Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 813 / 2020    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 813/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Aγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Διονυσία Μπιτζούνη, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου-Κοντοδήμου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 4851, 4892/2019 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους: 1. Ε. Τ. του Β., κάτοικο ..., 2. Α. Ν. του Δ., κάτοικο ..., 3. Χ. Μ. του Σ. και 4 Μ. Δ. του Π., ... οι οποίοι άπαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Σπεντζοπούλου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ε. Α. του Ι., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Θεόδωρο Παπακυριακού και Γρηγόριο Τρουφάκο και 2. Β.-Β. Α. του Ι., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τρουφάκο.
Το Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2019 και με αριθμό 41/26-9-2019 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σ. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1329/2019.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠοινΔ (Ν.4620/2019), μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο αυτό, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι τριάντα ημερών, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι ημερών, από την καταχώρηση αυτή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αποφάσεως (καταδικαστικής, αθωωτικής ή άλλης φύσεως), πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας, εκδιδομένης υπό οιονδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4851, 4892/2-7-2019 πρωτοβάθμιας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε υπό την ισχύ του νέου ΚΠοινΔ (Ν.4620/2019) και με την οποία οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν άπαντες ομόφωνα αθώοι για την πράξη της παράβασης του άρθρου 22 παρ.4 Ν.2472/1997 "περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, με τη σύνταξη της σχετικής με αριθμό 41/2019 από 26-9-2019 εκθέσεως ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Αρείου Πάγου, ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 27-8-2019, η οποία όμως αρχίζει από 1-9-2019, κατ'άρθρο 473 παρ.4 ΚΠοινΔ (σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω προθεσμία αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ευθέως και εκ πλαγίου) και την έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Δ' ΚΠοινΔ, αντίστοιχα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, παρισταμένων όλων των διαδίκων μερών.
Κατά το άρθρο 1 του Ν.2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του στο άρθρο 6 και την προσθήκη άρθρου 7Α με το άρθρο 8 του Ν.2819/2000 και στα άρθρα 7, 7Α, 11, 19 με το άρθρο 34 του Ν.2915/2001), αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α', γ', δ', ε' και ι' του ίδιου νόμου, για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομική πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) όπως το στοιχείο τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρ.18 παρ.2 Ν.3471/2006, "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια και 1) "αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ.1 του Ν. 2472/1997, οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Στο άρθρο 4 παρ.1 ορίζεται, ότι "τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών". Στο άρθρο 5 παρ.1 ορίζεται, ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του, ενώ, σύμφωνα με την παρ.2αε του ως άνω άρθρου, "Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: ... ε)Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών". Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση, κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ.2γ' του Ν 2472/1997, που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο, "Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ... γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου". Προϋπόθεση όμως για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή τα οποία χρησιμοποιούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται, όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ.4 του ίδιου νόμου, προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για όποιον "χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου 2472/1997, σαφώς προκύπτει, ότι, οι ποινικές κυρώσεις προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι η κατά τα ανωτέρω οριοθέτηση του αξιοποίνου, με βάση το άρθρο 22 παρ.4 Ν.2472/1997, δεν έχει μεταβληθεί με τον ανάλογου περιεχομένου νεότερο Ν.4624/2019 (ΦΕΚ Α 137/29-8-2019) "Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ)2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 και άλλες διατάξεις", αφού στο άρθρο 38 του εν λόγω νόμου, όπου τυποποιούνται τα σχετικά αδικήματα, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1) Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 2)Όποιος, χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 3)Εάν η πράξη της παραγράφου 2 αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 1 του Γ.ΚΠΔ ή δεδομένα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή τα σχετικά με αυτά μέτρα ασφαλείας του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη." Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως να παρατίθενται περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου. Τέλος, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της απόφασης, που αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώους όλους τους κατηγορουμένους του ότι: στη Θεσσαλονίκη στα κατωτέρω αναφερόμενα χρονικά σημεία χωρίς δικαίωμα επεξεργάστηκαν και ανακοίνωσαν σε τρίτους ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως είναι και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες. Συγκεκριμένα, η πρώτη κατηγορουμένη (Τ. Ε.) την 17-11-2014 και κατά την κατάθεση προτάσεων της ενόψει της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 17-11-2004 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου της με αριθ.καταθ.175/ΕΓ/7/2013 αγωγής της (διαδικασία εργατικών διαφορών) κατά, μεταξύ άλλων Ε. Α. του Ι., Β.-Β. Α. του Ι. και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", της οποίας οι ως άνω είναι ομόρρυθμα μέλη, προέβη στη συλλογή από τα ποινικά αρχεία δικαστηρίων, επικαλέστηκε και προσκόμισε ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί σε βάρος των ανωτέρω προσώπων καθώς και κατηγορητήρια για παραπομπή προσώπων, κατόπιν ασκήσεως ποινικής δίωξης, στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, των οποίων ασφαλώς έλαβαν γνώση οι δικαστές που συγκροτούσαν το δικαστήριο αυτό και ο γραμματέας της έδρας, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της στη συγκεκριμένη αστική δίκη, ήτοι: α) την υπ'αριθ.20364/2012 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης για τα αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης β)την υπ'αριθ.3973/2013 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης για τα αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, γ)την υπ'αριθ.2104/2014 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης για τα αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, δ)το με ΑΒΜ ... και Β.Ωρ ΕΓ .../4085 κατηγορητήριο ενώπιον του Γ' Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης για τα αδικήματα της κλοπής από κοινού, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού, παράνομη βία από κοινού κατ'εξακολούθηση και υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού. Ακολούθως η δεύτερη κατηγορουμένη (Ν. Α.) την 23-1-2015 και κατά την κατάθεση της προσθήκης-αντίκρουσης επ' αφορμή την συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 20-1-2015 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της με αριθ. καταθ. 5316/2013 αγωγής της (τακτική διαδικασία) κατά, μεταξύ άλλων Ε. Α. του Ι., Β.-Β. Α. του Ι. και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", της οποίας οι ως άνω είναι ομόρρυθμα μέλη, προέβη στη συλλογή από τα ποινικά αρχεία δικαστηρίων, επικαλέστηκε και προσκόμισε ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί σε βάρος των ανωτέρω προσώπων καθώς και κατηγορητήρια για παραπομπή κατόπιν ασκήσεως ποινικής δίωξης στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, των οποίων ασφαλώς έλαβαν γνώση οι δικαστές που συγκροτούσαν το δικαστήριο αυτό και ο γραμματέας της έδρας χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της στη συγκεκριμένη αστική δίκη, ήτοι: α) την υπ' αριθ.3973/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης για τα αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης και β) το με ΑΒΜ .../7717 και Β.Ωρ ΕΓ .../4085 κατηγορητήριο ενώπιον του Γ' Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης για τα αδικήματα της κλοπής από κοινού, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού, παράνομη βία από κοινού κατ'εξακολούθηση και υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού. Ο τρίτος (Μ. Χ.) και η τέταρτη (Δ.Μ.) των κατηγορουμένων την 7-11-2014 και κατά την κατάθεση της προσθήκης-αντίκρουσης επ'αφορμή την συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 4-11-2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της με αριθ. καταθ. 16245/2013 αγωγής τους (διαδικασία εργατικών διαφορών) κατά, μεταξύ άλλων Ε. Α. του Ι., Β.-Β. Α. του Ι. και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", της οποίας οι ως άνω είναι ομόρρυθμα μέλη, προέβησαν στη συλλογή από τα ποινικά αρχεία δικαστηρίων, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν κατηγορητήριο για παραπομπή προσώπων, κατόπιν ασκήσεως ποινικής δίωξης, στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, του οποίου ασφαλώς έλαβαν γνώση οι δικαστές που συγκροτούσαν το δικαστήριο αυτό και ο γραμματέας της έδρας, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους στη συγκεκριμένη αστική δίκη, ήτοι το με ΑΒΜ ... και Β.Ωρ ΕΓ .../4085 κατηγορητήριο ενώπιον του Γ' Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης για τα αδικήματα της κλοπής από κοινού, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού, παράνομη βία από κοινού κατ' εξακολούθηση και υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού". Για να καταλήξει στην απαλλακτική του κρίση το Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, μεταξύ άλλων και τα κάτωθι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, στη σελίδα 23 αυτής, όπου παρατίθεται η μείζων νομική σκέψη του, αφού γίνεται αναφορά στον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (Γ.Κ.Π.Δ.), που τέθηκε σε εφαρμογή από τις 25-5-2018, αναφέρονται, κατά λέξη, τα εξής: "...Η ανωτέρω άρση της υποχρέωσης λήψης άδειας από την Αρχή για επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε περιπτώσεις που κατ'εξαίρεση επιτρεπόταν η επεξεργασία αυτή σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 του Ν. 2472/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 2§1 του νέου ΠΚ, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από την 1-7-2019 σύμφωνα με το οποίο "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", καθιστά την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου ανέγκλητη, καθώς ελλείπει πλέον η προϋπόθεση χορήγησης άδειας της Αρχής για την επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων στις ανωτέρω περιπτώσεις, με συνέπεια μέχρι την νομοθέτηση από το κράτος των προϋποθέσεων για την επιτρεπτή επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να μην απαιτείται η άδεια της Αρχής προς τούτο, δεδομένου ότι από τη θέση σε ισχύ του Γενικού Κανονισμού Προσωπικών Δεδομένων στερείται πλέον της αρμοδιότητάς της αυτής". Περαιτέρω, στη συνέχεια του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως και συγκεκριμένα στη σελίδα 34 αυτής, επαναλαμβάνονται, κατά λέξη, τα εξής: "...
Συνεπώς κατ'εφαρμογή του άρθρου 2§1 νέου Π.Κ., ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 και ήδη είχε αρχίσει να ισχύει κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης (2-7-2019), η ανωτέρω πράξη των κατηγορουμένων με την κατάργηση της προϋπόθεσης της λήψης άδειας από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για την επεξεργασία αρχείου προς το σκοπό υπεράσπισης δικαιώματος σε εκκρεμή δίκη, καθίσταται ανέγκλητη και άρα στην προκειμένη περίπτωση είναι επιτρεπτή η χρήση των αρχείων αυτών και δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 22 Ν. 2472/1997". Τέλος δε στη σελίδα 35 της προσβαλλόμενης αποφάσεως τονίζεται "...
Επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι η πράξη των κατηγορουμένων, μετά τις 25-5-2018 που έπαψε να αποτελεί προϋπόθεση για τις περιπτώσεις της κατ'εξαίρεση επιτρεπτής επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η Άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών δεδομένων, κατέστη ανέγκλητη...". Όπως, κατά τα άνω έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση και δη, ότι η πράξη του άρθρου 22 παρ.4 του Ν.2472/1997 κατέστη ανέγκλητη, λόγω της μεταγενέστερης της τέλεσης της επίδικης αξιόποινης πράξης (που αφορά παράβαση της ανωτέρω διάταξης) κατάργησης της προβλεπόμενης στο άρθρο 7 του ως άνω νόμου υποχρέωσης λήψης άδειας από την Αρχή δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα για την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (από τις 25-5-2018), εσφαλμένα ερμήνευσε την εν λόγω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 22 παρ.4 Ν.2472/1997 αλλά και αυτήν του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ. Και τούτο, διότι: Η πράξη που αποδίδεται στους κατηγορουμένους φέρεται τελεσθείσα κατά τα έτη 2014 και 2015, ενώ η διάταξη του άρθρου 7 του ως άνω νόμου συνιστά εξωποινική διάταξη, η οποία δεν φέρει ποινικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί στοιχείο της νομοτυπικής περιγραφής του αδικήματος του άρθρου 22 παρ.4 του ως άνω νόμου, αλλά τμήμα του διοικητικού χαρακτήρα ρυθμίσεων του νόμου αυτού, η δε αρχή της αναδρομικότητας του επιεικεστέρου νόμου του άρθρου 2 παρ.α' Π.Κ. δεν καταλαμβάνει εξωποινικές διατάξεις, αλλά μόνο τις διατάξεις αμιγώς ποινικού χαρακτήρα, αφού, όταν μεταβληθεί ο απαγορευτικός ή επιτακτικός κανόνας δικαίου, ο οποίος επιβάλλει μια υποχρέωση, τότε δεν καταλύεται το αξιόποινο της πράξης, που συνίσταται σε παραβίαση της υποχρέωσης αυτής, εκτός αν προκύπτει ρητά, από τη νεότερη διάταξη, η θέληση του νομοθέτη να καταργήσει αναδρομικά τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Η διαφορετική θέση, την οποία υιοθέτησε το Δικαστήριο της ουσίας με την κρίση-παραδοχή, ότι λόγω της μεταγενέστερης κατάργησης της υποχρέωσης λήψης αδείας από την Α.Π.Δ.Π.Χ. κατέστη ανέγκλητη η αξιόποινη πράξη, η οποία όμως είχε ήδη στοιχειοθετηθεί με βάση το άρθρο 22 παρ.4 Ν. 2472/1997, ενόψει της χωρίς δικαίωμα επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση αυτών. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως βάσιμος, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αυτής, ως αλυσιτελών και, συνακόλουθα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519, 522 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.4851, 4892/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτουμένου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2020. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή