Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 718 / 2020    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 718/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 04 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Α. Σ.του Μ. και Μ. Π. του Π., αμφοτέρων κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ανατολής Δημητριάδου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2774/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19.3.2018 και με αριθμoύς πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου 3177/22-3-2018 και 3178/22-3-2018, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 493/2019.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η με αριθμό 2774/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την επιμέτρηση της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, καθώς και την ορισθείσα πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 19.03.2018 αιτήσεις (ασκηθείσες δια δηλώσεων, που επιδόθηκαν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22.03.2018) των Α.Σ.του Μ. και Μ. Π.του Π., αμφοτέρων κατοίκων ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 2774/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν.2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από την 1η.7.2019 (άρθρο δεύτερο του Ν.4619/2019) νέου Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, εάν από τη σύγκριση των περισσότερων διατάξεων προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, επί πλημμελημάτων, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Προδήλως είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Αν έχει καταργηθεί το αξιόποινο της πράξης με μεταγενέστερο νόμο, όμως αυτή τιμωρείται με άλλη διάταξη του ίδιου νόμου, η πράξη δεν καθίσταται ανέγκλητη. Ακόμη, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη. Κατά δε το άρθρο 511 του κυρωθέντος με το Ν.4620/2019, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 περ. 8 του Ν.4637/2019, ΦΕΚ 180/α/18.11.2019 "Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συναφείς διατάξεις", και ισχύοντος από την 18η.11.2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. "Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης." Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. τελ. και 514 εδ. τελ. Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 235 παρ. 1 εδ.α'του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ [Ν.4619/2019] "1. Υπάλληλος ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργεια ή παράλειψή του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή...". Η νέα διάταξη του άρθρου 235 ΠΚ, σε σχέση με αυτήν που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (27.6.2013), αλλά και την αμέσως προηγούμενη του νυν ισχύοντος κώδικα, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο πρώτο παρ. ΙΕ, υποπαρ. ΙΕ. 6 του ν.4254/7.4.2014 και 32 ν.4258/14.4.2014, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού, αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, που προέβλεπε η κατά την τέλεση της πράξης ισχύσασα, αλλά και της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματικής ποινής 5.000 έως 50.000 ευρώ, που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη τώρα ποινή είναι φυλάκιση και χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περίπτ. α' και 263 Α' του ΠΚ (όπως το τελευταία ίσχυε, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης), η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων, που δεν δικαιούται ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή αυτών (ωφελημάτων) για ενέργεια ή παράλειψή του, η οποία σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του (χωρίς όμως να αντίκειται προς αυτά), όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από τον νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή όχι ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (Ολ ΑΠ 6/1998). Ωφελήματα μπορεί να είναι και κάθε χαριστική παροχή, υλικής ή μη φύσης, επί της οποίας ο δράστης υπάλληλος δεν έχει νόμιμη αξίωση. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου, ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του, αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγματώσεώς του, που κατά την άνω διάταξη είναι: α) η απαίτηση ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υποσχέσεως για την ενέργεια ή την παράλειψη, μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνο έγκλημα. Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 47 του ήδη ισχύοντος ΠΚ, ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού." Από την διάταξη αυτή, όπου οι προβλέψεις για την απλή και την άμεση συνέργεια συγχωνεύονται σε μια διάταξη, για την ύπαρξη της τελευταίας (άμεσης) στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, η οποία είναι δυνατή και επί παθητικής δωροδοκίας, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, που προσεγγίζει εγγύτατα την αυτουργική τέλεση του εγκλήματος, ήτοι τέτοια που χωρίς αυτή (συνδρομή) δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή, για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για τη έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης μεταξύ τους των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται σε αυτή, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού επέλευσης δηλαδή ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2774/2017 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των ειδικώς μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής:
"Ο Ε. Θ.του Δ., στις 23.04.2013 είχε υποβάλει στο Δήμο Σιθωνίας της Χαλκιδικής φάκελο με δικαιολογητικά, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "..." στην Κ. του ως άνω Δήμου, που σκόπευε να εκμεταλλευτεί. Η εν λόγω αίτηση διαβιβάστηκε στις 09.05.2013 στη Διεύθυνση Υγείας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής προκειμένου η Υπηρεσία αυτή να εκδώσει σχετική γνωμοδότηση ως προς την καταλληλότητα ή μη του καταστήματος. Ο φάκελος της υπόθεσης χρεώθηκε την ίδια ημέρα (09.05.2013) από την 3η κατηγορουμένη, η οποία είναι προϊσταμένη του Τμήματος Περιβαλλοντικής Υγιεινής και Υγειονομικού Ελέγχου της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, στον επόπτη Π.-Π. Ο. Ο τελευταίος μαζί με τον Ι. Τ. στις 13.06.2013 επισκέφθηκαν το κατάστημα του αιτούντος Ε. Θ., προκειμένου να διενεργήσουν αυτοψία όσον αφορά την τήρηση ή μη των απαιτούμενων υγειονομικών όρων λειτουργίας του. Εκεί διαπίστωσαν ότι το κατάστημα είχε κάποιες παρατυπίες, οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά με χειρόγραφη σημείωση στο εισαγωγικό έγγραφο του φακέλου. Ο Ε. Θ., ο οποίος στο μεταξύ ανέμενε τη γνωμοδότηση της ανωτέρω Υπηρεσίας, και αφού είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά στις 14.06.2013 και προσωπικά στις 17.06.2013 από τον Π. Ο. ότι η γνωμοδότηση θα είναι αρνητική, τις επόμενες ημέρες ενημερώθηκε από πρόσωπο του περιβάλλοντός του ότι άτομο με το όνομα Σ. μπορούσε να μεσολαβήσει για την τακτοποίηση της εκκρεμότητάς του. Για το λόγο αυτό στις 23.06.2013 τηλεφώνησε στον ανωτέρω "Σ.", ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα τον διευκόλυνε για την θετική έκβαση της υποθέσεώς του, εφόσον, όμως του κατέβαλε ο τελευταίος το ποσό των 800 ευρώ. Κατόπιν αυτών, συμφώνησαν να συναντηθούν την επόμενη ημέρα στα .... Άμεσα, την ίδια ημέρα, ο Ε. Θ. κατήγγειλε τα συμβάντα στην Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας της Ελληνικής Αστυνομίας. Στις 24.06.2013, ο Ε. Θ. συνοδευόμενος από τον ανθυπαστυνόμο Χ. Π., υπηρετούντα στην ως άνω Υπηρεσία, ο οποίος, κατόπιν σχετικής υπηρεσιακής εντολής, παρίστανε φιλικό πρόσωπο αυτού, συνάντησαν τον "Σ." σε καντίνα στα .... Ο Σ., που, όπως διαπιστώθηκε ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Σ., απαίτησε το ποσό των 800 ευρώ, διαβεβαιώνοντας τον Ε. Θ. ότι αν του το κατέβαλε σε 2 εργάσιμες ημέρες θα είχε τη θετική γνωμοδότηση για τη λειτουργία του καταστήματος του, σε πρόταση δε του τελευταίου να μειωθεί το ύψος του ποσού, ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε: "αυτά είναι, άμα θέλεις, αλλιώς ψάξε να βρεις άλλον να σου κάνει τη δουλειά", του έκανε, μάλιστα, παρατήρηση, για το γεγονός ότι δεν είχε μαζί του εκείνη την ώρα το ποσό, ώστε να του το καταβάλει. Επίσης, αυτός απέρριψε το αίτημα του Ε. Θ. να παραβρίσκεται και ο ίδιος κατά την παράδοση του ποσού απ' αυτόν (πρώτο κατηγορούμενο) στο άτομο στο οποίο το ποσό προοριζόταν, καθησυχάζοντάς τον, για την κατά τα ανωτέρω θετική γνωμοδότηση. Ενώ εξελισσόταν η συζήτηση ο πρώτος κατηγορούμενος δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από το περιεχόμενο της οποίας έγινε αντιληπτό από τον Ε.Θ. και τον παριστάμενο αστυνομικό Χ. Π. ότι επρόκειτο για (άλλη) οικονομική συναλλαγή που αφορούσε το κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "Π.". Μάλιστα, ο πρώτος κατηγορούμενος καθησύχασε τον Ε.Θ., λέγοντάς του ότι αυτός με τον οποίο είχε συνομιλήσει στο τηλεφώνημα ήταν το άτομο που θα τον εξυπηρετούσε για την υπόθεσή του, και προς τούτο του έδειξε την οθόνη του κινητού του τηλεφώνου, όπου αναγραφόταν η καταχώριση "μούτρο" και ο αριθμός τηλεφώνου ...8. Τον αριθμό αυτό ο Ε. Θ. απομνημόνευσε, κι έτσι, (μετά από σχετική έρευνα από τον προαναφερθέντα παριστάμενο αστυνομικό) διαπιστώθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, ότι ο συνομιλητής του πρώτου κατηγορουμένου ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Σ., πολιτικός μηχανικός, δημοτικός υπάλληλος, προϊστάμενος Τμήματος Τεχνικών Υπηρεσιών Δήμου .... Στις 27.6.2013, προσημειώθηκε το ποσό των 800 ευρώ από την ανωτέρω υπηρεσία και παραδόθηκε στον Ε. Θ., ο οποίος μαζί με τον προαναφερθέντα αστυνομικό (που εμφανιζόταν ως φιλικό του πρόσωπο) Χ. Π.μετέβησαν σε καφετέρια με την επωνυμία "..." στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής σε προσυμφωνημένο ραντεβού με τον πρώτο κατηγορούμενο προκειμένου να παραδοθεί σ' αυτόν το εν λόγω ποσό των 800 ευρώ. Κατά την δεύτερη αυτή συνάντηση ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού επικοινώνησε και πάλι τηλεφωνικά με το άτομο που είχε επικοινωνήσει και την προηγούμενη φορά (δεύτερο κατηγορούμενο), ανέφερε στον Ε. Θ. και τον επίσης παριστάμενο αστυνομικό Χ. Π. ότι "η δουλειά θα γινόταν από Δευτέρα", ενώ σε επισταμένες ερωτήσεις του Ε. Θ., σε σχέση με την αποκάλυψη του ατόμου που θα, ενεργούσε προς τούτο ανέφερε δύο φορές το όνομα Π., εννοώντας την 3η κατηγορουμένη, προϊσταμένη στο Τμήμα Περιβαντολλογικής Υγιεινής και Υγιειονομικού Ελέγχου της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας του ανωτέρω Δήμου. Όταν ο Ε. Θ. παρέδωσε τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα στον πρώτο κατηγορούμενο, αστυνομικοί, που παρακολουθούσαν διακριτικά, τον συνέλαβαν. Ο πρώτος κατηγορούμενος αμέσως μετά τη σύλληψή του δήλωσε στους αστυνομικούς ότι θα έδινε τα χρήματα το απόγευμα της ίδιας ημέρας στον δεύτερο κατηγορούμενο, με τον οποίο είχε κάνει τις ανωτέρω τηλεφωνικές συνομιλίες, τη δε εκκρεμότητα σχετικά με το κατάστημα του Θ.θα διευθετούσε η τρίτη κατηγορουμένη, σύζυγος του δευτέρου. Περαιτέρω δε, από τις αποδείξεις προέκυψε ότι Ε. Δ. του Ε., υπάλληλος ΟΤΑ, εκτελώντας κατά τον άνω χρόνο καθήκοντα προϊσταμένης της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, υπηρεσία στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνεται και η γνωμοδότηση καταστημάτων υγιειονομικού ενδιαφέροντος της τρίτης κατηγορουμένης ανέθεσε, υπό την εν λόγω ιδιότητά της, τον έλεγχο του φακέλου του Ε. Θ. στο Τμήμα που προΐστατο η τρίτη κατηγορουμένη, Μ. Π., η οποία, ακολούθως χρέωσε αυτούς στους υπαλλήλους του τομέα αυτού Ο. Π.-Π. και Τ. Ι.. Αυτοί, κατόπιν αυτοψίας (η οποία συνιστά εκ των αναγκαίων στοιχείων που έπρεπε να υποβληθούν προκειμένου να εκδοθεί η άδεια), σημείωσαν παρατηρήσεις επί του φακέλου, που εμπόδιζαν την έκδοση της αδείας, περιστατικό για το οποίο εκκρεμούσε η γνωμοδότηση. Την γνωμοδότηση έπρεπε να συνυπογράψουν ο εισηγητής επόπτης, η τρίτη κατηγορουμένη ως προϊσταμένη του σχετικού τμήματος και τέλος η Ε. Δ. (μάρτυρας κατηγορίας) ως προϊσταμένη της Διεύθυνσης. Υπό την ανωτέρω ιδιότητά της η τρίτη κατηγορουμένη, απαίτησε το ποσό των 800 ευρώ, ώστε να συνταχθεί καταλλήλως η έκθεση αυτοψίας για την χορήγηση αδείας λειτουργίας του ένδικου καταστήματος και να συνυπογράψει θετικά για την γνωμοδότηση, που αναγόταν στο πλαίσιο των αναφερομένων παραπάνω καθηκόντων της, ώστε να προωθηθεί ολοκληρωμένος ο φάκελος. Στην τέλεση της εν λόγω πράξης της, παρείχαν άμεση συνδρομή, υπό την έννοια που αναφέρεται στην παραπάνω νομική σκέψη οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, με τον τρόπο που ήδη έχει περιγραφεί, κι έχοντας προς τούτο εντολή και οδηγίες από την τρίτη, καθόσον ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος, συνταξιούχος του Δημοσίου, προήλθε αμέσως σε συνεννόηση με τον πρώτο μάρτυρα κατηγορίας (Θ.), μόλις αυτός απευθύνθηκε σ' αυτόν, προσδιορίζοντας το ποσό των 800 ευρώ, χωρίς διαπραγμάτευση για την μείωσή του, έχοντας συνομιλήσει και με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος εν γνώσει του μεσολάβησε προκειμένου να ληφθούν παράνομα ωφελήματα εκ μέρους της συζύγου του, τρίτης κατηγορουμένης. Εξάλλου, ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου αποκρούεται από τα γεγονότα, και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, από τις τηλεφωνικές συνεννοήσεις του με τον πρώτο κατηγορούμενο, μέσω του οποίου παρείχε μάλιστα διαβεβαιώσεις προς τον ενδιαφερόμενο, Ε. Θ., ως προς τον χρόνο λήψεως της αδείας ("..Από Δευτέρα.."), περί των οποίων (τηλεφωνημάτων), από ιδία αντίληψη καταθέτει κατηγορηματικά και ο μάρτυρας κατηγορίας, Αστυνομικός Χ. Π., αλλά και απ' όσα κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός Χ. Κ., αναφέροντας ότι "ο δεύτερος των κατηγορουμένων παραδέχτηκε ότι θα συναντούσε τον πρώτο κατηγορούμενο, ωστόσο μας είπε πως δεν θα έπαιρνε όλα τα χρήματα", συνάντηση, η οποία, ασφαλώς, δεν θα είχε νόημα, αν οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων δεν ήταν άμεσοι συνεργοί στην λήψη ωφελημάτων κατ' εντολή της πρώτης κατηγορουμένης για τον προαναφερθέντα λόγο. Στην ως άνω κρίση του δε, το Δικαστήριο οδηγείται από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού κυρίως δε από τις ένορκες καταθέσεις του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας και των μαρτύρων κατηγορίας - αστυνομικών, οι οποίοι, μετά λόγου γνώσεως κατέθεσαν για τ' ανωτέρω γεγονότα, επιβεβαιώνονται δε αυτά και από την κατάσχεση των προσημειωμένων χαρτονομισμάτων που παρέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος, και δεν αναιρούνται απ' όσα αορίστως αναφέρονται στις λοιπές μαρτυρικές καταθέσεις, επιχειρώντας την υποστήριξη των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών των δευτέρου και τρίτης των κατηγορουμένων. Η εκδοχή που υποστηρίζει ο δεύτερος κατηγορούμενος, ότι ο ρόλος του θα περιοριζόταν μόνο στην παροχή συμβουλών για τις προϋποθέσεις της παροχής αδείας λειτουργίας του καταστήματος, όπως συνήθιζε να ενεργεί λόγω της γνώσης που είχε εξαιτίας της θέσης του, είναι έωλος, κι απορριπτέος, αφού, σε τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν αναγκαία και η συνδρομή του πρώτου κατηγορουμένου, (ο οποίος, σημειωτέον δήλωσε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο ότι ομολογεί την πράξη του), ούτε οι τηλεφωνικές τους επαφές με το συγκεκριμένο παραπάνω περιεχόμενο. Αντίθετα, προκύπτει ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι συνέδραμαν την τρίτη στην διάπραξη του εγκλήματος της δωροδοκίας δια της απαιτήσεως του ως άνω ποσού, ώστε να επέμβει στην σύνταξη εκθέσεως αυτοψίας, και να καταστεί κατάλληλη για την χορήγηση αδείας λειτουργίας, λόγος άλλωστε για τον οποίο βρέθηκε στο γραφείο της ο σχετικός φάκελλος, στις 27.6.2013, αδικαιολόγητα, ενώ αυτός θα έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια των ανωτέρω ελεγκτών, αφού εκκρεμούσε η σύνταξη έκθεσης αυτοψίας από τις 13.6.2013. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, απορριπτομένων όλων των αρνητικών ισχυρισμών των κατηγορουμένων, αποδείχθηκε ότι έκαστος εξ αυτών τέλεσε την πράξη που εισάγεται για εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη νομοτυπική της μορφή και τα κατ' ιδίαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόστασή της, κι επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι γι' αυτό, καθόσον ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η τρίτη κατηγορουμένη, κατά τον αναφερόμενο παραπάνω και στο διατακτικό τόπο και χρόνους, υπό την ως άνω ιδιότητα της υπαλλήλου, απαίτησε ωφελήματα, που δεν δικαιούται για μελλοντική της ενέργεια, που ανάγεται στα καθήκοντά της, οι λοιποί δε {1ος και 2ος} των κατηγορουμένων παρείχαν άμεση συνέργεια, στην τέλεση της εν λόγω πράξης της, κατά στο διατακτικό αναφερόμενα. Περαιτέρω, προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, και επιχείρησε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, λόγος για τον οποίο ομολόγησε αυτήν, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Επομένως, πρέπει ν' αναγνωρισθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει στο πρόσωπο του εν λόγω κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ. Κατά τα λοιπά, όσον αφορά το αίτημα αναγνωρίσεως τους ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται μετά την αποσφράγιση του φακέλλου με τα ποινικά μητρώα των κατηγορουμένων." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους τότε δεύτερο και τρίτη κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, τον μεν τότε δεύτερο κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο (ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση) άμεσης συνέργειας σε παθητική δωροδοκία, την δε τότε τρίτη κατηγορουμένη για την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον δεύτερο κατηγορούμενο Σ. Α. του Μ. ΕΝΟΧΟ, του ότι: Στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, την 27.06.2013, ενεργώντας από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο Σ. Σ. του Γ., με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στην τρίτη κατηγορούμενη, Π. Μ. του Π., κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της κύριας πράξης και συγκεκριμένα ενεργώντας ως τρίτος και έχοντας και ο ίδιος την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, μεσολάβησε για τη λήψη ωφελημάτων - χρημάτων κατ' εντολή της τρίτης κατηγορούμενης , καθώς θα λάμβανε το ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ από τον πρώτο κατηγορούμενο, για να το αποδώσει στην τρίτη των κατηγορουμένων, ώστε αυτή να ενεργήσει πράξη που αναγόταν στο πλαίσιο των καθηκόντων της ως προϊσταμένης του Τμήματος Περιβαλλοντικής Υγιεινής και Υγειονομικού Ελέγχου της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και προκειμένου να προβεί στη σύνταξη έκθεσης αυτοψίας για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος του παθόντος Θ. Ε. του Δ..
Κηρύσσει την τρίτη κατηγορούμενη Π. Μ. του Π. ΕΝΟΧΗ, του ότι: Στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, την 27.06.2013, ενώ ήταν υπάλληλος με την ιδιότητα της ως προϊσταμένης στο Τμήμα Περιβαλλοντικής Υγιεινής και Υγειονομικού Ελέγχου της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, κατά παράβαση των καθηκόντων της ζήτησε με τη μεσολάβηση τρίτου για τον εαυτό της, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντα της και ειδικότερα, ζήτησε για τον εαυτό της, δια μέσου του πρώτου και του δεύτερου των κατηγορουμένων το ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ, προκειμένου να ενεργήσει πράξη η οποία αναγόταν στον κύκλο των καθηκόντων της και δη να εισηγηθεί θετικώς μετά την έκδοση θετικής έκθεσης αυτοψίας που πραγματοποιήθηκε στον χώρο του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος του παθόντος Θ. Ε. του Δ., στην Κ. Χαλκιδικής, πληροφόρησε τον παθόντα δια μέσου του πρώτου και του δεύτερου των κατηγορουμένων ότι για την έκδοση θετικής έκθεσης αυτοψίας θα χρειαστεί το ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ, ζήτησε δηλαδή για τον εαυτό της ωφελήματα χρηματικής φύσεως για ενέργεια αναγόμενη στα καθήκοντα της υπηρεσίας της." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δωροληψίας υπαλλήλου (παθητικής δωροδοκίας), ως προς την τρίτη κατηγορουμένη, δημόσιο υπάλληλο με την ιδιότητά της ως προϊσταμένης στο Τμήμα Περιβαλλοντικής Υγιεινής και Υγιειονομικού ελέγχου της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής και της άμεσης συνέργειας στην δωροληψία (παθητική δωροδοκία), ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, αντιστοίχως, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφή, ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: Ι. Όσον αφορά στην τρίτη κατηγορουμένη - δεύτερη αναιρεσείουσα: α) προσδιορίζεται η ιδιότητα αυτής ως υπαλλήλου, κατά την έννοια άρθρου 13 περ. α' του Π.Κ., αφού αναφέρεται ότι υπηρετούσε ως προϊσταμένη του τμήματος Περιβαλλοντικής Υγιεινής και Υγειονομικού Ελέγχου της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, β) αναφέρεται ότι στα καθήκοντά της, με την ρηθείσα ιδιότητά της, ενέπιπτε η εισήγηση, μετά από έκθεση αυτοψίας σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και στην προκείμενη περίπτωση αναλόγου καταστήματος και του Ε. Θ., για την συνδρομή των όρων χορήγησης αδείας λειτουργίας του καταστήματος, γ) περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος που έδρασε η κατηγορουμένη - δεύτερη αναιρεσείουσα για την τέλεση της ανωτέρω πράξεως, ήτοι οι περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρήθηκε από την ίδια, μέσω των συγκατηγορουμένων της Α. Σ., πρώτου αναιρεσείοντα και Σ. Σ., ο εξαναγκασμός του εγκαλούντος στην καταβολή προς αυτούς του ποσού των οκτακοσίων (800) ευρώ, χωρίς να υφίσταται προς τούτο νόμιμη υποχρέωση, ώστε να συνταχθεί καταλλήλως η έκθεση αυτοψίας για την χορήγηση αδείας λειτουργίας του ένδικου καταστήματος και να συνυπογράψει θετικά για την γνωμοδότηση, που αναγόταν στο πλαίσιο των αναφερομένων παραπάνω καθηκόντων της, ώστε να προωθηθεί ολοκληρωμένος ο φάκελος, και είναι αδιάφορο, αν για την αναφερόμενη εισήγηση χρειάζοταν και υπογραφές άλλων συναρμοδίων υπαλλήλων και δ) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος της δεύτερης αναιρεσείουσας, αφού προσδιορίζεται η γνώση και η θέλησή της να εισπράξει την ως άνω παράνομη αμοιβή, καθόσον ρητά αναφέρεται ότι αδικαιολόγητα βρέθηκε ο σχετικός φάκελος στο γραφείο στις 27.6.2013, ενώ αυτός θα έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια των ελεγκτών, αφού εκκρεμούσε η σύνταξη έκθεσης αυτοψίας από 13.6.2013.
ΙΙ. Όσον αφορά στον δεύτερο κατηγορούμενο - πρώτο αναιρεσείοντα: διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι αυτός γνώριζε το εγκληματικό σχέδιο και τη δωροδοκία της αυτουργού υπαλλήλου και ότι σκόπευε να την βοηθήσει για την ολοκλήρωση του σχεδίου αυτού, υπερθεματίζοντας σχετικά με την αθέμιτη απαίτηση της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας υπαλλήλου, μεταφέροντας με άλλο πρόσωπο τις παράνομες απαιτήσεις της τελευταίας για το χρηματικό δώρο των οκτακοσίων (800) ευρώ. Για αμφοτέρους δε αναφέρονται με επάρκεια τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και οι απολογίες του δευτέρου και τρίτης των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που προεκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τί προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Από τα παραπάνω εκτεθέντα προκύπτει ότι στοιχειοθετείται, τόσο το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, όσο και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν, επομένως, ο αντίθετες αιτιάσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων - ήδη αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθίαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε'και Δ'του Κ.Ποιν.Δ., περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρώτος και δεύτερος λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αφενός εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 235 παρ. 1 του ΠΚ και αφετέρου ότι προέβη στην καταδίκη τους χωρίς να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 211 του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ., ανάλογου περιεχομένου με το άρθρο 211 Α του προϊσχύσαντος Κ.Ποιν.Δ, "Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ.), κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής κατάθεσης ή της παροχής εξηγήσεων ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο, αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 211 (πρώην 211Α) του Κ.Ποιν.Δ., δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολογήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 του Κ.Ποιν.Δ., την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της απολογίας ή της μαρτυρικής καταθέσεως του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αληθείας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλλίτερα τη δικανική του πεποίθηση. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη και δεν ιδρύεται ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναίρεσης (για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο), όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά, τόσο σ' αυτή, όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Ως συγκατηγορούμενος δε, για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, θεωρείται ο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 45 έως 49 Π.Κ., συναυτουργός, ηθικός αυτουργός και συνεργός, αλλά και κάθε άλλος, του οποίου η αξιόποινη πράξη που ακολούθησε, αν και αυτοτελής και διακεκριμένη, συνέχεται αμέσως με την προηγηθείσα αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε από άλλο πρόσωπο, επί της οποίας στηρίζεται αποκλειστικώς η μεταγενέστερη αξιόποινη συμπεριφορά του εν συνεχεία αυτουργού. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αμφοτέρων των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραβίαση του άρθρου 211Α του τότε ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ., το οποίο ουδόλως τροποποιήθηκε με τον ισχύοντα από 1ης.7ου.2019 κώδικα, στήριξε την καταδικαστική σε βάρος των αναιρεσειόντων κρίση του, αποκλειστικά και μόνο, αφενός στα όσα κατέθεσε ο συγκατηγορούμενός των Σ. Σ., ο οποίος ομολόγησε αμέσως μετά τη σύλληψή του ότι τέλεσε την πράξη, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, δηλαδή από κοινού με τον δεύτερο και τρίτη κατηγορουμένους, όπως κατηγορείται καθένας απ' αυτούς και αφετέρου στην κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του μάρτυρος Χ. Π., αστυνομικού, που, κατά τους ιδίους αναιρεσείοντες, είχε τη μοναδική πληροφόρηση από τον ίδιο συγκατηγορούμενό τους.
Από τα πρακτικά και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση μετά από συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, που αξιολόγησε συνδυαστικά, και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ε. Θ. και του αστυνομικού Χ. Π., από τις οποίες υιοθέτησε ειδικότερα, αφενός το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έδειξε στον πρώτο μάρτυρα παρουσία και του δεύτερου μάρτυρα την οθόνη του κινητού του τηλεφώνου, όπου αναγραφόταν η καταχώριση "μούτρο" και ο αριθμός τηλεφώνου ...8, τον οποίο (αριθμό) ο Ε. Θ. απομνημόνευσε, κι έτσι, (μετά από σχετική έρευνα) διαπιστώθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, ότι ο συνομιλητής του πρώτου κατηγορουμένου ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Σ., και αφετέρου το γεγονός ότι παρουσία αμφοτέρων των ως άνω μαρτύρων ο πρώτος κατηγορούμενος, πριν καταστεί κατηγορούμενος σε ανύποπτο χρόνο ανέφερε επανειλημμένως ότι η εξυπηρέτηση θα εγένετο από την τρίτη κατηγορουμένη, β) τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών Χ. Π. και Χ. Κ., οι οποίοι δεν είχαν γνώση των πραγμάτων μόνο από τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος Σ. Σ., αλλά και ιδία άμεση αντίληψη συνθηκών και περιστάσεων της πράξεως, γ) την κατάθεση της μάρτυρος Ε. Δ., η οποία τα όσα κατέθεσε γνώριζε ως εκ της συνυπηρετήσεώς της με την δεύτερη αναιρεσείουσα και δ) τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων.
Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου τους Σ. Σ., αλλά συνδυαστικά, τόσο σ' αυτή, όσο και στα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα και, ως εκ τούτου, δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211 (πρώην 211Α) Κ.Ποιν.Δ. και έτσι δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνακόλουθα δε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. προαναφερόμενος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, κατ' εφαρμογή αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο της προαναφερθείσας επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 235 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, εφόσον οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως είναι παραδεκτές, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και δη μόνον ως προς την επιβληθείσα σε καθένα αναιρεσείοντα ποινή, να παραπεμφθεί δε, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές, (άρθρο 522 Κ.Ποιν.Δ.), απορριπτομένων κατά τα λοιπά των αιτήσεων αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 469 εδ.α'του Κ.Ποιν.Δ., "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με τον νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από τον νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους." Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων των ενδίκων μέσων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή, καθιερώνεται και υπέρ του συμμετόχου συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι συμμέτοχοι στο έγκλημα κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω, από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το κατά τα ανωτέρω επωφελές για τους αναιρεσείοντες αποτέλεσμα της αιτήσεως αναιρέσεως δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτών (αναιρεσειόντων), αλλά αφορά και το πρόσωπο του συγκαταδικασθέντος για την ίδια ως άνω πράξη (συνεργού) Σ. Σ. του Γ. (τότε πρώτου κατηγορουμένου). Επομένως, το εν λόγω ευεργετικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος ενδίκου μέσου πρέπει, κατ' άρθρο 469 του Κ.Ποιν.Δ., να επεκταθεί και στον προαναφερθέντα, μη ασκήσαντα αίτηση αναιρέσεως, ως άνω συγκατηγορούμενο, συγκαταδικασθέντα στην δευτεροβάθμια δίκη, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 2774/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη μόνον κατά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για καθένα των αναιρεσειόντων.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από τους ίδιους Δικαστές που δίκασαν προηγουμένως, εφόσον είναι εφικτό.
Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα και για τον καταδικασθέντα - συγκατηγορούμενό τους, (άμεσο) συνεργό στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη, Στυλιανό Σ. του Γ., κάτοικο ....
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 19.3.2018 και με αριθμούς πρωτ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου 3177/22-3-2018 και 31178/22-3-2018 αιτήσεις, αντίστοιχα, των Α. Σ. του Μ. και Μ. Π. του Π., αμφοτέρων κατοίκων ... για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή