Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 718 / 2013    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Μίσθωση εργασίας, ’δεια μισθωτού.




Περίληψη:
Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού, δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης. Για τη θεμελίωση της αξίωσή του, προς λήψη της κατά 100% προσαύξησης, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη. Οι υπάλληλοι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που βρίσκονται σε απόσπαση στην ΟΑΣΕ, λαμβάνουν πλήρεις αποδοχές, όχι όμως, και επιπλέον ετήσια άδεια επτά (7) ημερών όσοι εκ των εργαζομένων τη λάμβαναν, λόγω ειδικότητας, όπως οι αναλυτές- προγραμματιστές.






Αριθμός 718/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-3-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2238/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2642/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-11-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 25-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλον εργοδότη την υπηρεσία του συνδεόμενου με αυτόν με σύμβαση εργασίας μισθωτού, κατόπιν συναίνεσης τούτου, οπότε η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση των τριών μερών και ο παραχωρήσας εργοδότης, εκτός διαφορετικής ειδικής συμφωνίας, είναι και ο ΅όνος υπόχρεος στην καταβολή του ΅ισθού και τη χορήγηση αδείας αναψυχής, λόγω της ΅η μεταβολής της σύ΅βασης εργασίας, ως προς τις υποχρεώσεις αυτές, έναντι του ΅ισθωτού. Περαιτέρω, από το συνδυασ΅ό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του α.ν. 539/ 1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 4 τροπ. ΅ε το άρθρο 4 παρ. 15 του ν. 4504/1966 και 3 ν.δ. 3755/1957, που ορίζουν, η πρώτη ότι, "αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται υπέρ των αντί ΅ισθού απασχολουμένων εις επιχειρήσεις ή εργασίας ασκου΅ένας επί κέρδει, βιομηχανικής, βιοτεχνικής και ε΅πορικής φύσεως, διενεργείας ΅εταφορών ή φορτοεκφορτώσεων, ασχέτως της ΅ορφής ή του χαρακτήρος (δη΅οσίου ή ιδιωτικού) της οργανώσεώς των, ως και εις τας επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εις νοσηλευτικά ιδρύ΅ατα ή οργανισ΅ούς ή οιαδήποτε άλλα έργα διεξαγό΅ενα διά λογαριασ΅όν ιδιωτών, νο΅ικών προσώπων, οργανισ΅ών δη΅οσίου δικαίου ή του Δη΅οσίου, εις σω΅ατεία, συνεταιρισ΅ούς, θεά΅ατα και λέσχας", η δεύτερη ότι, "1. Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται ΅εταξύ εργοδότου και ΅ισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήση την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός δι΅ήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως το ή΅ισυ τουλάχιστον των, κατ' έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιου΅ένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου ΅έχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί ΅όνον εις τον προσδιορισ΅όν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις διά την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν διά την υπό του ΅ισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν ΅ετ' αποδοχών δικαιώ΅ατος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου, όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν έστω και εάν δεν εζητήθη αύτη υπό του ΅ισθωτού", και η τρίτη ότι, "επιφυλασσομένων των διατάξεων της κει΅ένης νο΅οθεσίας, εργοδότης αρνού΅ενος την χορήγησιν εις ΅ισθωτόν αυτού της νο΅ί΅ου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως, ά΅α τη λήξει του έτους, καθ' ο δικαιούται αδείας ο ΅ισθωτός, και ΅ετά προηγου΅ένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των η΅ερών αδείας, ηυξη΅ένας κατά 100%", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώ΅ατος αδείας του ΅ισθωτού, που απασχολείται σε επιχείρηση, εργασία κ.λπ., από τις αναφερόμενες στην πρώτη από τις πιο πάνω διατάξεις, δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής). Ό΅ως, για τη θεμελίωση της αξίωσής του, προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης, που έχει το χαρακτήρα ποινής, και ισχύει χωρίς εξαίρεση για όλους τους εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους ΅ισθωτούς (Ολ.ΑΠ 32/2005), απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθ΅ό ελαφράς α΅έλειας, η οποία υπάρχει όταν ο ΅ισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Εξάλλου, ΅ε τη διάταξη του άρθρου 9 της από 1.1.1984 Ειδικής Κλαδικής Συλλογικής Σύ΅βασης Εργασίας, χορηγήθηκε ανθυγιεινό επίδο΅α 12% και πρόσθετη ετήσια άδεια επτά (7) η΅ερών στους χειριστές Η/Υ, χειρίστριες εισαγωγής στοιχείων (διατρήτριες), τηλεφωνήτριες και εκείνους που εργάζονται σε υπόγεια, αποθήκες και άλλους ανθυγιεινούς χώρους εργασίας. Επίσης, ΅ε το κεφάλαιο Α' της από 23.9.2004 Ειδικής Συλλογικής Σύ΅βασης Εργασίας, "ειδικές ρυθ΅ίσεις άρσης αντικινήτρων στη συνδικαλιστική δράση", ορίστηκε ότι, "οι εργαζόμενοι στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις (υπάλληλοι), οι οποίοι βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια - απόσπαση (δηλαδή απαλλάσσονται από την εργασία τους στην ασφαλιστική επιχείρηση, για συνδικαλιστικούς λόγους), σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, και είναι μέλη του Εκτελεστικού ή Γενικού Συμβουλίου της ΟΑΣΕ, καθώς και ο εκάστοτε πρόεδρος του Ινστιτούτου Εργασίας της Ο.Α.Σ.Ε. διατηρούν κατά τη διάρκεια αυτής ακέραια όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία αφορούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και εξέλιξη στην επιχείρηση από την οποία έχουν αποσπασθεί. Οι υπάλληλοι αυτοί διατηρούν το σύνολο των αποδοχών (βασικός μισθός, επιδόματα, συμβατικές παροχές ή παροχές από πράξεις διοίκησης), που λάμβαναν πριν από τη συνδικαλιστική απόσπαση. Εξαιρούνται τα έξοδα περιποίησης πελατείας ανεξάρτητα από την ονομασία με την οποία δίνονται και οι παροχές που χορηγούνται σε ειδικές, κατά περίπτωση, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας ή εποπτείας, εκτός αν αυτές χορηγούνται στους αποσπασμένους συνδικαλιστές από την εταιρεία". Τέλος, με το άρθρο 5 αριθ. 10 της από 13.5.2005 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων" (ΔΕΝ 2005.698), που επαναλήφθηκε και στις επόμενες Σ.Σ.Ε. του κλάδου, ορίστηκε ότι, "έξι (6) μέλη του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΟΑΣΕ, για τη διεκπεραίωση των συνδικαλιστικών τους δραστηριοτήτων, απαλλάσσονται με υπόδειξή της, από την υπηρεσία των εταιρειών στις οποίες έκαστος παρέχει τις εργασίες του, χωρίς περιορισμό ή ανώτερο όριο απαλλαγής ανά εταιρεία και για το χρονικό διάστημα που κατέχουν το αξίωμα αυτό με πλήρεις αποδοχές και πλήρη διατήρηση των ασφαλιστικών τους δικαιωμάτων. Δεν θίγονται απαλλαγές που ισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο για συνδικαλιστικά στελέχη στα σωματεία δύναμης ΟΑΣΕ". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς, ότι οι υπάλληλοι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια -απόσπαση στην ΟΑΣΕ, λαμβάνουν πλήρεις αποδοχές, ήτοι, βασικό μισθό και το σύνολο των επιδομάτων που λάμβαναν πριν από την απαλλαγή τους από την υπηρεσία, για να μην αποστερούνται οι συνδικαλιστές από τη δυνατότητα να ασχολούνται απερίσπαστοι και χωρίς το αντικίνητρο της περικοπής των αποδοχών τους, στην περίπτωση της απαλλαγής τους από την υπηρεσία, με τα συνδικαλιστικά θέματα των συναδέλφων τους, όχι όμως, και επιπλέον ετήσια άδεια επτά (7) ημερών, όσοι εκ των εργαζομένων τη λάμβαναν, λόγω ειδικότητας, όπως οι αναλυτές - προγραμματιστές, και τούτο διότι οι ανωτέρω διατάξεις έχουν, προφανώς, την έννοια ότι οι αποδοχές και τα επιδόματα, που συνδέονται άμεσα με την οργανική θέση των αποσπασμένων υπαλλήλων, εξαρτώμενες ευθέως από την, εκ μέρους των, πραγματική παροχή ιδιαίτερων, και πέραν των συνήθων, καθηκόντων, που δικαιολογούν στα πλαίσια του δικαίου τη χορήγηση και την καταβολή τους, δεν μπορούν να συνεχίσουν να χορηγούνται σ' αυτούς και μετά την απόσπασή τους, στο βαθμό που, μετά από αυτή, δεν πληρούται στο πρόσωπό τους η βασική και κυρίαρχη προϋπόθεση της πραγματικής παροχής από αυτούς των ιδιαίτερων καθηκόντων, που συναρτώνται άμεσα και δικαιολογούν τη χορήγηση των επιδομάτων αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στις 11.2.1985, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, ως υπάλληλος, αναλυτής προγραμματιστής, με το βαθμό του Ασφαλιστή Α'. Στη συνέχεια, από 1.1.1987, μεταφέρθηκε, με πλήρη κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων του, στη θυγατρική της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος εταιρεία, με την επωνυμία, "Αγροτική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής και Υγείας" (Α.Α.Ε.Ζ.Υ.), στην οποία και υπηρέτησε μέχρι τις 31.12.2002, οπότε αυτή απορροφήθηκε από την εναγομένη, με την Κ3/12748/31.12. 2001 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρίστηκε στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών, στις 31.12.2002 (ΦΕΚ 12998/31.12.2002), στην οποία μεταφέρθηκε το σύνολο του προσωπικού της. Έτσι, η εναγομένη υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της πρώτης (Α.Α.Ε.Ζ.Υ.). Περαιτέρω, ο ενάγων, κατά τα έτη 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008 ήταν εκλεγμένο μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας Ασφαλιστικών Συλλόγων Ελλάδος (Ο.Α.Σ.Ε.), και με την ιδιότητά του αυτή (τη συνδικαλιστική) είχε απαλλαγεί, από το Μάιο του έτους 2004, από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και είχε αποσπασθεί στην Ο.Α.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 1β του παραρτήματος Σ.Σ.Ε. 2000 των εργαζομένων στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ολόκληρης της Χώρας, που είναι θυγατρικές Τραπεζών. Η παραχώρηση (δανεισμός) των υπηρεσιών του ενάγοντος, από μέρους της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας προς την Ο.Α.Σ.Ε., έγινε χωρίς αντάλλαγμα από την τελευταία, η δε εναγομένη συνέχισε να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του. Καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων δεν έλαβε την ετήσια άδεια αναψυχής και αυτό παρά τα σχετικά έγγραφα που απέστειλε η εναγομένη προς το Σύλλογο Εργαζομένων Αγροτικής Α.Ε.Ε.Γ.Α. και τον πρόεδρό του, αλλά και προς τον ίδιο τον ενάγοντα, ότι θα έπρεπε να εξαντλούν όλη την κανονική τους άδεια μέσα στο οικείο έτος. Και ναι μεν η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να χορηγήσει στον ενάγοντα την ετήσια άδεια αναψυχής των πιο πάνω ετών, πριν από τη λήξη του ημερολογιακού έτους, έστω και αν δε ζητήθηκε αυτή, πλην, όμως, η μη χορήγησή της δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, καθόσον δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων ζήτησε την άδεια των αντίστοιχων ετών, προφορικώς ή εγγράφως, και η εναγομένη αρνήθηκε τη χορήγησή της. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, Π. Λ., αλλ' ούτε και από την …/2009 ένορκη βεβαίωση του Κ. Α. Ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει: 1) την από 14.12.2006 αίτησή του, προς τη Δνση Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, και 2) τις από 12.12.2005 και από 29.06.2006 επιστολές του Γ. Σ. προς την εναγομένη. Από την, από 14.12.2006, αίτησή του δεν προκύπτει ότι αυτός ζήτησε ΅' αυτήν την άδεια αναψυχής των επίδικων ετών και ότι η εναγομένη αρνήθηκε. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το 537/7773/31.5.2001 έγγραφο της εναγομένης (Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού) προς τον πρόεδρο του Συλλόγου Εργαζομένων Αγροτικής Α.Ε.Ε.Γ.Α. Γ. Σ. και τα 1224/05. 07.2005, 2227/06.12.2005, 1711/2006 και 856/2008 έγγραφα της ίδιας Δ/νσης της εναγομένης προς τον ενάγοντα, αυτή είχε υπενθυμίσει τόσο στο Γ. Σ. όσο και στον ενάγοντα ότι έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν την άδεια αναψυχής μέσα στο οικείο έτος και τους είχε καλέσει να λάβουν την αντίστοιχη άδεια μέσα στο έτος που αυτή αφορά. Όμως, τόσο ο Γ. Σ. όσο και ο ενάγων, εμμένουν να λαμβάνουν την άδεια αναψυχής, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην από 12.12.2005 επιστολή του Γ. Σ. πρακτική (ήτοι, κατά το δοκούν), παρά τις αντιρρήσεις της εναγομένης και τις προσπάθειές της να λαμβάνουν αυτοί την άδειά τους μέσα στο οικείο έτος, ώστε να μην επιβαρύνεται με πρόσθετες δαπάνες για καταβολή αποζημίωσης, λόγω μη χορήγησης της ετήσιας άδειας αναψυχής. Ενόψει των ανωτέρω, και ειδικότερα του ότι ο ενάγων ουδέποτε ζήτησε άδεια ούτε εξάρτησε ποτέ αυτήν από έγκριση της εναγομένης, δικαιούται τις αποδοχές των αντίστοιχων ημερών της ετήσιας (κανονικής) άδειας αναψυχής 25 ημερών για τα έτη 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008, χωρίς, όμως, προσαύξηση 100% και συγκεκριμένα δικαιούται: α) για το έτος 2004 το ποσό των 4.859,13 ευρώ, β) για το έτος 2005 το ποσό των 5.211 ευρώ, γ) για το έτος 2006 το ποσό των 5.735,37 ευρώ, δ) για το έτος 2007 το ποσό των 6.026,80 ευρώ και ε) για το έτος 2008 το ποσό των 6.541,98 ευρώ και συνολικά, δικαιούται το ποσό των 28.374,28 ευρώ, όχι, ό΅ως, και αποδοχές για επιπλέον ετήσια άδεια επτά (7) η΅ερών, καθόσον, ως ευρισκόμενος σε συνδικαλιστική άδεια (απόσπαση) και ΅η εργαζόμενος πλέον ως αναλυτής -προγραμματιστής δε δικαιούται τέτοιας αδείας. Με τις παραδοχές αυτές, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.859,13 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει και το ποσό των 23.515,15 ευρώ. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο: Α) δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945 που προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57, 7 του ΠΔ 88/1999, 330 του ΑΚ, 9 της από 1.1.1984 Ειδικής Κλαδικής Συλλογικής Σύ΅βασης Εργασίας, και της από 23.9.2004 Ειδικής Συλλογικής Σύ΅βασης Εργασίας, "ειδικές ρυθ΅ίσεις άρσης αντικινήτρων στη συνδικαλιστική δράση", αφού πράγματι, με τις ειδικότερες παραδοχές της απόφασής του, ότι 1) "τόσον ο Γ. Σ. , όσον και ο ενάγων, εμμένουν να λαμβάνουν την άδεια αναψυχής, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην από 12.12.2005 επιστολή του Γ. Σ. πρακτική (ήτοι, κατά το δοκούν), παρά τις αντιρρήσεις της εναγομένης και τις προσπάθειές της να λαμβάνουν αυτοί την άδειά τους μέσα στο οικείο έτος, ώστε να μην επιβαρύνεται με πρόσθετες δαπάνες για καταβολή αποζημίωσης, λόγω μη χορήγησης της ετήσιας άδειας αναψυχής", 2) "ο ενάγων ουδέποτε ζήτησε άδεια ούτε εξάρτησε ποτέ αυτήν από έγκριση της εναγομένης" και 3) "ως ευρισκόμενος σε συνδικαλιστική άδεια (απόσπαση) και ΅η εργαζόμενος πλέον ως αναλυτής - προγραμματιστής δε δικαιούται τέτοιας αδείας", δεν παρέχεται δικαίωμα στον αναιρεσείοντα προς ικανοποίηση των μη επιδικασθεισών αξιώσεών του. Β) Διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως είναι αβάσιμοι οι, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενιαίως, κρινόμενοι, πρώτος και τέταρτος, και ο από τον αρ. 19, του ίδιου άρθρου, δεύτερος, λόγοι αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, ενώ ο αναιρετικός λόγος του ίδιου αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία ως χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια, ότι ενώ, προς απόδειξη του αγωγικών ισχυρισμών του, ότι 1) η μη χορήγηση της αιτουμένης άδειας οφείλεται στην υπαιτιότητα της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και 2) δικαιούται την πρόσθετη άδεια των επτά ημερών, προσκόμισε με επίκληση, αντίστοιχα, α) τη με αρ. 22/2006 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού και Διοικητικής υποστήριξης της αναιρεσίβλητης και β) την από 11-12-1988 απόφαση της διοίκησης της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και έντυπες αιτήσεις αδείας της ιδιαιτέρας γραμματέως του διευθυντή Πληροφορικής Χ. Π., το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά και κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, μη δεχόμενο τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Όμως, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", από τη βεβαίωση δε αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα παραπάνω. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14-11-2011, αίτηση του αναιρεσείοντος, για την αναίρεση της 2642/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή