<< Επιστροφή

Απόφαση 222 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.




Περίληψη:
Απόπειρα απάτης (κακουργηματική) με τη συνδρομή των επιβαρυντικών προϋποθέσεων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/50, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (απόπειρα κινηματογράφισης εκτάσεων που ανήκαν στο Δημόσιο. Παραγραφή. Αναστολή επί κακουργημάτων που τελέστηκαν πριν από τις 20-11-1987, τριετής. Πότε αρχίζει η κύρια διαδικασία. Ακυρότητα της κλήσεως και της επίδοσης του παραπεμπτικού βουλεύματος. Καλύπτεται με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Απόρριψη ένστασης παραγραφής. Απόπειρα και απρόσφορη απόπειρα απάτης. Προϋποθέσεις. Αιτιολογία. Έλλειψη αιτιολογίας και ασάφεια α) αν η πράξη στρεφόταν κατά του δημοσίου, β) ως προς τις προϋποθέσεις της απόπειρας ή της απρόσφορης απόπειρας και γ) ως προς την ύπαρξη του δόλου (γνώση για το ότι τα ακίνητα ανήκαν στο Δημόσιο). Αναιρεί ελλείψει αιτιολογίας και νομίμου βάσεως.





Αριθμός 222/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατούμενου στις Φυλακές Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ράλλη, περί αναιρέσεως της 1671/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε στον ακροατήριο από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρουμάλη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.7.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1340/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 2408/96, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα κακουργήματα, για τα οποία ο νόμος προβλέπει την ποινή της ισόβιας καθείρξης, είναι είκοσι έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των πέντε ετών για τα κακουργήματα, ή των τριών ετών, εφόσον αυτά τελέστηκαν από την έναρξη ισχύος του ΠΚ και μέχρι 20-11-1987 (άρθρο 4 παρ.1 ν.1738/1987). Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ, 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του Κ.Ποιν.Δ., αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο, καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, αρχίζει η κύρια διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των πέντε ετών, προκειμένου για κακουργήματα, ή των τριών ετών, εφόσον διαπράχθηκαν πριν από τις 20-11-1987. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 319 παρ. 5 ΚΠΔ, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που εκδόθηκε κατά τις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου, επιδίδεται, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος στον κατηγορούμενο και τους υπόλοιπους διαδίκους, με τη φροντίδα του Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημμελειοδικών και μόλις γίνει αμετάκλητο το βούλευμα, γίνεται η κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, κατά το όρθρο 321 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 320 και 321 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η μη έγκυρη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης προς αυτόν στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 1, η οποία, αν δεν ανακύπτει θέμα αναστολής της παραγραφής της πράξης, για όσο χρόνο δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη (άρ. 171 παρ.1 περ. γ ΠΚ), μπορεί να καλυφθεί, κατά το άρθρο 174 παρ. 2, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναίρεσης, με την 2105/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με παρόντα τον αναιρεσείοντα, καταδικάσθηκε αυτός σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών, για απόπειρα κακουργηματικής απάτης σε βάρος του Δημοσίου, με την συνδρομή των επιβαρυντικών προϋποθέσεων του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1608/1950 (αντικείμενο του εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας), πράξη που έλαβε χώρα στις 6 Ιουνίου 1987. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παραστάθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του πιο πάνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Ειδικότερα αυτός, κατά την έναρξη της διαδικασίας, προέβαλε μόνο αίτημα αποβολής της πολιτικής αγωγής, χωρίς να προβάλει περαιτέρω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσεως προς εμφάνισή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ή λόγους ακυρότητας που αφορούσαν την επίδοση του 940/1993 παραπεμπτικού βουλεύματος. Κατά της καταδικαστικής πιο πάνω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, στην οποία και πάλι δεν προέβαλε λόγους ακυρότητας της κλήσεως ή του παραπεμπτικού βουλεύματος. Κατά την εκδίκαση δε της έφεσης αυτής, ο αναιρεσείων προέβαλε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου μόνο τον ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης, λόγω παραγραφής, με την αιτιολογία ότι, εφόσον για την πράξη της απόπειρας της κακουργηματικής απάτης με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/50, ο νόμος προβλέπει, σύμφωνα με τη διάτάξη του άρθρου 42 παρ.1ΠΚ, ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, δηλαδή ποινή καθείρξεως (10- 20 ετών), ο χρόνος παραγραφής για την πράξη αυτή, είναι 15 έτη (άρθρο 111 παρ.2 β) και, με τον συνυπολογισμό του χρόνου της πενταετούς αναστολής, είχε συμπληρωθεί, κατά το χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως (7/6/2007), 20ετία από το χρόνο τελέσεως της πράξης (6/6/1987). Η ένσταση αυτή της παραγραφής απορρίφθηκε με αιτιολογημένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, το οποίο δέχθηκε, ότι για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής του αδικήματος, λαμβάνεται υπόψη η ποινή που προβλέπεται για τελεσμένο έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, (η οποία είναι στην προκειμένη περίπτωση η ποινή ή της ισόβιας κάθειρξης και, συνεπώς, ο χρόνος παραγραφής είναι είκοσι έτη- άρ. 111 παρ.2α ΠΚ) και όχι η δυνητικά προβλεπόμενη για την απόπειρα μειωμένη ποινή (83 ΠΚ). Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου ο αναιρεσείων δεν προέβαλε ουδεμία αιτίαση με λόγο αναίρεσης, αλλά για πρώτη φορά προέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου ακυρότητα της επίδοσης προς αυτόν της κλήσεως και του παραπεμπτικού βουλεύματος με την αιτιολογία ότι τόσο η επίδοση της κλήσεως όσο και του παραπεμπτικού βουλεύματος δεν έγινε σύννομα στην κατοικία του, αλλά σε άλλη, άσχετη με αυτόν διεύθυνση.
Συνεπώς, όπως υποστηρίζει, λόγω της ακυρότητας των επιδόσεων αυτών, δεν άρχισε η κύρια διαδικασία και, επομένως, σε κάθε περίπτωση, παρήλθε ο προβλεπόμενος, για την κακουργηματική πράξη που κρίθηκε ένοχος, εικοσαετής χρόνος παραγραφής. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναπτύχθηκαν, η κύρια διαδικασία άρχισε στην προκειμένη περίπτωση με την εμφάνιση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως και, συνεπώς, επήλθε αναστολή του χρόνου παραγραφής (τριετής εν προκειμένω, αφού η πράξη τελέστηκε, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στις 6- 4-1987). Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Το έγκλημα της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (386) του Κώδικα (προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999), όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 ΠΚ από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, για να είναι η απάτη κακούργημα, πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Κατά το πρώτο σκέλος της, η τελευταία ως άνω διάταξη είναι ηπιότερη για τον κατηγορούμενο και έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν απ' αυτήν και δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως. Κακουργηματική απάτη, υπάρχει, επίσης, και όταν κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 4 παρ. 5 του ν. 1738/1987 και 38 του ν. 2172/1993 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.3 εδ. δ' του ν. 2408/1996, το έγκλημα αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου, ή ν.π.δ.δ. ή κατ' άλλου νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 1738/1987 και το συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε ή απειλήθηκε, είναι μεγαλύτερη του ποσού των 50.000.000 δρχ., μάλιστα ανεξάρτητα από τη συνδρομή περιπτώσεως της παρ. 3 του άρθρου 386 του Π.Κ., της τελέσεως, δηλαδή, της πράξεως κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Ο νόμος 1608, δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία του εγκλήματος, αλλά απλώς επαυξάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή και καθιστά την πράξη κακούργημα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης αρκεί, ότι το έγκλημα της απάτης δεν συντελέσθηκε μεν, πλην όμως, άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Ειδικότερα, αν δεν επέλθει η βλάβη, συντρέχουν όμως οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΠΚ, όπως όταν ο υπαίτιος προέβη στην απατηλή συμπεριφορά με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, υπάρχει απόπειρα απάτης και αν το χρησιμοποιηθέν μέσον είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση αυτής υπάρχει, κατά το άρθρο 43 παρ. 1 ΠΚ, απρόσφορη απόπειρα και ο δράστης τιμωρείται με την ελαττωμένη ποινή της απόπειρας, μειωμένη στο ήμισυ. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε επί εφέσεως του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος εναντίον της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1671/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "O κατηγορούμενος, με σκοπό ν' αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του αποφασισθέντος να εκτελεσθεί κακουργήματος της απάτης. Πιο συγκεκριμένα, με σκοπό ν' αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου, επιχείρησε να πείσει τους αρμοδίους δημοσίους υπαλλήλους του συνεργείου Κτηματογραφήσεως της Επιθεώρησης Δασών Αττικής και Νήσων, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι δήθεν είναι κύριος των παρακάτω αναφερομένων εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες όμως ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου. Έτσι, στις ...., υπέβαλε στο 2ο Συνεργείο Κτηματογραφήσεως της Περιφερειακής Επιθεωρήσεως Δασών Αττικής και Νήσων του Υπουργείου Γεωργίας τα με αριθμούς ...... και ..... υπομνήματά του με τα συνοδεύοντα αυτά αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία επιδίωκε να αναγνωρισθεί κύριος με το πρώτο μεν εκτάσεων 41.200 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "........" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λαυρίου, με το δεύτερο δε εκτάσεως 188, 950 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "......." της ίδιας κτηματικής περιφέρειας. Όμως, τα υπομνήματα αυτά επιστράφηκαν στον τότε αιτούντα και ήδη κατηγορούμενο με το από ...... έγγραφο της δημόσιας υπηρεσίας με την παρατήρηση ότι μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι ο επίμαχες εκτάσεις εμπίπτουν μέσα σε εκείνες που το Υπουργείο Γεωργίας από το 1949 είχε διανείμει υπέρ των μεταλλωρύχων ...... και ότι συνεπώς ο κατηγορούμενος δεν είχε τίτλο κυριότητας επ' αυτών. Κατόπιν τούτου, ο κατηγορούμενος, προς ενίσχυση των δήθεν δικαιωμάτων κυριότητας επί των εκτάσεων αυτών, συνυπέβαλε στο ανωτέρω συνεργείο με το πρώτο υπόμνημά του την υπ' αριθ. 1419/1980 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία φέρεται να αναγνωρίζεται κύριος εκτάσεως 41.200 τ.μ. με το δεύτερο δε την με αριθμό 11768/1981 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία φέρεται να αναγνωρίζεται κύριος εκτάσεως 188.950 τ.μ. Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν η πρώτη κατόπιν της από 22-10-1979 αγωγής του κατηγορουμένου κατά των: 1) ........ 2) ......... 3) ........ 4) ......... 5) ........., και 6) .........., οι οποίοι εναγόμενοι, κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής ερημοδίκησαν με αναγκαία συνέπεια η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατ' εφαρμογή του ισχύοντος τότε 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ η δεύτερη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν της από 20-4-1981 αγωγής του αυτού κατηγορουμένου κατά των αυτών ως άνω εναγομένων, οι οποίοι κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής παρέστησαν όλοι και οι οποίοι συνομολόγησαν στοιχειοθετούντα την κτήση της κυριότητας πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα και η αγωγή αυτή να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από την όλη μεθόδευση της εκδόσεως των ανωτέρω αποφάσεων και, ιδίως, από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέφυγε να στρέψει τις ανωτέρω αγωγές του και κατά του Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου, συνάγεται ότι αυτές υπήρξαν αποτέλεσμα προηγουμένων συνεννοήσεων των τότε διαδίκων προς το σκοπό δημιουργίας ανύπαρκτων τίτλων επί των ανωτέρω εκτάσεων. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η έκταση των 41.200 τ.μ. έχει μεταβιβασθεί κατά κυριότητα από το Δημόσιο στο Δήμο Λαυρίου με βάση την υπ' αριθ. ........ απόφαση του Νομάρχη Διαμερίσματος Ανατολικής Αττικής (βλ. και ΦΕΚ τεύχος Δεύτερο 737/31-10-1986, καθώς και την ...... διορθωτική απόφαση του ίδιου Νομάρχη), ενώ από εκείνη των 188.950 τ.μ., μετά τις διάφορες πωλήσεις ή παραχωρήσεις προς διαφόρους τρίτους επί μέρους εκτάσεων από το Δημόσιο, παρέμεινε σήμερα στο τελευταίο συνολική έκταση 79.000 τ.μ. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ισχυρίζεται ότι κατέχει τις επίδικες εκτάσεις από το έτος 1956, ύστερα από αγορά που καταρτίστηκε άτυπα (με ιδιωτικό έγγραφο). Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου αναιρείται από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του δασονόμου της περιοχής και μάρτυρα Γ1, αλλά και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν επιχείρησε επί των εν λόγω εκτάσεων εμφανείς διακατοχικές πράξεις. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, με εικονικές δίκες, προσπάθησε να δημιουργήσει τίτλους κυριότητας, με σκοπό να προσπορισθεί τις εκτάσεις αυτές, υποβάλλοντας τους ψεύτικους αυτούς τίτλους στους αρμοδίους υπαλλήλους της υπηρεσίας Κτηματογραφήσεων που προαναφέρθηκε, για να τους παραπλανήσει και να πετύχει την εγγραφή του ως κύριος των εκτάσεων αυτών στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες. Όμως, ο κατηγορούμενος απέτυχε του σκοπού του όχι από δική του θέληση, αλλά γιατί, λόγω του μεγέθους των εκτάσεων των οποίων εμφανιζόταν ο κατηγορούμενος ως κύριος, οι ως άνω αρμόδιοι υπάλληλοι διενήργησαν αυτοψία και διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα κυριότητας επί των εκτάσεων που προαναφέρθηκαν, καθόσον αυτές ανήκαν στο Δήμο Λαυρίου και στο Ελληνικό Δημόσιο. Σημειώνεται ότι οι παραπάνω εκτάσεις είναι παραθαλάσσιες και η αξία τους κατά το έτος 1987 ήταν πολύ μεγάλη και ξεπερνούσε κατά πολύ τα 50.000.000 δρχ. (ή 150.000 ευρώ) ανερχόταν δε, για μεν την ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο έκταση, στο ποσό των 790.000.000 δρχ. για δε την ανήκουσα στο Δήμο Λαυρίου στο ποσό των 412.000.000 δρχ. Κατά συνέπεια, το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποπειράθηκε να προσπορισθεί ο κατηγορούμενος ανέρχεται στα ανωτέρω χρηματικά ποσά και είναι ιδιαίτερα μεγάλο, η δε απειληθείσα ζημία του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου είναι, επίσης ιδιαίτερα μεγάλη και ανέρχεται στα ποσά που προαναφέρθηκαν. Κατόπιν τούτων, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται".
Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος απόπειρας κακουργηματικής απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου, με την οποία το όφελος, που αυτός επιδίωξε και η αντίστοιχη ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο και τον πιο πάνω Δήμο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό 790.000.000 και 412.000.000 δρχ., αντιστοίχως, ποσά που καθιστούν το αντικείμενο του εγκλήματος, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Για την πράξη του δε αυτή, το Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών, αφού προηγουμένως απέρριψε αίτημα αυτού για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 περ.β και ε' ΠΚ. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Πενταμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων. Ειδικότερα: Α) Ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι έγινε αντιληπτό από τους αρμόδιους υπαλλήλους του συνεργείου κτηματογραφήσεως ότι τα επίμαχα ακίνητα δεν ανήκαν στον κατηγορούμενο, διότι, μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι ο επίμαχες εκτάσεις "εμπίπτουν μέσα σε εκείνες που το Υπουργείο Γεωργίας από το 1949 είχε διανείμει υπέρ των μεταλλωρύχων ......", ακολούθως γίνεται δεκτό ότι, η μεν έκταση των 41.200 τ.μ., έχει μεταβιβασθεί κατά κυριότητα από το Δημόσιο στο Δήμο Λαυρίου, ενώ, από εκείνη των 188.950 τ.μ., μετά τις διάφορες πωλήσεις ή παραχωρήσεις προς διαφόρους τρίτους επί μέρους εκτάσεων από το Δημόσιο, παρέμεινε σήμερα στο τελευταίο συνολική έκταση 79.000 τ.μ.. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν καθίσταται σαφές αν κατά τον κρίσιμο χρόνο τα επίμαχα ακίνητα ανήκαν στο Δημόσιο ή στο Δήμο Λαυρίου ώστε να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του ν. 1608/50, ή αν αυτά είχαν παραχωρηθεί σε τρίτους (μεταλλωρύχους). Επισημαίνεται δε ότι η πιο πάνω αναφερόμενη παραχώρηση από το Δημόσιο στους μεταλλωρύχους ...... (ολόκληρης) της επίμαχης έκτασης, όπως και η στη συνέχεια αντιφατικά αναφερόμενη παραχώρηση τμήματος της εκτάσεως αυτής στο Δήμο Λαυρίου, είναι τα μόνα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση, προκειμένου να θεμελιωθεί η παραδοχή ότι οι εκτάσεις αυτές ανήκαν στο Δημόσιο. Από τις προαναφερόμενες δε ελλείψεις της αιτιολογίας, δημιουργείται ασάφεια αναφορικά με ουσιώδες στοιχείο της κατηγορίας, εξαιτίας της οποίας καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για το αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950. Β) Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων επιχείρησε να πείσει τους αρμόδιους δημοσίους υπαλλήλους ότι δήθεν είναι κύριος των αναφερόμενων στην απόφαση εδαφικών εκτάσεων, με την υποβολή στις 6.4.1987 στο αρμόδιο Συνεργείο Κτηματογραφήσεως των με αριθμούς ..... και ...... υπομνημάτων του, μετά των συνοδευόντων αυτά αποδεικτικών στοιχείων. Παράλληλα το Δικαστήριο δέχεται ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι δεν παραπλανήθηκαν, αλλά επέστρεψαν στον αναιρεσείοντα τα πιο πάνω υπομνήματα και τα συνοδεύοντα αυτά αποδεικτικά στοιχεία με το από ...... έγγραφό τους, με την παρατήρηση, ότι, μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι οι επίμαχες εκτάσεις εμπίπτουν μέσα σε εκείνες που το Υπουργείο Γεωργίας από το 1949 είχε διανείμει υπέρ των μεταλλωρύχων ........ και ότι, συνεπώς, ο κατηγορούμενος δεν είχε τίτλο κυριότητας επ' αυτών. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν καθίσταται σαφές αν τα υπομνήματα που κατέθεσε ο αναιρεσείων και τα συνοδεύοντα αυτά αποδεικτικά στοιχεία, (το περιεχόμενο των οποίων δεν προσδιορίζεται), ήταν πρόσφορα να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους, ενόψει της παραδοχής του ότι αρκούσε μία απλή αυτοψία για να διαπιστωθεί η αναλήθεια του περιεχομένου τους. Επισημαίνεται δε ότι η προσκόμιση εκ μέρους του αναιρεσείοντος των δικαστικών αποφάσεων, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν αποτέλεσμα εικονικών δικών, (ανεξάρτητα αν οι εν λόγω αποφάσεις, στην έκδοση των οποίων δεν συμμετείχε το Δημόσιο, ήταν πρόσφορα αποδεικτικά μέσα να αποδείξουν και έναντι του Δημοσίου την κυριότητα του αναιρεσείοντος), αποτελούν ενέργειες του αναιρεσείοντος που επακολούθησαν την απόπειρα απάτης, για την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος. Ενόψει των ελλείψεων αυτών και των ασαφειών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για το αν ορθά εφαρμόσθηκε από το Δικαστήριο η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ περί αποπείρας, αντί της επίσης ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 43 παρ. 1 ΠΚ, περί απρόσφορης απόπειρας και έτσι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Γ). Προϋπόθεση για να προσλάβει το χαρακτήρα κακουργήματος το έγκλημα της απάτης, κατά το άρθρο 1 του ν. 1608/1950, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, είναι να στρέφεται η πράξη ευθέως κατά του Δημοσίου ή άλλου οριζόμενου στο νόμο (άρθρο 263Α Π.Κ.) νομικού προσώπου. Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι η πράξη του στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλου οριζόμενου στο νόμο νομικού προσώπου. Στην προκειμένη δε περίπτωση, στην πιο πάνω αιτιολογία ουδόλως εκτίθενται περιστατικά ως προς την γνώση του αναιρεσείοντος, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, ότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ακίνητα ανήκαν στην κυριότητα του Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου, χωρίς να αρκεί η έκθεση περιστατικών ότι αυτά δεν ανήκαν στον αναιρεσείοντα.
Συνεπώς η απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού ουδέν διαλαμβάνει για το δόλο αυτού (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος περιλαμβάνει την προαναφερόμενη γνώση ή, έστω, ότι αυτός αποδέχθηκε ως ενδεχόμενο ότι τα ακίνητα αυτά να ανήκαν στο Δημόσιο ή στο Δήμο Λαυρίου. Εξάλλου, δεν δύναται να συναχθεί ότι ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, αφού ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό εκτίθενται με πληρότητα ανάλογα περιστατικά. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., λόγοι αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίοι, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως ερευνώνται, εφόσον η κρινόμενη αίτηση κρίνεται παραδεκτή (511 ΚΠΔ), είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1671/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή