Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1195 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.




Περίληψη:
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα, με ζημία άνω των 15.000 ευρώ (άρθρα 386 § 1, 3α και 13 στ' ΠΚ). Βάσιμος ο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα γιο έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι είχαν υποβάλει υπόμνημα προς το Συμβούλιο Εφετών, μετά την υποβολή της Εισαγγελικής προτάσεως και δεν προκύπτει ότι αυτά αξιολογήθηκαν, όταν το Συμβούλιο αναφέρεται αποκλειστικά στην Εισαγγελική πρόταση και δεν περιέχει ίδιες σκέψεις, δεδομένου ότι έτσι έλαβε υπόψη μόνο τα έγγραφα, που υπήρχαν στην δικογραφία μέχρι την ημέρα υποβολής της Εισαγγελικής προτάσεως και όχι μέχρι της εκδόσεως του εκκληθέντος βουλεύματος, χωρίς να διευκρινίζει ρητά ότι συνεκτίμησε και το υπομνήματα ή άλλα έγγραφα που υποβλήθηκαν από τους κατηγορουμένους μέχρι της εκδόσεώς του.




Αριθμός 1195/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2566/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Φεβρουαρίου 2010 και 19 Φεβρουαρίου 2010 τρεις αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 308/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 143/16-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. τις υπ' αριθμ. 28/19-2-2010, 19 και 20/5-2-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 2566/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκθέτομεν τα εξής:
Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι υπ' αριθμ. 266, 216 και 215/2007 εφέσεις των προαναφερθέντων κατηγορουμένων, κατά του υπ' αριθμ. 633/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτοί παρεπέμφθησαν στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών (κακουργημάτων) για να δικαστούν για απάτη (ο πρώτος από μόνος του, οι δε άλλοι δύο κατά συναυτουργία), από την οποία προξενήθηκε ζημία άνω των 73.000 €.
Β) Και οι τρεις αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.1, 474, 482 παρ. 1, 3 Κ.Π.Δ., προβαίνοντα στη σχετική δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Γ) Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 3 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση της απάτης απαιτείται, η προς τον σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξ αιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ένεκα της οποίας επέρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου. Μετά δε την αντικατάσταση της πάραγρ. 3 με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κακουργήματος και όταν το περιουσιακό όφελος ή η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €. Εξάλλου, έλλειψη της, κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την προανάκριση και κύρια ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και συγκεκριμένα από "τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα αυτών, τα περιστατικά της εγκλήσεως, τις εκθέσεις εφέσεως και τα έγγραφα και υπομνήματα που συνοδεύουν αυτές", προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος ..., τυγχάνει επαγγελματίας αυτοκινητιστής και έχει στην ιδιοκτησία του φορτηγά αυτοκίνητα δημοσίας χρήσεως, με τα οποία εκτελεί στα πλαίσια του επαγγέλματος του διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπαζών, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Από το έτος 2000, ο εγκαλών συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρία ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. να αναλάβει και να εκτελέσει ως υπεργολάβος, χωματουργικές εργασίες στην κατασκευή της Αττικής Οδού και πράγματι από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στην κατασκευή της Αττικής Οδού. Ο εγκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του στην ρηθείσα ανώνυμη τεχνική εταιρία από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 και εισέπραξε κανονικά τις αμοιβές του από την εταιρία αυτή. Κατά τον μήνα Ιούλιο του έτος 2002 παρατηρήθηκε μία εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία της ως άνω εταιρίας, η οποία αδυνατούσε να καλύψει τις επιταγές της, καλώντας όλους τους εργαζομένους να αναλάβουν επιταγές οι οποίες θα πληρώνονταν μετά πάροδο δέκα μηνών. Ενόψει δε του δεδομένου αυτού, ο εγκαλών, φοβούμενος ότι θα απολέσει τις αμοιβές του αλλά και διαπιστώνοντας ότι η λήψη 10μηνων επιταγών δεν τον συνέφερε πλέον οικονομικά, διότι δεν μπορούσε να καλύψει τα έξοδα του (καύσιμα, Φ.Π.Α., αμοιβές οδηγών) για τα οποία χρειαζόταν κάθε μήνα ένα αρκετά μεγάλο ποσό σε μετρητά, απεφάσισε να αποχωρήσει από την εταιρία μη παρέχοντας πλέον την εργασία του σε αυτήν. Ούτω κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, ο εγκαλών απέσυρε τα φορτηγά του από το εργοτάξιο της εταιρίας και έπαυσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν, ενώ για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες εργασίες εξοφλήθηκε ολοσχερώς λαμβάνων διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (ούτω στις 7-11-2002 έλαβε χρηματικό ποσό 20.000 ευρώ έναντι λογαριασμού, με την μεταχρονολογημένη .../30-6-2003 τραπεζική επιταγή της Τραπέζης SOCIETE GENERALE (SG), και στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς με την .../31-8-2003 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ιδίας Τραπέζης). Το γεγονός της παύσεως της παροχής της εργασίας λόγω της οικονομικής δυσπραγίας της ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., υπεργολάβου χωματουργικών εργασιών, ο οποίος είχε επίσης συνάψει σύμβαση με την ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε., και ο οποίος καταθέτει επί λέξει: "Από τον Ιούλιο του έτους 2002 είχαν αρχίσει προβλήματα πληρωμών και το Σεπτέμβρη του 2002 ο Ψ αποχώρησε. Εγώ παρέμεινα στην εργασία μου περιμένοντας να πληρωθώ ενώ αρχίσει να γίνονται και στάσεις εργασίας από τους εργαζόμενους ΑΑ, υιού του εγκαλούντος, υπεργολάβου επίσης χωματουργικών εργασιών, ..., ιδιοκτήτη φορτηγού αυτοκινήτου που εργάστηκε επίσης στην ΑΛΤΕ, δ) ..., χειριστή μηχανημάτων που εργαζόταν τότε στην ΑΛΤΕ, ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως δεν συνάγεται αντίθετο συμπέρασμα. Εξ άλλου και το γεγονός της εκδόσεως της εξοφλητικής αποδείξεως .../5-12-2002 ποσού 4.150,00 ευρώ, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι την ημεροχρονολογία αυτή εξοφλήθηκε ολοσχερώς για ης μέχρι τότε παρασχεθείσες υπ' αυτού εργασίες αλλά και περί του ότι η ΑΛΤΕ εμφάνιζε ταμειακές δυσχέρειες, δεδομένου ότι για το ποσό αυτό των 4.150,00 ευρώ, ως προκύπτει από το σώμα της αποδείξεως, εξέδωκε μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή .../31-8-2003, πληρωτέα δηλαδή μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, την οποία (επιταγή) αναφέρει στην εξοφλητική απόδειξη. Ακολούθως και δη περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, ο κατηγορούμενος-εκκαλών Χ3, ο οποίος ήτο υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρίας ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. για την κατασκευή της Αττικής Οδού, ζήτησε από τον εγκαλούντα να επιστρέψει στην εταιρία και να συνεχίσει να προσφέρει τις εργασίες του εις αυτήν με τα φορτηγά του, αναφέροντας του ότι η εταιρία ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. ανήκε στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" και ως εκ τούτου τα χρήματα της αμοιβής του ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και αν η εταιρία πτώχευε, δεδομένου ότι -σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του εν λόγω κατηγορουμένου-, σε αυτές τις περιπτώσεις (δηλαδή της πτωχεύσεως ή της οικονομικής εν γένει αδυναμίας ενός μέλους της κοινοπραξίας), η κοινοπραξία ανελάμβανε όλες τις οφειλές των εταιριών μελών αυτής. Οι διαβεβαιώσεις αυτές διατυπώθηκαν από μέρους του κατηγορουμένου Χ3 κατ' επανάληψη κατά τους μήνες Δεκέμβριο του έτους 2002 και Ιανουάριο του έτους 2003. Σημειωτέον δε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος απηύθυνε τις διαβεβαιώσεις αυτές προς όλους τους εργαζομένους της ΑΛΤΕ, ενώ για να πείσει τον εγκαλούντα Ψ για το αληθές δήθεν των διαβεβαιώσεων του, τις οποίες είχε απευθύνει επανειλημμένα σε αυτόν κατά το ως άνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα, τον παρότρυνε να επισκεφθεί τα γραφεία της ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ, όπου εκεί, κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2003, οι εκκαλούντες Χ2, γενικός τεχνικός διευθυντής της Κοινοπραξίας και Χ1, διαχειριστής της Κοινοπραξίας, διαβεβαίωσαν επίσης· αυτόν ότι η Κοινοπραξία ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της σε περίπτωση οικονομικής αυτών αδυναμίας και ούτω, στην περίπτωση της ΑΛΤΕ, εάν η εταιρία αυτή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του εγκαλούντος για τις παρασχεθείσες υπ' αυτού εργασίες, θα καταβάλλονταν από την Κοινοπραξία. Επέδειξαν μάλιστα οι εκκαλούντες Χ2 και Χ1 στον εγκαλούντα και τον υιό του ..., το από 27-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στο άρθρο 20 αυτού αναφέρεται: "Η κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι τη λύση της". Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές ο εγκαλών πείστηκε και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην ΑΛΤΕ και άρχισε να προσφέρει εκ νέου τις εργασίες του, λαμβάνοντας για την αμοιβή του μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, έχοντας όμως την βεβαιότητα ότι σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής αυτών θα καλυπτόταν από την Κοινοπραξία. Κατά μήνα Μάιο του έτους 2004 οξύνθηκε το οικονομικό πρόβλημα της ΑΛΤΕ και η εταιρία αυτή δεν ήτο εις θέσιν να χορηγήσει στον εγκαλούντα μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές για την πληρωμή των εργασιών που παρείχε. Οι μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές ..., ..., ..., ... της Τραπέζης SG, ποσών 40.000, 30.000, 10.000, 20.000 ευρώ αντιστοίχως, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν από τη πληρώτρια Τράπεζα λόγω ελλείψεως διαθεσίμου υπολοίπου στις 7-1-2005, ενώ η ΑΛΤΕ όφειλε στον εγκαλούντα και χρηματικό ποσό 40.172,44 ευρώ επί τη βάσει των .../18-5-2004, .../18-5-2004, .../26-7-2004, .../26-7-2004, .../17-6-2004, .../1-10-2004, .../24-6-2004, .../22-4-2004 φορτωτικών, ποσών 2.444,81, 18.369,40,4.433,02, 2.724,87, 2.098,71, 8.690,95, 257,00, 1.153,68 και συνολικά 40.172,44 ευρώ, για μεταφορά αδρανών υλικών και υλικών εκσκαφής. Ο εγκαλών παρά την οικονομική αδυναμία της ΑΛΤΕ, την εκδηλωθείσα ήδη κατά τον μήνα Μάιο του έτους 2004, εξηκολούθησε να παρέχει την εργασία του στην εν λόγω εταιρία, διότι είχε πεισθεί στις διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων περί του ότι οι απαιτήσεις του θα καλύπτονταν από την Κοινοπραξία στην οποία και απευθύνθηκε προκειμένου να εισπράξει τα οφειλόμενα προς αυτόν τα οποία ανήρχοντο συνολικώς στο ποσό των 140.172,44 ευρώ, όπου όμως πληροφορήθηκε ότι η Κοινοπραξία δεν είχε τέτοια υποχρέωση και ότι μόνον η ΑΛΤΕ ήτο υπόχρεη να καταβάλει το παραπάνω ποσό. Τούτο δε διότι επί τη βάσει του από 27-11-1999 συμφωνητικού τροποποίησης και κωδικοποίησης του κοινοπρακτικού συμφώνου, η κοινοπραξία βαρυνόταν με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση εργασιών, πλην εκείνων που αφορούν εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα μέλη Μετά ταύτα η οφειλή της ΑΛΤΕ παρέμεινε ανεξόφλητος και ο εγκαλών υπέστη ζημία ανερχομένη στο ποσό των 140.172,44 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια της εταιρίας αυτής. Το γεγονός της διαβεβαιώσεως του εγκαλούντος από μέρους των κατηγορουμένων -εκκαλούντων περί του ότι η Κοινοπραξία ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της σε περίπτωση οικονομικής αυτών αδυναμίας και επομένως και της ΑΛΤΕ, εάν η εταιρία αυτή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των ως άνω αναφερομένων μαρτύρων, ενώ αντιθέτως οι μάρτυρες που πρότειναν οι κατηγορούμενοι διατυπώνουν την προσωπική τους εκτίμηση περί του ότι οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 δεν προέβησαν στις διαβεβαιώσεις αυτές διότι η Κοινοπραξία δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Οι διαβεβαιώσεις δε αυτές ήταν ψευδείς, διότι με το από 27-11-1999 συμφωνητικό, η Κοινοπραξία δεν είχε πλέον τέτοια υποχρέωση. Οι εκκαλούντες αρνούνται ότι τέλεσαν την αξιόποινο πράξη που τους αποδίδεται. Ο εκκαλών Χ3 ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ως προϊστάμενος εργοταξιακού γραφείου της ΑΛΤΕ, είχε αναλάβει αρμοδιότητες σχετικές με την κατασκευή του έργου, τις συνεννοήσεις με την επιβλέπουσα υπηρεσία και την επίλυση τεχνικών προβλημάτων του έργου καθώς και τη σύνταξη επιμετρήσεων των εκτελούμενων εργασιών και δεν είχε καμία διαχειριστική αρμοδιότητα, ούτε και ασκούσε οποιαδήποτε εργασία σχετική με την οικονομική λειτουργία της εταιρίας και για τα εκτελούμενα υπ' αυτής έργα, τις οικονομικές συναλλαγές των εργολάβων, των υπεργολάβων, τον τρόπο και τον χρόνο πληρωμής αυτών, δεν ήτο εν γένει το αρμόδιο πρόσωπο. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο εγκαλών ψεύδεται, η κατηγορία σε βάρος του είναι χαλκευμένη από αυτόν (εγκαλούντα), ο οποίος ουδέποτε διέκοψε την συνεργασία του με την εταιρία ΑΛΤΕ. Όμως η διακοπή της παροχής της εργασίας του εγκαλούντος στην ΑΛΤΕ καθώς και ανάμειξη και πρωτοβουλία του ανωτέρω εκκαλούντος στην λήψη της αποφάσεως του εγκαλούντος να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του στην εταιρία, αποχρώντως συνάγεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Οι αποδείξεις πληρωμής τις οποίες προσάγει και επικαλείται ο εκκαλών Χ3 σε φωτοτυπικά αντίγραφα, προκειμένου να αποδείξει ότι ο εγκαλών ουδέποτε διέκοψε την παροχή εργασίας, δεν αποδεικνύουν την μη διακοπή, αλλά αντίθετα ενισχύουν τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι για τις μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 παρασχεθείσες εργασίες εξοφλήθηκε ολοσχερώς λαμβάνων διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (ούτω στις 7-11-2002 έλαβε χρηματικό ποσό 20.000 ευρώ έναντι, λογαριασμού, με την μεταχρονολογημένη .../30-6-2003 τραπεζική επιταγή της Τραπέζης SOCIETE GENERALE (SG), και στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς με την .../31-8-2003 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ιδίας Τραπέζης). Οι αποδείξεις αυτές δεν συνοδεύονται από φορτωτικές εκδοθείσες μετά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, εις τρόπον ώστε να καταδεικνύεται ότι δεν έλαβε χώρα διακοπή της εργασίας κατά τον μήνα αυτόν. Η δε ζημία την οποία υπέστη ο εγκαλών δεν αμφισβητείται υπό του εν λόγω εκκαλούντος. Οι λοιποί εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι δεν προέβη σαν στις προεκτεθείσες διαβεβαιώσεις συνεπεία των οποίων φέρεται ο εγκαλών να πείστηκε να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του στην ΑΛΤΕ. Όμως η ανάμειξη τους και η διατύπωση και από μέρους των, των παραπάνω διαβεβαιώσεων, αποχρώντως επίσης συνάγεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στέρησε την απόφασή του της νομίμου αιτιολογίας, διότι παρά τη φραστική διατύπωση, ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση της κρίσης του όλες τις καταθέσεις των ανωμοτί και ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, εν τούτοις συνομολογείται από το ίδιο ότι μονομερώς έκρινε, υιοθετώντας τους ισχυρισμός του εγκαλούντος και τις καταθέσεις των υπ'αυτού προταθέντων μαρτύρων, μη συνεκτιμώντας και μη αξιολογώντας και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, τους οποίους δεν κατονομάζει, αλλά διά του γενικού αφορισμού, ότι αυτοί εκφράζουν την "προσωπική τους εκτίμηση", δεν συνυπολογίζει την μαρτυρία τους. Εκτός αυτού, στην Αιτιολογία διαπιστώνονται λογικά κενά διότι κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις ο εγκαλών και τις απατηλές διαβεβαιώσεις, δεν τις είχε και δεν τις έλαβε από τους διευθύνοντες την "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", η οποία φέρεται ως παρανόμως ωφεληθείσα, αλλά με τον πρώτο αναιρεσείοντα (Χ3), ο οποίος απλώς είχε την ιδιότητα του υπευθύνου του εργοταξίου, για το μέρος του έργου που είχε αναλάβει η ΑΛΤΕ ως μέλος της Κοινοπραξίας, καθώς επίσης, με τους υπόλοιπους δύο, εκ των οποίων ο Χ2 ήταν διευθυντής του έργου και ο Χ1, διαχειριστής της Κοινοπραξίας "Αττική Οδός", η οποία δεν φέρεται ως παρανόμως ωφεληθείσα.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, ο σχετικός εκ του άρθρου 484 παρ. 1 Δ Κ.Π. Δ., τελευταίος λόγος των αναιρεσειόντων είναι βάσιμος κι ως εκ τούτου το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, ως προς την ανυπαρξία αιτιολογίας, αναφορικά με τον δόλο, που προβάλλει ο αναιρεσείων Χ3, σημειώνεται ότι ο δόλος δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά είναι συνάρτηση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία όταν εκτίθενται με πληρότητα, πιστοποιούν και την ύπαρξη αυτού. Κατά το μέρος που με αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, απορρίπτονται ως απαράδεκτες, ενώ αντίφαση στην απόφαση δεν υπάρχει, ότι τα πορίσματα στα οποία καταλήγει το Συμβούλιο, έρχονται σε αντίθεση με τμήματα του περιεχομένου της μηνύσεως. Περαιτέρω, απόλυτη ακυρότητα εκ της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ. δημιουργείται, όταν ο κατηγορούμενος, παρά την νομίμως υποβληθείσα αίτησή του, δεν ειδοποιηθεί να λάβει γνώση της υποβληθησομένης στο Συμβούλιο προτάσεως του Εισαγγελέως και αν μετά την ειδοποίηση η δικογραφία δεν παραμείνει στην Γραμματεία της Εισαγγελίας και όχι όταν το Συμβούλιο δεν λάβει υπόψη του το περιεχόμενο του υποβληθησομένου προς το Συμβούλιο υπομνήματος αυτού.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όντως δεν διευκρινίζεται αν το Συμβούλιο για τη διαμόρφωση της κρίσης του έλαβε υπόψη του και το από 16-7-2009 υπόμνημα των άνω δύο αναιρεσειόντων. Αν δεν το έλαβε η περίπτωση εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο, περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και όχι σ'αυτόν περί απολύτου ακυρότητας. Εκ του ότι, όμως, δεν αναπτύσσεται στον υπό στοιχ. Α' λόγο αναιρέσεως αυτών, το περιεχόμενο του προαναφερθέντος υπομνήματος, ο κατ'εκτίμηση περί ελλείψεως νομίμου αιτιολογίας σχετικός λόγος αυτών, πρέπει να απορριφθεί λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν
α) Να γίνουν δεκτές οι υπ' αριθμ. 28/19-2-2010, 19 και 20/5-2-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, 1) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 2566/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και
β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο. Αθήνα 31 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αναστάσιος Κανελλόπουλος"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπ'αριθ. 2566/2009), οι υπό κρίση, με αριθ. εκθ. 19/5-2-2009, 20/5-2-2009 και 28/19-2-2009, τρεις αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2, Χ1 και Χ3, αντίστοιχα.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Ως βλάβη νοείται και η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης.
Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. 5' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικό κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμώνται άλλα που εισφέρθηκαν σε αυτή, με υπόμνημα ή με εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν είναι εμπεριστατωμένη. Απαιτείται δηλαδή να προκύπτει, ότι το Συμβούλιο, για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που εισφέρθηκαν και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η αόριστη, όμως, αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών στερείται της κατά τα ανωτέρω επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά μείζονα λόγο, όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει υποβάλει υπόμνημα και έγγραφα προς το Συμβούλιο Εφετών, μετά την υποβολή της Εισαγγελικής προτάσεως και δεν προκύπτει ότι αυτά αξιολογήθηκαν, όπως συμβαίνει όταν το Συμβούλιο αναφέρεται αποκλειστικά στην Εισαγγελική πρόταση χωρίς ίδιες σκέψεις, δεδομένου ότι έτσι έλαβε υπόψη μόνο τα έγγραφα, που υπήρχαν στην δικογραφία μέχρι την ημέρα υποβολής της Εισαγγελικής προτάσεως και όχι μέχρι της εκδόσεως του εκκληθέντος βουλεύματος και χωρίς να διευκρινίζει ρητά ότι συνεκτίμησε και τα υπομνήματα ή άλλα έγγραφα που υποβλήθηκαν από τους κατηγορουμένους μετά την υποβολή της Εισαγγελικής προτάσεως και μέχρι της εκδόσεως του.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετ'αναίρεση του 2704/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που είχε απορρίψει έφεση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, κατά του 633/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με αριθμό 2566/2009 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο αυτό βούλευμα του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, απέρριψε και πάλι ως αβάσιμες τις εφέσεις των τριών αναιρεσειόντων κατά του 633/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής τους, παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, με περιουσιακό όφελος τρίτου και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται συνολικά σε 140.172,44 ευρώ. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς ίδιο αιτιολογικό, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα του με αριθ. 1443/2009 Εισαγγελική πρόταση, όσα διαλαμβάνονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται για τους αναιρεσείοντες, τα ακόλουθα: "Από το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αλλά και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα αυτών, τα περιστατικά της εγκλήσεως, τις εκθέσεις εφέσεως και τα έγγραφα και υπομνήματα που συνοδεύουν αυτές, προέκυψαν τα εξής: Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος ..., τυγχάνει επαγγελματίας αυτοκινητιστής και έχει στην ιδιοκτησία του φορτηγά αυτοκίνητα δημοσίας χρήσεως, με τα οποία εκτελεί στα πλαίσια του επαγγέλματος του διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπαζών, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Από το έτος 2000, ο εγκαλών συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρία ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. να αναλάβει και να εκτελέσει ως υπεργολάβος, χωματουργικές εργασίες στην κατασκευή της Αττικής Οδού και πράγματι από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στην κατασκευή της Αττικής Οδού. Ο εγκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του στην ρηθείσα ανώνυμη τεχνική εταιρία από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 και εισέπραξε κανονικά τις αμοιβές του από την εταιρία αυτή. Κατά τον μήνα Ιούλιο του έτος 2002 παρατηρήθηκε μία εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία της ως άνω εταιρίας, η οποία αδυνατούσε να καλύψει τις επιταγές της, καλώντας όλους τους εργαζομένους να αναλάβουν επιταγές οι οποίες θα πληρώνονταν μετά πάροδο δέκα μηνών. Ενόψει δε του δεδομένου αυτού, ο εγκαλών, φοβούμενος ότι θα απολέσει τις αμοιβές του αλλά και διαπιστώνοντας ότι η λήψη 10μηνων επιταγών δεν τον συνέφερε πλέον οικονομικά, διότι δεν μπορούσε να καλύψει τα έξοδα του (καύσιμα, Φ.Π.Α., αμοιβές οδηγών) για τα οποία χρειαζόταν κάθε μήνα ένα αρκετά μεγάλο ποσό σε μετρητά, απεφάσισε να αποχωρήσει από την εταιρία μη παρέχοντας πλέον την εργασία του σε αυτήν. Ούτω κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, ο εγκαλών απέσυρε τα φορτηγά του από το εργοτάξιο της εταιρίας και έπαυσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν, ενώ για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες εργασίες εξοφλήθηκε ολοσχερώς λαμβάνων διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (ούτω στις 7-11-2002 έλαβε χρηματικό ποσό 20.000 ευρώ έναντι λογαριασμού, με την μεταχρονολογημένη .../30-6-2003 τραπεζική επιταγή της Τραπέζης SOCIETE GENERALE (SG), και στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς με την .../31-8-2003 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ιδίας Τραπέζης). Το γεγονός της παύσεως της παροχής της εργασίας λόγω της οικονομικής δυσπραγίας της ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων α) ..., υπεργολάβου χωματουργικών εργασιών, ο οποίος είχε επίσης συνάψει σύμβαση με την ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε., και ο οποίος καταθέτει επί λέξει: "Από τον Ιούλιο του έτους 2002 είχαν αρχίσει προβλήματα πληρωμών και το Σεπτέμβρη του 2002 ο Ψαποχώρησε. Εγώ παρέμεινα στην εργασία μου περιμένοντας να πληρωθώ ενώ αρχίσει να γίνονται και στάσεις εργασίας από τους εργαζόμενους β) ΑΑ, υιού του εγκαλούντος, υπεργολάβου επίσης χωματουργικών εργασιών, γ) ..., ιδιοκτήτη φορτηγού αυτοκινήτου που εργάστηκε επίσης στην ΑΛΤΕ, δ) ..., χειριστή μηχανημάτων που εργαζόταν τότε στην ΑΛΤΕ, ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως δεν συνάγεται αντίθετο συμπέρασμα. Εξ άλλου και το γεγονός της εκδόσεως της εξοφλητικής αποδείξεως .../5-12-2002 ποσού 4.150,00 ευρώ, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι την ημεροχρονολογία αυτή εξοφλήθηκε ολοσχερώς για ης μέχρι τότε παρασχεθείσες υπ' αυτού εργασίες αλλά και περί του ότι η ΑΛΤΕ εμφάνιζε ταμειακές δυσχέρειες, δεδομένου ότι για το ποσό αυτό των 4.150,00 ευρώ, ως προκύπτει από το σώμα της αποδείξεως, εξέδωκε μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή .../31-8-2003, πληρωτέα δηλαδή μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, την οποία (επιταγή) αναφέρει στην εξοφλητική απόδειξη. Ακολούθως και δη περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, ο κατηγορούμενος-εκκαλών Χ3, ο οποίος ήτο υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρίας ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. για την κατασκευή της Αττικής Οδού, ζήτησε από τον εγκαλούντα να επιστρέψει στην εταιρία και να συνεχίσει να προσφέρει τις εργασίες του εις αυτήν με τα φορτηγά του, αναφέροντας του ότι η εταιρία ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε. ανήκε στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" και ως εκ τούτου τα χρήματα της αμοιβής του ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και αν η εταιρία πτώχευε, δεδομένου ότι -σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του εν λόγω κατηγορουμένου-, σε αυτές τις περιπτώσεις (δηλαδή της πτωχεύσεως ή της οικονομικής εν γένει αδυναμίας ενός μέλους της κοινοπραξίας), η κοινοπραξία ανελάμβανε όλες τις οφειλές των εταιριών μελών αυτής. Οι διαβεβαιώσεις αυτές διατυπώθηκαν από μέρους του κατηγορουμένου Χ3 κατ' επανάληψη κατά τους μήνες Δεκέμβριο του έτους 2002 και Ιανουάριο του έτους 2003. Σημειωτέον δε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος απηύθυνε τις διαβεβαιώσεις αυτές προς όλους τους εργαζομένους της ΑΛΤΕ, ενώ για να πείσει τον εγκαλούντα Ψ για το αληθές δήθεν των διαβεβαιώσεων του, τις οποίες είχε απευθύνει επανειλημμένα σε αυτόν κατά το ως άνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα, τον παρότρυνε να επισκεφθεί τα γραφεία της ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ, όπου εκεί, κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2003, οι εκκαλούντες Χ2, γενικός τεχνικός διευθυντής της Κοινοπραξίας και Χ1, διαχειριστής της Κοινοπραξίας, διαβεβαίωσαν επίσης· αυτόν ότι η Κοινοπραξία ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της σε περίπτωση οικονομικής αυτών αδυναμίας και ούτω, στην περίπτωση της ΑΛΤΕ, εάν η εταιρία αυτή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του εγκαλούντος για τις παρασχεθείσες υπ' αυτού εργασίες, θα καταβάλλονταν από την Κοινοπραξία. Επέδειξαν μάλιστα οι εκκαλούντες Χ2 και Χ1 στον εγκαλούντα και τον υιό του ΑΑ, το από 27-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στο άρθρο 20 αυτού αναφέρεται: "Η κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι τη λύση της". Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές ο εγκαλών πείστηκε και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην ΑΛΤΕ και άρχισε να προσφέρει εκ νέου τις εργασίες του, λαμβάνοντας για την αμοιβή του μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, έχοντας όμως την βεβαιότητα ότι σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής αυτών θα καλυπτόταν από την Κοινοπραξία. Κατά μήνα Μάιο του έτους 2004 οξύνθηκε το οικονομικό πρόβλημα της ΑΛΤΕ και η εταιρία αυτή δεν ήτο εις θέσιν να χορηγήσει στον εγκαλούντα μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές για την πληρωμή των εργασιών που παρείχε. Οι μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές ..., ..., ..., ... της Τραπέζης SG, ποσών 40.000, 30.000, 10.000, 20.000 ευρώ αντιστοίχως, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν από τη πληρώτρια Τράπεζα λόγω ελλείψεως διαθεσίμου υπολοίπου στις 7-1-2005, ενώ η ΑΛΤΕ όφειλε στον εγκαλούντα και χρηματικό ποσό 40.172,44 ευρώ επί τη βάσει των .../18-5-2004, .../18-5-2004, .../26-7-2004, .../26-7-2004, .../17-6-2004, .../1-10-2004, .../24-6-2004, .../22-4-2004 φορτωτικών, ποσών 2.444,81, 18.369,40,4.433,02, 2.724,87, 2.098,71, 8.690,95, 257,00, 1.153,68 και συνολικά 40.172,44 ευρώ, για μεταφορά αδρανών υλικών και υλικών εκσκαφής. Ο εγκαλών παρά την οικονομική αδυναμία της ΑΛΤΕ, την εκδηλωθείσα ήδη κατά τον μήνα Μάιο του έτους 2004, εξηκολούθησε να παρέχει την εργασία του στην εν λόγω εταιρία, διότι είχε πεισθεί στις διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων περί του ότι οι απαιτήσεις του θα καλύπτονταν από την Κοινοπραξία στην οποία και απευθύνθηκε προκειμένου να εισπράξει τα οφειλόμενα προς αυτόν τα οποία ανήρχοντο συνολικώς στο ποσό των 140.172,44 ευρώ, όπου όμως πληροφορήθηκε ότι η Κοινοπραξία δεν είχε τέτοια υποχρέωση και ότι μόνον η ΑΛΤΕ ήτο υπόχρεη να καταβάλει το παραπάνω ποσό. Τούτο δε διότι επί τη βάσει του από 27-11-1999 συμφωνητικού τροποποίησης και κωδικοποίησης του κοινοπρακτικού συμφώνου, η κοινοπραξία βαρυνόταν με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση εργασιών, πλην εκείνων που αφορούν εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα μέλη Μετά ταύτα η οφειλή της ΑΛΤΕ παρέμεινε ανεξόφλητος και ο εγκαλών υπέστη ζημία ανερχομένη στο ποσό των 140.172,44 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια της εταιρίας αυτής. Το γεγονός της διαβεβαιώσεως του εγκαλούντος από μέρους των κατηγορουμένων -εκκαλούντων περί του ότι η Κοινοπραξία ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της σε περίπτωση οικονομικής αυτών αδυναμίας και επομένως και της ΑΛΤΕ, εάν η εταιρία αυτή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των ως άνω αναφερομένων μαρτύρων, ενώ αντιθέτως οι μάρτυρες που πρότειναν οι κατηγορούμενοι διατυπώνουν την προσωπική τους εκτίμηση περί του ότι οι κατηγορούμενοι Χ2, και Χ1 δεν προέβησαν στις διαβεβαιώσεις αυτές διότι η Κοινοπραξία δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Οι διαβεβαιώσεις δε αυτές ήταν ψευδείς, διότι με το από 27-11-1999 συμφωνητικό, η Κοινοπραξία δεν είχε πλέον τέτοια υποχρέωση. Οι εκκαλούντες αρνούνται ότι τέλεσαν την αξιόποινο πράξη που τους αποδίδεται. Ο εκκαλών Χ3 ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ως προϊστάμενος εργοταξιακού γραφείου της ΑΛΤΕ, είχε αναλάβει αρμοδιότητες σχετικές με την κατασκευή του έργου, τις συνεννοήσεις με την επιβλέπουσα υπηρεσία και την επίλυση τεχνικών προβλημάτων του έργου καθώς και τη σύνταξη επιμετρήσεων των εκτελούμενων εργασιών και δεν είχε καμία διαχειριστική αρμοδιότητα, ούτε και ασκούσε οποιαδήποτε εργασία σχετική με την οικονομική λειτουργία της εταιρίας και για τα εκτελούμενα υπ' αυτής έργα, τις οικονομικές συναλλαγές των εργολάβων, των υπεργολάβων, τον τρόπο και τον χρόνο πληρωμής αυτών, δεν ήτο εν γένει το αρμόδιο πρόσωπο. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο εγκαλών ψεύδεται, η κατηγορία σε βάρος του είναι χαλκευμένη από αυτόν (εγκαλούντα), ο οποίος ουδέποτε διέκοψε την συνεργασία του με την εταιρία ΑΛΤΕ. Όμως η διακοπή της παροχής της εργασίας του εγκαλούντος στην ΑΛΤΕ καθώς και ανάμειξη και πρωτοβουλία του ανωτέρω εκκαλούντος στην λήψη της αποφάσεως του εγκαλούντος να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του στην εταιρία, αποχρώντως συνάγεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Οι αποδείξεις πληρωμής τις οποίες προσάγει και επικαλείται ο εκκαλών Χ3 σε φωτοτυπικά αντίγραφα, προκειμένου να αποδείξει ότι ο εγκαλών ουδέποτε διέκοψε την παροχή εργασίας, δεν αποδεικνύουν την μη διακοπή, αλλά αντίθετα ενισχύουν τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι για τις μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 παρασχεθείσες εργασίες εξοφλήθηκε ολοσχερώς λαμβάνων διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (ούτω στις 7-11-2002 έλαβε χρηματικό ποσό 20.000 ευρώ έναντι, λογαριασμού, με την μεταχρονολογημένη .../30-6-2003 τραπεζική επιταγή της Τραπέζης SOCIETE GENERALE (SG), και στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς με την .../31-8-2003 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ιδίας Τραπέζης). Οι αποδείξεις αυτές δεν συνοδεύονται από φορτωτικές εκδοθείσες μετά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, εις τρόπον ώστε να καταδεικνύεται ότι δεν έλαβε χώρα διακοπή της εργασίας κατά τον μήνα αυτόν. Η δε ζημία την οποία υπέστη ο εγκαλών δεν αμφισβητείται υπό του εν λόγω εκκαλούντος. Οι λοιποί εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι δεν προέβη σαν στις προεκτεθείσες διαβεβαιώσεις συνεπεία των οποίων φέρεται ο εγκαλών να πείστηκε να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του στην ΑΛΤΕ. Όμως η ανάμειξη τους και η διατύπωση και από μέρους των, των παραπάνω διαβεβαιώσεων, αποχρώντως επίσης συνάγεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προκύπτουν κατά των κατηγορουμένων σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινο πράξη για την οποία διώκονται. Η ζημία την οποία υπέστη ο εγκαλών ο οποίος παραπλανήθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων ανέρχεται στο ποσό των 140.172,44 ευρώ. Δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τελέσεως της απάτης εν σχέσει με τον κατηγορούμενο Χ3, δεδομένου ότι κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση, οφείλεται εν προκειμένω στην άπαξ επελθούσα πλάνη του εγκαλούντος, η οποία (πλάνη) προκλήθηκε κατά μήνες Δεκέμβριο του έτους 2002 και Ιανουάριο του έτους 2003. Οι λοιποί κατηγορούμενοι ενήργησαν συγχρόνως, και με κοινό δόλο κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 ΠΚ. Η ζημία την οποία υπέστη ο εγκαλών τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις ψευδείς παραστάσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων. Κατά συνέπεια οι εφέσεις πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να διαταχθεί η εκτέλεση αυτού και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ποσού 220,00 ευρώ σε βάρος ενός εκάστου των εκκαλούντων (άρθρ. 583παρ.1 ΚΠΔ) Αθήνα 10/7/2009".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα: α) αιτιολογείται ελλιπώς η κρίσιμη παραδοχή του βουλεύματος περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων για το ψευδές των διαβεβαιώσεων των αναιρεσειόντων, του πρώτου ως υπεύθυνου απλώς εργοταξίου της εργολαβικής εταιρείας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" , του δευτέρου Χ2, ως τεχνικού διευθυντή της Κοινοπραξίας που είχεν αναλάβει τα έργα της Αττικής Οδού και του τρίτου Χ1, ως Διαχειριστή της άνω Κοινοπραξίας, προς τον εγκαλούντα, αυτοκινητιστή, να επιστρέψει και να εκτελέσει με τα φορτηγά αυτοκίνητα του εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς χωματουργικών υλικών, για λογαριασμό της εργολήπτιας εταιρείας ΑΛΤΕ ΑΤΕ, που ήταν μέλος της εργολήπτιας Κοινοπραξίας, και ότι σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας της ΑΛΤΕ ΑΤΕ, θα πληρωνόταν από την ίδια την Κοινοπραξία της οποίας ήταν μέλος, εκ των οποίων (διαβεβαιώσεων των κατηγορουμένων), παραπείσθηκε ο εγκαλών και επέστρεψε και συνέχισε την εκτέλεση του έργου που του ανέθεσε η εταιρεία ΑΛΤΕ ΑΤΕ, η οποία όμως ουδέποτε του κατέβαλε την οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή, ούτε και η κοινοπραξία, ενόψει του γεγονότος ότι οι κατηγορούμενοι, κατά τις παραδοχές, δεν είναι νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω ανώνυμης εταιρείας, ούτε γίνεται δεκτό ότι λειτουργούσαν για λογαριασμό της εταιρείας αυτής και β) ενώ προκύπτει από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, μετά την ειδοποίηση τους περί της υποβληθείσας στο Συμβούλιο Εφετών απορριπτικής των εφέσεων τους από 10-7-2009 Εισαγγελικής προτάσεως, κατέθεσαν αρμοδίως, στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, κατά το άρθρο 308 παρ.2 του ΚΠοινΔ, συνταχθείσας σχετικής εκθέσεως και εντός του νομίμου δεκαημέρου από της ειδοποιήσεως τους, τα από 16-7-2009 και από 24-7-2009, υπομνήματα τους προς το Συμβούλιο Εφετών, αντικρούοντες την Εισαγγελική πρόταση, τα υπομνήματα αυτά προκύπτει ότι ουδόλως λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών, αφού αυτό, εξ ολοκλήρου αναφερθέν στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του υπό χρονολογία 10-7-2009 εισαγγελική πρόταση, είναι προφανές ότι δεν έλαβε υπόψη τα μεταγενέστερα αυτής ως άνω υπομνήματα.
Κατ' ακολουθίαν, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος των κρινόμενων αιτήσεων, που πλήττουν το προσβαλλόμενο βούλευμα για τις ανωτέρω πλημμέλειες και πρέπει, κατά παραδοχή των αιτήσεων, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολο του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως, (άρθρα 485 παρ.1 και 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το 2566/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή