Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1787 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1787/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου-καλούντος: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Γιασεμώ Καραγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:71/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 100/2015 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 20-12-2015 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 739/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης.
Ο αναιρεσίβλητος με την από 16-2-2017 κλήση του επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου, ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α του Ν.510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο Αστικός Κώδικας, ο Εισαγωγικός Νόμος του ΑΚ και το ΝΔ 7/10 Μαΐου 1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στα Δωδεκάνησα, πριν από την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ, η οποία πραγματοποιήθηκε από 1.1.1932, με το υπ’ αριθμ. 200/1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 91-102 και 103-105 του ίδιου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στις οποίες αυτός που τις εξουσίαζε είχε πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους, με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ ή εραζί εμιριέ ή αρζί μιρί), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούν γαίες και κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο (Ολ.ΑΠ 1/2013). Ειδικότερα ως ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ) το Οθωμανικό δίκαιο αναγνωρίζει προς όφελος των υπηκόων του (μουσουλμάνων και μη), μόνο τα αστικά ακίνητα (οικόπεδα, αυλές, κήπους, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) και επίσης τα ακίνητα με καρποφόρα δέντρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, ενώ στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (μιριγιέ ή εραζί εμιριέ ή αρζί μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι βοσκές (χειμερινές και θερινές), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που είχαν φυτευθεί με δένδρα, τα οποία δεν καλλιεργεί κανείς κ.λ.π. Οι εν λόγω δημόσιες γαίες μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό Δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπού) και ετήσιας δόσης, οπότε εκδιδόταν σχετικός τίτλος (ταπίο). Οι ιδιώτες με την παραχώρηση αυτή δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας στην παραχωρηθείσα έκταση, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο. Ανεξάρτητα όμως από την ως άνω παραχώρηση, ειδικά επί καλλιεργησίμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, κατά το άρθρο 78 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγραφών ταπίων της 7 Σαμπάν 1276, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και η έκδοση τίτλου (ταπίου) στο όνομα του σφετεριστή, η έκδοση του οποίου άλλωστε ήταν αποδεικτική και όχι συστατική, του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως. Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από το σφετεριστή, είναι όχι μόνο η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση εξουσίαση του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Αντίθετα, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 1248 του Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσεως της κυριότητας, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία και εκείνης του άρθρου 1660 του Οθωμ. ΑΚ, που προβλέπει την 15ετή αποσβεστική παραγραφή των αγωγών υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας, όσο και επί των δημοσίων γαιών, με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή, που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Οι ανωτέρω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την προαναφερθείσα Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (Διάταγμα με αριθμό 132/1929 του Ιταλού Κυβερνήτη), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν.510/1947. Μάλιστα οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, επειδή αφορούν σε όλες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων σ’ αυτά, έχουν εφαρμογή σε όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου και επομένως και στη Σύμη, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και την λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων, τα οποία δεν έχουν ιδρυθεί στο νησί αυτό. Ο θεσμός της χρησικτησίας για πρώτη φορά εισήχθη στα Δωδεκάνησα μετά την εισαγωγή σ’ αυτήν του Ιταλικού Αστικού Κώδικα του 1865, με το υπ’ αριθμ. 200/31.10.1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2... του εν λόγω Ιταλικού ΑΚ του 1865 προκύπτει ότι αυτός που έχει συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή σε ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά σ’ αυτό εμπράγματο δικαίωμα κυριότητος μετά από τριάντα χρόνια (κτητική παραγραφή). Η εν λόγω κτητική παραγραφή, όσο αφορά τη Σύμη, όπου δεν έχει καταρτιστεί Κτηματολόγιο και συνακόλουθα δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού, εκτός από εκείνες των άρθρων 1-8, εφαρμόζεται και επί ακινήτων που ανήκαν στην ιδιωτική περιουσία του Κράτους, κατά το άρθρο 2114 του Ιταλικού ΑΚ του 1865. Στη συνέχεια ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του Ιταλικού ΑΚ 1942, από 21-4-1942 με το υπ’ αριθμ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1140 του εν λόγω ΑΚ/1942, από τις οποίες (διατάξεις) προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας σε πράγμα, μετά την πάροδο εικοσαετίας στη φυσική εξουσίασή του από το νομέα, ο οποίος ασκεί σ’ αυτό με διάνοια κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται στην, κατά προορισμό, χρήση του. Αναφορικά με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και στα δύο ανωτέρω νομοθετήματα της Ιταλικής νομοθεσίας, προβλεπόταν ως τρόπος χρήσης η δεκαετής κτητική παραγραφή, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη. Ακόμα, μετά την έναρξη ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30.12.1947, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1041, 1045, 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει τη φυσική εξουσία στο πράγμα με διάνοια κυρίου (νομή) και την ασκήσει για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045) με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρ. 1051), καθώς και όποιος ασκεί πράξεις νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για δέκα χρόνια αν το πράγμα είναι ακίνητο (άρθρ. 1041), καθίσταται κύριος με τακτική χρησικτησία. Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν αναγνωρίζει το θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1 Ιανουαρίου 1932, δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στα Δωδεκάνησα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω εάν κάποιος καταλάβει "μούλκιο" οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή από αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ιταλικού Αστικού Κώδικα του 1865 και του Ιταλικού ΑΚ του 1942, γιατί από την 1η Ιανουαρίου 1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι την 30.12.1947 (εισαγωγή του ΑΚ στη Δωδεκάνησο), δεν συμπληρώνεται σύμφωνα με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του πράγματος, ενώ όσον αφορά τις δημόσιες γαίες, για τα ακίνητα των νησιών όπως η Σύμη, όπου δεν εφαρμόζεται ο Κτηματολογικός Κανονισμός, στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α’ του Ν.2100/1952 ορίζεται ότι στα ακίνητα της κατηγορίας αυτής, για τα οποία υπάρχει δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν (δηλαδή είτε με ταπί, είτε με 10ετή εξουσία, που είχε συμπληρωθεί πριν από τις 10.1.1947 που τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο αν.1539/1938, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του οποίου απαγορεύεται η παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων), αποσβένεται οποιοδήποτε δικαίωμα του Δημοσίου και οι έχοντες δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτούν αυτοδικαίως χωρίς καμμία άλλη διατύπωση, την πλήρη κυριότητα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά, από εκείνο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ. ΑΠ 1/2013). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αποτελούσα αντικείμενο της αναίρεσης και γενομένη δεκτή κύρια βάση της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου, νομικής φύσεως μούλκ, αγωγής του αναιρεσιβλήτου (και διόρθωσης πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο Σύμης), λόγω ειδικής διαδοχής από τους άμεσους δικαιοπαρόχους του, αλλά και λόγω έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και από του χρόνου ισχύος του (30.12.1947) στη Δωδεκάνησο. "Με το υπ’ αριθμ. ...5.1999 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Κ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου του δήμου Σύμης (τόμος …, αύξων αριθμός …), ο ενάγων απέκτησε, λόγω πώλησης, τα ακόλουθα ακίνητα: 1) Ένα χωράφι χέρσο, ακαλλιέργητο, πλησίον της παραλίας του όρμου "..." της νήσου Σύμης, εκτάσεως περίπου ενός στρέμματος (1.000 τ.μ.), που συνορεύει νοτιοανατολικά, επί πλευράς 24 μέτρων με παραλιακό οικόπεδο, άλλοτε Ε. Τ., μετέπειτα Τ., βορειοανατολικά, επί ευθείας πλευράς 49 μέτρων, με ξηροπόταμο και χέρσα έκταση, βορειοδυτικά με χωράφια (γύρους) Ζ. Σ., και νότια και νοτιοδυτικά, κατά γραμμή τεθλασμένη, συνολικού μήκους 49 μέτρων, τμηματικά δε από γωνίας βορειοδυτικής, πλευράς οικοπέδου του Ο. Τ. και περιβολίου ..., μέτρων 9 + 10 + 30. 2) Αγρό, μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, εκτάσεως 1.560 τ.μ., κείμενο στη νήσο Σύμη και στη θέση "Όρμος ...ς", που συνορεύει ανατολικά, βόρεια και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Τ., νότια με αγροτική οδό, που φαίνεται με τον αριθμό δύο "2" στο από 24-4-1972 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ. Γ., που προσαρτάται στο υπ’ αριθμ. .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου, Γ. Π.. 3) Αγρό, μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, εκτάσεως 1.020 τ.μ., κείμενο στη νήσο Σύμη και στη θέση "... ...", που εμφαίνεται υπό τον αριθμό "3" στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία πριν ... και νυν με την κατωτέρω οικοδομή, ιδιοκτησίας κληρονόμων Ι. Τ., και νότια, βόρεια και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Τ.. 4) Μια οικοδομή, επιφανείας 216 τ.μ., μετά του οικοπέδου της και της εν γένει περιοχής της, κείμενη στη νήσο Σύμη και στη θέση "... ...ς", που συνορεύει ανατολικά με παραλία Δημοσίου, νότια και βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Τ., και δυτικά με τον αμέσως ανωτέρω υπ’ αριθμ. "..., που φαίνεται με τον αριθμό ..." στο αυτό ως άνω σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ. Γ., που προσαρτάται στο υπ’ αριθμ. .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου, Γ. Π.. 5) Ένα χωράφι στο εσώτερο της παραλιακής ζώνης του όρμου ... της αγροτικής περιοχής Σύμης, συγκεκριμένα δε κατά τη δυτική πλευρά των κτημάτων κληρονόμων Μ. Δ. και ..., εκτάσεως περίπου δύο και ημίσεως (2,50) στρεμμάτων, που συνορεύει προς βορρά από βορειοδυτικής γωνίας περιμανδρομένου κτήματος κληρονόμων Μ. Δ., επί ευθείας πλευράς μήκους 59,50 μέτρων με χωράφι Σ. Ζ., εν συνεχεία και κατά καμπύλη γραμμή υπάρχοντος μανδροτοίχου, βορειοδυτικά με χωράφι Κ. Σ., επί πλευράς καμπύλης 31 μέτρων, εν συνεχεία από του άκρου της πλευράς αυτής κατ’ ευθεία γραμμή, που ενώνει το σημείο αυτό με τη βορειοδυτική γωνία του περιβολίου κληρονόμων Σ. Η. Χ., επί πλευράς 40 μέτρων με χέρσο χωράφι ιδιοκτησίας Κ. Σ., στη συνέχεια νότια, επί μήκους 37,50 μέτρων, με μανδρότοιχο κτήματος κληρονόμων Σ. Η. Χ., στη συνεχεία με νότια κατεύθυνση επί μήκους 23,00 μέτρων με μανδρότοιχο ίδιου κτήματος ..., με χωράφι Κ. Κ. Τ., επί πλευράς 24,50 μέτρων, ανατολικά με μανδρότοιχο κτήματος ..., επί μήκους 30 μέτρων και με μανδρότοιχο κτήματος κληρονόμων Μ. Δ. επί πλευράς 31,50 μέτρων. 6) Ένα χωράφι καλλιεργημένο, κείμενο στην ίδια ως άνω τοποθεσία "..." εντός του μπαξέ Μ., εκτάσεως δύο καφετζίων ... 7) Ενα οικόπεδο σχήματος τετραπλεύρου, κείμενο στην ίδια ως άνω θέση "..." της νήσου Σύμης, κατά την παραλία του ομωνύμου όρμου, που συνορεύει ανατολικά με την παραλία επί προσόψεως 18,65 μέτρων, νότια με οικία Υ. συζ. Ε. Τ., το γένος Ι. Μ., επί πλευράς 9,45 μέτρων, βόρεια με άγονη έκταση επί πλευράς 14,45 μέτρων και δυτικά με ακαλλιέργητο οικόπεδο ιδιοκτησίας Μ. επί πλευράς 22,75 μέτρων. 8) Μια διώροφη οικία συγκείμενη από έξι (6) συνολικά δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, κείμενη στη νοτιοανατολική γωνία του λαχανόκηπου, ιδιοκτησίας Ο. Τ., κείμενου στη Σύμη και στην εξοχική τοποθεσία "...", οριζόμενου του λαχανόκηπου τούτου, άλλοτε προς βορρά από χωράφια Μ. και Σ. Μ., προς νότο από χωράφια Ζ., προς ανατολάς από την παραλιακή ακτή του ομώνυμου όρμου και προς δυσμάς από χωράφι Μ., μετέπειτα δε προς νότο με ιδιοκτησία των Β. Τ., Ν. Ζ. και λοιπών ιδιοκτητών, προς δυσμάς με ιδιοκτησία Μ., προς βορρά με ιδιοκτησία Ε. Τ. και στη συνέχεια με ιδιοκτησία Ο. Τ., και προς ανατολάς με την παραλία του όρμου .... 9) Έναν αγρό, εκτάσεως περίπου 2,5 στρεμμάτων, κείμενο στην ίδια ως άνω αγροτική περιφέρεια ...ς της νήσου Σύμης, πλησίον της παραλίας του ομωνύμου όρμου, συγκείμενο από δύο (2) συνεχόμενα χωράφια, που συνορεύει προς ανατολάς με αγρό του Ο. Ε. Τ., πρώην Κ. Μ. και εν μέρει με κήπο επί πλευράς 17 μέτρων, προς δυσμάς με αγρό Κ. Σ., επί πλευράς 27,70 μέτρων, προς νότον, εν μέρει με αγρό Ο. Τ., πρώην Κ. Μ. και εν μέρει με κήπο κληρονόμων Μ. Δ., επί πλευράς 105,20 μέτρων και προς βορρά με αγρό από προίκα Κ. Ι. Τ., επί πλευράς 100 μέτρων και 10) Ένα λαχανόκηπο, ολικής εκτάσεως 4.000 μέτρων, κείμενος στη θέση "..." της αγροτικής περιοχής Σύμης, γνωστός με το όνομα "Μ. του Λ.", οριζόμενος άλλοτε προς βορρά από χωράφια Μ. και Σ. Μ., προς νότον από χωράφι Ζ., προς ανατολάς από τη παραλιακή ακτή και προς δυσμάς με ιδιοκτησία Μ., μετέπειτα δε προς νότον με ιδιοκτησίες Β. Τ., Ν. Ζ. και λοιπών ιδιοκτητών, προς βορρά με ιδιοκτησία Ο. Τ. και στη συνέχεια με ιδιοκτησία Ε. Τ., προς δυσμάς με ιδιοκτησία Ο. Τ. και προς ανατολάς με την παραλία του ομωνύμου όρμου ...ς. Τα ανωτέρω ακίνητα, που έχουν από πολλών ετών ενοποιηθεί εν τους πράγμασι, κατόπιν νεότερης και ορθής εμβαδομέτρησης αποτελούν σήμερα ενιαία έκταση, της οποίας η περιγραφή έχει ως εξής: Αγροτεμάχιο με οικοπεδική αξία, στην τοποθεσία "..." της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, συνολικής επιφανείας 15.292,00 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με παραλία, νότια με ιδιοκτησία πρώην ... Α.Ε. και ήδη Μ. και Φ. Κ., με ιδιοκτησία Δημοσίου και με δημόσιο δρόμο, δυτικά με δημόσιο δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία αγνώστου, βόρεια με δημόσιο δρόμο και πέρα από αυτόν με ιδιοκτησία αγνώστου, εντός του οποίου υφίστανται, α) διώροφη οικία συνολικής επιφανείας περίπου 110 τ.μ., β) ισόγεια κατοικία επιφανείας περίπου 90,00 τ.μ., γ) μηχανοστάσιο, επιφανείας περίπου 33 τ.μ. και δ) τρεις (3) ισόγειες αποθήκες επιφανείας περίπου 43 τ.μ., 50 τ.μ. και 20 τ.μ. αντίστοιχα, όπως το όλο οικόπεδο εμφαίνεται υπό στοιχεία γωνιών (...) στο από Μαρτίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Φ., που επισυνάπτεται στο παραπάνω (υπ’ αριθμ. ...5.1999) συμβόλαιο. Ο ενάγων αγόρασε τα ως άνω ακίνητα από τους εκ διαθήκης κληρονόμους του Ι. Τ. του Ε. και Ε. το γένος Χ., ο οποίος απεβίωσε την 30-5-1983 στη πόλη ... της ... των ΗΠΑ και ειδικότερα από τους εξής: 1) Ι. Τ. (J. S.) TOU Ε. και Ε., 2) Ι. Χ. (J. O. H.) θυγ. Ε. και Ε. Τ. (T.) ήδη συζ. Ρ. Ν. Μ. (R. N. B.), 3) Κ. Ν. Τ. (C. O. D. T.) του Ε. και Ε., 4) Δ. Ν. (D. D.) θυγ. Ε. και Ε. Τ. (T.), 5) Σ. ή Τ. (S. OR Τ.) θυγ. του Λ. (L.) και της Κ. (C.) Τ. (T.), 6) Α. Α. (A. OR A.) θυγ. του Λ. (L.) και της Μ.-Λ. (B. L.) Τ. (T.), 7) Ε.-Μ. (E.-M.) θυγ. του Λ. (L.) και της Μ.-Λ. (B. L.) Τ. (T.), 8) Α. (A.) Κ. (K.) του Α. ή Π. και Ε., 9) Μ.-Π. (M.-P.) θυγ. του Α. ή Π. και Ε. Κ. (K.), 10) Ι. Κ. (J. K.) του Α. ή Π. και Ε., 11) Α. Π. (A.-P.) θυγ. του Α. ή Π. και Ε. Κ. (K.), 12) Θ. Τ. (T. T.) του Ν. και Μ., 13) Τ.-Μ. (T.-M.) θυγ. του Ν. και Μ. Τ. (T.), ήδη συζ. Τ. Π. Π. (J. P. P.), 14) Κ.-Π. (K.-P.) θυγ. του Ν. και Μ. Τ. (T.) συζ. Ά. Π. (A. P.), 15) Ι.-Ε. (J.-E.) θυγ. του Ν. και Μ. Τ. (T.) συζ. Μ. (B.), 16) Ν. θυγ. του Π. και Β. Κ., 17) Σ.-Σ. θυγ. του Π. και Β. Κ., και 18) Χ. Κ. του Π. και Β.. Ο ως άνω διαθέτης, Ι. Τ. του Ε., κατέλιπε την από 30-3-1982 δημόσια διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε και επικυρώθηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο των Η.Π.Α. (PROBATE COURT), δια της από 7ης Ιουνίου 1983 αποφάσεως, δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμ. 2537/8-9-1983 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρίσθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο …, με αριθμό …. Οι ως άνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομία, κατά ποσοστό 1/18 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../29-4-1985 πράξεως αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π. Δ., όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. .../30-5-1985 πράξη του ιδίου ως άνω συμ/φου, οι οποίες νόμιμα μεταγράφηκαν στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος …, αύξων ...). Από τα παραπάνω ακίνητα, τα υπό στοιχεία ..., περιήλθαν στην κυριότητα του Ι. Τ. του Ε., λόγω πώλησης, από τον Ο. Ε. Τ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../5.10.1963 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Κ. Π. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, στον τόμο …, με αριθμούς ... αντίστοιχα. Τα ανωτέρω, υπό στοιχεία 1 και 5 ακίνητα, περιήλθαν στην κυριότητα του Ο. Ε. Τ., λόγω πώλησης, από την Κ. χήρα Π. Μ. θυγ. Γ. Μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../8.8.1957 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, στον τόμο … με αριθμό ….. Στην κυριότητα της Κ. χήρας Π. Μ. θυγ. Γ. Μ. είχαν περιέλθει τα ως άνω ακίνητα λόγω προίκας, από τον πατέρα της Γ. Μ., δυνάμει τίτλου προικοδοσίας, το έτος 1931. Το ανωτέρω, υπό στοιχείο 6 ακίνητο, περιήλθε στην κυριότητα του Ο. Ε. Τ., λόγω πώλησης, από την Υ. συζ. Ε. Τ., το γένος Ι. Μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../17.6.1958 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, στον τόμο … με αριθμό ... Στην Υ. σύζ. Ε. Τ. το γένος Ι. Μ. είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο, λόγω πώλησης, το έτος 1946. Το ανωτέρω, υπό στοιχείο 7 ακίνητο, περιήλθε στον Ο. Ε. Τ., λόγω πώλησης, από την Υ. σύζ. Ε. Τ. το γένος Ι. Μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...7.12.1956 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, στον τόμο … με αριθμό ... Στην Υ. σύζ. Ε. Τ. το γένος Ι. Μ. είχε περιέλθει το άνω ακίνητο με το από 19.9.1946 ιδιωτικό πωλητήριο έγγραφο που επικυρώθηκε με την ίδια ημερομηνία από τον τότε συμβολαιογραφούντα ... Σύμης Ν. Κ., λόγω πώλησης, από την Α. σύζ. Μ. Λ.. Το ανωτέρω, υπό στοιχείο … ακίνητο, περιήλθε στον Ο. Ε. Τ., λόγω πώλησης, από τους αδελφούς Γ. και Α. Δ. του Ν., δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../27.6.1960 και .../5.4.1963 συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Π. που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, (τόμος …, αριθμός ... τόμος …, αριθμός …, αντίστοιχα). Οι αδελφοί Γ. και Α. Δ. είχαν αποκτήσει το ως άνω ακίνητο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω πώλησης, από την Ε. σύζ. Ε. Μ. το γένος Μ. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ....11.1954 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος …, αριθμός ...). Στην Ε. σύζ. Ε. Μ. το γένος Μ. Δ. είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό, λόγω προίκας, από τους γονείς της, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ....1934 προικοσυμφώνου ενώπιον του τότε Αρχιερατικού Επιτρόπου Σύμης, Ο. -Μ. Μ., που αποδόθηκε σ’ αυτήν από το σύζυγό της, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...1954 συμβολαίου του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης. Το ανωτέρω, υπό στοιχείο … ακίνητο, περιήλθε στον Ο. Ε. Τ., λόγω πώλησης, από το Μ. Γ. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../17.6.1959 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος …, αριθμός ...). Ο Μ. Γ. Σ. είχε αποκτήσει το ως άνω ακίνητο το έτος 1934, λόγω δωρεάς εν ζωή, από τον πατέρα του Γ. Δ. Σ.. Τέλος, το υπό στοιχείο … ακίνητο, περιήλθε στον Ο. Ε. Τ. ως εξής: α) ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου, λόγω πώλησης, από τη Μ. σύζ. Β. Τ. το γένος Γ. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...14.4.1959 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος …, αριθμός .... Στη Μ. σύζ. Β. Τ. το γένος Γ. Δ. το ως άνω ιδανικό μερίδιο του ακινήτου είχε περιέλθει από κληρονομία εξ αδιαθέτου του εκ πατρός πάππου της, Μ. Δ., που απεβίωσε το έτος 1935, καθώς και του πρώτου εξαδέλφου της Α. Ε. Δ., που απεβίωσε το έτος 1943, β) ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τη Σ. σύζ. Η. Λ. το γένος Μ. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../14.4.1959 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος …, αριθμός .... Στη Σ. σύζ. Η. Λ. το γένος Μ. Δ. είχε περιέλθει το ως άνω ιδανικό μερίδιο του ακινήτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου του ανεψού της Α. Ε. Δ., που απεβίωσε το έτος 1943, γ) ποσοστό 128/512 εξ αδιαιρέτου, λόγω πώλησης, από τον Α. Ν. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../24.9.1963 συμβολαίου αγοραπωλησίας ιδανικού μεριδίου του πρώην συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος …, αριθμός ...). Ο Α. Ν. Δ. είχε αποκτήσει το ως άνω ιδανικό μερίδιο, λόγω πώλησης, από την Ε. Μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...1954 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, δ) ποσοστό 177/512 εξ αδιαιρέτου, λόγω πώλησης, από τους: 1) Δ. χήρα Ν. Δ. το γένος Μ. Σ., 2) Ε. Δ. του Ν., 3) Κ. Δ. του Ν., 4) Α. Δ. του Ν., 5) Ζ. θυγ. Ν. Δ., 6) Μ. σύζ. Ι. Π. το γένος Ν. Δ., 7) Γ. συζ. Ι. Τ. το γένος Ν. Δ., 8) Μ. Ν. Δ., και 9) Ε. σύζ. Ε. Μ. το γένος Μ. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../24.9.1963 συμβολαίου αγοραπωλησίας ιδανικού μεριδίου του πρώην συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος …, αριθμός …). Από τους ανωτέρω, οι 1) Δ. χήρα Ν. Δ. το γένος Μ. Σ., 2) Ε. Δ. του Ν., 3) Κ. Δ. του Ν., 4)Α. Δ. του Ν., 5) Ζ. θυγ. Ν. Δ., 6) Μ. σύζ. Ι. Π. το γένος Ν. Δ., 7) Γ. σύζ. Ι. Τ. το γένος Ν. Δ. και 8) Μ. Ν. Δ., είχαν αποκτήσει τα ως άνω ιδανικά τους μερίδια από κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1954 Ν. Μ. Δ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, ενώ η Ε. σύζ. Ε. Μ. το γένος Μ. Δ., είχε αποκτήσει το ως άνω ιδανικό της μερίδιο από κληρονομία του προαποβιώσαντος Α. Ε. Δ. και ε) ποσοστό 15/512 εξ αδιαιρέτου, λόγω πώλησης, από τη Χ. σύζ. Δ. Ο. το γένος Ν. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../5.10.1963 συμβολαίου αγοραπωλησίας ιδανικού μεριδίου του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Π. Κ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος …, αριθμός ...). Στη Χ. σύζ. Δ. Ο. το γένος Ν. Δ., το εν λόγω ιδανικό μερίδιο του ακινήτου είχε περιέλθει από κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1954 πατέρα της, Ν. Μ. Δ.. Επίσης, στο ανωτέρω, υπό στοιχείο 10 ακίνητο, είχε ενοποιηθεί μια λωρίδα ακινήτου, επιφανείας 74 τ.μ., που ο Ο. Τ. του Ε. είχε αγοράσει από τους: 1) Κ. Ν. Τ., 2) Σ. Ν. Ζ., 3) Β. Μ. Τ., 4) Ν. Μ. Τ., 5) Λ. Γ. Ζ., 6)Β. Ι. Τ., 7) Γ. Ι. Κ., και 8) Ι. Μ. Τ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...12.7.1960 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Μ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος…, αριθμός …). Στους παραπάνω πωλητές το ως άνω ακίνητο περιήλθε, λόγω πώλησης, από τη Χ. Ν. Μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. … από Σεπτεμβρίου 1952 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε Ειρηνοδίκη Σύμης Γ. Δ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης. Τα ως άνω, υπό στοιχεία 2, 3 και 4 ακίνητα περιήλθαν στον Ι. Τ. του Ε., λόγω πώλησης, από την Υ. σύζ. Ε. Τ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1973 συμβολαίου αγοραπωλησίας του πρώην συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (τόμος … αριθμός ...). Στην Υ. σύζ. Ε. Τ., τα ως άνω ακίνητα περιήλθαν, λόγω πώλησης, το έτος 1953, από την Α. Τ.. Όλα τα ανωτέρω επί μέρους ακίνητα ενοποιήθηκαν και αποτέλεσαν το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ .... Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι τα ανωτέρω ακίνητα, που ενοποιήθηκαν και αποτέλεσαν το επίδικο, ήταν ιδιόκτητες γαίες (μουλκ), επί των οποίων οι ανωτέρω άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, από τότε που περιήλθαν σ’ αυτούς, ιδίως δε από το έτος 1947, χρονολογία που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ασκούσαν διαδοχικά, με διάνοια κυρίων, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση των εν λόγω ακινήτων υλικές, εμφανείς στους τρίτους, διακατοχικές πράξεις νομής. Συγκεκριμένα, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ. Σ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1945 και κατοικεί στη Σύμη, προκύπτει ότι από τότε που οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, Μ. Δ. και Υ. θυγ. Ι. Μ. κατείχαν το επίδικο, υπήρχε εντός αυτού η διώροφη οικία που έχει παραμείνει στο οικόπεδο, καθώς και τρία πηγάδια με άφθονο νερό, ενώ οι τότε ιδιοκτήτες καλλιεργούσαν το επίδικο με διάφορα κηπευτικά και λαχανικά και υπάρχουν μέχρι σήμερα εντός αυτού κλήματα, ελιές, συκιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, κυδωνιές και ένα αλώνι, υπήρχαν δε και τρεις αποθήκες εργαλείων και σοδειάς. Ο ίδιος μάρτυρας αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ήδη περιφραγμένο το έτος 1963, όταν το αγόρασε ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ι. Τ. του Ε., ο οποίος μάλιστα προσέλαβε τον πατέρα του ενάγοντος Π. Κ., με σκοπό να το καλλιεργεί και να το φροντίζει. Ακόμη, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ. Μ., που γεννήθηκε το έτος 1941 και κατοικεί επίσης στη Σύμη, προκύπτει ότι οι εκάστοτε κύριοι του επιδίκου το καλλιεργούσαν με ελιές, συκιές, σιτηρά, οπωροκηπευτικά και ανήγειραν εντός αυτού κτίσματα, παράλληλα δε αναφέρει ότι πολλά από τα μερικότερα ακίνητα που αποτελούν το επίδικο, ανήκαν σε ιδιώτες δικαιοπαρόχους του ενάγοντος ήδη από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ανωτέρω μάρτυρες επίσης κατέθεσαν ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν ιδιόκτητο και οι εκάστοτε κύριοι αυτού ουδέποτε ενοχλήθηκαν από το Δημόσιο. Με τα δεδομένα αυτά, το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος με παράγωγο τρόπο, ήτοι λόγω πώλησης από αληθείς κυρίους, οι οποίοι είχαν αποκτήσει το επίδικο επίσης με παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονομία του διαθέτη Ι. Τ. του Ε., ο οποίος είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού με το συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, ως προς την έκτακτη χρησικτησία, από το έτος 1947, νέμονταν συνεχώς το επίδικο, με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κρίση του Δικαστηρίου, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιωτική γαία, ενισχύεται και: α) από το υπ’ αριθμ. ΔΚ .../2009 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου που αναφέρει, σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, ότι αυτό αποτελεί διαχρονικά γεωργική έκταση, η οποία βρίσκεται εντός δικτύου natura 2000 και ότι η διεύθυνση δασών δεν εμπλέκεται σε εμπράγματα δικαιώματα εντός αυτού και β) από την από 27.8.2013 τεχνική φωτοερμηνευτική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Σ. Π., ο οποίος, μετά από μελέτη των διαθέσιμων αεροφωτογραφιών και του παλαιότερου διαθέσιμου τοπογραφικού διαγράμματος για την περιοχή του όρμου ..., καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μελετώμενη περιοχή δεν αποτελούσε δασική έκταση, δεδομένου ότι δεν υπήρχε άγρια βλάστηση στην περιοχή, αντιθέτως η ύπαρξη κατασκευών (περιφράξεων και κτισμάτων) και δέντρων σε συστάδες, αποδεικνύουν την ανθρώπινη παρέμβαση. Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο χωρίς δικαίωμα διεκδικεί το ακίνητο του ενάγοντος, οι δε καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις του, περί ιδίας κυριότητας ως δημόσιας δασικής έκτασης ή και δημόσιας γαίας (εραζί-εμιριέ), τις οποίες επαναφέρει με σχετικούς λόγους εφέσεως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της νήσου Σύμης ο ενάγων υπέβαλε εμπρόθεσμα την από 22.5.2000 αίτηση καταχώρισης του ως άνω ακινήτου στο όνομά του (βλ. το υπ’ αριθμ. ... απόσπασμα προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων β’ ανάρτησης του Εθνικού Κτηματολογίου), με συνέπεια κατά τη β’ ανάρτηση να λάβει αριθμό ΚΑΕΚ ... και να καταχωρηθεί σ’ αυτόν. Στη συνέχεια, όμως, το εναγόμενο, μολονότι μέχρι τότε δεν είχε υποβάλει σχετική δήλωση ιδιοκτησίας για το επίδικο, υπέβαλε προς τη δευτεροβάθμια επιτροπή κτηματογράφησης την υπ’ αριθμ. .../11.6.2003 ένσταση και διεκδίκησε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Ο Ο.Κ.Χ.Ε., με σχετική εισήγηση, πρότεινε να απορριφθεί η ένσταση του εναγομένου με την αιτιολογία "ότι ο ενιστάμενος δεν αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ανήκει στην κατοχή του και έχει καταπατηθεί από τους δικαιοπαρόχους του Γ. Κ.". Εν τούτοις, παρά την ύπαρξη των προαναφερθέντων τίτλων του ενάγοντος και την αρνητική εισήγηση του ΟΚΧΕ, η δευτεροβάθμια επιτροπή, με την υπ’ αριθμ. ... απόφασή της δέχθηκε την προσφυγή του εναγομένου με την ακόλουθη λιτή αιτιολογία "δεκτή η ένσταση του Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών καθόσον ο καθ’ ου η ένσταση δεν προσκομίζει νόμιμα μεταγεγραμμένους τίτλους ιδιοκτησίας από το έτος 1885 για το εν λόγω ακίνητο"), με συνέπεια κατά την πρώτη κτηματολογική εγγραφή να φέρεται ως κύριος του επιδίκου ακινήτου το εναγόμενο Δημόσιο. Όπως προεκτέθηκε, όμως, το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιωτική γαία, νομικής φύσεως "μουλκ", του οποίου την κυριότητα απέκτησε ο ενάγων με τον προαναφερόμενο τρόπο, το δε εναγόμενο ουδέν δικαίωμα έχει αποκτήσει επ’ αυτού. Μετά ταύτα, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου διατάσσοντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, τόσο ως προς τη νομική φύση του επιδίκου, ως ακινήτου, ελευθέρας ιδιοκτησίας -μούλκ- υπό το προϊσχύσαν του Αστικού Κώδικα Οθωμανικό δίκαιο και τον Κτηματολογικό Κανονισμό, (που διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα) όσο και ως προς την απόκτηση της κυριότητάς του με παράγωγο τρόπο και με τον πρωτότυπο της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τις διατάξεις του ισχύσαντος στη Δωδεκάνησο από 30.12.1947 Αστικού Κώδικα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις μνημονευθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ιδιαίτερα εκείνες περί παραγώγου και περί έκτακτης χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 1033, 1710, προίκα, 1045 ΑΚ) και τις διατάξεις 1-5, 78, 91-105 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), καθώς και των άρθρων 1,2 και 4 εδ. α, β, δ, ε και στ του Κτηματολογικού Κανονισμού, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχε λόγος εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 ΑΝ 1539/1938, των διατάξεων του από 31.12.1948/10.1.1949 Β.Δ/τος, του άρθρου 9 του Ν.2100/1952, καθώς και του άρθρου 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, αφού κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά το προελθόν από τη συνένωση δέκα επί μέρους ακινήτων επίδικο, ήταν ανέκαθεν "μούλκο" έχοντας, κατά την περιγραφή των επικαλουμένων τίτλων, εκτός από τα υπ’ αριθμ. ... επί μέρους συνενωθέντα ακίνητα, μορφή οικοπέδου ή οικοδομής ή λαχανόκηπου ή οικίας, ενώ τα υπ’ αριθμ. ... ακίνητα, κατά τους ίδιους τίτλους, έχουν μορφή αγρού, αλλά ως ενταχθέντα στο όλο ακίνητο, στο οποίο υπάρχει διώροφη οικία, πηγάδια με νερό, καλλιέργειες κηπευτικών, αποθήκες εργαλείων και σοδειάς, καθώς και καρποφόρα δέντρα, δεν παραλλάσσουν ως προς τη νομική τους φύση ως μούλκια. Ενόψει τούτων οι από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προεκτεθεισών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ οι περαιτέρω αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του όλου συνενωθέντος επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία από 1.1.1932, ενώ τούτο κατά τις επικαλούμενες διατάξεις των Ιταλικών Αστικών Κωδίκων και του Οθωμανικού δικαίου (και όπως οι διατάξεις αυτές έχουν αναλυθεί στη νομική σκέψη) δεν μπορούσε να συμβεί είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι υφίσταται τέτοια παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, αφού με αυτήν (προσβαλλομένη) γίνεται δεκτό ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου και με τον εν λόγω πρωτότυπο τρόπο κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Αστικού Κώδικα και μόνο. Κατά τα λοιπά οι από την ίδια διάταξη αιτιάσεις ως προς τη νομική φύση του επιδίκου ως μουλκίου ή αρζί μιρί (ελευθέρας ιδιοκτησίας ή δημόσιας γαίας) είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, που εξακολουθεί, κατά τον Κτηματολογικό Κανονισμό, να ισχύει στα Δωδεκάνησα ως τοπικό δίκαιο, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα γίνεται δεκτό, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ότι το προελθόν από τη συνένωση δέκα επί μέρους ακινήτων επίδικο έχει εντός αυτού διώροφη οικία, ισόγειο κατοικία, μηχανοστάσιο, πηγάδια και τρεις ισόγειες και είναι νομικής φύσεως μούλκ, ήτοι ιδιόκτητη γη (ελεύθερη ιδιοκτησία), όπως περιγράφεται και στους από το 1931 και επέκεινα τίτλους ιδιοκτησίας των επί μέρους συνενωθέντων ακινήτων (1931, 1934, 1946, 1954, 1959 κλπ) έχει αποκτηθεί κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα παραγώγως από κύριο, που είχε αποκτήσει από κυρίους και ήταν δεκτικό έκτακτης χρησικτησίας για το επέκεινα της ισχύος στα Δωδεκάνησα του Αστικού Κώδικα (30.12.1947) χρονικό διάστημα. Ενόψει τούτων οι οικείες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του ίδιου και μοναδικού λόγου της αναιρέσεως είναι αβάσιμες. Ενόψει τούτων η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 22 αρ. 18 του Εισ.Ν. ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Γ. Κ. του Π., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 100/2015 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή