Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 298 / 2012    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (αρθρ. 262 ΚΠολΔ). Στην κατ’ έφεση δίκη ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει, ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, και ισχυρισμούς, που δεν πρότεινε ή πρότεινε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν μεταβάλλουν την βάση της αγωγής.




Αριθμός 298 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρίας με την επωνυμία "MARYVILLE MARITIME INC", που εδρεύει στην Μονροβία της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί δε γραφεία στην Νέα Κηφισιά Αττικής, 2) εταιρίας με την επωνυμία "EXCEL MARITIME CARRIERS LTD", που εδρεύει στην Μονροβία της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γρηγόριο Τιμαγένη και Ιωάννη Κυριακού.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Η. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καλογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 907/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 440/2010 και 153/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1β και γ', 256 παρ. 1 περ. δ' και 666 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ενστάσεως ή αντενστάσεως, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (αρθρ. 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και στην περίπτωση που περιέχονται στις προτάσεις, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης ..." συνάγεται, ότι ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει, ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, και ισχυρισμούς, που δεν πρότεινε ή πρότεινε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν μεταβάλλουν την βάση της αγωγής. Έτσι, μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του, στο εφετείο, για πρώτη φορά, και τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Περαιτέρω,1) κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και 2) ο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Έτσι, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή. Εξάλλου, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δη΅ιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Στην περίπτωση δε αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ανωτέρω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 § 1 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ προκύπτει, ότι για την πληρότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον εναγόμενο που ζητεί την απόρριψη της αγωγής και συγχρόνως να γίνεται επίκληση απ' αυτόν και της προκύπτουσας από τα περιστατικά αυτά καταχρήσεως και να διατυπώνεται επίσης απ' αυτόν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 ΚΠολΔ, από τους αναιρεσείοντες προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτο και δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, τον οποίο προφορικά επικαλέστηκαν και με δήλωση τους καταχώρησαν στα πρακτικά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επανέφεραν δε νομότυπα και ενώπιον του. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και των, από 26-1-2009, 4-2-2010 και 6-10-2010, αντίστοιχα, προτάσεων των αναιρεσειόντων, οι τελευταίες(προτάσεις) κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με αρ. 907/2009, καταχωρίσθηκαν επιγραμματικά μόνον οι ακόλουθες ενστάσεις των αναιρεσειόντων, όπως διατυπώθηκαν απ' αυτούς: 1) αναρμοδιότητας των Ελληνικών Δικαστηρίων, 2) αναρμοδιότητας των Δικαστηρίων του Πειραιά, 3) μη τήρησης της προηγούμενης διαδικασίας σύμφωνα με τον όρο 6 της σύμβασης, 4) παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης εναγομένης και 5) παθητικής νομιμοποίησης του τρίτου εναγομένου, χωρίς όμως να καταχωρισθεί και ο προαναφερθείς ισχυρισμός τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου. Επομένως, η ένσταση αυτή των εναγομένων - αναιρεσειόντων, ανεξαρτήτως αν περιλαμβανόταν στις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του, δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να θεωρείται νόμιμος και η επαναφορά αυτής ενώπιον του Εφετείου, δοθέντος ότι δεν καταχωρήθηκε, έστω και συνοπτικά, στα πρακτικά του πρώτου. Τέτοια καταχώρηση οπωσδήποτε δεν συνιστά η βεβαίωση που υπάρχει στα πρακτικά ότι " η πληρεξούσια των 1ου και 3ου εναγομένου, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις προτάσεις τους ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή". Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν πραγματικά περιστατικά, προβάλλοντας αυτά με επάρκεια, που συγκροτούν την κατάχρηση α) του δικαιώματος του ενάγοντος για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και 2) του δικαιώματος του για την καταβολή ειδικής αποζημίωσης, και συγχρόνως ότι έγινε επίκληση απ' αυτούς και της προκύπτουσας από τα περιστατικά αυτά καταχρήσεως και ότι διατύπωσαν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων των αναιρεσειόντων, διαλαμβάνονται σ' αυτές τα παρακάτω: " η σύ΅βαση του αντιδίκου προέβλεπε (όρος 4 παρ. δ' περ. τελευταία ΅ετά το εδ. ίν) την δυνατότητα καταγγελίας εκ ΅έρους του της εργασιακής του σύ΅βασης (κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων στον όρο 4) εντός τριών ΅ηνών ΅ετά την αλλαγή ελέγχου (change of control) για οποιοδήποτε λόγο και ΅ια τέτοια καταγγελία θα θεωρείται δικαιολογημένη. Τούτο αποδεικνύεται πλήρως από το περιεχόμενο της από 29/8/2007 σύ΅βασης (σχετ. 3) και συνομολογείται δικαστικώς (πλήρης απόδειξη εναντίον του αντιδίκου κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) από τον ίδιο, αφού άλλωστε ακριβώς σ' αυτήν την ρύθ΅ιση θεμελιώνει την ένδικη αξίωσή του. Ό΅ως ΅ετά την γενό΅ενη "αλλαγή ελέγχου" (change of control), που εγένετο τον Απρίλιο του 2008, δηλαδή την διαδοχή εργοδότη που επήλθε, ήτοι την διαδοχή της 1ης από ε΅άς στην θέση της προηγούμενης εργοδότριας του αντιδίκου, η 1η από ε΅άς, ενόψει του γεγονότος ότι υφίσταντο συ΅βάσεις εργαζομένων, που περιείχαν όρους, όπως ο ως άνω του αντιδίκου και προς τον σκοπό να γνωρίζει ποιοι θα κάνουν χρήση αυτών και ποιοι επιθυ΅ούν να ΅ην συνεχίσουν, ώστε να ΅πορεί να οργανώσει την επιχείρηση, ζήτησε από το σύνολο των εργαζομένων, ΅εταξύ αυτών και από τον αντίδικο, να της γνωστοποιήσουν ποιοι επιθυ΅ούν να συνεχίσουν υπό την διάδοχο εργοδότιδα και ποιοι όχι. Από το σύνολο των 60 εργαζομένων οι 49, ΅εταξύ των οποίων και ο ενάγων (βλ. σχετ. 4 ), ΅ας γνωστοποίησαν (βλέπε έγγραφη δήλωσή του της 15 Απριλίου 2008) ότι επιθυ΅ούν να συνεχίσουν να εργάζονται στην διάδοχο. Τα παραπάνω συνομολογούνται πλήρως από τον αντίδικο στο δικόγραφο της αγωγής του (βλ. σελ. 13 αυτού) και συνεπώς οι ο΅ολογίες αυτές ως δικαστικές αποτελούν πλήρη απόδειξη εναντίον του, δεσμευτική για το Δικαστήριό σας. Δηλαδή, ο ενάγων ΅ε την ως άνω δήλωσή του άσκησε το δικαίω΅α διακριτικής ευχέρειας, που είχε από την σύ΅βαση, για παρα΅ονή ή καταγγελία αυτής εκ ΅έρους του δικαιολογημένα και δήλωσε εγγράφως, ότι επιθυ΅εί την παρα΅ονή του. Έτσι ΅ε μονομερή και κυρίως απολύτως ελεύθερη εκ ΅έρους του δήλωση βουλήσεως, ΅ας έκανε γνωστό ότι θα παρα΅είνει στην εταιρία δηλαδή σαφέστατα δήλωσε ότι δεν θ' ασκήσει το προπεριγραφέν δικαίω΅ά του για καταγγελία της σύ΅βασης, όπως έπραξαν οι υπόλοιποι 11 εργαζόμενοι. Ότι, ως εκ τούτων, το δικαίωμα διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους του ήδη είχε ασκηθεί και δεν υφίστατο πλέον δικαίωμα μονομερούς καταγγελίας λόγω αλλαγής εργοδότη. Συνακόλουθα ουδέν αποτέλεσμα ή έννομη συνέπεια είχε η μονομερής μετά ένα μήνα (19/5/2008) δήλωση του περί καταγγελίας της σύ΅βασης εργασίας του από 20/6/2008, σε σχέση ΅ε την αξίωση για λήψη αποζημίωσης, ΅ε την έννοια ότι δεν θεωρείται πλασ΅ατικά ως δικαιολογημένη κατά την έννοια του προαναφερθέντος όρου της σύ΅βασης, αλλά θεωρείται απλά ως ΅ονο΅ερής εκ ΅έρους του καταγγελία. ’λλως και σε κάθε περίπτωση ενόψει της αρχής ότι ουδείς δύναται να έρχεται σε αντίθεση ΅ε τις ίδιες αυτού πράξεις (venire contra factum proprium) η αξίωσή του για αποζημίωση ΅ε την επίκληση του ως άνω όρου της σύ΅βασης και την επίκληση της "αλλαγής ελέγχου" είναι καταχρηστική, διότι ΅όλις ένα ΅ήνα πριν είχε δηλώσει εγγράφως και κατηγορηματικά, ότι επιθυ΅εί την συνέχιση της απασχόλησής του υπό την νέα εταιρία.
Συνεπώς δεν ΅πορεί ΅ετά πάροδο ενός ΅ήνα από την προηγούμενη δήλωσή του να ανατρέπει αυτή, όταν το δικαίω΅ά του αυτό είχε ήδη ασκηθεί και ΅άλιστα χωρίς κα΅ία επιφύλαξη και χωρίς κανέναν ενδοιασμό και χωρίς ο ίδιος να επιφυλαχθεί ν' απαντήσει σε εύθετο χρόνο. Επο΅ένως η ένδικη αξίωσή του η οποία θεμελιώνεται αποκλειστικά στον ως άνω όρο είναι απορριπτέα ως αβάσι΅η και σε κάθε περίπτωση ως καταχρηστική." και τα εξής "Την 19/06/2008, δηλαδή την προηγουμένη της λύσεως της συ΅βάσεώς του, ο αντίδικος συνεδέθη ΅έσω του υπολογιστή του στο δίκτυο της εταιρείας, κάνοντας χρήση των κωδικών που είχε ακό΅η και "κατέβασε" χιλιάδες αρχεία της εταιρείας σε φορητό USB δίσκο". Τα πιο πάνω, όμως, περιστατικά και αληθινά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον ενάγοντα και του δικαιώματος του για ειδική αποζημίωση (προνόμιο).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 3.10. 2005 με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε εγγράφως στη Γλυφάδα Αττικής, από την αλλοδαπή εταιρία υπό την επωνυμία "Quintana Management LLC", την εγκατεστημένη νομίμως στην Ελλάδα (Γλυφάδα Αττικής, οδός ...),που διαχειριζόταν και εκμεταλλευόταν ποντοπόρα πλοία ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στα Marshall Islands αλλοδαπής, μητρικής της, εταιρίας Αμερικανικών συμφερόντων με την επωνυμία "Quintana Maritime Limited", στον Όμιλο εταιριών της οποίας ανήκε, για να παρέχει τις υπηρεσίες του από τη θέση του "Deputy Technical Manager" με κύριο αντικείμενο α) την τεχνική παρακολούθηση και τις επισκευές δεξαμενισμού πλοίων, β) την εν γένει ευθύνη για τον έλεγχο, παρακολούθηση, εξέταση, έγκριση τεχνικών προδιαγραφών καθώς και την εκτίμηση, σύγκριση των προσφορών ναυπηγείων και γ) την τελική επιλογή ναυπηγείου σε συνεργασία και τελική έγκριση από τη διεύθυνση της ως άνω εταιρίας ("Quintana Management LLC"), η οποία σαφώς ήταν η εργοδότριά του. Στην παραπάνω έγγραφη σύμβαση συμπεριλήφθηκαν, μεταξύ άλλων, οι παρακάτω όροι: α) όρος εχεμύθειας ( υπ' αρ. 9) σχετικά με τις εμπιστευτικές πληροφορίες της πιο πάνω εργοδότριας εταιρίας ή οποιασδήποτε άλλης που ανήκε στον ίδιο πιο πάνω επιχειρηματικό όμιλο "Quintana Maritime Limited", β) όρος (υπ' αρ.10) για την εφαρμογή του Ελληνικού Δικαίου σε περίπτωση λύσης της ως άνω σύμβασης καθώς και σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη γ) όρος (υπ' αρ. 11) τουλάχιστον προ μηνός ενημέρωσης της παραπάνω εργοδότριας σε περίπτωση επιθυμίας παραίτησης του εργαζομένου (ενάγοντος) χωρίς δικαίωμα αποζημίωσής του και δ) όρος (υπ' αρ.12) για αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Πειραιά για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς από την ανωτέρω σύμβαση με εφαρμογή του Ελληνικού Δικαίου. Ακολούθως, λόγω της επιτυχούς επαγγελματικής απόδοσής του ενάγοντος, η πιο πάνω αλλοδαπή εταιρία υπό την επωνυμία "Quintana Maritime Lίmίted", όντας, όπως προαναφέρθηκε, η μητρική εταιρία της πιο πάνω εργοδότριας εταιρίας ("Quintana Management LLC"),με το από "Συμφωνητικό Παροχής 29-8-2007 Οικονομικού Προνομίου σε Περίπτωση Απόλυσης" συμφώνησε με αυτόν σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας του για οποιοδήποτε λόγο (πλην θανάτου ή αναπηρίας του, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω υπαιτιότητας του ή αδικαιολόγητης παραίτησης του), να δικαιούται αυτός να λάβει εφάπαξ ένα ποσό ίσο με 24 μισθούς πλέον το διπλάσιο του ετήσιου μπόνους του, ακόμη και σε περίπτωση μεταβίβασης του ελέγχου των πλοίων σε νέα πρόσωπα και παραίτησης του για το λόγο αυτό. Στο πιο πάνω συμφωνητικό συμπεριλήφθηκαν ειδικότερα και οι εξής όροι: α) ότι η διάρκεια της συμφωνίας είναι ετήσια και αρχίζει από την 29-8-2007 και θα παρατείνεται αυτόματα κάθε 12 μήνες, ενώ σε περίπτωση Αλλαγής Ελέγχου (που θεωρείται σε περίπτωση μεταβολής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ή αλλαγής του ουσιαστικού ελέγχου της "QUINTΑΝΑ") η λήξη της συμφωνίας θα ισχύει είτε μετά από δύο χρόνια από την Αλλαγή Ελέγχου είτε από το χρόνο εκείνο που όλες οι υποχρεώσεις των μερών από το ως άνω συμφωνητικό θα έχουν εκπληρωθεί (όρος 1 σε συνδ. με 4α ),β) ότι οποιαδήποτε λήξη της σύ΅βασης εργασίας του ενάγοντος, είτε γίνει απ' αυτόν είτε από την "QUINTΑΝΑ" θα ανακοινώνεται εγγράφως προ 30 η΅ερών στο άλλο ΅έρος (όρος 2), γ) ότι η "QUINTANA" θα του παράσχει τα οικονο΅ικά προνό΅ια σε περίπτωση δικαιολογημένης λήξης, δηλαδή όταν η εργασιακή σύ΅βαση τερματίζεται κατά τη διάρκεια της ισχύος της παραπάνω συ΅φωνίας ή εντός δύο ετών κατ' ακολουθίαν αλλαγής εταιρικού ελέγχου για οιονδήποτε λόγο, εκτός αν αυτός αποβιώσει ή καταστεί ανίκανος, ΅ε την επιφύλαξη των προβλέψεων της συ΅φωνίας και της παραγράφου 8δ (που αναφέρεται στην υποχρέωση του ενάγοντος εντός προθεσμίας 55 η΅ερών από του τέλους του έτους που έγινε η δικαιολογημένη καταγγελία κατάρτισης συ΅φωνίας χωρισ΅ού και γενικής απαλλαγής σε τύπο αποδεκτό από την "QUINTΑΝΑ" προ της λήψεως οιονδήποτε πληρω΅ών ή των ανωτέρω προνο΅ίων), πληρώνοντας ΅ισθούς 24 ΅ηνών και ότι αυτός δεν θα δικαιούται οποιαδήποτε αποζημίωση ή προνό΅ιο, αν η εργοδότρια εταιρία διαπιστώσει, εντός 60 η΅ερών από τη λήξη της εργασιακής σχέσης, ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος πριν τη λήξη θα δικαιολογούσε απόλυση για αιτία, ή, εάν ΅ετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης, είχε παραβιάσει οποιουσδήποτε όρους εμπιστευτικότητας (όρος 3), δ) ότι εφόσον υπάρξει νο΅ική διαμάχη ΅εταξύ των ΅ερών που πηγάζουν ή σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο ΅ε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος ή τον τερματισμό της εκ μέρους της "QUINTΑΝΑ", που δεν μπορούν να επιλυθούν, θα επιλύονται με διαμεσολάβηση με ορισμό από τα μέρη κοινώς αποδεκτού διαμεσολαβητή η με ορισμό διαμεσολαβητή κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε μέρους σε οργανισμό ή πρόσωπο για το οποίο θα συμφωνήσουν τα μέρη εγγράφως, σε περίπτωση δε ανεπιτυχούς επίλυσης της διαφωνίας των μερών επίλυσης με διαμεσολάβηση με επίλυση αποκλειστικά με τελεσίδικη και δεσμευτική διαιτησία, που θα διεξαχθεί κατά τους Κανονισμούς Εργασιακής Διαιτησίας της Αμερικανικής Ένωσης Διαιτησίας στο Χιούστον του Τέξας (όρος 6), ε) ότι αν η απαίτηση αυτή αχθεί ενώπιον δικαστηρίου τα μέρη συμφωνούν αμετάκλητα στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτειακών και ομοσπονδιακών δικαστηρίων του Χιούστον του Τέξας σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία σχετικά με την παραπάνω συμφωνία (όρος 7) και στ) ότι η ισχύς, ερμηνεία και εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας θα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο (όρος 8 β).Την 15-4-2008 επήλθε μεταβολή στο πρόσωπο της ανωτέρω εργοδότριας αλλοδαπής εταιρείας "Quintana Management LLC" και τη διαδέχθηκε ως εργοδότρια του ενάγοντος κατά τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχ.1Β μείζονα σκέψη, εφόσον ο τελευταίος συνέχισε να εργάζεται σ' εκείνη, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "MARYVILLE MARITIME INC", που ανέλαβε τη διαχείριση των πλοίων που έως τότε διαχειριζόταν η ως άνω αρχική εργοδότρια εταιρία, στα πλαίσια της γενο΅ένης αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της προαναφερθείσας αλλοδαπής εταιρίας "Quintana Maritime Limited", ΅ητρικής της ως άνω αρχικής εργοδότριας, σε εκτέλεση του από 29-1-2008 συμφωνητικού και σχεδίου συγχώνευσης, το οποίο καταρτίστηκε ΅εταξύ της τελευταίας (" Quintana Maritime Limited") και της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης εταιρίας υπό την επωνυμία "EXCELL MARITIME CARRIERS LTD", που απέκτησε τον εν γένει έλεγχό της. Οι παραπάνω πρώτη και δεύτερη εφεσίβλητες εταιρίες τυπικά ΅εν ήταν αλλοδαπές εταιρίες, ό΅ως, εφόσον ήταν εγκατεστημένες στην Ελλάδα (Ν. Κηφισιά-17ο χιλιόμετρο Εθνικής οδού Αθηνών-Λα΅ίας), όπου ασκείτο η διοίκησή τους και βρισκόταν η πραγματική τους έδρα (άρθρο 10 ΑΚ) δωσιδικούσαν στην Ελλάδα και ειδικότερα στα Δικαστήρια του Πειραιά (άρθρο 42 παρ.1 σε συνδ. με 25 παρ.2 και 37 παρ. 1) σύμφωνα με τον προαναφερθέντα έγγραφο όρο 12 της από 3.10.2005 εργασιακής σύμβασης, ενώ θεωρούνταν, αφού δεν είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεώς τους, που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο, ως άκυρες και "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμες εταιρίες με ευθύνη εις ολόκληρον του εμφανιζομένου ως ομορρύθμου εταίρου τους, ειδικότερα δε του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου εφεσιβλήτου, Έλληνα εφοπλιστή, ο οποίος είχε τον αποκλειστικό έλεγχό τους, όντας Πρόεδρος των Διοικητικών Συμβουλίων τους, σύμφωνα με όσα σχετικά προαναφέρθηκαν στην αρχή του παρόντος σκεπτικού. Ακολούθως ο ενάγων με την από 19.5.2008 "ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ /ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΛΗΞΗ/ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ" (WRITTEN NOTICE QUALΙFIED TERMINATION), που απευθυνόταν επί λέξει "... ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ "MARYVILLE"/ "ΕΧCΕLL" (ΤΟ: "MARYVILLE"/ "ΕΧCΕLL" ΤΟΡ MANAGEMENT), κατήγγειλε την ανωτέρω εργασιακή του σύμβαση μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης εταιρείας "MARYVILLE MARITIME INC", διαδόχου εργοδότριας της προαναφερθείσας αρχικής εργοδότριας "Quintana Management LLC", ενημερώνοντας ότι θα παραμείνει εργαζόμενος μέχρι την 20.6.2008 και ζητώντας, μεταξύ άλλων, τα ποσά που προβλέπονταν από το πιο πάνω από 29.8.2007 "Συμφωνητικό Οικονομικών Προνομίων επί Απολύσεως" (Severance Benefits Agreement) μεταξύ "Quintana Maritime Limited", μητρικής εταιρίας της πιο πάνω αρχικής εργοδότριας εταιρίας ("Quintana Management LLC"), και αυτού. Ακολούθως, ο τρίτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Δ.Σ της δεύτερης εναγομένης εταιρίας "EXCELL MARITIME CARRIERS LTD", αναγνώρισε εγγράφως την 13.6.2008 την βάσει του προαναφερθέντος από 29.8.2007 "Συμφωνητικού Οικονομικών Προνομίων επί Απολύσεως" (Severance Benefits Agreement) υποχρέωση της ως άνω μητρικής εταιρίας ("Quintana Maritime Limited"), τον ιδιοκτησιακό έλεγχο της οποίας είχε πλέον εκείνη (δεύτερη εναγομένη) κατά τα προαναφερθέντα, σύμφωνα με τους όρους 3 και 4 αυτής προς καταβολή στον ενάγοντα ποσού 180.000 δολαρίων Η.Π.Α και 207.228 ευρώ μέχρι την 20.6.2008 συνδέοντας αυτήν (υποχρέωση) ρητά με την πιο πάνω καταγγελία εκ μέρους του της επίδικης εργασιακής σύμβασής του και θέτοντας ως μόνη προϋπόθεση για την είσπραξη αυτών απ' εκείνον την υπογραφή εκ μέρους του και επιστροφή σ' αυτήν του πιο πάνω συμφωνητικού με υποχρεώσεις μέχρι την 25.6.2008, προϋπόθεση που τηρήθηκε υπογραφείσας απ' εκείνον της σχετικής από 19.6.2008 βεβαίωσης, με αποτέλεσμα να συντελεσθεί έκτοτε (ΑΚ 192) η σχετική αιτιώδης αναγνωριστική σύμβαση χρέους κατά τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω υπό στοιχ.2 μείζονα σκέψη. Στην παραπάνω αιτιώδη αναγνωριστική σύμβαση χρέους δεν περιέχονταν οι όροι του από 29.8.2007 "Συμφωνητικού Οικονομικών Προνομίων επί Απολύσεως" (Severance Benefits Agreement) μεταξύ "Quintana Maritime Limited", μητρικής εταιρίας της πιο πάνω αρχικής εργοδότριας εταιρίας ("Quintana Management LLC"), και του ενάγοντος α) περί διαμεσολάβησης και διαιτησίας σε περίπτωση νομικής διαμάχης μεταξύ των μερών αυτής που πηγάζουν ή σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος ή τον τερματισμό της εκ μέρους της "QUINTΑΝΑ" (όρος 6), δηλαδή της προαναφερθείσας αλλοδαπής μητρικής εταιρίας της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, καθώς και β) ο όρος 7, που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των πολιτειακών και ομοσπονδιακών δικαστηρίων του Χιούστον του Τέξας, σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία αναφορικά με την παραπάνω συμφωνία. Ως εκ τούτου, ερμηνευομένης της ανωτέρω αιτιώδους αναγνωριστικής σύμβασης χρέους, που συνήφθη την 19-6-2008, με αναζήτηση της αληθινής βούλησης των ως άνω συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και βάσει της εφαρμογής των αρχών της καλής πίστης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην πιο πάνω υπό στοιχ. 3 μείζονα σκέψη, δεν υπήρχε δέσμευση εκείνων (συμβαλλομένων μερών) από τον πιο πάνω κρίσιμο όρο 7 του ως άνω από 29.8.2007 συμφωνητικού. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου αυτού ενισχύεται από τη δράση των διαδίκων στην Ελλάδα -Ν. Κηφισιά -17o χιλιόμετρο Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας, (τόσο της επιχειρηματικής των εναγομένων όσο και της παροχής εργασίας του ενάγοντος), στα δικαστήρια της οποίας, με βάση την καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών πρόδηλα, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ.4 ΚΠολΔ), θα ήθελαν να προσφύγουν τα συμβαλλόμενα μέρη προς επίλυση της εξ αυτής (από 19.6.2008 σύμβασης) διαφοράς τους, αφού έτσι θα διευκολυνόταν η συλλογή εκ μέρους τους αποδεικτικών στοιχείων και θα υπήρχε αποφυγή απ' αυτούς δυσβάστακτων οικονομικών βαρών από τυχόν προσφυγή τους σε αλλοδαπά δικαστήρια.
Συνεπώς, εφόσον υπήρχε δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων (άρθρο 3 ΚΠολΔ) επί της ένδικης διαφοράς και ειδικότερα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με βάση την προαναφερθείσα δωσιδικία των εναγομένων, η εκκαλουμένη, που, που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απόφαση και στη συνέχεια, ερευνώντας, κατ' ουσία την αγωγή, δέχθηκε και τα παρακάτω : Ο ενάγων, με την από 19.5.2008 "ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ / ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΛΗΞΗ /ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ" (WRITTEN NOTICE QUALIFIED TERMINATION) απευθυνόμενη επί λέξει ... "ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ "MARYVILLE"/ "EXCELL" (ΤΟ: "MARYVILLE"/ "EXCELL" ΤΟΡ MANAGEMENT), κατήγγειλε την ανωτέρω από 3.10.2005 εργασιακή του σύμβαση αορίστου χρόνoυ με την αρχική εργοδότρια του εταιρία με την επωνυμία "Quintana Management LLC" ενημερώνοντας ότι θα παραμείνει εργαζόμενος μέχρι τη 20.6.2008, με αποτέλεσμα να λυθεί έκτοτε η συνεχισθείσα από 15.4.2008 εργασιακή σύμβασή του με τη διάδοχό της, ως εργοδότρια, πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "MARYVILLE MARITIME INC" και να δικαιούται το συμφωνηθέν (νομίμως αιτηθέν) ποσό των 207.228 ευρώ, βάσει της προαναφερθείσας αιτιώδους αναγνωριστικής σύμβασης χρέους, που συντελέσθηκε την 19.6.2008. Η γενόμενη εκ των υστέρων από την πρώτη εναγομένη από 26.6.2008 καταγγελία της ανωτέρω εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος για παράβαση ουσιωδών όρων της με συνακόλουθο κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης, που του επιδόθηκε την 27.6. 2008, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή εφόσον ήδη είχε λυθεί η επίδικη εργασιακή σύμβαση του με την προηγηθείσα πιο πάνω, από 19.5.2008 καταγγελία εκ μέρους του, δοθέντος ότι δεν προτάθηκε από τους παρασταθέντες εναγομένους ρητά και σαφώς η ακυρότητα της ανωτέρω εκ μέρους του ενάγοντος από 19.5.2008 καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασής του. Σχετικά με τον περιεχόμενο στις προτάσεις των 1ης και 3ου εφεσιβλήτων ισχυρισμό τους ότι, επί λέξει, "... η στάση του ήταν ανακόλουθη και εξόχως καταχρηστική ... ο αντίδικος την τελευταία η΅έρα λειτουργώντας εξόχως αντισυμβατικά και κακόβουλα στάσης του ενάγοντος παραβιάζοντας ουσιώδεις όρους της σύ΅βασης επεχείρησε να κατεβάσει τα 2/3 των αρχείων της εταιρίας ... η αξίωση για αποζημίωση ΅ε την επίκληση του ως άνω όρου της σύ΅βασης και της "αλλαγής ελέγχου" είναι καταχρηστική, διότι ΅όλις ένα ΅ήνα πριν είχε δηλώσει εγγράφως και κατηγορηματικά ότι επιθυμεί τη συνέχιση της απασχόλησης του υπό τη νέα εταιρία ..." (σελ.3,10 και 25 των από 4.10.2010 προτάσεων της προηγηθείσας συζήτησης επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπ' αρ. 440/2010 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και σελ.4,10 και 25 των προτάσεων της παρούσας συζήτησης, που θεωρείται συνέχεια εκείνης κατ' άρθρο 254 παρ. 1 εδ. γ ' KΠολΔ), ΅ε επισήμανση, ακολούθως, ότι οι πράξεις αυτές συνιστούν ποινικά αδικήματα, ο οποίος (ισχυρισ΅ός) ο΅οίως περιέχονταν στις πρωτόδικες προτάσεις (σελ.4,11 & 21) και εκτιμάται ότι προσιδιάζει στον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ΑΚ 281), πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα : Επί της παρούσας υποθέσεως, που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), οι παρασταθέντες εναγόμενοι όφειλαν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο ακροατήριο και επί πλέον αυτοί να καταχωρισθούν στα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά του (άρθρο 256 παρ. 1 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α' ίδιου Κώδικα και επί ειδικών διαδικασιών με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, κάτι το οποίο, όμως, προκειμένου περί του προαναφερθέντος ισχυρισμού των παρασταθέντων 1ης και 3ου εναγομένων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της 26.1.2009, δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Πρέπει να σημειωθεί ότι στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καταχωρίσθηκαν επιγραμματικά μόνον οι ακόλουθες ενστάσεις των ως άνω εναγομένων, όπως διατυπώθηκαν απ' αυτούς: 1) αναρμοδιότητας των Ελληνικών Δικαστηρίων,2) αναρμοδιότητας των Δικαστηρίων του Πειραιά, 3) μη τήρησης της προηγούμενης διαδικασίας σύμφωνα με τον όρο 6 της σύμβασης, 4) παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης εναγομένης και 5) παθητικής νομιμοποίησης του τρίτου εναγομένου, χωρίς όμως να καταχωρισθεί ο προαναφερθείς ισχυρισμός τους, που ήδη ως εφεσίβλητοι το πρώτον προβάλλουν, ενόψει του ότι η σημείωση της προφορικής προτάσεως πρωτοδίκως του πιο πάνω σχετικού ισχυρισμού τους έπρεπε να προκύπτει ευθέως από το τμήμα των πρακτικών της εκκαλούμενης απόφασης περί των προτάσεων και των δηλώσεων, αφού δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής ισχυρισμών είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχαρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την πληρότητα της ενστάσεως που έχει ως έρεισμα το άρθρο 281 ΑΚ (η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως) και επομένως για το παραδεκτό αυτής από άποψη χρόνου προβολής της πρέπει, αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας συζήτηση της υποθέσεως από τον εναγόμενο, που ζητεί την απόρριψη της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την κατάχρηση, επιπλέον δε να γίνει και επίκληση της καταχρήσεως, η οποία προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται συγχρόνως και αίτημα για απόρριψη της αγωγής και για την αιτία αυτή.
Συνεπώς, η μη προβολή κατά την στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των περιστατικών που τη στηρίζουν αλλά και της καταχρήσεως του δικαιώματος, που προκύπτει από αυτά και διατύπωση αιτήματος για απόρριψη και για την αιτία αυτήν της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ενστάσεως αυτής ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ολ ΑΠ 472/1983), εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Συνεπώς σε κάθε περίπτωση, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν διατυπώθηκε από τους παρασταθέντες 1η και 3ο εφεσιβλήτους στις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού σαφώς ισχυρισ΅ός τους (ένσταση) περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος με αίτημα απόρριψης της ένδικης αγωγής, για την αιτία αυτή, ο ανωτέρω ισχυρισμός τους είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε κατά ένα μέρος, την αγωγή και 1) αναγνώρισε ότι η σύ΅βαση εργασίας του ενάγοντος, λύθηκε συνεπεία της από 19-5-2008 καταγγελίας του και 2) υποχρέωσε τη δεύτερη εναγο΅ένη εταιρία ΅ε την επωνυ΅ία "EXCELL MARITIME CARRIERS LTD" και τον τρίτο εναγόμενο να καταβάλουν στον ενάγοντα, καθένας εις ολόκληρον, 207.228 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ερευνώντας δηλαδή και στη συνέχεια απορρίπτοντας, (ρητώς, ως προς το πρώτο μέρος του και σιωπηρώς, ως προς το δεύτερο) ως απαράδεκτο, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον ενάγοντα και του δικαιώματος για την καταβολή της ειδικής αποζημίωσης, δεν υπέπεσε στις από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, 1) ο παραπάνω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και 2) τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες δεν κρίνονται ικανά να θεμελιώσουν τέτοιο ισχυρισμό.
Συνεπώς οι, από τους αριθμούς αυτούς, επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, πλημμέλειες αναφερόμενες στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, περιείχετο στις προτάσεις των που κατατέθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάθηκε δε και στο Εφετείο, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του αναιρεσιβλήτου και στο δεύτερο ότι ο παραπάνω ισχυρισμός, επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ήταν ορισμένος και δεν λήφθηκε υπόψη, είναι αβάσιμες και οι, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές είναι αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι ο ενάγων δεν εδικαιούτο του προνομίου (ειδικής αποζημίωσης) λόγω παραβιάσεως των υποχρεώσεων του και της ρητής υποχρέωσης εμπιστευτικότητας, που δικαιολογούσε την απόλυση του για υπαιτιότητα του, συνισταμένη στο ότι την παραμονή της αποχώρησης του αντέγραφε (έκλεβε) ηλεκτρονικά μεγάλους όγκους εμπιστευτικών πληροφοριών, η δε διαπίστωση αυτή έγινε προ της παρόδου 60 ημερών από τη λύση της σύμβασης. Από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά με την καταχώρηση του στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ακόμη από το περιεχόμενο των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν επαρκώς πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό. Τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις ότι "κατά επίσης ρητό όρο της σύμβασης του αντιδίκου και συγκεκριμένα του εδ ii της περίπτωσης γ του άρθρου 4 αυτής, η εταιρεία μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση αζημίως για σπουδαίο λόγο και ως τέτοια ιδιαίτερα θεωρείται η παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας ή η χρησιμοποίηση εταιρικών στοιχείων κλπ.
Εν προκειμένω, όπως προεξετέθη στο ιστορικό ο αντίδικος υπέπεσε σε βαρυτάτη παραβίαση του ως άνω όρου, όπως αυτή αναλύεται στο ιστορικό για την αποφυγή επαναλήψεων ... η σύ΅βαση του αντιδίκου ήταν τοιαύτη ορισ΅ένου χρόνου και συνεπώς οποιοσδήποτε περιορισ΅ός του δικαιώ΅ατος καταγγελίας της σύ΅βασης για σπουδαίο λόγο κατ' άρθρο 672 Α.Κ., είναι ανίσχυρος ... απολύτως νό΅ι΅α καταγγείλα΅ε την σύ΅βαση του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο και δη τον προαναφερθέντα και το δικαίω΅ά ΅ας αυτό δεν υπόκειται σε κανένα περιορισ΅ό (συμβατικό ή άλλο), αφού η διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ είναι τοιαύτη αναγκαστικού δικαίου ... σε κάθε περίπτωση σύ΅φωνα ΅ε τον όρο 4 περ. δ εδ. 3 της σύ΅βασης του αντιδίκου, που ορίζει ότι ουδεμία υποχρέωση καταβολής αποζημίωσις υπέχου΅ε και ΅άλιστα εάν είχε καταβληθεί θα ΅πορούσα΅ε να την αναζητήσου΅ε, τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται ρητά και στην από 13/6/2008 επιστολή της εταιρίας EXCEL MARITIME LTD" (ΣΧΕΤ. 6) ... η ένδικη αξίωση του αντιδίκου για καταβολή αποζημίωσις κατά τον όρο 4 της από 29/8/2007 σύ΅βασης είναι αβάσι΅η πολλαπλώς". Αν και τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν κρίνονται ικανά να θεμελιώσουν τον παραπάνω ισχυρισμό, όμως το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και με την παραδοχή ότι "η γενόμενη εκ των υστέρων από την πρώτη εναγομένη από 26.6.2008 καταγγελία της ανωτέρω εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος για παράβαση ουσιωδών όρων της με συνακόλουθο κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης, που του επιδόθηκε την 27.6. 2008, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή εφόσον ήδη είχε λυθεί η επίδικη εργασιακή σύμβαση του με την προηγηθείσα πιο πάνω, από 19.5.2008 καταγγελία εκ μέρους του, δοθέντος ότι δεν προτάθηκε από τους παρασταθέντες εναγομένους ρητά και σαφώς η ακυρότητα της ανωτέρω εκ μέρους του ενάγοντος από 19.5.2008 καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασής του". Επομένως, ο παραπάνω τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ενόψει αυτών και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι η δεύτερη, αναιρεσείουσα, η οποία ερημοδίκησε ενώπιον του Εφετείου, ως ομόρρυθμη εταιρία, με ομόρρυθμο μέλος τον τρίτο, τελούσε σε αναγκαστική ομοδικία με αυτόν και οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν από αυτόν, προτάθηκαν και από εκείνη, πλην όμως δεν λήφθηκαν υπόψη και κηρύχθηκαν απαράδεκτοι, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας των (άρθρ.183, και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 20-5-2011, αίτηση για αναίρεση των 153/2011 (οριστικής) και 440/2010 (μη οριστικής) αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή