Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 330 / 2018    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Επίδοση εγγράφου , Ιατροί, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.




Περίληψη:
Σε δίκες Δημοσίου ή ΝΠΔΔ οι επιδόσεις από αυτά γίνονται
στους αντιδίκους του ή στον δικηγόρο που τους εκπροσώπησε
κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το
τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό
τους. Ιατροί ΙΚΑ. Προσλήψεις αυτών στο ΙΚΑ σύμφωνα με τα
άρθρα 10 του ν. 1204/1972. Πρόκειται για ειδικές συμβάσεις
εργασίας (και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου
χρόνου), που διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως
άνω ν.δ/τος. Λόγοι αναίρεσης: Παραίτηση του άρθρου 559 αρ.
1. Δεκτός, αφού η ως άνω σύμβαση δεν αποτελεί σύμβαση
εξαρτημένης εργασίας όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη.
Αναιρεί και απορρίπτει αγωγή




Αριθμός 330/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", για το οποίο, σύμφωνα με το 11/2016 πρακτικό του δικαστηρίου τούτου, τη δίκη συνεχίζει, ως καθολικός διάδοχος, το καλούν Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Ι. Α., του Α., κατοίκου ..., 2)Χ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3)Χ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 4)Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 5)Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 6)Ε. Γ. του Β., κατοίκου ..., 7)Γ. Θ. του Σ., κατοίκου ..., 8)Μαρίας Κ. του Ν., κατοίκου ..., 9)Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 10)Ν. Μ. του Ζ., 11)Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 12)Έ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 13)Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 14)Θ. Π. του Π., κατοίκου ..., 15)Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 16)Σ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., 17)Ι. Σ. του Ε., κατοίκου ..., και 18)Π. Φ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 996/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2347/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ΙΚΑ ΕΤΑΜ με την από 22/1/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 884/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 25/8/2015 κλήση του καλούντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ως προς τους καθών η κλήση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το καλούν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 7/1/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22-1-2007 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2347/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης των εναγόντων κατά της 996/2004 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε στη συνέχεια δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι οι συμβάσεις, που έχουν συνάψει οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ΝΔ 104/1972, έχουν το χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 16-6-1993. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ). Ήδη η υπόθεση φέρεται για συζήτηση με την από 25-8-2015 κλήση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), ως καθολικού διαδόχου του αναιρεσείοντος, για τους μεταφερθέντες εκ των αναιρεσιβλήτων σ' αυτό. 1). Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ’ρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/31-10-2014, μετά το άρθρο 6 του Νομοθετικού Διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος Δικών του Δημοσίου" προστέθηκε άρθρο 6Α ως εξής: "’ρθρο 6Α. 1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ` εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές". Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του, υπογεγραμμένο από δικηγόρο, κατά την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στην διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 789/2017 ΑΠ 620/2017, ΑΠ 405/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : α) Προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε δικάσιμος η 18η -1-2011 και μετ' αναβολή από το πινάκιο η 13η -12-2011. Επ' αυτής εκδόθηκε η 884/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, γιατί οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν νόμιμα. β) Με την από 1-10-2013 κλήση των αναιρεσιβλήτων με πράξη ορισμού δικασίμου προσδιορίστηκε δικάσιμος για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης η 28η -1-2014, η οποία ματαιώθηκε. Το δικόγραφο αυτό της κλήσης των αναιρεσιβλήτων στον ’ρειο Πάγο, είχε υπογράψει ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους ο δικηγόρος του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνος Ζιάγκος. γ) Από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το ήδη καλούν ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ), επίσημο αντίγραφο της ως άνω κλήσης των αναιρεσιβλήτων με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο της 28ης -1-2014, κάτω από το οποίο υπάρχει παραγγελία προς επίδοση αυτής από τον υπογράφοντα την κλήση ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Κωνσταντίνο Ζιάγκο και στο οποίο υπάρχει η κατά το άρθρο 139 παρ 3 ΚΠολΔ σημείωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή Γ. Ξ. (έκθεση επιδόσεως δεν προσκομίζεται, ούτε γίνεται επίκληση της), προκύπτει ότι η κλήση αυτή επιδόθηκε στο αναιρεσείον ΙΚΑ - ΕΤΑΜ την 1η -11-2013. Μάλιστα στο ίδιο αντίγραφο της κλήσης υπάρχει και πράξη παραλαβής του αναιρεσείοντος την 1η -11-2013 με αριθμ. πρωτ. .../1-11-2013. δ) Με την από 25-8-2015 κλήση του ήδη καλούντος με την κάτω απ` αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου προσδιορίστηκε δικάσιμος για συζήτηση της υποθέσεως η 23η -2-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο η συζήτηση για την δικάσιμο της 31ης-5-2016, ακολούθως για τη δικάσιμο της 14ης -2-2017 και τέλος για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (26ης-9-2017). Και ε) Από την υπ' αριθμ. ...'/13-11-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Ζ. προκύπτει ότι, με επιμέλεια του ήδη καλούντος, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της άνω κλήσης του με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο της της 23ης -2-2016, στον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Ζιάγκο, ο οποίος, είχε υπογράψει ως δικηγόρος το τελευταίο ως άνω δικόγραφο της κλήσης που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων στον ’ρειο Πάγο, κατά την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως. Ο εν λόγω δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα είναι αυτός που έδωσε την παραγγελία για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων προς επίδοση του προαναφερθέντος δικογράφου της κλήσης στο αναιρεσείον (βλ. σχετική παραγγελία κάτω από το επιδοθέν στο αναιρεσείον αντίγραφο της κλήσης ) και συνεπώς είναι αντίκλητός τους για την επίδοση στην παρούσα δίκη. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
2) Στο άρθρο 1 του ν. 119/1975 "Περί ΅ονι΅οποιήσεως των ιατρών του Ιδρύ΅ατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.λπ." (ΦΕΚ Α` 172) ορίζεται ότι: "1. Το ΅όνι΅ον Ιατρικόν Προσωπικόν του Ιδρύ΅ατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελείται: α) Εξ Ιατρών θεραπευτών ... 2. Το περί ων η προηγου΅ένη παράγραφος προσωπικόν κατατάσσεται εις θέσεις μισθολογικής κλί΅ακος αντιστοίχου της βαθ΅ίδος των ΅ονί΅ων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύ΅ατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ....". Περαιτέρω, από το συνδυασ΅ό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν.δ. 1204/1972, προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νο΅οθεσία του Ι.Κ.Α. οι ασφαλισ΅ένοι σ` αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισ΅ένου, από κατάλογο που καταρτίζει το Ίδρυ΅α, ο οποίος περιλα΅βάνει ιατρούς που ασκούν νό΅ι΅α το επάγγελ΅ά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων. Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεράποντες ιατροί του ιδρύ΅ατος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του ίδιου ν. δ/τος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών ΅ε το Ι.Κ.Α., ΅η συνιστώσα σχέση ή σύ΅βαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νό΅ου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ, του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ` αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο Ίδρυ΅α. Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ίδιου ν.δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ` άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται ΅ε το ΙΚΑ ΅ε σύ΅βαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του ιδίου ν. δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρ΅ογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συ΅βάσεων ΅ε θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, ΅ε α΅οιβή οριζό΅ενη είτε αναλόγως του αριθ΅ού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισ΅ό από τις περί α΅οιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συ΅βάσεις, ΅η συνιστώσες σχέσεις ή συ΅βάσεις εργασίας, ΅πορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε ΅ετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν. δ/τος, σύ΅φωνα ΅ε το άρθρο 5 αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθ΅ιση μισθολογικών θε΅άτων γιατρών ΙΚΑ ΅ε σύ΅βαση κλπ" ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί ΅ε σύ΅βαση ορισ΅ένου ή αορίστου χρόνου ή ΅ε ειδική σύ΅βαση, σύ΅φωνα ΅ε τις κεί΅ενες διατάξεις, εξο΅οιώνονται μισθολογικά ΅ε τους ΅όνι΅ους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύ΅ατος. Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξη τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδική΅ατα που ισχύουν για τους ΅όνι΅ους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθ΅ίσεις δεν υπάγονται : α) οι ΅ε ειδική σύ΅βαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δη΅οσίου, β) οι ΅ε ειδική σύ΅βαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζη΅ίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθ΅ιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν ΅ε αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθ΅ιση αυτή. Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α` και β` εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν. δ/τος 1204/1972. Τέλος, στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλα΅βανό΅ενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύ΅φωνα ΅ε το άρθρο 10 του ν. δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού. Κατ` εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβλη΅ατικές, άγονες και παρα΅εθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερο΅ένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισ΅ό της αποζη΅ίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν. δ/τος 1204/1972. Από το συνδυασ΅ό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η ΅ε το ΙΚΑ σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύ΅φωνα ΅ε τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972 είναι εκείνη της ειδικής σύ΅βασης εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρ΅ογή οι διατάξεις της εργατικής νο΅οθεσίας, η δε γενο΅ένη ΅ε το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξο΅οίωση ΅ε τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ, που συνδέονται ΅ε αυτό ΅ε σχέση δη΅οσίου δικαίου, δεν ΅ετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής ΅ε το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000, ΟλΑΠ 22/2007, ΑΠ 121/2016, ΑΠ 284/2015, ΑΠ 7/2014). Έτσι οι συμβάσεις των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1972 εξακολουθούν να είναι ειδικές συμβάσεις εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993 και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ( ΑΠ 7/2014) . Εφαρ΅ογή στις συ΅βάσεις αυτές έχει η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε, και ΅ετά την ισχύ του ν. 2150/1993, του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συ΅βάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε ΅ετά από προειδοποίηση ενός ΅ηνός. Μετά την παραπάνω απόφαση του ΑΕΔ 5/2000 ψηφίστηκε και δη΅οσιεύτηκε ο ν. 3232/12-2-2004, ο οποίος ΅ε τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ` όρισε ότι << Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συ΅βάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συ΅βάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου>>. Ό΅ως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερ΅ηνεύεται, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει ΅ε ειδικές συ΅βάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων ΅ε το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά ότι οι ειδικές αυτές συ΅βάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συ΅βάσεις εργασίας, δεν είναι πράγ΅ατι ερ΅ηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερ΅ηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν ΅πορεί να έχει εδώ αναδρο΅ική ισχύ, σύ΅φωνα ΅ε το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγ΅ατος, όπως αναθεωρήθηκε ΅ε το ψήφισ΅α της 6-4-2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στην ΅εν παράγραφο 1 αυτού ότι η αυθεντική ερμηνεία των νό΅ων ανήκει στη νο΅οθετική λειτουργία, στη δε παράγραφό του 2 ότι νό΅ος που δεν είναι πράγ΅ατι ερ΅ηνευτικός ισχύει ΅όνο από τη δη΅οσίευσή του (Ολ ΑΠ 22/2007, ΑΠ 284/2015). Περαιτέρω από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 2150/1993 (16.6.93) οι ήδη υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ. 3 περ. α' και β' και της παρ. 4 εδ. β' του ν. 2150/1993, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές του ΙΚΑ (ΑΠ 121/2016). Το γεγονός ότι η γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση των προσληφθέντων με το καθεστώς του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 γιατρών στο ΙΚΑ με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ από ειδική σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 121/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015 ) Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι-καθών η κλήση), οι οποίοι είναι γιατροί με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες, συνήψαν, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.Δ. 1204/1972, με τους Διευθυντές των Υποκαταστημάτων του ΙΚΑ διαφόρων περιοχών της Αττικής και άλλων πόλεων της Ελλάδας, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Διοικητή του εναγομένου ΝΠΔΔ <<Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ- ΕΤΑΜ)>>, έγγραφες <<ειδικές συμβάσεις (έργου)>> αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχουν ιατρική περίθαλψη στους ασθενείς ασφαλισμένους στο ΙΚΑ της ειδικότητας του ο καθένας, κατά τις αναφερόμενες στη σύμβαση ώρες στα ιατρεία των Υγειονομικών Μονάδων ΙΚΑ και με τις αναφερόμενες στις συμβάσεις μηνιαίες αμοιβές, ανεξαρτήτως του αριθμού των περιστατικών. Όλοι οι ενάγοντες παρέχουν τις ιατρικές φροντίδες της ειδικότητας τους, στους ασφαλισμένους ασθενείς του Ιδρύματος, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου. Το εναγόμενο μετά την ισχύ του νόμου 2150/1993, εξομοίωσε τους ενάγοντες που υπηρετούσαν με ειδικές συμβάσεις μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του Ιδρύματος και υπολόγισε για τη μισθολογική εξέλιξη τους το χρόνο υπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α. (άρθρο 18 παρ. 1) και τους ενέταξε αναλόγως της υπηρεσίας τους αυτής σε μισθολογικά κλιμάκια. Επομένως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τις παραπάνω ειδικότητες στους ασφαλισμένους ασθενείς του Ιδρύματος στα παραπάνω καταστήματα του ΙΚΑ, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου , μετά δε την ισχύ του νόμου 2150/1993 (16-6-1993) λαμβάνουν τις αποδοχές και έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μόνιμων γιατρών του Ιδρύματος (ωράριο, συνθήκες εργασίας κ.λ.π.).
Συνεπώς οι συμβάσεις αυτές, για τις οποίες δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις των παραγράφων 3 α' και β' και 4 περ. β' του ν. 2150/1993 για τις οποίες το εργασιακό καθεστώς ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972, έχουν το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για μεν τους προσληφθέντες προ της 16-6-1993, από την 16-6-1993, ήτοι από της ισχύος του νόμου 2150/1993, οι δε προσληφθέντες μετά την 16-6-1993, από την πρόσληψή τους. Επομένως οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί ότι η σχέση που τους συνδέει με το εναγόμενο είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την από 30-10-2003 κρινόμενη αγωγή των εναγόντων, έκανε δεκτή κατ' ουσία την αγωγή. Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972., καθόσον οι συμβάσεις των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1972 εξακολουθούν να είναι ειδικές συμβάσεις εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993 και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ,γι' αυτό και η έρευνα του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω , κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, "Αν ο ’ρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση>>. Στην προκειμένη περίπτωση κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, και γι' αυτό, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον ’ρειο Πάγο και να απορριφθεί η έφεση των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων. Και αυτό, διότι, εφόσον η έφεση ασκήθηκε από τους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους και με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή τους ως απαράδεκτη, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή η έφεση και απορριπτόταν η αγωγή ως μη νόμιμη, τότε θα γινόταν χειρότερη η θέση τους (άρθρο 536 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, κατ' άρθρο 179 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. υπ' αριθμ. 2347/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση
Απορρίπτει την έφεση. Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή