Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1001 / 2013    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1001/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία - Πλατή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Μ. Σ., το γένος Α. Ζ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σάββα Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 197/4-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 291/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-5-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 9-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται το σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ., "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η κύρια σχέση η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε ο θάνατος αλλοδαπού και η αντίστοιχη αδικοπρακτική ενοχή, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο με την έννοια της Lex causae. Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (άρθρ. 932 ΑΚ) ή αποζημίωση από το άρθρ. 931 ΑΚ, τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης (Ολ. ΑΠ 21/2000, Ολ. ΑΠ 10/2011).
Περαιτέρω, τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ ορίζουν ότι οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Η συνεισφορά γίνεται με προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους. Στην υποχρέωση συνεισφοράς περιλαμβάνονται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση των συζύγων για διατροφή των τέκνων τους και εν γένει η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Εξάλλου, από τη διάταξη του όρθρου 928 εδ.β' ΑΚ, που παρέχει αξίωση αποζημίωσης και σε εκείνον που είχε απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο, συνάγεται ότι η αξίωση αυτή αποτελεί γνήσια αξίωση αποζημίωσης και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο της διατροφής στη θέση, που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει (ΑΠ 1205/2004).
Συνεπώς, η αξίωση διατροφής, ως γνήσια αξίωση αποζημιώσεως, που γεννάται επί θανάτου αλλοδαπού υποχρέου σ' αυτήν, εμπίπτει στη μορφή της αποζημίωσης, που εκτίθεται ανωτέρω, και άρα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα, από το οποίο επήλθε ο θάνατος του αλλοδαπού. Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη ατιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην με την απόφαση του υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ. ΑΠ 30/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας την από 27-6-2000 αγωγή αναιρεσίβλητης, υπηκόου Αλβανίας, με την οποία αυτή ζητούσε, μεταξύ άλλων και αποζημίωση για απώλεια της συνεισφοράς του συζύγου στις στην οικογενειακές ανάγκες λόγω του θανάτου του, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, σύζυγο του θανόντος, ως αποζημίωση, μηνιαία διατροφή, που είχε αυτός υποχρέωση να της καταβάλει ως αναλογία της συνεισφοράς της στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσης, εφαρμόζοντας για να θεμελιώσει το δικαίωμα διατροφής τις διατάξεις των όρθρων 54,192,197,199 και 201 του Αλβανικού Αστικού Κώδικα. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το μεν αποδεικτικό πόρισμα, που συνδέεται αιτιωδώς με το διατακτικό, είναι ορθό, διότι περιέχει όλα τα περιστατικά που είναι νομικώς αναγκαία για την υπαγωγή στις ανωτέρω διατάξεις του ελληνικού δικαίου, που έπρεπε να εφαρμόσει, το δε αιτιολογικό (μείζων πρόταση του νομικού συλλογισμού) είναι εσφαλμένο, γι' αυτό πρέπει αυτό να αντικατασταθεί με τις διατάξεις αυτές, κατά το όρθρο 578 ΚΠολΔ και να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του Αλβανικού δικαίου (ΑΠ 345/2012). Από τις διατάξεις των άρθρων 10 Ν.ΓΠΝ 1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β', 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας από τη σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ορθή δηλαδή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη 291/2010 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 20.11.1999 και ώρα 02.25 πρωινή, στο συνδέον την … με τη … τμήμα του επαρχιακού δρόμου ... περίπου στο ύψος του 7ου χιλιομέτρου, μεταξύ της με αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας και των με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΦ και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας του πρώτου (Π. Κ. , που δε μετέχει στην έκκλητη δίκη, θα αναφέρεται όμως στο εξής ως "πρώτος εναγόμενος" για διευκόλυνση) και του τρίτου εναγομένου αντίστοιχα, οι οποίοι είχαν ασφαλίσει την αστική τους ευθύνη για ζημίες που μπορούσαν να προκαλέσουν τα οχήματα αυτά κατά τη λειτουργία τους, στις συνεναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων αντίστοιχα. Η ως άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως και στο σημείο της σύγκρουσης το οδόστρωμα έχει πλάτος 7,70 μέτρα και χωρίζεται με διπλή διαχωριστική γραμμή, είναι δε ελαφρό καμπύλη. Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο δρόμος φωτιζόταν από τεχνητό φως, το οποίο ήταν επαρκές η κατάσταση αυτού ήταν ξηρά και η κίνηση αραιή. Σε απόσταση 200μ., από τους φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι βρίσκονται στο ύψος του αστυνομικού τμήματος του Δήμου …, και στο δεξιό άκρο του προς … ρεύματος κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, ο Π. Κ. είχε σταθμεύσει το με αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο του (κλούβα), καταλαμβάνοντας χώρο επί του οδοστρώματος πλάτους 1,55μ., ενώ, το τμήμα του οδοστρώματος του προς … ρεύματος κυκλοφορίας, που απέμενε, ήταν πλάτους 2,30 περίπου μ. Με τις συνθήκες αυτές, ο αλβανός υπήκοος Μ. Σ., οδηγώντας την παραπάνω δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο στην ως άνω οδό, με κατεύθυνση από ... προς …. Φθάνοντας στο σημείο που ήταν σταυθμευμένη η κλούβα και αντιλαμβανόμενος αυτήν σε πολύ μικρή απόσταση, την τελευταία στιγμή, επιχείρησε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό προς τα αριστερό ελιγμό, πλην όμως, λόγω του καβαλέτου της μοτοσικλέτας που ήταν κατεβασμένο, δεν κατάφερε να αποφύγει την επ' αυτής πρόσκρουση. Συγκεκριμένα, η μοτοσικλέτα την οποία οδηγούσε, προσέκρουσε με σφοδρότητα στην άκρη της οπίσθιας αριστερής πλευράς της κλούβας και δη στο σημείο που αυτή τέμνεται με τα οπίσθια φανάρια. Η επί του αυτοκινήτου αυτού πρόσκρουση της μοτοσικλέτας προκάλεσε την ανατροπή της και την ταυτόχρονη πτώση του οδηγού της στο οδόστρωμα, το σώμα του οποίου, με το πρόσωπο προς τα κάτω (μπρούμυτα), κατέλαβε το χώρο ανάμεσα στην κλούβα και τη διαχωρισπκή γραμμή με την κεφαλή να βρίσκεται προς την κατεύθυνση της … και τα χέρια να εφάπτονται στην διαχωριστική γραμμή. Η μοτοσικλέτα έπεσε δίπλα από την κλούβα στην εμπρόσθια αριστερή πλευρό της με ορατό, στους έχοντες κατεύθυνση προς …, το οπίσθιο τμήμα της, ενώ το εμπρόσθιο τμήμα της εκαλύπτετο από την κλούβα. Στο μεταξύ, και σε διάστημα που δεν υπερέβαινε τα τέσσερα περίπου δευτερόλεπτα, το ασφαλισμένο στην τέταρτη εναγομένη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια", οδηγούμενο από τον Α. Μ. με αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε, εργοστασίου κατασκευής ΜΕRCΕDΕS, αυτοκίνητο, το οποίο εκινείτο επί του ιδίου δρόμου, με κατεύθυνση προς .., έφθασε στο σημείο της σύγκρουσης, πλην όμως ο οδηγός του, αντιλαμβανόμενος μόνον την επί του οδοστρώματος ανατραπείσα μοτοσικλέτα, ενήργησε, προκειμένου να την αποφύγει, ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να αντιληφθεί τον επ' αυτού κείμενο τραυματισμένο οδηγό της, με αποτέλεσμα να διέλθει το αυτοκίνητο του πάνω από το σώμα του τελευταίου, τον οποίο έσυρε σε απόσταση 25 μέτρων, και, ταυτόχρονα να προσκρούσει στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας την οποία, ώθησε προς τη δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, άκρη του δρόμου, σε απόσταση 15,60μ. από την αριστερή εμπρόσθια γωνία του σταθμευμένου αυτοκινήτου από το σημείο δηλαδή που βρισκόταν μετά την πτώση της. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας Μ. Σ., τόσο από την επί του σταθμευμένου αυτοκινήτου πρόσκρουση, όσο και από την παράσυρσή του από το αυτοκίνητο του Α. Μ., υπέστη θανάσιμο τραυματισμό. Ο θάνατός του προήλθε από: α)βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, β)Αιματώματα αριστερού πνεύμονα, γ)πολλαπλά κατάγματα. Συγκεκριμένα, από την πτώση του στο οδόστρωμα υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ενώ, λόγω της παράσυρσής του από το αυτοκίνητο του Α. Μ., υπέστη τα αιματώματα του αριστερού πνεύμονος και τα πολλαπλά κατάγματα τα οποία επεδείνωναν την, ήδη βεβαρημένη από τον τραυματισμό που του προκάλεσε η πρόσκρουση, κατάσταση της υγείας του σε βαθμό που επήλθε ο θάνατός του. Ειδικότερα, ο οδηγός της μοτοσικλέτας εξέπνευσε λίγο μετά την διακομιδή του στο Νοσοκομείο και τούτο καταδεικνύει ότι ο μεταγενέστερος της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης τραυματισμός του απέκλεισε την δυνατότητα της υποστήριξης του οργανισμού του, ο οποίος, εξ αιτίας τούτου, δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει επιτυχώς σε οποιαδήποτε θεραπευτική του πρώτου τραυματισμού του επέμβαση. Τούτο άλλωστε συνάγεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας σε συνδυασμό και με την από 20.11.1999 έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του διενεργήσαντος αυτή διευθυντού του Παθολογοανατομικού Εργαστηρίου του Νοσοκομείου της Ρόδου Α. Σ. Βάσει των παραπάνω, αποκλειστικά υπαίτιος της πρόσκρουσης επί του σταθμευμένου αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου Π. Κ. και των έξ αυτής προκληθεισών σωματικών βλαβών, είναι ο ίδιος ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος, οδηγούσε την μοτοσικλέτα του χωρίς σύνεση και χωρίς την προσοχή που όφειλε από τις πιο πάνω περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και την οποία προσοχή θα κατέβαλε υπό τις ίδιες συνθήκες κάθε μετρίως συνετός οδηγός (άρθρο 12 παρ.1 ΚΟΚ), καθόσον, ενώ το όχημα του ήταν μικρό και ευέλικτο και ο υπολειπόμενος χώρος του οδοστρώματος (2,30μ) επαρκής για να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό χωρίς να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, εντούτοις δεν το έπραξε, διότι από έλλειψη της προσοχής δεν αντελήφθη καθόλου το σταθμευμένο αυτοκίνητο. Ειδικότερα, οδηγούσε έχοντας στραμμένη την προσοχή του στο καβαλέτο της μοτοσικλέτας του το οποίο είχε πέσει και έτσι αιφνιδιάστηκε από το σταθμευμένο αυτοκίνητο στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του, την ύπαρξη του οποίου ουδόλως αντιλήφθηκε, παρά το γεγονός ότι τούτο, εν όψει της ευθείας της οδού και του επαρκούς φωτισμού, ήταν ορατό σ' αυτόν από απόσταση τουλάχιστον 150μ. Εξάλλου, ουδεμία ευθύνη βαρύνει τον οδηγό του σταθμευμένου αυτοκινήτου Π. Κ., ο οποίος, είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του σε σημείο που δεν παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των υπολοίπων επί του δρόμου κινουμένων οχημάτων ενόψει του ότι: 1)ευρισκόταν σταθμευμένο στο άκρο δεξιό της οδού και ο εναπομένων χώρος του οδοστρώματος πλάτους 2.30μ., ήταν αρκετός για την ασφαλή διέλευση των επί του ρεύματος πορείας αυτού κινουμένων αυτοκινήτων, γεγονός που ενισχύεται και από την άνετη διέλευση του οχήματος του Α. Μ., 2)ήταν ορατό σε κάθε επί του δρόμου αυτού κινούμενο όχημα, αν ο οδηγός του διέθετε την στοιχειώδη προσοχή, 3)υπήρχε επαρκής στο σημείο εκείνο φωτισμός και 4) η κίνηση των κινουμένων επί της οδού οχημάτων, ενόψει της ώρας και της εποχής, δεν ήταν πυκνή. Εξάλλου δεν απεδείχθη ότι στην αντίθετη πλευρά του δρόμου ήσαν σταθμευμένα άλλα αυτοκίνητα ώστε να μειώνεται ακόμη περισσότερο ο χώρος διέλευσης των οχημάτων. Ενόψει των παραπάνω, η κατά παράβαση της παραγράφου 1 περ. η, αλλά και 3 περ δ' διάταξης του άρθρου 34 ΚΟΚ, στάθμευση, δεν συνετέλεσε στην πρόσκρουση της μοτοσικλέτας επί του σταθμευμένου αυτοκινήτου, δεδομένου ότι απλά και μόνο η ύπαρξη του παρανόμως, έστω, σταθμευμένου αυτοκινήτου δεν αρκεί για να θεμελιώσει υπαίτια συμπεριφορά στην πρόκληση του συγκεκριμένου ατυχήματος αλλά πρέπει να συντρέχουν και άλλοι παράμετροι (ΑΠ 433/ 2001, ΑΠ 570/ 1991). Ωστόσο όμως για το θάνατο του ως άνω οδηγού ευθύνεται κατά ποσοστό 50% ο οδηγός του με αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου τρίτος εναγόμενος Α. Μ. , ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητό του χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή, που ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε βάσει των ικανοτήτων και γνώσεων του να καταβάλει και την οποία προσοχή, θα κατέβαλε υπό τις ίδιες συνθήκες, κατ' αντικειμενική κρίση, κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός (άρθρα 12 παρ.1 ΚΟΚ και 330 δ. β' .ΑΚ). Είναι σαφές, ότι ο συγκεκριμένος οδηγός δεν αντελήφθη τον, κείμενο τραυματισμένο στο οδόστρωμα, οδηγό της μοτοσικλέτας καθόσον, μεταξύ της πτώσης του τελευταίου και της διέλευσης, μεσολάβησε αρκετός χρόνος ώστε να μπορέσει ν' ανακόψει την πορεία του αυτοκινήτου του. Το γεγονός ότι ο οδηγός δεν είχε τεταμένη την προσοχή του ενισχύεται από το ότι δεν αντελήφθη καθόλου την επί του σώματος του πεσμένου οδηγού πρόσκρουση του αυτοκινήτου του και δεν προσπάθησε ούτε να τροχοπεδήσει, αλλά ούτε και να κάνει αποφευκτικό ελιγμό. Είναι χαρακτηριστική η φράση μάρτυρος της ποινικής δικογραφίας ότι το αυτοκίνητο του Α. Μ. πατώντας πάνω το σώμα του Μ. Σ. "αναπήδησε". Συνυπαίτιος, όμως, κατά 50% για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι και ο Μ. Σ., ο οποίος από δική του υπαιτιότητα προσέκρουσε στο ως άνω σταθμευμένο αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να βρεθεί στο οδόστρωμα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η συνυπαπιότητα του τελευταίου στην πρόκληση της πρόσκρουσης αυτού με το αυτοκίνητο του Α. Μ., εξαντλείται στο γεγονός της, αποκλειστικά σ' αυτόν καταλογιζόμενης υπαιτιότητας όσον αφορά την προηγηθείσα με επί του σταθμευμένου αυτοκινήτου πρόσκρουσή του, καθόσον σ' αυτήν οφείλεται: α) η πτώση του στο οδόστρωμα συνέπεια της οποίας απετέλεσε, κατά ένα μέρος ως ήδη εκτέθηκε, η παράσυρσή του από το αυτοκίνητο και β) η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη, η οποία, μαζί με τις βλάβες που οφείλονται στην παράσυρσή του από το αυτοκίνητο του Α. Μ., προκάλεσε τον θάνατό του. Το γεγονός ότι ο παθών δεν φορούσε κράνος ουδεμία ασκεί επιρροή, αφού, από κανέναν δεν αμφισβητείται, ούτε και από αυτούς τους ίδιους τους ενάγοντες, ότι οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις ήταν απότοκες της πρόσκρουσης στο σταθμευμένο αυτοκίνητο και επομένως η έλλειψή του δεν επέδρασε ούτε στην πρόκληση, ούτε και στην έκταση των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν σ' αυτόν από το αυτοκίνητο του Α. Μ. . Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε το μεν ότι συνυπαίτιοι κατά 70% στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος είναι οι πρώτος και τρίτος εναγόμενοι οδηγοί και κατά 30% ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας, το δε ότι βαρύνει τον τελευταίο συνυπαιτιότητα κατά 20% στην έκταση της ζημιάς που υπέστη, έσφαλε, ενώ, εάν σωστά εκτιμούσε τις αποδείξεις έπρεπε να δεχθεί ότι καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον ασφαλισμένο στην εταιρεία VICTORIA Π. Κ. και περαιτέρω ότι η υπαιτιότητα που βαρύνει τον από τους εναγόμενους Α. Μ. και τον θανόντα σύζυγο της ενάγουσας οδηγό της μοτοσικλέτας για το επελθόντα θάνατο του ανέρχεται για τον καθένα σε ποσοστό 50%, για αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η υπ'αριθμ.261/2009 έφεση στο σύνολό της, καθώς και ο 1ος λόγος της υπ' άριθμ. 331/2009 έφεσης. Επίσης, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στην ενάγουσα και εις βάρος των εναγομένων Α. Μ. και της ασφαλιστικής εταιρείας ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΑΕΓΑ το ποσό των 66.500 δρχ. που αντιστοιχεί στην επελθούσα σ' αυτή ζημία κατά το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της μοτοσικλέτας δεδομένου ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει όπ η συγκεκριμένη ζημία προήλθε από τη σύγκρουση με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΦ σταθμευμένο αυτοκίνητο του Π. Κ. , για την πρόκληση της οποίας ήταν αποκλειστικά υπαίτιος ο θανών και συνεπώς η συγκεκριμένη ζημία δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την υπαιτιότητα του Α. Μ. . Επομένως, οι σχετικοί 4ος και 5ος λόγος της έφεσης του Α. Μ. και της ασφαλιστικής του εταιρείας (331/09) πρέπει να γίνουν δεκτοί κατ' ουσίαν.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο θανών Μ. Σ., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν 27 ετών, εργαζόταν ως υπάλληλος σε επισιτιστικό κατάστημα και συγκεκριμένα στο κατάστημα του εναγομένου Α. Μ. , αμειβόμενος με το ποσόν των 300.000 δρχ. μηνιαίως και, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και το προσδόκιμο ζωής του, θα συνέχιζε να εργάζεται και το μέλλον μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας του, οπότε και θα συνταξιοδοτείτο κατά το συνήθως συμβαίνον, αμειβόμενος τουλάχιστον με το ως άνω ποσόν απασχολούμενος στην ίδια ή συναφή εργασία, στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη. Ο θανών ήταν νυμφευμένος με την ενάγουσα, με την οποία συμβίωναν στη …και είχε υποχρέωση - και η ενάγουσα αντίστοιχη αξίωση - να συνεισφέρει στις οικογενειακές ανάγκες σύμφωνα με τα εισοδήματά του. Με το θάνατο του η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσόν της συνεισφοράς του, η ζημία της δε αυτή επεκτείνεται και στο μέλλον, ήτοι μέχρι και 20.11.2037, που ο θανών θα συμπλήρωνε το 65° έτος της ηλικίας του και δικαιούται αποζημίωσης για την αιτία αυτή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι η ενάγουσα είχε αξίωση συνεισφοράς έναντι του συζύγου της για τις οικογενειακές ανάγκες, την οποία θα διατηρούσε και στο μέλλον μέχρι του 65ου έτους της ηλικίας του και ότι οι αποδοχές του θα ήταν και στο μέλλον κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων 300.000 δρχ. μηνιαίως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, για αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο 2ος λόγος της έφεσης 331/09, με τον οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα αντίθετα, καθώς και οι 3ος και 8ος λόγοι της ίδιας έφεσης κατά το σκέλος τους, με το οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι λόγω της ηλικίας της είναι βέβαιο ότι η ενάγουσα στο άμεσο μέλλον θα συνάψει νέο γάμο ή έστω ελεύθερη συμβίωση, οπότε καταλύεται η υποχρέωση συνεισφοράς του συζύγου της, δεδομένου ότι τα γεγονότα αυτά, αν συμβούν στο μέλλον, μπορούν να προβληθούν με μεταρρυθμιστική αγωγή.
Υπό τις άνω παραδοχές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν επίσης ότι: α)η ενάγουσα κέρδιζε από την εργασία της σε ξενοδοχείο επιπλωμένων διαμερισμάτων 100.000 δρχ. μηνιαίως, β) οι οικογενειακές ανάγκες ανέρχονται μηνιαίως στις 110.000 δρχ., γ)ο ρυθμός πληθωρισμού θα είναι 3% ανά διετία, προέβη στην επιδίκαση υπέρ της ενάγουσας μηνιαίων χρηματικών δόσεων ανά διετία, καταβαλλομένων την πρώτη ημέρα κάθε μήνα νομιμοτόκως και μειωμένων κατά ποσοστό κατ' αρχήν 30% και στη συνέχεια 20% που έκρινε ότι ήταν το ποσοστό συνυπαιτιότητας του συζύγου της στην πρόκληση του ατυχήματος και στον επελθόντα θάνατο του αντίστοιχα. Ως προς τις άνω επί μέρους τρεις παραδοχές του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τον τρόπο υπολογισμού των μηνιαίων δόσεων και το ύψος τους δεν διατυπώνεται παράπονο από τον εναγόμενο Α. Μ. και την ασφαλιστική του εταιρεία με ειδικό λόγο έφεσης. Επειδή όμως, σε περίπτωση που με την έφεση διατυπώνεται παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης είτε από τον ενάγοντα, είτε από τον εναγόμενο ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτότητας, νοείται ότι συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημίωσης υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης, αυξάνεται ή μειώνεται αναλόγως και η αποζημίωση έστω και αν δεν υποβάλλεται ειδικό παράπονο με την έφεση (βλ. ΑΠ 442/2002) πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού έγινε δεκτό το σχετικό παράπονο της έφεσης και αυξήθηκε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος σε 50% να γίνει και ανάλογη μείωση των μηνιαίων δόσεων, όπως αυτές τις δέχθηκε κατ' αρχήν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , κατά 50%. Έτσι, τα ποσά που δικαιούται η ενάγουσα για την αιτία αυτή διαμορφώνονται ως εξής: Ι.-από 20.11.1999 έως 20.11.2001, 13.750 δρχ. (ποσόν πριν τη μείωση 27.500) ή 40,35 ευρώ μηνιαίως, 2) από 20.11.2001 έως 20.11.2003, 14.162,5 δρχ.(ποσό πριν την μείωση 28.325 δρχ) ή 41,56 ευρώ μηνιαίως, 3) από 20.11.2003 έως 20.11.2005, 14.587 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 29.174 δρχ) ή 42,81 ευρώ μηνιαίως, 4) από 20.11.2005 έως 20.11.2007, 15.024,5 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 30.049 δρχ) ή 44,09 ευρώ μηνιαίως, 5)από 20.11.2007 έως 20.11.2009, 15.475 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 30.950δρχ) ή 45,41 ευρώ μηνιαίως, 6)από 20.11.2009 έως 20.11.2011, 15.939 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 31.878 δρχ) ή 46,78 ευρώ μηνιαίως 7) από 20.11.2011 έως 20.11.2013, 16.417 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 32.834 δρχ) ή 48,18 ευρώ μηνιαίως 8)από 20.11.2013 έως 20.11.2015, 16.909,5 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 33.819δρχ) ή 49,62 ευρώ μηνιαίως, 9)από 20.11.2015 έως 20.11.2017, 17.417,5 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 34.833 δρχ) ή 51,11 ευρώ μηνιαίως, 10)από 20.11.2017 έως 20.11.2019, 17.938,5 δρχ.(ποσό πριν την μείωση 35.877 δρχ) ή 52,64 ευρώ μηνιαίως, 11) από 20.11.2019 έως 20.11.2021, 18.476,5 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 36.953 δρχ) ή 54,22 ευρώ μηνιαίως, 12)από 20.11.2021 έως 20.11.2023, 19.030,5 δρχ.(ποσό πριν την μείωση 38.061 δρχ) ή 55,85 ευρώ μηνιαίως, 13) από 20.11.2023 έως 20.11.2025, 19.601,5 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 39.202 δρχ) ή 57,52 ευρώ μηνιαίως 14) από 20.11.2025 έως 20.11.2027, 20.189δρχ. (ποσό πριν την μείωση 40.378 δρχ) ή 59,25 ευρώ μηνιαίως, 15)από 20.11.2027 έως 20.11.2029, 20.794,5 δρχ. (ποσό πριν την μείωση 41.589 δρχ) ή 61,03 ευρώ μηνιαίως, 16)από 20.11.2029 έως 20.11.2031, 21.418,5 δρχ.(ποσό πριν την μείωση 42.837δρχ) ή 62,86 ευρώ μηνιαίως, 17) από 20.11.2031 έως 20.11.2033, 22.061 δρχ.(ποσό πριν την μείωση 44.122 δρχ.) ή 64,74 ευρώ μηνιαίως, 18) από 20.11.2033 έως 20.11.2035, 22.722,5 δρχ.(ποσό πριν την μείωση 45.445 δρχ) ή 66,68 ευρώ μηνιαίως και 19)από 20.11.2035 έως 20.11.2037, 23.404,5 δρχ.(ποσό πριν την μείωση 46.809 δρχ) ή 68,69 ευρώ μηνιαίως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις του νόμου, που ήταν εφαρμοστέες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Μ. (κατά ποσοστό 50%) και τη συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της υπ' αριθ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Μ. Σ. και ειδικότερα ότι οι σωματικές βλάβες προκλήθηκαν από την παράσυρση του θανόντος από το αυτοκίνητο του Α. Μ., ότι οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις προκλήθηκαν από την πρόσκρουση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του θανόντος στο σταθμευμένο ΙΧΦ αυτοκίνητο του Π. Κ. , τον οποίο δε βαρύνει υπαιτιότητα και ότι οι βλάβες στο σώμα του θανόντος είχαν τη δεδομένη έκταση εξ αιτίας της παράσυρσης του σώματος του από το αυτοκίνητο του Α. Μ. και όχι από την έλλειψη κράνους. Επίσης, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, αιτιολογείται πλήρως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Μ. και του επελθόντος θανάτου του οδηγού της μοτοσικλέτας Μ. Σ. . Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., για ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι βαρύνει τον θανόντα συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 20%, στην έκταση της ζημίας του, διότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, δέχθηκε πραγματικά περιστατικά αντίθετα προς εκείνα που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς γι' αυτά να έχει διατυπώσει η αναιρεσίβλητη παράπονο με έφεση, δηλαδή ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα", που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο, στο πλαίσιο της έρευνας περί υπαιτιότητας, δεχθέν ότι η έλλειψη κράνους δεν επέδρασε στην έκταση των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν από το αυτοκίνητο του Α. Μ. και ακολούθως, εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση έκρινε αντιθέτως, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι το Εφετείο ήχθη στο ως άνω πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς (πράγματα), που προτάθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία VICTORIA ΑΑΕΖ, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ΙΧΦ αυτοκίνητο του Π. Κ. και δέχθηκε κατ' ουσίαν την 261/2009 έφεσή της. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2011 αίτηση για αναίρεση της 291/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013,
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή