Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1684 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.




Περίληψη:
Κακουργηματική απάτη. Αναίρεση βουλεύματος που παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και επιλεκτικής αξιολόγησης αποδεικτικών μέσων. Ανεπάρκεια αιτιολογίας, γιατί έγινε επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων, με αποκλεισμό άλλων. Απάτη τελεσθείσα πριν και μετά την ισχύ του Ν. 2721/1999. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της απάτης, που τελέσθηκε πριν την ισχύ του νόμου, λόγω της πλημμεληματικής της μορφής, αλλά και για την πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε μετά την ισχύ του Ν. 2721/1999, λόγω ανυπαρξίας επιβαρυντικής περιστάσεως. Αναιρεί και παραπέμπει για τον δεύτερο κατηγορούμενο.




Αριθμός 1.684/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 2.053/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Δεκεμβρίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 78/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 53/3.2.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τας παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 ιδίου Κώδικος ασκηθείσας υπό των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., οδός ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ..., από 11 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως, κατά του υπ'αριθμ. 2053/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Διά του πληττομένου βουλεύματος, που εξεδόθη κατόπιν ασκήσεως εφέσεως υπό του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατά του υπ'αριθμ. 718/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά του οποίου έπαυσεν οριστικώς η ποινική δίωξις κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων, παρεπέμφθησαν αυτοί εις το ακροατήριον διά να δικασθούν δι'άμεσον συνέργειαν εις απάτην, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ (άρθρα 46 παρ. 1 εδ. β' και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονούνται ήδη οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντες αμφότεροι ως λόγον αναιρέσεως, την έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας και επιπροσθέτως ο Χ1, την εσφαλμένην ερμηνείαν και εφαρμογήν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
ΙΙ. 'Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 1348/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 289 κ.ά.). Τοιαύτη έλλειψις ειδικής αιτιολογίας υφίσταται και εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν το Συμβούλιον δεν έλαβεν υπ'όψιν του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλ'ωρισμένα εξ αυτών εκ των οποίων συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, εις τα οποία επεστήριξε την παραπεμπτικήν του κρίσιν (Α.Π. 230/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 8 κ.ά.). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη ότι προέκυψαν, εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη (Α.Π. 1187/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 317 κ.ά.).
ΙΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομον περιουσιακόν όφελος, όχι δεν και πραγματοποίησις του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παραστάσις ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτος απόκρυψις ή παρασιώπησις αληθών, εκ της οποίας παρεπλανήθη άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, τελούσης εις αιτιώδη συνάφειαν με τας παραπλανητικάς ενεργείας ή παραλείψεις (ολ. Α.Π. 5/2008 με σύμφωνον αίτησιν αναιρέσεώς μας, Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 364). Τελείται μία μόνον πράξις απάτης, όταν γίνονται συνεχείς ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθή εις το εξαπατηθέν πρόσωπον η επιδιωκομένη πλάνη, ο δε χρόνος τελέσεως της απάτης συμπίπτει με την τελικήν ολοκλήρωσιν της απατηλής συμπεριφοράς και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος με την οποίαν ολοκληρώνεται η απάτη. Μία επίσης πράξις απάτης υπάρχει και όταν συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει εις πλείονας και εις διαφόρους χρόνους επιζημίους πράξεις (Α.Π. 1057/2008, 2049/2007 Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 788, Ποιν Δικ 2008 σελ. 675 αντιστ. κ.ά.). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. β' ιδίου άρθρου 386, όπως αντικατεστάθη δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν το περιουσιακόν όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ. Υπό της διατάξεως αυτής θεσπίζεται νέα μορφή επιβαρυντική περιστάσεως του εγκλήματος της απάτης, η οποία δεν δύναται να τύχη εφαρμογής δια πράξεις τελεσθείσας προ της ισχύος του ν.2721/1999, ήτοι προ της 3/6/1999 (Α.Π. 111/2008, 1541/2007, Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 991 και Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 674 αντιστ. κ.ά.). Εξ άλλου αι μετά την ισχύν της διατάξεως αυτής πράξεις της απάτης εμπίπτουν εις αυτήν, υπό την προϋπόθεσιν ότι το περιουσιακόν όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ. Τέλος εκ της διατάξεως του άρθορυ 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ. προκύπτει, ότι διά την ύπαρξιν αμέσου συνεργείας εις την τελουμένην παρ'άλλου αξιόποινον πράξιν, απαιτείται παροχή αμέσου συνδρομής υπό του συνεργού κατά την διάρκειαν της κυρίας πράξεως και κατά την εκτέλεσιν αυτής υπό του αυτουργού, ούτως ώστε χωρίς την συνδρομήν εκείνου να μη ήτο δυνατή μετά βεβαιότητος ή διάπραξις του εγκλήματος υπό τας περιστάσεις που ετελέσθη (Α.Π. 547/2008 ΝοΒ 56 σελ. 1910 κ.ά.).
IV. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα εδέχθη, ότι εκ της συνεκτιμήσεως τόσον του εκκαλουμένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσον και των λόγων εφέσεως, εν συνδυασμώ με όλα τα έγγραφα που προανεφέρθησαν και αποτελούν περιεχόμενον της εξαταζομένης δικογραφίας, όπως και εκ των διευκρινίσεων εις τας οποίας προέβησαν οι διάδικοι κατά την ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπρόσωπον εμφάνισιν των, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν προκηρυχθέντος διεθνούς πλειοδοτικού διαγωνισμού κατακυρώθηκε στην κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΔΕΤ. Α.Ε. ALMO - OLYMPIC GMP - ICM - IBCM άδεια λειτουργίας επιχείρησης καζίνο, εκμετάλλευσης της ανώνυμης εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ" Α.Ε. η οποία συνεστήθη νομοτύπως στις 14.12.1995. Σ' αυτή την εταιρεία με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης παραχωρήθηκε άδεια λειτουργίας της επιχείρησης ΚΑΖΙΝΟ στη ... και καταρτίστηκε ανάμεσα σ' αυτήν την εταιρία και το Ελληνικό Δημόσιο η από 12.9.1996 σύμβαση. Σύμφωνα με όρο αυτής της σύμβασης, ο ενάγων, μέτοχος κατά ποσοστό, 50% της κοινοπρακτούσας εταιρείας "OLYMPIC AMUSEMENTS SA" κάλυψε με εισαχθέν από την ... συνάλλαγμα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου της εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε. και εξ αυτού του λόγου επεδίωξε την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν.δ. 2687/1953 προκειμένου να επιτύχει μείωση της τιμής εισόδου των πελατών της στο καζίνο από 5000 δρχ. που ήταν το καθορισθέν ποσό κατ' άτομο από τον Υπουργό Οικονομικών σε 2.000 δρχ. όπως είχε επιτύχει η εταιρία HΑYATT REGENCY ανάδοχος του Καζίνο ... . Στα πλαίσια των προσπαθειών αυτών, ο β' μηνυόμενος Χ1 με την ιδιότητα του διευθυντή marketing της ως άνω εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ έφερε σε επαφή τον μηνυτή με τον κατηγορούμενο AA εμφανίζοντας αυτόν ως άτομο φερέγγυο και δυνάμενο να επιλύσει θετικά το ζήτημα της τροποποίησης κατά τα ως άνω της υπουργικής απόφασης που καθόριζε την τιμή του εισιτηρίου στο Καζίνο ... . Στις επαφές μηνυτή και α' κατηγορουμένου (AA) που ξεκίνησαν το μήνα Μάϊο του έτους 1999 και πιο συγκεκριμένα 27.5.1999 που ήταν άλλοτε αυτοπρόσωπες, άλλοτε τηλεφωνικές (από ... της ... που είναι μόνιμος κάτοικος ο μηνυτής) ο AA διαβεβαίωνε τον μηνυτή ότι είχε την δυνατότητα με νόμιμες διαδικασίες να επιμεληθεί της τροποποίησης της υπ' αριθμ. 1128269/1296/0015/ 16.11.1995 (ΦΕΚ Β 982/29.11.1995) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με την οποία είχε επιβληθεί εισιτήριο εισόδου στο καζίνο ... ύψους 5000 δρχ., ώστε το ποσό αυτό να περιοριστεί στις 2.000 δρχ. (όπως και έγινε για το καζίνο ...) ή να απαλλαγεί καθ' ολοκληρία ο φορέας της επιχείρησης του Καζίνο ... (βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο μηνυτής) παντελώς αυτής της υποχρέωσης. Έκτοτε και μέχρι 21.10.1999 με την επιπλέον διαβεβαίωση του AA στις 10.6.1999 ότι το πρόβλημα λύθηκε και βρίσκεται στον Αρμόδιο Υπουργό για υπογραφή η σχετική απόφαση με την οποία το εισιτήριο του Καζίνο ... μειώνεται σε 2.000 δρχ. ολοκληρώνεται πλέον η απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων προς τον μηνυτή, ο μηνυτής δίνοντας την εντολή προς τον AA να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την επίτευξη του ως άνω στόχου (μείωση εισιτηρίου Καζίνο ...) προκαταβάλλει μέσω του κατηγορουμένου Χ1 προς τον α' κατηγορούμενο 100.000.000 δρχ. ως μέρος της αμοιβής για την εκτέλεση της προαναφερόμενης εντολής, ποσό που καταβλήθηκε τοις μετρητοίς από τον ΒΒ στον Χ1 στις 27.5.1999 γι' αυτό το σκοπό ύστερα από σχετική ανάληψη του ΒΒ από τον λογαριασμό που διατηρούσε ο μηνυτής στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, Υποκατάστημα ... (βλ. σχετική από 8.5.2006 ένορκη βεβαίωση του ΒΒ ενώπιον του Ειρηνοδίκου Χαλανδρίου δοθείσα και σχετικά στην δικογραφία έγγραφα της εν λόγω τράπεζας από την κίνηση του σχετικού λογαριασμού του μηνυτή φαίνεται πραγματοποιηθείσα 27.5.1999 η εν λόγω ανάληψη χρημάτων). Περαιτέρω και για τον ίδιο λόγο λειτουργώντας πάντα σύμφωνα με συγκεκριμένες οδηγίες του AA (για τον τρόπο καταβολής των χρηματικών ποσών), στις 10.6.1999 καταθέτει στον ... λογαριασμό του AA στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 50.000.000 δρχ. και άλλα 50.000.000 δρχ. (την ίδια ημεροχρονολογία) σε λογαριασμό του συνεργάτη του AA (όπως δηλώθηκε από τον τελευταίο γ' κατηγορούμενο) Χ2 για λογαριασμό πάντα του α' των κατηγορουμένων AA. Για την ίδια αιτία και ύστερα από σχετική αξίωση του α' κατηγορουμένου καταβάλλονται από τον μηνυτή ακόμη 10.000.000 δρχ. στον Χ1 στις 21.10.1999 με διαρκώς επαναλαμβανόμενες τις ψευδείς παραστάσεις που προαναφέρθηκαν περί οριστικής επιλύσεως του προβλήματος, μειώσεως του εισιτηρίου του Καζίνο ..., από τον α' κατηγορούμενο στις αλλεπάλληλες επικοινωνίες του με τον μηνυτή, στις οποίες πεισθείς ο τελευταίος προέβη στις ως άνω με τελικό αποδέκτη τον AA χρηματικές καταβολές. Ακολούθως όμως προέκυψε σαφώς ότι ο α' κατηγορούμενος δεν είχε την δυνατότητα αλλά και την πρόθεση να εκτελέσει την εντολή που κατά τα ως άνω ανέλαβε να διεκπεραιώσει για λογαριασμό του μηνυτή. Μοναδικός του σκοπός ήταν με απατηλές διαβεβαιώσεις που προαναπτύχθηκαν να εξαπατήσει τον μηνυτή πείθοντας τον να προβεί σε χρηματικές καταβολές συνολικού ύψους 210.000.000 δρχ. με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης αυτού του ποσού επ' αντιστοιχώ περιουσιακή ζημία του μηνυτή. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων που διαλαμβάνονται στα περιλαμβανόμενα στη δικογραφία έγγραφα δεν είναι ικανοί να κλονίσουν την πεποίθηση που σχημάτισε το παρόν Συμβούλιο περί της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής αυτών για τις πράξεις που κατηγορούνται. Και ειδικότερα οι εκ των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, ότι γνώριζαν την απάτη που διέπραττε σε βάρος του μηνυτή ο συγκατηγορούμενος τους AA και συνέδραμαν αυτόν στην εκτέλεση αυτής αποδεχόμενοι της μέσω αυτών και με τον τρόπο που προαναφέρθηκε καταβολής μέρους του συνολικού ποσού των 210.000.000 δρχ. στο οποίο συμποσούται η επελθούσα περιουσιακή ζημία του μηνυτή. Ο μεν AA κατ' ανάγκη συνομολογεί τις καταβολές που έγιναν μέσω Τραπέζης (στον ίδιο και μέσω του γ' κατηγορουμένου) αποδίδοντας αυτές αορίστως σε σύναψη "δήθεν" δανείου ανάμεσα σ' αυτόν και τον μηνυτή, δεν δίδει όμως καμία εύλογη εξήγηση στον περίεργο τρόπο καταβολής του ποσού των 100.000.000 δρχ., κατά το ήμισυ σε δικό του λογαριασμό Τραπέζης και κατά το υπόλοιπο (50.000.000 δρχ.) μέσω λογαριασμού Χ2 με την ίδια ημεροχρονολογία (10.6.99) συναλλαγών. Εκ παραλλήλου ο Χ2 αντιφάσκει με τους ισχυρισμούς του ως άνω συγκατηγορουμένου του, ο οποίος ισχυρίζεται στα υπομνήματα του ότι όλα τα χρήματα του απεδόθησαν "αμέσως" από τον Χ2, ενώ ο Χ2 ισχυρίζεται ότι δια των χρημάτων που κατατέθηκαν στον λογαριασμό του τακτοποίησε υποχρεώσεις του "φίλου" και "πελάτη" του AA, δεν εξηγεί όμως γιατί στην ένδικη περίπτωση ακολουθήθηκε η μεθοδολογία της μέσω του δικού του λογαριασμού διακίνησης των 50.000.000 δρχ., που προορίζονταν για τον AA, ενώ στα ίδια υπομνήματα του ισχυρίζεται ότι σχεδόν παγίως και εφοδιασμένος προς τούτο με σχετικό πληρεξούσιο αναλάμβανε χρήματα από τους λογαριασμούς του AA για να ρυθμίσει διάφορες οφειλές του τελευταίου προς τρίτους. Τέλος και όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εκ των κατηγορουμένων Χ1 που περιορίζεται σε πλήρη άρνηση της οποιασδήποτε ανάμιξης του στην ένδικη υπόθεση, υφίσταται η λεπτομερής κατάθεση του ΒΒ, που προαναφέρθηκε, ο οποίος κατηγορηματικά δηλώνει την καταβολή των 100.000.000 δρχ. στις 27.5.99 προς τον Χ1 και η οποία συνδυαζόμενη με τα έγγραφα κίνησης του λογαριασμού που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα ο μηνυτής στα οποία απεικονίζεται η με την ως άνω ημεροχρονολογία απόσυρση του ως άνω χρηματικού ποσού από τον σχετικό λογαριασμό του μηνυτή, καταλύει τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ως άνω κατηγορουμένου. Υπέρ αυτών συνηγορεί και η από 24.5.2005 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ΓΓ ενώπιον της 30ης Πταισματοδίκου δοθείσα, ο οποίος βεβαιώνει ότι ενώπιον του ο AA αποδέχθηκε οφειλή 200.000.000 δρχ. προς τον μηνυτή.
V. Κατά τας παραδοχάς αυτάς του βουλεύματος σχετικώς με α) τον αναιρεσείοντα Χ1: Η πρώτη αποδιδομένη εις αυτόν πράξις της αμέσου συνεργείας εις απάτην φέρεται τελεσθείσα την 27 Μαΐου 1999, ήτοι προ της ισχύος του άνω νόμου 2721/1999 και συνεπώς της θεσπίσεως υπ'αυτού της προαναφερθείσης επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. β' Π.Κ., μη εμπίπτουσα όθεν εις αυτήν. Η ετέρα τοιαύτη πράξις φέρεται μεν τελεσθείσα μετά την ισχύν του νόμου αυτού ήτοι την 21/10/1999, πλην το φερόμενον ως περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα εξ αυτής ζημία ανέρχονται εις το ποσόν των 10.000.000 δρχ. και συνεπώς τούτο δεν υπερβαίνει το ποσόν των 25.000.000 δρχ., ώστε να στοιχειοθετηθή η ανωτέρω επιβαρυντική περίστασις του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. β' Π.Κ., έχουσα κακουργηματικόν χαρακτήρα. Επομένως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά υπήχθησαν εσφαλμένως εις την διάταξιν του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. β'Π.Κ., ενώ έδει, αφού δεν συνέτρεχε περίπτωσις υπαγωγής των εις την διάταξιν του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ., να υπαχθούν εις την διάταξιν του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ., που καθιερώνει πλημμεληματικήν μορφήν τελέσεως του εγκλήματος της απάτης. Κατά συνέπειαν πρέπει να αναιρεθή το πληττόμενον βούλευμα, σχετικώς με τον αναιρεσείοντα Χ1 δι'εσφαλμένην εφαρμογήν της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. β' Π.Κ., κατά τον βάσιμον αυτόν αναιρετικόν λόγον, παρελκούσης της ερεύνης του ετέρου λόγου αναιρέσεως. Συνακολούθως δε πρέπει να παύση οριστικώς η κατ'αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξις διά τα ανωτέρω εις βαθμόν πλημμελήματος πράξεις της αμέσου συνεργείας εις απάτην λόγω παραγραφής του αξιοποίνου αυτών, παρελθούσης οκταετίας από της τελέσεώς των (Α.Π. 1172/2005 Π Λογ 2005 σελ. 1016 κ.ά.). Περαιτέρω σχετικώς με β) τον αναιρεσείοντα Χ2: Εν αρχή του σκεπτικού του βουλεύματος αναφέρονται, κατ'αντιγραφήν της Εισαγγελικής προτάσεως, τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπ'όψιν, ήτοι μήνυσις και κατάθεσις πολιτικώς ενάγοντος, υπομνήματα πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων ΔΔ, ΕΕ, ΓΓ, τα έγγραφα που προσεκομίσθησαν και αι απολογίαι των κατηγορουμένων. Ακολούθως, κατ'αντιγραφήν πάντοτε της Εισαγγελικής προτάσεως, αναφέρεται ότι εκ των ως άνω αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ως τοιαύτα δε μνημονεύονται 1) το περιεχόμενον της μηνύσεως του πολιτικώς ενάγοντος, 2) το περιεχόμενον της απαγγελθείσης υπό του Ανακριτού κατηγορίας κατά των κατηγορουμένων, 3) το περιεχόμενον του εκκαλουμένου βουλεύματος και 4) το περιεχόμενον της εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος, μηδεμιάς γενομένης αναφοράς επί των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ουσίαν της υπό κρίσιν υποθέσεως. Μετά την μνείαν των ανωτέρω εγγράφων και την καταχώρισιν του περιεχομένου των εις το σκεπτικόν αναφέρεται, ότι εκ της συνεκτιμήσεως του εκκαλουμένου βουλεύματος, των λόγων εφέσεως, των εγγράφων που προανεφέρθησαν και των διευκρινίσεων των διαδίκων κατά την ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπρόσωπον εμφάνισίν των προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Εις το σημείον αυτό ακολουθεί η ανάπτυξις των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ουσίαν της υπό κρίσιν υποθέσεως. Δηλαδή τα πραγματικά αυτά περιστατικά που δέχεται το Συμβούλιον, φέρεται ότι προέκυψαν όχι εκ των διαλβανομένων εις το άρθρον 178 Κ.Π.Δ. αποδεικτικών μέσων, όπως είναι οι μάρτυρες, τα έγγραφα κ.λ.π., αλλ'εκ της συνεκτιμήσεως του εκκαλουμένου βουλεύματος, των λόγων εφέσεως, των διευκρινίσεων εις τας οποίας προέβησαν οι διάδικοι κατά την ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπρόσωπον εμφάνισίν των και των εγγράφων που προανεφέρθησαν, ήτοι του περιεχομένου της μηνύσεως του πολιτικώς ενάγοντος και του περιεχομένου της απαγγελθείσης υπό του Ανακριτού κατηγορίας κατά των κατηγορουμένων. Εν συνεχεία κατά την ανάπτυξιν του σκεπτικού γίνεται αποσπασματική αναφορά εις τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, την μαρτυρικήν κατάθεσιν του ΓΓ και εις την ένορκον βεβαίωσιν ενώπιον του Ειρηνοδίκου Χαλανδρίου του ΒΒ. Η μερική όμως επίκλησις ωρισμένων αποδεικτικών μέσων, με την αναφοράν μεμονωμένης καταθέσεως μάρτυρος, συγκεκριμένου εγγράφου και ισχυρισμών κατηγορουμένων δεν συνιστά ειδικήν αιτιολογίαν, διότι δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ'όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, (Α.Π. 1876/2008, 450/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 446, 445 αντιστ. κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν δεν προκύπτει, ότι ελήφθησαν υπ'όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και όλαι αι μαρτυρικαί καταθέσεις και συγκεκριμένως αι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ΔΔ και ΕΕ. Η πλημμέλεια αυτή της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, καίτοι μη περιεχομένη εις τον σχετικόν αναιρετικόν λόγον, εν τούτοις λαμβάνεται υπ'όψιν αυτεπαγγέλτως κατ'άρθρον 484 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Περαιτέρω δεν μνημονεύεται εκ ποίου αποδεικτικού μέσου προκύπτει, ότι η παραπλανητική συμπεριφορά των κατηγορουμένων προς τον παθόντα ωλοκληρώθη την 10 Ιουνίου 1999, διά της υπό του AA διαβεβαιώσεως προς αυτόν, ότι το πρόβλημα επελύθη και ευρίσκεται εις τον αρμόδιον Υπουργόν δι'υπογραφήν η σχετική απόφασις, διά της οποίας το εισιτήριον του Καζίνο ... μειώνεται εις 2.000 δρχ. Εξ άλλου δεν αιτιολογείται, διατί εγένετο η υπό του παθόντος Ψ καταβολή εις τους κατηγορουμένους AA και Χ1 του ποσού των 100.000.000 δρχ. την 27 Μαΐου 1999, ήτοι εις χρόνον που δεν είχεν ολοκληρωθή η παραπλανητική συμπεριφορά τούτων προς αυτόν. Και η πλημμέλεια αυτή της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, καίτοι μη περιεχομένη εις τον σχετικόν λόγον αναιρέσεως, λαμβάνεται υπ'όψιν αυτεπαγγέλτως κατά το προαναφερθέν άρθρον. Τέλος ουδεμία αξιολόγησις γίνεται υπό του Συμβουλίου της υπ'αριθμ. 6293/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διά της οποίας απερρίφθη ως αβάσιμος κατ'ουσίαν η από 10/3/2004 αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος, με την ιδίαν ακριβώς ιστορικήν βάσιν της άνω εγκλήσεώς του κατ'αυτών, διά της οποίας εζήτει να υποχρεωθή ο AA να καταβάλη εις αυτόν το ανωτέρω ποσόν των 210.000.000 δρχ. ή 616.278,60 ευρώ και επί πλέον το ποσόν των 300.000 ευρώ ως χρηματικήν ικανοποίησιν διά την ηθικήν βλάβην που υπέστη, αγωγήν την οποίαν σημειωτέον δεν απηύθυνε και κατά των ανωτέρω αναιρεσειόντων. Εν όψει αυτών πρέπει να αναιρεθή το πληττόμενον βούλευμα δι'έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 και να παραπεμφθή η υπόθεσις εν σχέσει με αυτόν εις το αυτό Συμβούλιον προς νέαν κρίσιν, συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών εκτός των πρότερον δικασάντων.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν:
Ι. Να γίνουν δεκταί αι από 11 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ... .
ΙΙ. Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 2053/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙΙ. Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξις κατά του Χ1 δι'άμεσον συνέργειαν εις απάτην, πράξιν φερομένην ως υπ'αυτού τελεσθείσαν εις Αθήνας την 27ην Μαΐου 1999 και 21ην Οκτωβρίου 1999 εις βάρος του Νικολάου Μπαλογιάννη.
ΙV. Nα παραπεμφθή η υπόθεσις, καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2, εις το αυτό Συμβούλιον προς νέαν κρίσιν, συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών εκτός των πρότερον δικασάντων.
Αθήνα 26 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως α) του Χ1, και β) Χ2, με αριθμό 203/11-12-2008 και 206/11-12-2008, κατά του υπ' αριθμό 2053/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε κατ' ουσία δεκτή η έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά του υπ' αριθμό 718/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, και με το οποίο (βούλευμα) με αριθμό 2053/2008, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, ( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Γι' αυτό, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα τους, και να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Η νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, η οποία αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της απάτης, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και, επομένως, πρέπει αυτή να εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται νέα μορφή επιβαρυντικής περιστάσεως του εγκλήματος της απάτης, η οποία δεν δύναται να τύχει εφαρμογής για πράξεις που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του ν.2721/1999, ήτοι προ της 3-6-1999 (ΑΠ 111/2008, 1541/2007 Π.Χ ΝΗ σελ. 991 και Πράξ. Λόγ 2008 σελ. 674). Εξάλλου, οι πράξεις της απάτης, μετά την ισχύ της διατάξεως αυτής, εμπίπτουν σε αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ήδη 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' του Π.Κ, προκύπτει ότι για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλο αξιόποινη πράξη, απαιτείται η παροχή άμεσης συνδρομής από το συνεργό κατά τη διάρκεια της κυρίας πράξεως και κατά την εκτέλεση της από τον αυτουργό, ούτως ώστε χωρίς τη συνδρομή εκείνου, να μην είναι δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π..Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και γ) είναι επιτρεπτή η εξ' ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθ. 2053/2008 βούλευμα του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δικές του σκέψεις δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "IV. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα εδέχθη, ότι εκ της συνεκτιμήσεως τόσον του εκκαλουμένου
βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσον και των λόγων εφέσεως, εν συνδυασμώ με όλα τα έγγραφα που προανεφέρθησαν και αποτελούν περιεχόμενον της εξεταζόμενης δικογραφίας, όπως και εκ των διευκρινίσεων εις τας οποίας προέβησαν οι διάδικοι κατά την ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπρόσωπον εμφάνισιν των, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν προκηρυχθέντος διεθνούς πλειοδοτικού διαγωνισμού κατακυρώθηκε στην κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΔΕΤ. Α.Ε. ALMO - OLYMPIC GMP - ICM - IBCM άδεια λειτουργίας επιχείρησης καζίνο, εκμετάλλευσης της ανώνυμης εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ" Α.Ε. η οποία συνεστήθη νομοτύπως στις 14.12.1995. Σ' αυτή την εταιρεία με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης παραχωρήθηκε άδεια λειτουργίας της επιχείρησης ΚΑΖΙΝΟ στη ... και καταρτίστηκε ανάμεσα σ' αυτήν την εταιρία και το Ελληνικό Δημόσιο η από 12.9.1996 σύμβαση. Σύμφωνα με όρο αυτής της σύμβασης, ο ενάγων, μέτοχος κατά ποσοστό 50% της κοινοπρακτούσας εταιρείας "OLYMPIC AMUSEMENTS SA" κάλυψε με εισαχθέν από την Αυστραλία συνάλλαγμα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου της εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε. και εξ αυτού του λόγου επεδίωξε την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν.δ. 2687/1953 προκειμένου να επιτύχει μείωση της τιμής εισόδου των πελατών της στο καζίνο από 5000 δρχ. που ήταν το καθορισθέν ποσό κατ' άτομο από τον Υπουργό Οικονομικών σε 2.000 δρχ. όπως είχε επιτύχει η εταιρία HΑYATT REGENCY ανάδοχος του Καζίνο ... . Στα πλαίσια των προσπαθειών αυτών, ο β' μηνυόμενος Χ1 με την ιδιότητα του διευθυντή marketing της ως άνω εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ έφερε σε επαφή τον μηνυτή με τον κατηγορούμενο AA εμφανίζοντας αυτόν ως άτομο φερέγγυο και δυνάμενο να επιλύσει θετικά το ζήτημα της τροποποίησης κατά τα ως άνω της υπουργικής απόφασης που καθόριζε την τιμή του εισιτηρίου στο Καζίνο ... . Στις επαφές μηνυτή και α' κατηγορουμένου (AA) που ξεκίνησαν το μήνα Μάιο του έτους 1999 και πιο συγκεκριμένα 27.5.1999 που ήταν άλλοτε αυτοπρόσωπες, άλλοτε τηλεφωνικές (από ... της ... που είναι μόνιμος κάτοικος ο μηνυτής) ο AA διαβεβαίωνε τον μηνυτή ότι είχε την δυνατότητα με νόμιμες διαδικασίες να επιμεληθεί της τροποποίησης της υπ' αριθμ. 1128269/1296/0015/ 16.11.1995 (ΦΕΚ Β 982/29.11.1995) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με την οποία είχε επιβληθεί εισιτήριο εισόδου στο καζίνο ... ύψους 5.000 δρχ., ώστε το ποσό αυτό να περιοριστεί στις 2.000 δρχ. (όπως και έγινε για το καζίνο Θεσσαλονίκης) ή να απαλλαγεί καθ' ολοκληρία ο φορέας της επιχείρησης του Καζίνο ... (βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο μηνυτής) παντελώς αυτής της υποχρέωσης. Έκτοτε και μέχρι 21.10.1999 με την επιπλέον διαβεβαίωση του AA στις 10.6.1999 ότι το πρόβλημα λύθηκε και βρίσκεται στον Αρμόδιο Υπουργό για υπογραφή η σχετική απόφαση με την οποία το εισιτήριο του Καζίνο ... μειώνεται σε 2.000 δρχ. ολοκληρώνεται πλέον η απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων προς τον μηνυτή, ο μηνυτής δίνοντας την εντολή προς τον AA να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την επίτευξη του ως άνω στόχου (μείωση εισιτηρίου Καζίνο ...) προκαταβάλλει μέσω του κατηγορουμένου Χ1 προς τον α1 κατηγορούμενο 100.000.000 δρχ. ως μέρος της αμοιβής για την εκτέλεση της προαναφερόμενης εντολής, ποσό που καταβλήθηκε τοις μετρητοίς από τον ΒΒ στον Χ1 στις 27.5.1999 γι' αυτό το σκοπό ύστερα από σχετική ανάληψη του ΒΒ από τον λογαριασμό που διατηρούσε ο μηνυτής στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, Υποκατάστημα ... (βλ. σχετική από 8.5.2006 ένορκη βεβαίωση του ΒΒ ενώπιον του Ειρηνοδίκου Χαλανδρίου δοθείσα και σχετικά στην δικογραφία έγγραφα της εν λόγω τράπεζας από την κίνηση του σχετικού λογαριασμού του μηνυτή φαίνεται πραγματοποιηθείσα 27.5.1999 η εν λόγω ανάληψη χρημάτων). Περαιτέρω και για τον ίδιο λόγο λειτουργώντας πάντα σύμφωνα με συγκεκριμένες οδηγίες του AA (για τον τρόπο καταβολής των χρηματικών ποσών), στις 10.6.1999 καταθέτει στον ... λογαριασμό του AA στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 50.000.000 δρχ. και άλλα 50.000.000 δρχ. (την ίδια ημεροχρονολογία) σε λογαριασμό του συνεργάτη του AA (όπως δηλώθηκε από τον τελευταίο γ' κατηγορούμενο) Χ2 για λογαριασμό πάντα του α' των κατηγορουμένων AA. Για την ίδια αιτία και ύστερα από σχετική αξίωση του α' κατηγορουμένου καταβάλλονται από τον μηνυτή ακόμη 10.000.000 δρχ. στον Χ1 στις 21.10.1999 με διαρκώς επαναλαμβανόμενες τις ψευδείς παραστάσεις που προαναφέρθηκαν περί οριστικής επιλύσεως του προβλήματος, μειώσεως του εισιτηρίου του Καζίνο ..., από τον α' κατηγορούμενο στις αλλεπάλληλες επικοινωνίες του με τον μηνυτή, στις οποίες πεισθείς ο τελευταίος προέβη στις ως άνω με τελικό αποδέκτη τον AA χρηματικές καταβολές. Ακολούθως όμως προέκυψε σαφώς ότι ο α' κατηγορούμενος δεν είχε την δυνατότητα αλλά και την πρόθεση να εκτελέσει την εντολή που κατά τα ως άνω ανέλαβε να διεκπεραιώσει για λογαριασμό του μηνυτή. Μοναδικός του σκοπός ήταν με απατηλές διαβεβαιώσεις που προαναπτύχθηκαν να εξαπατήσει τον μηνυτή πείθοντας τον να προβεί σε χρηματικές καταβολές συνολικού ύψους 210.000.000 δρχ. με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης αυτού του ποσού επ' αντιστοιχώ περιουσιακή ζημία του μηνυτή. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων που διαλαμβάνονται στα περιλαμβανόμενα στη δικογραφία έγγραφα δεν είναι ικανοί να κλονίσουν την πεποίθηση που σχημάτισε το παρόν Συμβούλιο περί της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής αυτών για τις πράξεις που κατηγορούνται. Και ειδικότερα οι εκ των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, ότι γνώριζαν την απάτη που διέπραττε σε βάρος του μηνυτή ο συγκατηγορούμενος τους AA και συνέδραμαν αυτόν στην εκτέλεση αυτής αποδεχόμενοι της μέσω αυτών και με τον τρόπο που προαναφέρθηκε καταβολής μέρους του συνολικού ποσού των 210.000.000 δρχ. στο οποίο συμποσούται η επελθούσα περιουσιακή ζημία του μηνυτή. Ο μεν AA κατ' ανάγκη συνομολογεί τις καταβολές που έγιναν μέσω Τραπέζης (στον ίδιο και μέσω του γ' κατηγορουμένου) αποδίδοντας αυτές αορίστως σε σύναψη "δήθεν" δανείου ανάμεσα σ' αυτόν και τον μηνυτή, δεν δίδει όμως καμία εύλογη εξήγηση στον περίεργο τρόπο καταβολής του ποσού των 100.000.000 δρχ., κατά το ήμισυ σε δικό του λογαριασμό Τραπέζης και κατά το υπόλοιπο (50.000.000 δρχ.) μέσω λογαριασμού Χ2 με την ίδια ημεροχρονολογία (10.6.99) συναλλαγών. Εκ παραλλήλου ο Χ2 αντιφάσκει με τους ισχυρισμούς του ως άνω συγκατηγορουμένου του, ο οποίος ισχυρίζεται στα υπομνήματα του ότι όλα τα χρήματα του απεδόθησαν "αμέσως" από τον Χ2, ενώ ο Χ2 ισχυρίζεται ότι δια των χρημάτων που κατατέθηκαν στον λογαριασμό του τακτοποίησε υποχρεώσεις του "φίλου" και "πελάτη" του AA, δεν εξηγεί όμως γιατί στην ένδικη περίπτωση ακολουθήθηκε η μεθοδολογία της μέσω του δικού του λογαριασμού διακίνησης των 50.000.000 δρχ., που προορίζονταν για τον AA, ενώ στα ίδια υπομνήματα του ισχυρίζεται ότι σχεδόν παγίως και εφοδιασμένος προς τούτο με σχετικό πληρεξούσιο αναλάμβανε χρήματα από τους λογαριασμούς του AA για να ρυθμίσει διάφορες οφειλές του τελευταίου προς τρίτους. Τέλος και όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εκ των κατηγορουμένων Χ1 που περιορίζεται σε πλήρη άρνηση της οποιασδήποτε ανάμιξης του στην ένδικη υπόθεση, υφίσταται η λεπτομερής κατάθεση του ΒΒ, που προαναφέρθηκε, ο οποίος κατηγορηματικά δηλώνει την καταβολή των 100.000.000 δρχ. στις 27.5.99 προς τον Χ1 και η οποία συνδυαζόμενη με τα έγγραφα κίνησης του λογαριασμού που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα ο μηνυτής στα οποία απεικονίζεται η με την ως άνω ημεροχρονολογία απόσυρση του ως άνω χρηματικού ποσού από τον σχετικό λογαριασμό του μηνυτή, καταλύει τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ως άνω κατηγορουμένου. Υπέρ αυτών συνηγορεί και η από 24.5.2005 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ΓΓ ενώπιον της 30ης Πταισματοδίκου δοθείσα, ο οποίος βεβαιώνει ότι ενώπιον του ο AA αποδέχθηκε οφειλή 200.000.000 δρχ. προς τον μηνυτή".
Σύμφωνα, όμως, με τις παραπάνω παραδοχές του βουλεύματος, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Χ1, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η πρώτη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη που του αποδίδεται, φέρεται να έχει τελεσθεί την 27-5-1999, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος του ν. 2721/1999, και ως εκ τούτου η μεταγενέστερη θέσπιση της επιβαρυντικής περιστάσεως της παρ.3 εδ. β' του Π.Κ, δεν εμπίπτει σ' αυτή. Η άλλη πράξη της απάτης φέρεται να έχει τελεσθεί την 21-10-1999, ήτοι μετά την ισχύ του ως άνω νόμου 2721/1999, πλην όμως, το φερόμενο ως περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα αντίστοιχα ζημία, ανέρχονται στο ποσό των 10.000.000 δραχμών και συνεπώς δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 ήδη 73.000 ευρώ, ώστε να συντρέξει η ανωτέρω επιβαρυντική περίσταση που έχει κακουργηματικό χαρακτήρα.
Συνεπώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ 3 εδ. β' του Π.Κ, ενώ έπρεπε, αφού, δεν συνέτρεχε περίπτωση υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 386 παρ.3 εδ. α' του Π.Κ, να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 εδ. β του ίδιου Κώδικα, που καθιερώνει την πλημμεληματική μορφή του αδικήματος της απάτης. Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού, από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β του Κ.Π.Δ, λόγου αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να παύσει οριστικά, κατά το άρθρο 370 περ. β του Κ.Π.Δ, η ασκηθείσα σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος, ποινική δίωξη, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, αφού από της τελέσεως της, κατά την 27-5-1999 στην πρώτη περίπτωση και κατά την 21-10-1999 στη δεύτερη περίπτωση, μέχρι και την εκδίκαση της υποθέσεως, κατά την 1-4-2009, αλλά και μέχρι τη διάσκεψη (29-4-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Β) επί της αναιρέσεως του Χ2.
Επειδή, έλλειψη της, κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την προανάκριση και κύρια ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η αόριστη, όμως, αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, αφού δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά του υπ' αριθμό 718/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο είχε παύσει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, AA, εξαφάνισε τούτο και στη συνέχεια παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα Χ2, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικασθεί για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 27-5-1999 έως 21-10-1999, (άρθρα 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1β, 386 παρ. 1, 3β, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999).
Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, προκειμένου να κρίνει για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος, Χ2, ικανών να στηρίξουν δημόσια σε βάρος του κατηγορία, για την ως άνω κακουργηματική πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, σε σχέση με την παράθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία σχημάτισε την ουσιαστική κρίση του, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, για την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα στοιχεία-αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: 1) τη μήνυση και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, 2) τα υπομνήματα του πολιτικώς ενάγοντος, 3) τις καταθέσεις των μαρτύρων ΔΔ, ΕΕ, και ΓΓ, 4) τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και 5) τις απολογίες των κατηγορουμένων. Επιπρόσθετα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να στηρίξει την παραπάνω κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "από την συνεκτίμηση τόσο του εκκαλουμένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσο και των λόγων εφέσεως σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν και αποτελούν περιεχόμενο της εξεταζόμενης δικογραφίας και από όσα κατά την διαταχθείσα αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, ενόψει των διευκρινήσεων που δόθηκαν στο συμβούλιο, προέκυψαν κατά την κρίση του τα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν. Με τον τρόποόμως, αυτό, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στις παραδοχές του, φέρεται ότι προέκυψαν, όχι από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι μάρτυρες, τα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αλλά από τη συνεκτίμηση του εκκαλούμενου βουλεύματος, από τους λόγους που διαλαμβάνονται στην έφεση, από τις διευκρινήσεις των διαδίκων κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους και σε αποσπασματική αναφορά από την κατάθεση του μάρτυρα ΓΓ, καθώς και την ένορκη βεβαίωση του ΒΒ, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου. Η έλλειψη αυτή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καλυφθεί από την επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων ή και ορισμένων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, αφού δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ευρισκόμενα στη δικογραφία έγγραφα και όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις, όπως εκείνες των εξετασθέντων μαρτύρων ΔΔ και ΕΕ. Πέραν αυτών, δεν μνημονεύεται από ποιό αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι η παραπλανητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι του παθόντος, ολοκληρώθηκε την 10-6-1999, με την από μέρους του AA διαβεβαίωση, ότι το πρόβλημα επιλύθηκε και ότι ευρίσκεται προς υπογραφή στον αρμόδιο υπουργό. Ούτε, επίσης αιτιολογείται γιατί έγινε από μέρους του παθόντος Ψ, η καταβολή προς στους κατηγορούμενους AA και Χ1, του ποσού των 100.000.000 δραχμών, την 27-5-1999, ήτοι σε χρόνο που δεν είχε ολοκληρωθεί η παραπλανητική συμπεριφορά αυτών, προς τον ως άνω παθόντα. Ακόμη, δεν γίνεται οποιαδήποτε αξιολόγηση από το Συμβούλιο Εφετών της υπ' αριθμό 6293/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 10-3-2004 αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος με την ίδια ακριβώς ιστορική βάση που έχει και η έγκλησή του εναντίον τους. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή, ως βάσιμου του πρόβαλλόμενου από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ, λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί, το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ' αριθμό 2.053//2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, κατά του Χ1, κατοίκου ..., για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 1999 και 21 Οκτωβρίου 1999, σε βάρος του Ψ. Και

Παραπέμπει την υπόθεση, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2, κάτοικο ..., για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή