της οποίας εδώ πρόκειται, συνδέεται με την ύπαρξη της ιδιότητας του (οποιουδήποτε) κατηγορουμένου, ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. και όχι με το αν μεταβιβάστηκαν ή αποκτήθηκαν εγκύρως μετοχές οιουδήποτε μετόχου. Κατ' ακολουθία τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2013 αίτηση του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της 620/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2014.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή