Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1790 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.




Περίληψη:
Μη καταβολή αποδοχών σε εργαζομένους. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία.





Αριθμός 1790/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, για αναίρεση της 55366/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 17 Μαρτίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 167/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 55.366/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του πιο πάνω α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών η οποία ανεστάλει. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα. "ο εκκαλών-κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Γ1, η οποία παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα νοσηλευόμενη στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, προσέλαβε κατά το μήνα Δεκέμβριο 2003 ως αποκλειστικές νοσηλεύτριες αυτής τις Ζ1 και Ζ2. Καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης τους, που διήρκεσε έως και τον Απρίλιο του 2004 ο κατηγορούμενος κατέβαλλε σ' αυτές ανελλιπώς τα ανάλογα ημερομίσθια, εκτός από έξι ημερομίσθια προς την πρώτη εξ αυτών, που αφορούσαν, το χρονικό διάστημα από 1-4-04 έως 6-4-04, συνολικού ύψους 407,02 ευρώ και τέσσερα ημερομίσθια προς τη δεύτερη εξ αυτών που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 23-3-04 έως 31-3-04 και την 7-4-04, συνολικού ύψους 212 ευρώ. Εξαιτίας αυτού οι ανωτέρω προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, χωρίς όμως να πετύχουν την εξόφληση τους. Τούτο δε συνεχίσθηκε και μετά το διορισμό ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της Γ1, δυνάμει της 4662/04 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του δικηγόρου Αθηνών Παναγιώτη Γαλετσέλη, αφού ο τελευταίος ουδέποτε διαχειρίσθηκε χρήματα της τελευταίας. Ο κατηγορούμενος τόσο με την απολογία, όσο και με την από 18-10-2007 επιστολή του προς το Δικαστήριο τούτο ισχυρίζεται ότι ουδέποτε προσέλαβε τις προαναφερόμενες νοσηλεύτριες, δεν αρνείται όμως ότι τους κατέβαλλε τα δεδουλευμένα ημερομίσθιά τους. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι μετά το διορισμό του προσωρινού και ήδη οριστικού συμπαραστάτη Π. Γαλετσέλη, δυνάμει της 1088/07 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ο τελευταίος ήταν υποχρεωμένος για τις ανωτέρω καταβολές. Όπως όμως προέκυψε από την περιεχόμενη στην εκκαλουμένη απόφαση κατάθεση της πρώτης μάρτυρος ο εκκαλών κατηγορούμενος τις "κάλεσε για δουλειά". Γεγονός που επιβεβαιώνεται και: 1] από την από .... επιστολή του τελευταίου προς τον Π. Γαλετσέλη, στην οποίαν αναγράφει ότι κατέβαλε τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά στις τρεις νοσηλεύτριες, ότι δε μετά την αναχώρησή τους το απόγευμα της 7-4-04, αναγκάσθηκε να αποταθεί σε άλλο αναγνωρισμένο Πρακτορείο, το οποίο έστειλε στην κλινική αποκλειστική νοσηλεύτρια στις 23.00 και 2] την από .... επιστολή του προς τον ....., με την οποίαν ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά "προς άμεσον και οριστική διευθέτηση της υφιστάμενης εκκρεμότητας". Από τις ανωτέρω ενέργειες του κατηγορούμενου με βεβαιότητα προκύπτει ότι ο τελευταίος προσέλαβε και απασχόλησε τις προαναφερόμενες νοσηλεύτριες.
Συνεπώς, αυτός είχε και την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων ημερομισθίων τους. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος με την από 8-2-2007 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ανέφερε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Κατόπιν τούτου δηλώ και εγώ ότι αναλαμβάνω να καταβάλω εξ ιδίων τα οφειλόμενα προς τις ως άνω νοσηλεύτριες δια τις υπηρεσίες των προς την κα Γ1, ώστε να περατωθεί η σχετική εκκρεμότης, ή δυνατόν και προ της ως άνω δικασίμου", δηλαδή της 15-2-2007, χωρίς όμως έως και σήμερα να προβεί σε οποιαδήποτε για το σκοπό αυτό ενέργεια. Αντίθετα, με την απολογία του ζήτησε εκ νέου αναβολή, προκειμένου να καταθέσει τα χρήματα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ενέργεια στην οποία ασφαλώς μπορούσε να προβεί έως και την 18-10-07. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται".
Με τις παραδοχές όμως αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν εκτίθεται σ' αυτή, ούτε στο σκεπτικό αλλά ούτε και στο διατακτικό, η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή διευθυντή κ.λ.π , ο χρόνος πρόσληψης των αναφερομένων αποκλειστικών νοσοκόμων και το ύψος των αποδοχών αυτών, τούτου μη δυναμένου να εξαχθεί εκ του συνολικού ποσού το οποίο δέχεται ότι οφείλεται σε κάθε μια από αυτές, τοσούτο μάλλον, αφού ,για την δεύτερη εξ αυτών Ζ2, υπάρχει και ασάφεια διότι ενώ γίνεται δεκτό ότι αυτή εργάσθηκε από 23-3-2004 έως 31-3-2004 και την 7-4-2004 προσδιορίζει κατ' αριθμό τα ημερομίσθια μόνο σε 4 και το συνολικώς οφειλόμενο ποσό σε 212 ευρώ. Και περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι κατά την πρόσληψη των ανωτέρω ενήργησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της νοσηλευομένης σε κλινική ασθενούς Γ1 και ότι οι φροντίδες των αποκλειστικών νοσοκόμων παρασχέθηκαν στην τελευταία, δεν εξηγείται από πού απορρέει η υποχρέωση του κατηγορουμένου να καταβάλλει αυτός ως εργοδότης και όχι ως διαχειριστής των χρημάτων της Γ1. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τρίτου λόγου (ως εκτιμάται) του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο οποίος παραδεκτά εξετάζεται, εφόσον στο δικόγραφο της αναιρέσεως περιέχεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του Κ.Π.Δ λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.55.366/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή