Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1264 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναιρέσεως λόγοι, Αναιρέσεως πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Περίληψη: Κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα άνω των 30.000 €. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Χρήση φωτοαντιγράφων δελτίου ταυτότητας και εκκαθαριστικού σημειώματος του μηνυτή σε Τράπεζες για λήψη Δανείων. Ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος στους υπαλλήλους των Τραπεζών για χορήγηση των αιτηθέντων δανείων. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Μερική εξάλειψη του αξιοποίνου με μερική εξόφληση (άρθ. 406Α ΠΚ). Προϋποθέσεις. Αόριστος ο σχετικός ισχυρισμός. ’σκηση ενδίκων μέσων. Στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει με τρόπο σαφή και ορισμένο να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Για την εγκυρότητα του δικογράφου, απαιτείται η ύπαρξη έστω και ενός ισχυρού λόγου. Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση ως απαράδεκτη, λόγω πλήρους αοριστίας του αναιρετικού λόγου που προβάλλεται με αυτήν. Απορρίπτει και τους πρόσθετους λόγους γιατί προϋποθέτουν παραδεκτή άσκηση αναίρεσης.





Αριθμός 1264/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεωργά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο του Λαμπρινή Παπαδούδη, διορισμένη με τις υπ’ αριθμ.59/2015 και 75/2015 πράξεις του Προέδρου του Αρείου Πάγου και 2)Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ... που παρέστη με την δικηγόρο του Ευαγγελία Μαράντου, διορισμένη με τις υπ’ αριθμ.157/2014 και 107/2015 πράξεις του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ.526/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α)στην από 29 Ιουλίου 2013 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 28 Σεπτεμβρίου 2015 προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος Γ. Τ. και β)στην από 26 Ιουνίου 2014 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 29 Σεπτεμβρίου 2015 προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος Δ. Μ., τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 623/2014.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-7-2013, με αριθμό 19/2013, αίτηση αναιρέσεως του Γ. Τ., που ασκήθηκε με δήλωση, ενώπιον του Γραμματέως, του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, καθώς και οι επ’ αυτής με χρονολογία 28-9-2015 πρόσθετοι λόγοι, και η από 26-6-2014 (υπ’ αριθμό γενικού πρωτ.4309/26-6-2014), αίτηση αναιρέσεως του Δ. Μ., που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς και οι επ’ αυτής με χρονολογία 29-9-2015 πρόσθετοι λόγοι, στρεφόμενες κατά της υπ’ αριθμό 526/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Α. Επί της πρώτης από τις παραπάνω, από 29-7-2013, αίτησης αναιρέσεως του Γ. Τ., και των επ’ αυτής με χρονολογία 28-9-2015 πρόσθετων λόγων: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ., προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ’ ακολουθία, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποφάσεων, πρέπει στη αίτηση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κείμενου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Δεν μπορεί δε, ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος από τους παραπάνω αναιρεσείοντες, Γ. Τ., εμφανίσθηκε ενώπιον της Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, Μ. Κ., και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της υπ’ αρ. 526/2013, απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, για παράβαση των άρθρων 216 παρ.3 και 386 παρ.3 Π.Κ., αναφέροντας σε αυτήν, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, επακριβώς τα εξής: "ασκεί αναίρεση......για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεσθεί επιπροσθέτως, αλλά και για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους: Για παραβίαση ή εσφαλμένη ερμηνεία διάταξης ουσιαστικού ποινικού δικαίου, κατ ‘ άρθρο 510 Κ.Π.Δ.". Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως, έτσι όπως διατυπώνεται, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται, σε τι ακριβώς συνίστανται η παραβίαση και η εσφαλμένη ερμηνεία διάταξης είναι αόριστος και εκ τούτου απαράδεκτος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, μετά δε την απόρριψη, ως απαράδεκτης της αίτησης αναιρέσεως, είναι απαράδεκτο και το δικόγραφο των από 28-9-2015 προσθέτων λόγων αναιρέσεως, κατά τα εκτεθέντα. Ο αναιρεσείων, πρέπει να καταδικασθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, στα δικαστικά έξοδα.
Β. Επί της δεύτερης, από τις παραπάνω, αιτήσεως αναιρέσεως, του Δ. Μ., καθώς και των επ’ αυτής με χρονολογία 29-9-2015 πρόσθετων λόγων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 509§2 εδ. α’ του ΚΠΔ, "εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρο 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται• αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι". Η προθεσμία των 15 ημερών, στην οποία, κατ’ άρθρο 168§1 εδ. β’ ΚΠΔ, δεν υπολογίζεται η ημέρα καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, και η ημέρα συζητήσεως έχει σκοπό την προπαρασκευή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των άλλων διαδίκων που μετέχουν στη συζήτηση της αναιρέσεως, προκειμένου να αποκρούσουν ή να υποστηρίξουν, ανάλογα με το έννομο συμφέρον τους, τους προσθέτους λόγους.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24-10-2015), συζητήθηκε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η από 26-6-2014, αίτηση αναιρέσεως του Δ. Μ., καθώς και οι επ’ αυτής με χρονολογία 29-9-2015 πρόσθετοι λόγοι, για αναίρεση της προαναφερθείσας αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Ο παραπάνω αναιρεσείων, κατέθεσε στη Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, στις 29-9-2015, το από 29-9-2015 δικόγραφο προσθέτων λόγων, όπως από τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέως, παρά πόδας αυτού προκύπτει. Όμως, αυτό έπρεπε να κατατεθεί το αργότερο στις 28-9-2015, ώστε μεταξύ της καταθέσεως και της συζητήσεως των αιτήσεων να παρεμβάλλονται, σύμφωνα με το ημερολόγιο του οποίου γίνεται χρήση, 15 ημέρες, χωρίς να υπολογίζεται η ημέρα καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, και η ημέρα συζητήσεως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Εφόσον, λοιπόν, δεν τηρήθηκε η νόμιμη προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι του ως άνω αναιρεσείοντος πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη που προαναφέρθηκε, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο473 παρ.2 και 3, 474 παρ. 2 και 3), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Ανεξάρτητα, επομένως, από το ως άνω απαράδεκτο των προσθέτων λόγων, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε’ Κ.Π.Δ. μοναδικός λόγος τους, περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, ο οποίος περιλαμβάνεται και στην αίτηση αναιρέσεως που κρίθηκε παραδεκτή, θα εξεταστεί κατωτέρω, ως λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ευρώ αναπροσαρμόστηκε με την παρ. 1β του άρθρου 25 του ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 12-3-2012, και είναι ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά κατά το άρθρο 2 Π.Κ. και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το ποσό των 30.000 ευρώ ορίστηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του ν. 4055/2012 που όπως προαναφέρθηκε άρχισε να ισχύει από 12-3-2012 και είναι επίσης ευμενέστερη). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ’ εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάθεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το ποσό των 30.000 ευρώ αναπροσαρμόστηκε με την παρ. 2δ’ του άρθρου 25 του ν. 4055/2012 και είναι επίσης ευμενέστερη) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ" και ήδη το ποσό των 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 1ιδ’ του άρθρου 25 του ν. 4055/2012 που επίσης είναι ευμενέστερη). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδαφ. στ’ του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ’ προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ’ επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ’ επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν, από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός εξ αυτών.
Περαιτέρω, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Ειδικότερα, σε περίπτωση απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο παθόντα, συντρέχουν περισσότερες πράξεις και ανακύπτει θέμα απάτης κατ’ εξακολούθηση. Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση των συνεχών ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, οπότε πρόκειται για μία μοναδική πράξη απάτης.
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος , αναφορά τους , χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού , ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου , οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 526/2013, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, από κοινού, για τις αξιόποινες πράξεις, α) της κακουργηματικής πλαστογραφίας, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα με ζημία ανώτερη από 30.000 Ευρώ και β) της κακουργηματικής απάτης κατ’ επάγγελμα, με ζημία ανώτερη από 30.000 ευρώ, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις για το 2ο αναιρεσείοντα, του άρθρου 84 παρ.2 α ‘ Π.Κ, σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών ο πρώτος και πέντε (5) ετών ο δεύτερος. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στο ... Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 9 Αυγούστου 2001 έως 13 Σεπτεμβρίου 2001, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και μετά από συν από φάση, κατήρτισαν πλαστά έγγραφα. Ειδικότερα, στους παραπάνω τόπο και χρόνους, ο 2ος απ’ αυτούς Δ. Μ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της, έχουσας αντικείμενο την εμπορία αυτοκινήτων, εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Χ. Μ. - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "D.M. G.A.R.S. Δ. Χ. Μ. - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε. ". Είχε, όμως, συμφωνήσει την πώληση και μεταβίβαση της εταιρείας στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος, στο παραπάνω χρονικό διάστημα, υπηρετούσε ως αξιωματικός στο στρατό ξηράς, αλλά, στο τέλος του 2001, επρόκειτο ν’ αποστρατευθεί και, πριν την αποστράτευση του, δεν είχε τη νομική δυνατότητα ν’ αποκτήσει και τυπικά την πιο πάνω εταιρεία. Γιαυτό χρησιμοποιήθηκε οχ αχυράνθρωπος τρίτος άνθρωπος (με το όνομα Κ.), φίλος του πρώτου κατηγορουμένου, στον οποίο ήδη απ’ τις 19 Ιουνίου 2001 μεταβιβάστηκε η επιχείρηση άτυπα (χωρίς να γίνει η σχετική δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), αλλ’ ο δεύτερος κατηγορούμενος (Δ. Μ.) συμφωνήθηκε να παραμείνει στη διαχείριση της επιχείρησης μέχρι την από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος (που συμφωνήθηκε σε δόσεις), προκειμένου να εξασφαλιστεί η εξόφληση αυτή. Συγχρόνως, όμως, ουσιαστικός συνδιαχειριστής της εταιρείας αυτής με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ως αφανής εταίρος, ήταν πλέον κι ο 1ος κατηγορούμενος (Γ. Τ.), από κοινού με τον οποίο λαμβάνονταν οι αποφάσεις διαχείρισης κι ο οποίος λάμβανε το μέρος των κερδών που απέμενε μετά την παρακράτηση απ’ το δεύτερο κατηγορούμενο του ποσού που αναλογούσε στην εκάστοτε δόση του τιμήματος της πώλησης της επιχείρησης. Με βάση τις παραπάνω ιδιότητες τους, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, χρησιμοποιώντας φωτοαντίγραφα του δελτίου ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του εγκαλούντος Ν. Π., τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με άγνωστο τρόπο, κατήρτισαν, στο όνομα του εγκαλούντος, πλαστές αιτήσεις δανείου, ποσών 4.600.000, 4.500.000 και 4.700.000 δραχμών (και συνοδευτικά αυτών έγγραφα), απευθύνοντας τες στις τράπεζες "...", ‘ "..." και "...." αντίστοιχα, με τις οποίες ο εγκαλών ζητούσε δήθεν να λάβει δάνεια για αγορά, αυτοκινήτων με παρακράτηση κυριότητας από την πιο πάνω εταιρεία, αναγράφοντας στις αιτήσεις όλα τα στοιχεία του (εγκαλούντος), που αντέγραψαν απ’ το φωτοαντίγραφο της ταυτότητας του και θέτοντας την υπογραφή του, κατ’ απομίμηση της γνήσιας υπογραφής αυτού, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους των τραπεζών αυτών, ώστε, αγνοώντας ότι οι αιτήσεις και τα. προσκομιζόμενα δικαιολογητικά ήταν πλαστά, να χορηγήσουν τα αιτηθέντα δάνεια για αγορά αυτοκινήτων. Πιο συγκεκριμένα, κατήρτισαν απ’ την αρχή τα εξής πλαστά έγγραφα: 1)την υπ’ αριθμ. ... από 9 Αυγούστου 2001 αίτηση δανείου προς τη "...", στην οποία συμπληρώθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας του εγκαλούντος και τέθηκε κατ’ απομίμηση η υπογραφή του, ως δήθεν αιτούντος, καθώς και τα συνοδεύοντα την αίτηση έγγραφα, δηλαδή: α)την υπ’ αριθμ. ... από 3 Σεπτεμβρίου 2001 "σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας και σύμβαση δανείου ", στην οποία συμπληρώθηκαν τα στοιχεία του εγκαλούντος και τέθηκε, κατ’ απομίμηση της γνήσιας, κάτω απ’ την ένδειξη "ο οφειλέτης", η υπογραφή του και β)τη χωρίς ημερομηνία πράξη μεταβίβασης αυτοκινήτου, στην οποίο, τέθηκε, κατ’ απομίμηση της γνήσιας, η υπογραφή του εγκαλούντος, κάτω απ’ την ένδειξη "Ο Αγοραστής", 2)την από 9 Αυγούστου 2001 αίτηση/σύμβαση πώλησης οχήματος με παρακράτηση κυριότητας και χορήγησης δανείου προς τη "...", στην οποία τέθηκε, κατ’ απομίμηση της γνήσιας, η υπογραφή του εγκαλούντος, κάτω απ’ την ένδειξη "ο/οι αγοραστης/ες", καθώς και τα συνοδεύοντα την αίτηση έγγραφα, δηλαδή: α)τη χωρίς ημερομηνία πράξη μεταβίβασης αυτοκινήτου, στην οποία τέθηκε, κατ’ απομίμηση της γνήσιας, η υπογραφή του εγκαλούντος, κάτω απ’ την ένδειξη "Ο Αγοραστής" και β)τη χωρίς ημερομηνία "Βεβαίωση μισθοδοσίας", με την οποία βεβαιωνόταν ότι ο εγκαλών εργαζόταν σε επιχείρηση κατασκευής σκαφών, στο ..., με ετήσιες αποδοχές 6.100.000 δραχμών και στην οποία είχε τεθεί σχετική σφραγίδα με τις ενδείξεις ‘ ‘ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΣΚΑΦΩΝ - ..." και μονογραφή δήθεν του εκπροσώπου της πιο πάνω επιχείρησης, δηλαδή βεβαίωση, η οποία ήταν εξ ολοκλήρου πλαστή, δοθέντος ότι είναι ανύπαρκτη και η δήθεν επιχείρηση κατασκευής σκαφών και η διεύθυνση "...", ενώ ο εγκαλών, κατά το δεύτερο εξάμηνο τον έτους 2001, εργαζόταν, ως β’ μηχανικός, στο υπό ελληνική σημαία πλοίο Μ/Τ ... και ουδέποτε είχε ασχοληθεί με την κατασκευή σκαφών, 3)την από 13 Αυγούστου 2001 αίτηση δανείου - σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου, προς την "... ΤΡΑΠΕΖΑ", στην οποία συμπληρώθηκαν τα στοιχεία του εγκαλούντος και τέθηκε, κατ’ απομίμηση, η υπογραφή του, ως αιτούντος, καθώς και το. συνοδεύοντα αυτήν δικαιολογητικά, δηλαδή: α)την από 16 Αυγούστου 2001 δήθεν δήλωση του εγκαλούντος, με την οποία φερόταν ότι αναλάμβανε την υποχρέωση να προσκομίσει στην τράπεζα αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του αυτοκινήτου, που είχε δήθεν αγοράσει με χρηματοδότηση της τράπεζας αυτής και στην οποία είχε τεθεί, κατ’ απομίμηση της γνήσιας, η υπογραφή του εγκαλούντος, κάτω απ’ την ένδειξη "Ο/ΟΙ ΔΑΝΕΙΖΟΜΕΝΟΣ/ΟΙ" και β)τη χωρίς ημερομηνία πράξη μεταβίβασης αυτοκινήτου, στην οποία επίσης τέθηκε, κατ’ απομίμηση της γνήσιας, η υπογραφή τον εγκαλούντος, κάτω απ’ την ένδειξη "Ο Αγοραστής". Στη συνέχεια δε, τις επόμενες ημέρες, κατά το χρονικό διάστημα από 9 Αυγούστου 2001 μέχρι 13 Σεπτεμβρίου 2001, έκαναν χρήση των πιο πάνω πλαστών εγγράφων, προσκομίζοντας τα στις προαναφερόμενες τράπεζες, προκειμένου να εγκριθούν και να εκταμιευθούν τα δάνεια αυτά, συνολικού ποσού 13.800.000 δραχμών (ή 40.498,899 ευρώ). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι, ως εκπρόσωποι της προαναφερόμενης εταιρείας και συν διαχειριστές, όπως προαναφέρθηκε, να εισπράξουν όλα τα ποσά των πιο πάνω δανείων απ’ τις δανείστριες τράπεζες, στο όνομα του εγκαλούντος, που εμφανιζόταν ους οφειλέτης, χωρίς να έχουν σκοπό ν’ αποπληρώσουν τις μηνιαίες δόσεις των δανείων, και, με τον τρόπο αυτόν, ν’ αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία, τόσο των τραπεζών, που είχαν χορηγήσει το. δάνεια, όσο και του εγκαλούντος, που φαινόταν ως δανειολήπτης των ποσών αυτών. Με τις παραπάνω πράξεις τους (της κατάρτισης πλαστούν εγγράφων και της χρήσης αυτών), οι κατηγορούμενοι, με τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν (των ουσιαστικών συνδιαχειριστών της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ Δ. Χ. Μ. - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε. " και με το διακριτικό τίτλο "D. C. Δ. Χ. Μ. - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε. "). ενεργώντας από κοινού και μετά από συν απόφαση κι έχοντας σκοπό ν’ αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικό, μεγαλύτερο των 15.000 (και ήδη 30.000) ευρώ και, πιο συγκεκριμένα 40.498,899 ευρώ, παρέστησαν ψευδώς στις τράπεζες "...", "..." και "..." (με τις οποίες η πιο πάνω εταιρεία συνεργαζόταν για τη δανειοδότηση πελατών της για την αγορά αυτοκινήτων με παρακράτηση της κυριότητας, στα πλαίσια σύμβασης πρακτορείας, που είχε συνάψει μαζί τους, όπως προαναφέρθηκε), ότι ο εγκαλούν Ν. Π., πελάτης δήθεν της εταιρείας τους, προσήλθε στο κατάστημα της, επί της λεωφόρου ... και εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά αυτοκινήτου με χρηματοδότηση από την καθεμιά απ’ τις πιο πάνω τράπεζες και ότι, για το λόγο αυτό, υπέγραψε ενώπιον του 2ου κατηγορουμένου (νομίμου εκπροσώπου κατά νόμο της φερόμενης ως πωλήτριας εταιρείας) αντίστοιχες αιτήσεις δανείου και συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης αυτοκινήτου, τις οποίες και υπέβαλαν στις τράπεζες, συνοδευόμενες από αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του εγκαλούντος του έτους 2000, προκειμένου να εγκριθούν και να εκταμιευτούν τα αντίστοιχα δάνεια, ενώ η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε ο εγκαλών είχε επισκεφθεί το κατάστημα της παραπάνω εταιρείας και ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την αγορά και μάλιστα τριών αυτοκινήτων ταυτόχρονα, οι δε υποβληθείσες αιτήσεις δανείου και τα προσκομισθέντα λοιπά δικαιολογητικά, όπως εκτέθηκε παραπάνω, αποτελούσαν πλαστά έγγραφα, τα οποία είχαν καταρτίσει αυτοί (οι κατηγορούμενοι), με άγνοια του εγκαλούντος. Με τον τρόπο αυτόν, έπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους των πιο πάνω τραπεζών να εγκρίνουν τη χορήγηση των αιτηθέντων δανείων, ποσών: 4.600.000 δραχμών (από τη "..."), 4.500.000 δραχμών (από τη "...") και 4.700.000 δραχμών (από την "... Τράπεζα"), τα οποίο, και εισέπραξαν αυτοί, ως εκπρόσωποι της διαμεσολαβήτριας εταιρείας, χωρίς να έχουν πρόθεση καταβολής των μηνιαίο)ν δόσεων αποπληρωμής τους, με αποτέλεσμα ν’ αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, 13.800.000 δραχμών ή 40.498,899 ευρώ, σε βάρος των τραπεζών που χορήγησαν τα δάνεια, αλλά και του εγκαλούντος, που εμφανίζεται ως ο δανειολήπτης και δήθεν αγοραστής αντιστοίχου αριθμού αυτοκινήτων και κατέστη, με άγνοια του, οφειλέτης του παραπάνω ποσού. Οι παραπάνω πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης συρρέουν αληθώς και δεν απορροφά, η μια την άλλη, γιατί η καθεμιά είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας (Α.Π. 274/2013, Α.Π. 502/2012, Α.Π. 1017/2011, Α.Π. 83/2010 Τρ. Νομ. Πληρ. ΝΟΜΟΣ). Οι, περισσότερες από μια, όμως, πράξεις των επί μέρους αδικημάτων της από κοινού πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστών εγγράφων και χρήσης αυτών) και απάτης, που, κατά το. παραπάνω, διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης), καθόσον τελέστηκαν απ’ τα ίδια πρόσωπα και συνιστούν περισσότερες ομοειδείς πράξεις του ιδίου εγκλήματος (της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης αντίστοιχα), διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση του εγκλήματος απόφασης (ΑΠ 33/2011, ΑΠ 1358/2010, Τρ. Νομ. Πληρ. ΝΟΜΟΣ), ενώ, ενόψει του ότι η προσβολή αφορά περιουσιακά έννομα αγαθά, οι φορείς τους μπορεί να είναι διαφορετικά πρόσωπο. (ΑΠ 649/2010). Ενόψει δε των συνθηκών, κάτω απ’ τις οποίες οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τις πιο πάνω πράξεις και, κυρίως, απ’ τον τρόπο που δρούσαν (με επαναλαμβανόμενο οργανωμένο σχέδιο δράσης και μεθοδικότητα των κινήσεων τους) συνάγεται ότι μετέρχονται αυτές κατ’ επάγγελμα, αφού διαπράττουν επανειλημμένως όμοια εγκλήματα, έχοντας διαμορφώσει για το λόγο αυτό την ανάλογη υποδομή, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος (με την απόσπαση δανείων από διαφορετικές τράπεζες), η συνολική δε από τις πράξεις τους, τόσο όσον αφορά το ένα, όσο και το άλλο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, απειληθείσα ζημιά και το συνολικό όφελος (στο οποίο και απέβλεπαν με τις μερικότερες πράξεις τους οι κατηγορούμενοι και το οποίο λαμβάνεται υπόψη, σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του άρθρου 98§2 του Π. Κ. ι, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (και των 30.000 ευρώ). Η προαναφερθείσα ιδιότητα των κατηγορουμένων (ως ουσιαστικών συνδιαχειριστών της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ Δ. Χ. Μ. - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε. " και με το διακριτικό τίτλο "D. C. Δ. Χ. Μ. -ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε. ", με την έννοια, ειδικότερα, ότι ο δεύτερος είχε την κατά νόμο διαχείριση, αλλ’ οι αποφάσεις λαμβάνονταν από κοινού με τον 1" (Γ. Τ.), ο οποίος λάμβανε το μέρος των κερδών που απέμενε μετά την παρακράτηση απ’ το δεύτερο της εκάστοτε δόσης του τιμήματος της πώλησης της επιχείρησης) κι όλα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την από κοινού από μέρους τους τέλεση των πιο πάνω πράξεων καπό. το ένδικο χρονικό διάστημα αποδείχτηκαν απ’ το συνδυασμό όλων των προεκτεθέντων αποδεικτικών μέσων. Η παραπάνω ουσιαστική συμμετοχή στις πράξεις αυτές του 1°" κατηγορουμένου με τη μορφή της συναυτουργίας δεν προέκυψε μόνο απ’ την απολογία του συγκατηγορουμένου του, ώστε να τίθεται θέμα του περιορισμού του άρθρου 2J1A του ΚΠΔ, αλλά κι απ’ το. αναγνωσθέντα παραπάνω έγγραφα κι απ’ τα, αναγνωσθέντα επίσης, πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης και, ιδιαίτερα, απ’ τις, περιεχόμενες σ’ αυτά, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Α. και Χ. Λ.. Γι αυτό κι ο σχετικός ισχυρισμός του πρέπει ν ‘ απορριφθεί ως αβάσιμος] Εξάλλου, η εκ των υστέρων μερική άρση (μείωση) των συνεπειών των πράξεων των κατηγορουμένων, με την απόδοση μέρους του περιουσιακού οφέλους τους, εις τρόπον ώστε αυτό κι η αντίστοιχη ζημιά των παθόντων να μειωθούν σε ποσό μικρότερο των 30.000 ευρώ (που συνιστούν το όριο για τη συνδρομή του κακουργηματικού χαρακτήρα του καθενός απ’ τα ένδικα αδικήματα που θεσπίζεται απ’ τις σχετικές διατάξεις, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους απ’ το άρθρο 25 του ν. 4055/2012 και, ως επιεικέστερες για τους κατηγορουμένους (άρθρο 2 του Π.Κ.), καταλαμβάνουν την κρινόμενη υπόθεση), δεν επιδρά στην κρίση για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης των παραπάνω εγκλημάτων, ώστε να καθιστά αυτά. πλημμελήματα, όπως αβάσιμα υποστήριξαν οι κατηγορούμενοι, γιαυτό και οι σχετικοί ισχυρισμοί τους πρέπει ν’ απορριφθούν. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, της από κοινού πλαστογραφίας κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα με σκοπό το όφελος και τη βλάβη τρίτων που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, και της από κοινού απάτης κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 30. 000 ευρώ, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ’ , στ’ 26 παρ.1α, 27 παρ.1 , 94παρ.1, 98, 216 παρ.1 και 3 εδ.β’ και 386 παρ.1 και 3εδ. α’ του ΠΚ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία ενόψει και του ότι οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν με τις ευμενέστερες διατάξεις του νεότερου κατά τα άνω, Ν. 4055/2012. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον αφορά την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως για την κατ’ εξακολούθηση τέλεση των ως άνω αδικημάτων, είναι αβάσιμη, καθόσον αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η τέλεση του εγκλήματος της απάτης και της πλαστογραφίας εξακολούθησε επί μακρό χρόνο και προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό οι μερικότερες (αυτοτελείς ) πράξεις του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, καθώς και η περιουσιακή διάθεση εκάστης τούτων ως αποτέλεσμα χωριστής απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Σε συνέχεια των παραπάνω, με τη διάταξη του άρθρου 406 Α του Π.Κ. που προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3904/2010, ορίζεται ότι: "1.Το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 386 έως 406 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. 2.Εάν ο υπαίτιος των πράξεων της παραγράφου 1 μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, δεν κινείται ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. 3.Ο υπαίτιος των πλημμελημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 386 έως 406, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντος αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας. ..4....5....". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 386 ΠΚ, το αξιόποινο της απάτης, τόσον στην πλημμεληματική, όσον και στην κακουργηματική της μορφή, εξαλείφεται, εφόσον η πλήρης ικανοποίηση του παθόντος επέλθει πριν ο υπαίτιος εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τις αρχές για την πράξη του ή αν μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης για την πράξη αυτή καταβάλει στον παθόντα αποδεδειγμένα το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, οπότε η ποινική δίωξη δεν κινείται και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο. Ο υπαίτιος δε του πλημμελήματος της απάτης, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας.( Α.Π.125/2015, 569/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την επί της ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα, ο συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε επί λέξει "να θεωρηθεί ότι το ποσό του συνολικού οφέλους και συνολικής ζημίας είναι μικρότερο των 30.000 ευρώ, επειδή έχει εξοφλήσει και ότι, συνεπώς, οι πράξεις του καθίστανται πλημμεληματικές και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του πελάτη του λόγω παραγραφής". Έτσι όμως όπως διατυπώθηκε ο παραπάνω ισχυρισμός εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου, είναι παντελώς αόριστος, αφού διατείνεται ότι το ποσό του συνολικού οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας είναι μικρότερο των 30.000 ευρώ επειδή έχει εξοφλήσει, χωρίς να προσδιορίζει το ποσό κατά το οποίο εξόφλησε και συνακόλουθα το εναπομένον μετά την εξόφληση όφελος και την αντίστοιχη ζημία. Η παραπάνω αοριστία επιτείνεται και εκ του λόγου ότι, προκειμένης απάτης σε βαθμό κακουργήματος, δεν επικαλείται ότι έλαβε χώρα εντελής ικανοποίηση του παθόντος και δη προ της ασκήσεως της ποινικής δίωξης, επομένως, λόγω των παραπάνω ελλείψεων, δε μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 406 Α του ΚΠΔ., και δη, ως προς την πράξη της απάτης, καθόσον ως προς την πράξη της πλαστογραφίας δεν τυγχάνει εφαρμογής η παραπάνω διάταξη όπως από τη διατύπωσή της συνάγεται. Στον ανωτέρω ισχυρισμό, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει με ειδική αιτιολογία, λόγω της αοριστίας του, παρά ταύτα, το δικαστήριο, τον απέρριψε με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρίς να δημιουργείται κάποια ασάφεια, με τις παρακάτω παραδοχές που ήδη αναφέρθηκαν στην κύρια επί της ενοχής απόφαση: " Εξάλλου, η εκ των υστέρων μερική άρση (μείωση) των συνεπειών των πράξεων των κατηγορουμένων, με την απόδοση μέρους του περιουσιακού οφέλους τους, εις τρόπον ώστε αυτό κι η αντίστοιχη ζημιά των παθόντων να μειωθούν σε ποσό μικρότερο των 30.000 ευρώ (που συνιστούν το όριο για τη συνδρομή του κακουργηματικού χαρακτήρα του καθενός απ’ τα ένδικα αδικήματα που θεσπίζεται απ’ τις σχετικές διατάξεις, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους απ’ το άρθρο 25 του ν. 4055/2012 και, ως επιεικέστερες για τους κατηγορουμένους (άρθρο 2 του Π.Κ.), καταλαμβάνουν την κρινόμενη υπόθεση), δεν επιδρά στην κρίση για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης των παραπάνω εγκλημάτων, ώστε να καθιστά αυτά πλημμελήματα, όπως αβάσιμα υποστήριξαν οι κατηγορούμενοι, γι’ αυτό και οι σχετικοί ισχυρισμοί τους πρέπει ν’ απορριφθούν. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται ".
Συνεπώς δεν πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας η σχετική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ο παραπάνω ισχυρισμός. Εξάλλου, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι, μετά την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού του, έδει να του χορηγηθεί από το Δικαστήριο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε’ του Π.Κ. ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκα καλά μετά την πράξη του, το οποίο δικαιούνταν λόγω της κατά τα άνω καταβολής κάποιου ποσού, (προσήκει εν προκειμένω το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 δ’ , ότι δηλαδή επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του), είναι αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό για χορήγηση του παραπάνω ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 ε’ , που επικαλείται στο δικόγραφο της αναίρεσης, παρά μόνο του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 α του Π.Κ. του προτέρου εντίμου βίου, το οποίο και του χορηγήθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο δεν ήταν υποχρεωμένο αυτεπάγγελτα να προβεί σε χορήγηση και του έτερου ελαφρυντικού που επικαλείται ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της αναίρεσής του. Επομένως, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττεται με αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για το κεφάλαιο της ενοχής αλλά και για την απόρριψη του ισχυρισμού περί εξόφλησης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 386 παρ. 1, 3 ΠΚ είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν είχε συμμετοχή στις ως άνω πράξεις , ουδέποτε εισέπραξε το ποσό των δανείων, απλά παρέμεινε στη διαχείριση της εταιρείας για ένα μικρό διάστημα, συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των εκτεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσία και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του Δ. Μ., και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α.
Απορρίπτει, την από 29-7-2013, με αριθμό 19/2013, αίτηση αναιρέσεως του Γ. Τ., κατοίκου ..., οδός ..., καθώς και τους επ’ αυτής με χρονολογία 28-9-2015 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 526/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Β.
Απορρίπτει, την από 26-6-2014 (υπ’ αριθμό γενικού πρωτ.4309/26-6-2014) αίτηση αναιρέσεως του Δ. Μ., κατοίκου ..., καθώς και τους επ’ αυτής με χρονολογία 29-9-2015 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της αυτής ως άνω, υπ’ αριθμό 526/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή