Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 785 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Δόλος.




Περίληψη:
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Λόγοι αναιρέσεως άρθρο 510§1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄. (Απορρίπτεται, αφού πλήρης αιτιολογία. Όχι ανάγκη να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από κάθε αποδεικτικό μέσο. Όχι λόγος αναιρέσεως η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως αποδεικτικών στοιχείων. Η επανάληψη αιτιολογικού και διατακτικού πρωτόδικης αποφάσεως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αιτιολογική κρίση του Εφετείου ή ότι η ενώπιον του δίκη δεν ήταν δίκαιη. Όχι αναγκαία η εξειδίκευση είδους βαριάς σωματικής βλάβης. Δόλος: Προκύπτει από τις συνθήκες τελέσεως εγκλήματος (όχι ιδιαίτερη αιτιολογία). Απορρίπτει.





Αριθμός 785/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θωμά, για αναίρεση της με αριθμό 1319/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2006 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1189/2006.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαίτιου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η τυχόν αντιγραφή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του αιτιολογικού και του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, και τις σκέψεις υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, εφόσον διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία εκείνα, που απαιτεί η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν σημαίνει ότι δεν έγινε νέα αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών ή ότι δεν υπάρχει αιτιολογημένη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ή ότι η ενώπιόν του δίκη δεν ήταν δίκαιη. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1319/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ""Στις 23-3-2001 η κατηγορουμένη χ1 που κατοικούσε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας της οδού ... αριθ..., στην Αθήνα (περιοχή .....), συνάντησε στην είσοδο της πολυκατοικίας τον ανήλικο τότε μαθητή ......, γιο της επίσης ενοίκου της πολυκατοικίας ......., με την οποία είχε προηγούμενες διαφορές. Τότε με πρόθεση και με αμβλύ όργανο, του οποίου το είδος δεν διαπιστώθηκε, χτύπησε τον ανήλικο στο κεφάλι και συγκεκριμένα στην αριστερή βρεγματική περιοχή, προκαλώντας του κάκωση της κεφαλής. Ο παθών πήγε στο σπίτι του, επειδή όμως αισθάνθηκε ζαλάδα και έκανε εμετό, την επομένη μεταφέρθηκε αρχικά στο Λαϊκό Νοσοκομείο και από εκεί στο νοσοκομείο "ΚΑΤ". Εκεί υποβλήθηκε σε ακτινογραφία κρανίου, από την οποία δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη κατάγματος, παρέμεινε όμως για παρακολούθηση επί 24 ώρες και του χορηγήθηκε τριήμερη αναρρωτική άδεια από το σχολείο του (βλ. τα αναγνωσθέντα από ...... πιστοποιητικό του Λαϊκού Νοσοκομείου και από ...... ιατρική γνωμάτευση του νοσοκομείου "ΚΑΤ"). Από τον τρόπο δε με τον οποίο τελέστηκε η πιο πάνω πράξη της και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε (το ανωτέρω άγνωστο "αμβλύ όργανο") και από το σημείο του σώματος του παθόντος, το οποίο επλήγη (βρεγματική περιοχή του κρανίου), μπορούσε να προκληθεί, λόγω και της νεαρής του ηλικίας, βαριά σωματική του βλάβη. Για τα πιο πάνω σαφής και με λόγο γνώσεως είναι η κατάθεση του παθόντος, η οποία δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο (εφόσον και η ίδια η κατηγορουμένη με την απολογία της δεν έδωσε εύλογες εξηγήσεις για το συμβάν), αλλά αντίθετα ενισχύεται από τα προαναφερθέντα ιατρικό πιστοποιητικό και γνωμάτευση. Ενόψει όλων αυτών πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, η οποία της αποδίδεται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό. Η ανάκληση της εγκλήσεως εκ μέρους του ήδη ενηλίκου παθόντος δεν έχει έννομη επιρροή, ενόψει του ότι η αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης δεν είναι από εκείνες που διώκονται κατ' έγκληση". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα, χ1 για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 309 σε συνδυασμό με 308 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Δεν αποτελούν δε λόγο αναιρέσεως, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, εντεύθεν δε είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πως προκλήθηκε η σωματική κάκωση στον ανήλικο παθόντα, το μέσο με το οποίο έγινε αυτή (αμβλύ όργανο, του οποίου το είδος δεν διαπιστώθηκε) και το σημείο στο οποίο επλήγη ο παθών (βρεγματική περιοχή του κρανίου) και εκτίθεται περαιτέρω ότι από τον τρόπο, με το ν οποίον τελέσθηκε η ειρημένη πράξη της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από το σημείο του σώματος του παθόντος, το οποίο επλήγη και το οποίο κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ' αυτόν, λόγω και της νεαρής ηλικίας του, βαριά σωματική βλάβη. Και ναι μεν απαιτείται να εξειδικεύεται το είδος της βλάβης αυτής που θα επερχόταν, πλην όμως στην προκείμενη περίπτωση αυτό δεν απαιτείτο, γιατί από τα δεκτά γενόμενα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά η δυνατότητα επέλευσης βαριάς σωματικής βλάβης είναι αυτονόητη και κατά την κοινή πείρα δεδομένη. Σε σχέση δε με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Περαιτέρω, η αντιγραφή του αιτιολογικού και διατακτικού της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ακριβώς τα ίδια, δεν σημαίνει ότι το Τριμελές Εφετείο δεν ήσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο αποφάσισε για την ενοχή της αναιρεσείουσας μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και στη συνέχεια απήγγειλε προφορικά την απόφασή του, όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της αποφάσεως (οπότε και έλαβε χώρα η αντιγραφή) έγινε μεταγενέστερα, σύμφωνα με τα άρθρα 142 παρ. 2 και 144 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ
την από 9 Ιουνίου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 6015/16.6.2006) αίτηση της χ1 για αναίρεση της 1319/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2008


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή