Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2320 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Μη ειδικότερη μνεία των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, αλλά σαφής αναφορά του περιεχομένου τους σε άλλο μέρος του σκεπτικού. Όχι έλλειψη αιτιολογίας για το λόγο αυτό και απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά του βουλεύματος.




Αριθμός 2320/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 505/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις 1) Χ2, 2) Χ1
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 616/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 203/3.6.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό τη κρίση του Συμβουλίου σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1436/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τον Χ, κάτοικο ... για να δικαστεί ως υπαίτιος ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε έφεση ο κατηγορούμενος και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 2634/2007 βούλευμα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε την παραπομπή. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο αναίρεση και το Δικαστήριο σας σε Συμβούλιο με την 1580/2008 απόφαση, δέχθηκε την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση. Το Συμβούλιον Εφετών Αθηνών με το 505/2009 βούλευμα απέρριψε εκ νέου την έφεση και επικύρωσε την παραπομπή (βλ. βουλεύματα).
ΙΙ. Το 505/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση στις 7-4-2009 και στον αντίκλητό του στις 13-4-2009 (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Στις 21-4-2009 εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά του 505/2009 βουλεύματος και έτσι συντάχθηκε η 81/21-4-2009 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά.
ΙΙΙ. Η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου περί παραπεμπτικού βουλεύματος, όταν αναφέρονται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' Κ.Π.Δ. και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 Κ.Π.Δ., υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη (βλ. ΑΠ 685/2008, ΑΠ 64/2008).
ΙV. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων υποστηρίζει για τη θεμελίωση του αναιρετικού λόγου της έλλειψης αιτιολογίας, ότι αν και στη δικογραφία υπάρχει η με αριθμό 801/10-5-2006 ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΝΕΚΡΟΨΙΑΣ-ΝΕΚΡΟΤΟΜΗΣ επί του πτώματος του θύματος Ψ, που συντάχθηκε από τον Ιατροδικαστή Αθηνών ... και η ... ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΚΘΕΣΗ -τοξικολογικής εξέτασης της Χημικού-Τοξικολόγου της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών ..., που συντάχθηκαν κατόπιν της 1045/3462-γ/10-3-2006 παραγγελίας της Υποδ/νσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά της Ζωής, που ενήργησε την αστυνομική προανάκριση για τη διακρίβωση των συνθηκών θανάτου του Ψ, οι δύο αυτές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που εκτιμήθηκαν από το Δικαστικό Συμβούλιο. Από το περιεχόμενο του σκεπτικού του βουλεύματος, αλλά και του σκεπτικού της ενσωματωμένης σ'αυτό Εισαγγελικής πρότασης, προκύπτει ότι όντως οι εκθέσεις αυτές δεν μνημονεύονται στο σημείο που αναφέρονται κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα. 'Ομως στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία και παραπέμπει το Συμβούλιο για τη θεμελίωση και αιτιολόγηση της παραπεμπτικής κρίσης του, σε δύο σημεία υπάρχουν αναφορές από τις οποίες προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε η παραπάνω "ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής....". Συγκεκριμένα στη β' όψη του 5ου φύλλου του βουλεύματος αναφέρεται ότι "...όπως προέκυψε από την ανάλυση των ευρημάτων της νεκροτομής και της αυτοψίας....", ενώ στην β' όψη του 6ου φύλλου αναφέρεται ότι "....θέση από την οποία πυροβολήθηκε ο παθών...." προκύπτει πλην των άλλων και από "....την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής....". Είναι λοιπόν σαφές ότι η 801/10-5-2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο και ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω και σε σχέση με την "έκθεση τοξικολογικής εξέτασης" πρέπει να επισημανθούν τα εξής. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της, που είναι επιτρεπτή για την διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι αυτή συντάχθηκε μετά την λήψη δειγμάτων αίματος και ούρων του θύματος, που λήφθηκαν από τον ιατροδικαστή ..., το δε περιεχόμενο της και συγκεκριμένα τα συμπεράσματα της, έχουν ενσωματωθεί στην "ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής" και συγκεκριμένα στη στήλη "παρατηρήσεις", όπου αναφέρονται τα εξής: " Ελήφθησαν αίμα και ούρα και εστάλησαν για τοξικολογική εξέταση και από την οποία προκύπτει ότι: 1) στα ούρα η παρουσία προϊόντων μεταβολισμού της κάνναβης, 2) στα ούρα η παρουσία κοκαΐνης και μεταβολικών της και 3)στο αίμα "παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 2,17%ο". Είναι λοιπόν σαφές ότι το Συμβούλιον έλαβε υπόψη και το περιεχόμενο- συμπεράσματα της "τοξικολογικής έκθεσης" και ως εκ τούτου ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. V. Πρέπει συνεπώς και δεδομένου ότι δεν συντρέχει στη προκειμένη περίπτωση άλλος λόγος αναίρεσης, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΤΣ

Προτείνω
Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 81/21-4-2009 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., κατά του 505/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 12 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής".
Αφού άκουσε
τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 21-4-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση την υπ' αριθ 505/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε μετ' αναίρεση του υπ' αριθ. 2634/2007 Βουλεύματος του ίδιου Συμβουλίου με το οποίο είχε απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το υπ' αριθ. 1436/2007 παραμπεπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια ή προανάκριση) για τα αντικείμενα και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον Δικαστηρίου. Ειδικώτερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση ή το βούλευμα αντίστοιχα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη , η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ υπό προϋποθέσεις από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή τον Εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς την αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη, που όμως μπορεί να προκύπτει αυτό με βεβαιότητα από την όλη αιτιολογία της απόφασης ή βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 505/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη των υπ' αριθ. 319/2007 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά την υπ' αριθ. 1436/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε Αυτόν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να δικαστεί για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχικά κατάσταση, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Περαιτέρω το αιτιολογικό του πληττόμενου βουλεύματος αναφέρεται, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αρμοδίου Δικαστηρίου για τις παραπάνω αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις, όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικώτερα τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και έχουν επισυναφθεί στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες του εκκαλούντος - κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος), το περιεχόμενο της εκθέσεως εφέσεως και τα υπομνήματα αυτού καθώς και την απολογία της ως άνω αλλοδαπής ... (βλ. αρχή 26ης σελίδας προσβαλλόμενης απόφασης). Μεταξύ των ανωτέρω εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία είναι και 1) η υπ' αριθ. 801/10-5-2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής επί του πτώματος του θύματος Ψ, που συντάχθηκε από τον ιατροδικαστή Αθηνών ... και 2) η υπ'αριθ. ... εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της χημικού- τοξικολόγου της Ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών ..., που συντάχθηκαν κατόπιν της υπ' αριθ. ... παραγγελίας της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά της Ζωής, η οποία ενήργησε την αστυνομική προανάκριση για τη διακρίβωση των συνθηκών του θανάτου του Ψ. Και ναι μεν οι δύο ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν αναφέρονται ιδιαίτερα στο μέρος του αιτιολογικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος όπου όπως προαναφέρθηκε γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων, από το όλο όμως περιεχόμενο του αιτιολογικού (σκεπτικού) του βουλεύματος αυτού, αλλά και της σ' αυτό ενσωματώσεως Εισαγγελικής πρότασης, προκύπτει ανενδοίαστα ότι λήφθησαν υπόψη και αυτές και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από το δικαστικό συμβούλιο για τι σχηματισμό της περί παραπομπής του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου κρίσης του. Ειδικότερα στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση, στην οποία και παραπέμπει το Συμβούλιο για τη θεμελίωση και αιτιολόγηση της παραπεμπτικής κρίσης του, σε δύο σημεία υπάρχουν αναφορές, από τις οποίες προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα οι δύο προμνημονευθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Συγκεκριμένα στην 10η σελίδα του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται κατά λέξη "...όπως δε προέκυψε από την ανάλυση του ευρημάτων της νεκροτομής και της αυτοψίας του τύπου του συμβάντος..." και στη 12η σελίδα του ίδιου βουλεύματος αναφέρεται "... την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής", με την επισήμανση ότι δεν υπάρχουν άλλες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης με περιεχόμενο σχετικό με τα ζητήματα που αναφέρονται οι ως άνω αυτές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Από τα προεκτιθέμενα καθίσταται σαφές ότι η υπ' αριθ. 801/10-5-2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής περιλαμβάνονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το συμβούλιο και ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Επίσης και σε σχέση με την υπ' αριθ. 381/10-5-2006 "έκθεση τοξικολογικής εξέτασης" πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Από την επισκόπηση του περιεχομένου της, που είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του αναιρετικού λόγου ήτοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην κρινόμενη περίπτωση, προκύπτει ότι αυτή συντάχθηκε μετά τη λήψη δειγμάτων αίματος και ούρων του θύματος, που λήφθηκαν από τον ιατροδικαστή ..., το δε περιεχόμενό της και συγκεκριμένα τα συμπεράσματα της έχουν ενσωματωθεί στην "Ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, και συγκεκριμένα στη στήλη "παρατηρήσεις", όπου αναφέρονται τι παρουσίασαν τα ούρα και το αίμα του Ψ. Έτσι καθίσταται σαφές ότι στο Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και το περιεχόμενο - τα συμπεράσματα της "τοξικολογικής έκθεσης" και γι' αυτό η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθ 505/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2009

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή