Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2034 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αποδεικτικά μέσα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πραγματογνωμοσύνη, Κατηγορούμενος.




Περίληψη:
Πότε αιτιολογία καταδικαστικής απoφάσεως. Απαιτείται να αναφέρονται κατ’ είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα. Πότε η πραγματογνωμοσύνη ειδικό αποδεικτικό μέσο και πότε πρέπει να μνημονεύεται ιδιαίτερα άρθρ. 178, 183 ΚΠΔ. Εάν δεν μνημονεύεται ειδικώς, αρκεί από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή και το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως να προκύπτει ότι ελήφθη υπ’ όψη και συνεκτιμήθη. Πότε αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών. Εάν μη αναγνωσθέν έγγραφο ελήφθη υπ’ όψη, διότι περιλαμβάνεται σε άλλο αναγνωσθέν έγγραφο, όπως πρακτικά εκκαλουμένης που ανεγνώσθησαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όχι ακυρότης. Κατ’ άρθρον 366 § 2 ΚΠΔ, εάν ανεγνώσθησαν περικοπές από απολογία κατηγορουμένου στην ανάκριση, αυτές δεν αναγιγνώσκονται ως έγγραφο κατ’ άρθρο 354 και συνεπώς ο συγκατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει να τις σχολιάσει κατ’ άρθρο 358. Όχι ακυρότης εκ του ότι δεν εδόθη ο λόγος στο συγκατηγορούμενο προς τούτα. Απορρίπτει αναιρέσεις.




Αριθμός 2034/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο και Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Κούγια, περί αναιρέσεως ης 1071-1072/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: Χ3 και Χ4.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Νοεμβρίου 2007 και 16 Νοεμβρίου 2007 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1941/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αιτήσεις αναιρέσεως, από 8-11-2007 και υπ'αριθμ. 25 του Χ1 δια δηλώσεως ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και από 16-11-2007 του Χ2 δια δηλώσεως επιδοθείσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρέφονται κατά της υπ'αριθμ. 1071-1072/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην άνω γραμματεία την 30-10-2007. Πρέπει αυτές να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΠΚΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η κατ'είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη και συνεξετίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, όχι μόνο τινά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη (περ. γ' αυτού) η οποία όμως διατάσσεται υπό προϋποθέσεις κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ'όψη. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και το ουσιαστικό της περιεχόμενο εμπεριέχεται στις παραδοχές αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία (εδέχθη) ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Την 23-7-2003 περιήλθαν πληροφορίες στην Αστυνομία, ότι ..... υπήκοοι μαζί με άλλους, που θα τους βοηθούσαν, θα μετέφεραν μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ηρωίνη, από την ..... στην ..... . Οι πληροφορίες δε αυτές είχαν δοθεί στην αστυνομία από τον Α, μάρτυρα κατηγορίας. Ο τελευταίος ύστερα από υπόδειξη της αστυνομίας εμφανίσθηκε ως αγοραστής, αφού πρώτα μετέβη στην Αθήνα και συνάντησε τους πρώτο και δεύτερο από τους κατηγορουμένους (είναι οι δύο αναιρεσείοντες) που είναι ... υπήκοοι και ήταν αυτοί, οι οποίοι κατείχαν στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό ναρκωτικά και συγκεκριμένα τα μετέφεραν στην ..., με σκοπό να τα διαθέσουν εκεί. Η ποσότητα δε αυτή των ναρκωτικών (ηρωΐνη) ανερχόταν σε τέσσερα κιλά και εκατόν εβδομήντα έξι γραμμάρια (4.176), είχαν δε επ' αυτής τη φυσική εξουσία με την έννοια ότι μπορούσαν και οι δύο να τη διαθέσουν. Την παραπάνω δε ποσότητα, που αποτελούσε μέρος μεγαλύτερης, την είχε προμηθευτεί ο πρώτος και την είχε φέρει στο σπίτι του δεύτερου, στο οποίο και φιλοξενούνταν, με σκοπό να τη φυλάτουν εκεί, μέχρι να βρουν αγοραστές να την πωλήσουν. Ύστερα από σχετικές συνεννοήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων και του παραπάνω Α αποφασίσθηκε όπως τα ναρκωτικά, που είχαν τοποθετηθεί σε σακβουαγιάζ, συσκευασμένα σε οκτώ (8) δέματα, να τα παραλάβουν και μεταφέρουν με το ΚΤΕΛ οι τρίτη και τέταρτη από τους κατηγορουμένους, από τις οποίες η τρίτη ήταν σύζυγος του δεύτερου και η τέταρτη είχε δεσμό με τον πρώτο, ο δε πρώτος και δεύτερος θα μετέβαιναν στον τόπο της συνάντησης τους, που ήταν η ....., με ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο, ο δε Α θα ακολουθούσε με δικό του αυτοκίνητο. Έτσι οι μεν δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ξεκίνησαν για ... με το ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητό τους, οι δε τρίτη και τέταρτη απ' αυτούς, επιβιβάσθηκαν σε λεωφορείο υπεραστικό, κατέχουσες την πιο πάνω ναρκωτική ουσία από κοινού, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης επ' αυτής, την οποία μετέφεραν επίσης από κοινού ύστερα από συνεχείς προτροπές και συμβουλές των δύο πρώτων στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής οι κατηγορούμενοι και ιδίως οι δύο πρώτοι απ' αυτούς συνεννοούνταν δια μέσου κινητών τηλεφώνων με το φερόμενο ως αγοραστή Α, στο αυτοκίνητο του οποίου και τελικά επιβιβάσθηκαν και αυτοί έξω από τη ... λόγω μηχανικής βλάβης του αυτοκινήτου που επέβαιναν. Όταν έφθασαν οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων και ο ως άνω Α στην ... κατευθύνθηκαν στο σπίτι μιας τρίτης γυναίκας ονόματι Β, όπου και επρόκειτο να γίνει η συγκεκριμένη συναλλαγή (αγοραπωλησία) σε σχέση με την προεκτεθείσα ποσότητα των ναρκωτικών και ακολούθως επέστρεψαν ο δεύτερος κατηγορούμενος με τον Α σε σημείο του δρόμου που κάνει στάση το υπεραστικό λεωφορείο, όπου συνάντησαν τις τρίτη και τέταρτη από τους κατηγορουμένους, οι οποίες είχαν κατέλθει απ' αυτό (λεωφορείο) κρατώντας το σακβουαγιάζ με τα ναρκωτικά, τη στιγμή δε εκείνη επενέβησαν αστυνομικά όργανα, τα οποία ανέμεναν την έλευσή τους στο ως άνω σημείο και τους συνέλαβαν, πριν πραγματοποιηθεί η πώληση των ναρκωτικών στον Α, άλλα δε αστυνομικά όργανα ειδοποιηθέντα μετέβησαν στο σπίτι της ανωτέρω Β, όπου και συνέλαβαν τον πρώτο κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί η πράξη αυτή της πώλησης ναρκωτικών, όχι από δική τους βούληση αλλά από το γεγονός ότι επενέβη η αστυνομία και τους συνέλαβε. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως των αστυνομικών οργάνων και του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Α, αλλά και από την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου σε συνδυασμό με τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο ως άνω προανακριτικές απολογίες τις τρίτης και τέταρτης των κατηγορουμένων, που επιβεβαιώνουν τα προαναφερθέντα. Οι κατηγορούμενες τρίτη και τέταρτη ισχυρίσθηκαν ότι δεν γνώριζαν ότι κατείχαν και μετέφεραν ναρκωτικά, πράξεις στις οποίες προέβησαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, από αμέλεια δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που μπορούσαν και όφειλαν να καταβάλουν, δεν αντιλήφθηκαν ότι μεταφέρουν μέσα στο σακβουαγιάζ ναρκωτικές ουσίες. Πλην όμως, ο ισχυρισμός τους αυτός, που είναι αυτοτελής, αν γίνει δεκτός, οδηγεί στην κήρυξη της ενοχής τους κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από πρόθεση σε διάπραξη των πράξεων αυτών από αμέλεια, που έχει ως συνέπεια την τιμωρία αυτών σε βαθμό πλημμελήματος, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Και τούτο γιατί ανεξάρτητα των όσων ανέφεραν αυτές στις προανακριτικές τους απολογίες η όλη μεθόδευση αυτών σε συνεννόηση με τους δύο πρώτους να μεταφέρουν αυτές το ως άνω σακβουαγιάζ, όπου βρίσκονταν τα ναρκωτικά με το λεωφορείο, ενώ τις υπόλοιπες αποσκευές τους ανέλαβαν να μεταφέρουν οι συγκατηγορούμενοί τους (πρώτος και δεύτερος) με το ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο και το ότι επέλεξαν να ταξιδέψουν οι κατηγορούμενοι με διαφορετικό μέσο και ειδικότερα, οι μεν δύο πρώτοι με ΙΧΕ αυτοκίνητο, οι δε τρίτη και τέταρτη απ' αυτούς με υπεραστικό λεωφορείο μολονότι ο προορισμός τους ήταν ο ίδιος (για ...) και η ημέρα αναχώρησης και πάλι η ίδια, αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι οι δεύτερος και τρίτη ήσαν σύζυγοι, οι δε πρώτος και τέταρτη είχαν δεσμό, καταδεικνύει ότι η εκ μέρους των δύο τελευταίων κατηγορουμένων (τρίτης και τέταρτης) κατοχή και μεταφορά των ναρκωτικών έγινε όχι από αμέλεια αλλά από πρόθεση και με προφανή σκοπό να προφυλαχθεί η προεκτεθείσα ποσότητα ναρκωτικών για το ενδεχόμενο ότι θα παρακολουθούνταν οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, οι οποίοι είχαν συμφωνήσει να πωλήσουν αυτά (ναρκωτικά). Είναι δε προφανές ότι στην ενέργεια αυτή να κατέχουν και μεταφέρουν τα ναρκωτικά παρακινήθηκαν οι δύο τελευταίες κατηγορούμενες από τους δύο πρώτους, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τη σχέση που είχε ο καθένας απ' αυτούς με εκείνες. Περαιτέρω και με βάση τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω αποδειχθέντα το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι δεν ήταν τοξικομανείς, με την έννοια του νόμου, όπως και οι λοιπές δύο, τέλεσαν της προαναφερθείσες πράξεις της κατοχής από κοινού ναρκωτικών, της ηθικής αυτουργίας σε μεταφορά ναρκωτικών και της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών με την επιβαρυντική περίπτωση του ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο ότι η συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών ήταν πολύ μεγάλη, οι ενέργειες τους δε να τις μεταφέρουν η τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων μέσα σε σακβουαγιάζ με το λεωφορείο, οι ίδιοι δε να ταξιδέψουν για το κοινό σημείο συνάντησης στην ..., καταδεικνύουν το σκοπό τους να διαφυλάξουν αυτή ώστε να μεταφερθεί χωρίς φόβο να αποκαλυφθεί από τις αστυνομικές αρχές και να την πωλήσουν στον ανωτέρω Α, με προορισμό περαιτέρω διάθεσης στους τοξικομανείς, καταδεικνύουν επίσης έλλειψη στάθμισης εκ μέρους τους της τεράστιας ζημίας που θα προκαλούνταν στο κοινωνικό σύνολο και ιδίως νέων που θα έκαναν χρήση αυτής (βλ. Α.Π.25/1996 Π.Χ. ΜΣΤ-1306). Με βάση δε τα όσα προεκτέθησαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι ως ακολούθως: Οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, χωρίς να είναι τοξικομανείς, των πράξεων της από κοινού κατοχής ναρκωτικών, της ηθικής αυτουργίας σε μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και της από κοινού απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, που αποτελούν την ίδια ποσότητα, με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, δηλαδή ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, (οι τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων, χωρίς επίσης να είναι τοξικομανείς, των πράξεων της από κοινού μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς όμως τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987). Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά ως και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 περ. β' και ζ', και παρ. 2, 8 Ν.1729/1987 όπως ισχύει, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 45 ΠΚ.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήτο αναγκαίο να γίνει συσχέτιση και συγκριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ1 ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ'όψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την υπ'αριθμ.πρωτ. 4102/039/000/2003 έκθεση εξέτασης (δείγματος) η οποία περιέχεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο δε διότι το άνω έγγραφο καίτοι τιτλοφορούμενο ως "έκθεση εξέτασης" δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 178 γ' ΚΠΔ ως "πραγματογνωμοσύνη" και το οποίο πρέπει να μνημονεύεται στο αιτιολογικό της αποφάσεως ειδικώς, αλλ'είναι απλό έγγραφο και ως τοιούτο ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας που συνεξετιμήθη. Πέραν όμως αυτού, εις πάσα περίπτωση, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο σκεπτικό της προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το άνω έγγραφο όσον αφορά το είδος της ναρκωτικής ουσίας και εδέχθη ότι πρόκειται περί "ηρωΐνης" όπως ακριβώς και το, εις το έγγραφο αυτό, αποτέλεσμα του εξετασθέντος δείγματος.
Συνεπώς ο λόγος της αναιρέσεως του Χ1, περί ελλείψεως αιτιολογίας, στην προσβαλλομένη απόφαση, εκ της άνω παραλείψεως, αναφοράς της εκθέσεως εξετάσεως ιδιαιτέρως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν γίνεται λόγος περί των λοιπών δύο εκθέσεων εξετάσεως (δείγματος) που αφορούν "κάνναβη", για την κατοχή της οποίας, για τον άνω κατηγορούμενο έχει παύσει η ποινική δίωξη κατ'άρθρο 31 παρ.1 Ν.3346/17-6-2005, όπως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει. Επίσης η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ'όψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν εξετίμησε τις υπ'αριθμ. πρωτ. ..... και ..... ιατροδικαστικές εξετάσεις του Αναπληρωτού Καθηγητού του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γ που αφορούν τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντας, οι οποίες περιέχονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, ναι μεν δεν γίνεται μνεία περί αυτών στην αρχή της αιτιολογίας του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, στη συνέχεια όμως όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην καταδικαστική του για τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Χ1 κρίση του, ως και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνάγεται σαφώς και ανενδοιάστως ότι ελήφθη υπ' όψη η άνω υπ'αριθμ. ..... ιατροδικαστική έκθεση αφορώσα αυτόν, τον οποίον χαρακτηρίζει ως μη τοξικομανή, συμπέρασμα στο οποίο ακριβώς κατέληξε και το δικαστήριο με το αποδεικτικό του πόρισμα. Τέλος και η αιτίαση του αυτού αναιρεσείοντος ότι δεν έλαβε υπ'όψη του το δικαστήριο τις υπ'αριθμ. ..... και ..... εκθέσεις τοξικολογικής εξετάσεως ούρων της Επίκουρης Καθηγήτριας στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που αφορούν τους αναιρεσείοντας-κατηγορουμένους ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, οι οποίες περιέχονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η εξ αυτών 1780/27-8-2003 έκθεση αφορώσα τον Χ1 ουδεμία επίδραση είχε στην καταδικαστική γι' αυτόν κρίση του Πενταμελούς Εφετείου. Μετά ταύτα ο λόγος αναιρέσεως του Χ1 περί ελλείψεως αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, εξ αμφοτέρων των άνω τελευταίων παραλείψεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε τοιούτοι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται συμφώνως προς τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Η απόρριψη ούτως ενός τοιούτου ισχυρισμού, όπως είναι το αίτημα προς αναγνώριση της συνδρομής, μιας ή πολλών, εκ των ενδεικτικώς εις το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ αναφερομένων ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 364 παρ.1, 329, 331, 333 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠΔ) και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ιδίου Κώδικος, λόγον αναιρέσεως, διότι ούτω παραβιάζεται το εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ απορρέον δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις ή παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότης αυτή αποτρέπεται αν τα έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως (και δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου), ως και όταν τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο, προκειμένου να απορρίψει τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Χ1 περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ έλαβε υπ'όψη του τις "προανακριτικές απολογίες των κατηγορουμένων που ανεγνώσθησαν" και δη είπε επί λέξει: Αντίθετα το αίτημα του πρώτου και του δευτέρου κατηγορουμένου να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ.2 α ΠΚ) είναι μεν νόμιμο, πλην όμως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, καθόσον ναι μεν από τα προσκομισθέντα δελτία ποινικού μητρώου αυτών προκύπτει ότι αυτοί δεν έχουν καμμία καταδίκη, πλην όμως η ύπαρξη μόνον λευκού ποινικού μητρώου δεν αποδεικνύει την ύπαρξη προτέρου εντίμου βίου (ΑΠ 449/1996 Ποιν.Χρ. ΜΖ-69), εφόσον δεν αποδείχθησαν θετικά στοιχεία ικανά να χαρακτηρίσουν έντιμη, την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή τους. Αντίθετα από τις αναγνωσθείσες ως άνω προανακριτικές απολογίες προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι πριν από την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι, πώλησαν και άλλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών σε άγνωστο χρόνο και σε άγνωστους αγοραστές με συνέπεια και ανεξάρτητα από το ότι αυτοί δεν έχουν άλλες καταδίκες στο ποινικό μητρώο τους, να μη θεωρείται ότι έχουν έντιμο προηγούμενο βίο. Ο αναιρεσείων Χ1 προβάλλει την αιτίαση ότι η προανακριτική του απολογία δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στις σελ. 5-8 των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως αναγνωσθέντα έγγραφα, αιτίαση η οποία είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι η απολογία του αυτή περιλαμβάνεται ως αναγνωσθείσα εκ τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία μνημονεύονται εις το σκεπτικόν της προσβαλλομένης αποφάσεως μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο, άλλως ελλείψεως αιτιολογίας στην απόφαση, εκ του άνω λόγου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνόλό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ1.
Κατ'άρθρον 171 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπ'όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο (απόλυτη ακυρότης) προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ιδίου Κώδικος, η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο αποτελεί λόγον αναιρέσεως. Περαιτέρω κατ'άρθρο 366 παρ.2 ΚΠΔ αν όσα καταθέτει ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολό τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατό να του διαβαστούν οι αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 1071-1072/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την απολογία των τότε κατηγορουμένων Χ3 και Χ4 διαβάστηκαν στο ακροατήριό του περικοπές των από 19-7-2003 απολογιών των, για να καταδειχθούν οι αντιφάσεις των κατ'άρθρον 366 παρ.2 ΚΠΔ δηλαδή μόνον επειδή όσα εξέθεσαν στην απολογία των ήσαν διαφορετικά, όπως είχε προς τούτο ευχέρεια το δικαστήριο και όχι κατ'άρθρο 364 ΚΠΔ. Ούτως η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2, ότι οι άνω απολογίες ανεγνώσθησαν ως "έγγραφα" και μετά την ανάγνωσή των δεν του εδόθη ο λόγος να προβεί σε δηλώσεις ή επεξηγήσεις επ'αυτών κατ'άρθρον 358 ΚΠΔ, επελθούσης, εντεύθεν, απολύτου ακυρότητος είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αβάσιμος, συνεπώς, και απορριπτέος ο μόνος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεώς του και αυτή στο σύνόλό της.
Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 8-11-2007 και 16-11-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1071-1072/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή