Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1438 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1438/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1772/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του, καθώς και στους από 15 Φεβρουαρίου 2013 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1111/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες α) από 5-10-2012 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, Η. Μ. και β) από 15-2-13, με ξεχωριστό δικόγραφο, από τον άνω κατηγορούμενο, κατατεθέντες νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρόσθετοι λόγοι, κατά της υπ' αριθμ. 1772/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 §5β του ν.2721/1999, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: (α)ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ". Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή, δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του, β) Ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα. Και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Τέτοια βούληση υφίσταται και όταν εκμεταλλεύεται το πράγμα προς ίδιο όφελος και αντίθετα με τις δοθείσες οδηγίες του κυρίου του πράγματος. Περαιτέρω, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξης. Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. "Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει "in concreto" αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο. Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ.(ποσά που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως και αυτόν της εκδικάσεως της υπόθεσης). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ, 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται και στο άρθρο 258 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του ΠΚ,), και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικό πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης "Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Η εσφαλμένη δε ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ.ΑΠ 3/1998). Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη ως άνω απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη και μνημονεύει κατ' είδος προέκυψαν τα εξής: ο κατηγορούμενος σε χρονικό διάστημα από 21-5-2003 έως τις 27-8-2003, ενώ ήταν αξιωματικός του Στρατού Ξηράς των ενόπλων δυνάμεων και υπηρετούσε στην ΜΥΕΥΕΘΑ (Μονάδα υποστήριξης του Επιτελείου Υπουργείου Εθνικής Άμυνας) με τον βαθμό του ανθυπασπιστή ως αξιωματικός βοηθός του αξιωματικού διαχειριστή του υποταμείου των χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής (ΧΕΠ) επισμηνία Χ. Δ. και ενώ έλαβε απ' αυτόν ως προκαταβολή το ποσό των 200.438 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. …/13-5-2003 απόδειξης πληρωμής, η οποία όμως δεν είχε θεωρηθεί από τα αρμόδια οικονομικά όργανα της μονάδας ήτοι τον επόπτη Οικονομικών υπηρεσιών και διοικητή, και έφερε διαγραφές χρηματικών ποσών, με οριστικό το άνω ποσό των 200.438 ευρώ, το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία του και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, καθόσον σε έλεγχο που διενήργησε ο διοικητής της Μονάδας και κατόπιν στην τακτική οικονομική επιθεώρηση της διεύθυνσης ελεγκτικού του ΓΕΣ δεν επέδειξε παραστατικά έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ο τρόπος ανάλυσης του πιο πάνω χρηματικού ποσού, ούτε απέδωσε το ποσό αυτό στο ταμείο της μονάδας, με την δε από 20-8-2003 υπεύθυνη δήλωσή του αποδέχθηκε την οφειλή του παραπάνω χρηματικού ποσού. Σχετικά δε με την πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση αποδείχθηκε ότι όταν ο κατηγορούμενος δεν απέδιδε τα άνω χρήματα στον Δ. Χ., που τότε ήταν διαχειριστής του τμήματος δαπανών του υποταμείου των ΧΕΠ στη μονάδα υποστήριξης του ΕΠΝΕΘΑ, αυτός (Χ.) ενημέρωσε τον υποδιοικητή της μονάδας Γ. Μ. και αυτός με τη σειρά του τον Π. Α. που ήταν ο διοικητής της άνω μονάδας στις 20-8-2003. Τότε ο τελευταίος δηλαδή ο διοικητής κάλεσε τον κατ/νο και αυτός του είπε ότι για το έλλειμα δεν φταίει ο Χ., αλλά ότι μπορεί να οφείλεται σε κάποιο λογιστικό λάθος. Στη συνέχεια ενημερώθηκε και ο Συνταγματάρχης και στρατιωτικός διευθυντής του Επιτελείου του Υπουργείου Άμυνας Ι. Σ., στον οποίο μπορστά ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την οφειλή του αυτή. Τότε διατάχθηκε να γίνει έλεγχος από το τμήμα οικονομικού ελέγχου, ο οποίος και έγινε και ο διενεργήσας τον έλεγχο Σ. Π. καταλόγισε το ποσό στον κατηγορούμενο, ο οποίος στις 20-8-2003 υπέγραψε ενώπιον των Α., Κ. και Μ. την πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση.
Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ, α' 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 258 περ. γ' ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, μετά το Ν.2721/99 και το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950, όπως ισχύει, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων , ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να παρίσταται αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεση τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, καθώς και η συγκριτική αξιολόγηση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τους . Οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με το αναιρετήριο δικόγραφο και αυτό των προσθέτων λόγων ότι η προσβαλλομένη "δεν εκτίμησε αποδεικτικά και δεν αξιολόγησε προσηκόντως τόσο τις υπ' αριθμ 2707/2011 και 1370/2006 αποφάσεις του Ελεκτικού Συνεδρίου με τις οποίες ακυρώθηκαν οι σε βάρος του καταλογιστικές πράξεις της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης για την ίδια αιτία, δηλαδή αναφορικά με το ποσόν του ενδίκου ελλείμματος, όσο και τις υπ' αριθμ. 1108/2008 και 1109/2008 όμοιες του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με τις οποίες ακυρώθηκαν η σχετική γνωμοδότηση του Β' Βάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου Ενόπλων Δυνάμεων και το από 21-10-2004 περί αποτάξεως του Προεδρικό Διάταγμα, ότι "αντιθέτως στήριξε τη δυσμενή γι' αυτόν κρίση του το μεν στην υπ' αριθμ 1120/13-5-2003 απόδειξη πληρωμής παρατύπως εκδοθείσα αλλά και αλλοιωμένη κατά περιεχόμενο, το δε στην από 20-8-2003 υπεύθυνη δήλωσή του, η οποία ελήφθη αυθαίρετα και υπό καθεστώς ψυχολογικής πίεσης από το διοικητή της μονάδος που υπηρετούσε και η οποία, όπως και η κατάθεση του αποτέλεσε στοιχείο της ένορκης διοικητικής Εξέτασης την οποία δεόντως εκτίμησε το δικαστήριο", "ότι ευθύνη έχουν τρίτα πρόσωπα", ότι "εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα οι αποδείξεις και ιδίως ορισμένα έγγραφα", είναι απαράδεκτες, διότι με την κατ' επίφαση πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου η προσβολή κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, εγγράφου ως πλαστού κατά τις διατάξεις του άρθρου 338 παρ 1 και 2 ΚΠΔ αποτελεί ένσταση και εμποδίζει την ανάγνωσή του σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ 1 εδ α' του ίδιου Κώδικα μέχρι τη διαπίστωση της γνησιότητάς του και εμποδίζει την αποδεικτική αξιοποίησή του. Προκειμένου όμως, το Δικαστήριο να ερευνήσει για τη γνησιότητα του εγγράφου και να αποφανθεί αιτιολογημένα επ' αυτού, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να εκφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του μάρτυρα υπεράσπισης Π. Λ. προβλήθηκε ισχυρισμός περί πλαστότητος της υπ' αριθμ. 1120 απόδειξης με την εξής κατά λέξη διατύπωση "Στο σημείο αυτό οι συνήγοροι του κατηγορουμένου κατέθεσαν την υπ' αριθμ. 1120 απόδειξη την οποία προσβάλουν ως πλαστή". Όπως όμως διατυπώθηκε ό άνω ισχυρισμός ήταν αόριστος και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση περαιτέρω ερεύνης και αιτιολογίας αυτού. Συνακόλουθα ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο συναφής πρόσθετος λόγος από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. (ΑΠ 368/2011, ΑΠ 368/2013).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία συνίσταται στο ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε τη δυσμενή για τον αναιρεσείοντα κρίση του στην από 20-8-2003 υπεύθυνη δήλωση η οποία ελήφθη αυθαίρετα και υπό το καθεστώς ψυχολογικής πίεσης από το Διοικητή της μονάδος που υπηρετούσε και η οποία όπως και η κατάθεσή του αποτέλεσε στοιχείο της ένορκης διοικητικής εξέτασης την οποία δεόντως εκτίμησε το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1772/2012 απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι μεταξύ των αναγνωστέων φέρεται και το πόρισμα Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης μεταξύ των στοιχείων της οποίας συμπεριλαμβάνεται και η κατάθεση του αναιρεσείοντος, πλην όμως δεν έγινε από το Δικαστήριο ιδιαίτερη αξιολογική αναφορά σ' αυτήν αλλά εκτιμήθηκαν οι συμπερασματικές διαπιστώσεις της εν λόγω ΕΔΕ. Η αναφορά και μόνο στην απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την ως άνω έκθεση ελέγχου, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά την έκθεση αυτή και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συγκέντρωσαν και αξιολόγησαν οι συντάκτες του (μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου) προκειμένου να διατυπώσουν το πόρισμα της έρευνάς τους. Όσον δε αφορά την υπεύθυνη δήλωση αναγνώσθηκε και αξιοποιήθηκε αποδεικτικά αλλά ως έγγραφο και δεν συνιστά κατάθεση ώστε η μεταγενέστερη αποδεικτική αξιοποίηση της να παρίσταται δικονομικά ανεπίτρεπτη. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Α ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 436/2012, 368/2013.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως ή πρόσθετου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Οκτωβρίου του 2012 αίτηση και τους από 15-2-2013 πρόσθετους λόγους του Η. Μ., περί αναιρέσεως της 1722/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή