<< Επιστροφή

Απόφαση 607 / 2011    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 607/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Φ., συζύγου Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Μιχαήλ Τζεφεράκου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1771/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4982/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/9/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 25/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4982/2009 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθ.1824 Α.Κ., αν κατά την επαγωγή της κληρονομίας, δεν υπάρχει ούτε συγγενής από εκείνους που καλούνται κατά το νόμο ούτε σύζυγος του κληρονομουμένου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (στην έκτη τάξη) καλείται το Δημόσιο. Η αναγνώριση του Δημοσίου, ως κληρονόμου, βεβαιώνεται με δικαστική απόφαση, από το δικαστήριο της κληρονομίας, υπό τις προϋποθέσεις και κατά τη διαδικασία, που προβλέπονται κατά τα αρθ.1868, 1869, 1870 Α.Κ. Εξάλλου, κατά το αρθ.1846 Α.Κ., ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία, μόλις γίνει η επαγωγή, η οποία (επαγωγή), κατά το αρθ.1710 ΑΚ επέρχεται από το θάνατο του κληρονομουμένου. Περαιτέρω από το άρθρο 612 παρ.1 ΑΚ προκύπτει ότι, με το θάνατο του μισθωτή δεν λήγει η μίσθωση, αλλά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του μισθωτή. Επίσης, κατά τη διάταξη του αρθ.601 ΑΚ, ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο, μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει, ως αποζημίωση, το συμφωνημένο μίσθωμα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθ.560 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση εάν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η κατά τη διάταξη αυτή παραβίαση συντελείται, εάν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέος, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο, επί της έφεσης της ασκηθείσας από το εναγόμενο-νυν αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου), με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας-νυν αναιρεσίβλητης-εκμισθώτριας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ως μοναδικός κληρονόμος της αποβιωσάσης αρχικής μισθώτριας, να καταβάλει στην ενάγουσα-εκμισθώτρια αποζημίωση χρήσεως, για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο εκείνο (εναγόμενο) παρακρατούσε το μίσθιο, δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ενάγουσα είχε εκμισθώσει προς την Σ. Π., με το από 1-4-2001 συμφωνητικό μίσθωσης, το ισόγειο διαμέρισμά της, επί της οδού ..., για δύο (2) έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 220 ευρώ. Ότι η μισθώτρια, η οποία ήταν άγαμη και χωρίς τέκνα, απεβίωσε την 16-3-2002, χωρίς να αφήσει διαθήκη και ότι η μοναδική εγγυτέρα συγγενής και εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής (αδελφή της) Ευτυχία Παυλίδη αποποιήθηκε την κληρονομία, όπως, επίσης, στη συνέχεια αποποιήθηκε και η θυγατέρα της τελευταίας, καθώς και το τέκνο της θυγατέρας της και ότι, μετά ταύτα και ύστερα από σχετική αίτηση της ενάγουσας-εκμισθώτριας, ως έχουσας έννομο συμφέρον, εκδόθηκε η υπ'αριθμ.4807/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος της θανούσας εκτός από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έτσι υπεισήλθε στη θέση της αποβιωσάσης αρχικής μισθώτριας, στην ένδικη μισθωτική σύμβαση. Ότι το Δημόσιο, παρακρατώντας το μίσθιο και μη αποδίδοντας τη χρήση αυτού στην εκμισθώτρια, χωρίς, όμως να καταβάλει τα μισθώματα, άσκησε έφεση, κατά της ως άνω απόφασης, επί της έφεσής του δε εκδόθηκε η υπ'αριθμ.2477/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτήν, αναγνωρισθέντος έτσι του Ελληνικού Δημοσίου, τελεσίδικα, ως μοναδικού κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικής μισθώτριας και η οποία (απόφαση) έγινε αποδεκτή από το Δημόσιο, με το υπ'αριθμ.3809/2005 πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με το οποίο αποφασίσθηκε να μην ασκηθεί αναίρεση κατά της απόφασης αυτής. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, παρά την αμετάκλητη αναγνώριση του Δημοσίου, ως κληρονόμου, το τελευταίο συνέχισε να μην αποδίδει τη χρήση του μισθίου διαμερίσματος στην εκμισθώτρια, αλλά ούτε και να καταβάλει τα μισθώματα, και ότι, μετά ταύτα, η εκμισθώτρια άσκησε εναντίον του την από 9-1-2006 αγωγή της, με την οποία ζητούσε την απόδοση του μισθίου. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.975/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και διέταξε την απόδοση του μισθίου, τη χρήση του οποίου τελικά το Δημόσιο απέδωσε στην ενάγουσα εκμισθώτρια, την 28-9-2006 και ότι, κατά συνέπεια το (τότε και νυν) εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση, χρήσεως το ποσό των 6.380 ευρώ, ποσό στο οποίο περιόρισε την απαίτησή της η ενάγουσα, για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2004, οπότε εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που βεβαίωνε ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος της αποβιώσασας, πλην του Ελληνικού Δημοσίου, μέχρι την 28-9-2006, που της παρέδωσε τη χρήση του μισθίου (220 ευρώ επί 29 μήνες).
Κρίνοντας, δε το δικάσαν Εφετείο ότι είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς, οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι "αφενός, μετά τη θέση της κληρονομίας σε εκκαθάριση διατηρεί, ως εξ απογραφής κληρονόμος, τις ωφέλειες του ευεργετήματος της απογραφής και ότι αφετέρου, για οποιαδήποτε διαφορά, που ανάγεται στην κληρονομία νομιμοποιείται μόνον ο εκκαθαριστής της κληρονομιαίας περιουσίας", με την αιτιολογία ότι "οι αξιώσεις της ενάγουσας δεν στηρίζονται σε χρέη της κληρονομιάς της αποβιώσασας, αλλά σε χρέη που το ίδιο το εναγόμενο δημιούργησε, από τη στιγμή που υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση" και ότι "μετά την υπεισέλευση του Ελληνικού Δημοσίου στη μισθωτική σχέση, ως κληρονόμου της αρχικής μισθώτριας, δημιούργησε αυτό απαιτήσεις, τις οποίες οφείλει να καταβάλει από την ατομική του περιουσία και όχι από την κληρονομιαία περιουσία", απέρριψε την έφεση του εναγομένου Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το αρθρ.560 αριθμ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, όπως αποδίδεται με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης και ορθώς δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των αρθ.7 του Α.Ν.2039/1939 και 118 Εισ.ΝΑΚ, οι οποίες προβλέπουν ότι το Δημόσιο θεωρείται πάντοτε αποδεχόμενο την κληρονομία, με το ευεργέτημα της απογραφής, του αρθ.22 παρ.1 Α.Ν.2039/1939, που προβλέπει ότι το Δημόσιο ευθύνεται για τα χρέη του κληρονομούμενου εφόσον αυτά νομίμως αποδεικνύονται και εξαρκεί το ευεργητικό της κληρονομίας και του αρθ.7 του ιδίου νόμου, που προβλέπει ότι ο εκκαθαριστής εκπροσωπεί την ομάδα της κληρονομιαίας περιουσίας, ως ενάγων ή ως εναγόμενος. Και τούτο διότι, στην προκειμένη περίπτωση, η αξίωση της ενάγουσας (αποζημίωση χρήσεως, λόγω παρακράτησης του μισθίου) δεν αποτελεί χρέος της κληρονομίας, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι ως άνω διατάξεις, αλλά προέρχεται από τις ενέργειες του ιδίου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, μετά την υπεισέλευσή του, ως κληρονόμου της αρχικής μισθώτριας, στη μισθωτική σχέση, παρακρατούσε το μίσθιο και ειδικώτερα μάλιστα παρακρατούσε αυτό, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (στο οποίο περιόρισε την αγωγή της η ενάγουσα), δηλαδή από την δημοσίευση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ως κληρονόμος (26-4-2004), μέχρι την 28-9-2006, οπότε απέδωσε το μίσθιο. Επομένως, ο μοναδικός, από το αρθ.560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης (διά της μη εφαρμογής) των ως άνω διατάξεων είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδονται αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των αρθ.1710, 1846, 1868, 1869, 1870 ΑΚ εκ του ότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αυτό (Δημόσιο), κατέστη κληρονόμος αφότου κατέστη αμετάκλητος η απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ως κληρονόμος, δηλαδή την 14-10-2005, οπότε εγκρίθηκε το υπ'αριθμ.3809/2005 πρακτικό του Ν.Σ.Κ. περί αποδοχής της απόφασης και όχι από την έκδοση (26-4-2004) της (οριστικής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως, (εσφαλμένα κατά την άποψη του αναιρεσείοντος) δέχθηκε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, είναι επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι ο κληρονόμος (γενικά είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου) και ειδικώτερα και το Δημόσιο, όταν έχει αναγνωρισθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος στην έκτη τάξη, σύμφωνα με τα αρθ.1824, 1868, 1869, 1870 ΑΚ, υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην κληρονομία (και άρα στην προκειμένη περίπτωση και εκμισθωτική σχέση) από την επαγωγή, δηλαδή από το θάνατο του κληρονομουμένου (αρθ.1846, 1710 ΑΚ).
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδιασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (αρθ.176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένης, όμως, κατά το αρθ.22 Ν.3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ'αριθμ.4982/2009 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή