Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 706 / 2015    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκης ακύρωση.




Περίληψη:

Λόγοι αναίρεσης από 8,10,11,14




Αριθμός 706/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο - Αντώνιο Τατέο.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Π. Μ., το γένος Κ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Απόστολο Φανό και Σπυρίδωνα Φιλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του I. Ζ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 680/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2132/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο αυτών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/12/2013 αίτησή του και τους από 8/9/2014 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 8/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ.ΑΠ 40/1996). Αντίθετα υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τις οριστικές διατάξεις της (κεφάλαια) που δεν προβλήθηκαν με έφεση και ως προς αυτές που προσβλήθηκαν με έφεση απαράδεκτα, αλλά μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου για όλες τις διατάξεις κατά των οποίων ασκήθηκε παραδεκτώς έφεση. Η κρινομένη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της 680/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που η κατ' αυτής έφεση μετά την εξέταση της ουσίας απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενώ κατά το μέρος που απευθύνεται κατά την ως άνω πρωτόδικη απόφαση ως προς τα κεφάλαια για τα οποία δεν ασκήθηκε έφεση είναι παραδεκτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης ώστε να εξάγεται απ' αυτόν σε ποιον από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τις παραδοχές της οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο. Συμπλήρωση τους με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο ή την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιτρέπεται. Εξάλλου, εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στην § 1 του άρθρου 561 του ίδιου Κώδικα, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο ταυ Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης, τον πρώτο και δεύτερο λόγους του δικογράφου προσθέτων λόγων, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθ. 8, 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων (κακή εκτίμηση αυτών) και επομένως οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Η παράβαση των δικονομικών διατάξεων, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας δεν ελέγχεται με τον προκείμενο λόγο. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της αίτησης ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔ αφού δεν κάλεσε τους ενάγοντες να συμπληρώσουν την αγωγή τους κατά τη βάση της ακυρότητας της διαθήκης λόγω πλάνης και απάτης και την απέρριψε ως αόριστη είναι απαράδεκτος αφού η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη είναι δικονομικού δικαίου, της οποίας η παράβαση δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο. Σημειωτέον κατά το μέρος τούτο δεν προσεβλήθη η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με λόγο έφεσης και επομένως παραδεκτά προτείνεται ο λόγος αυτός.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου προσθέτων λόγων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το Εφετείο απορρίπτοντας λόγο έφεσης του αναιρεσείοντα παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την προσθήκη νέας βάσης της αγωγής με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης γονικής παροχής επειδή η υπογραφή στο σχετικό συμβόλαιο γονικής παροχής της παρέχουσας ήταν πλαστή. Ο λόγος αυτός (κατ' ορθή υπαγωγή) από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο ορθά απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης και δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από ε-κείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη πρωτοβάθμια απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη ως προς το κύριο κεφάλαιο της, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω πλάνης και απάτης, καθώς: α. δεν αναφέρεται σε τι συνίστατο η πλάνη της διαθέτιδος και ποια ήταν η αληθινή κατάσταση, την οποία αν εγνώριζε, δεν θα προέβαινε στη σύνταξη της συγκεκριμένης διαθήκης β. δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά δόλιας συμπεριφοράς της εναγομένης ή χρησιμοποίησης τεχνασμάτων, απατηλών ενεργειών ή παραστάσεων, που αιτιωδώς οδήγησαν την κληρονομουμένη στη σύνταξη της ιδιόγραφης διαθήκης της με αυτό το περιεχόμενο. Ομοίως απορριπτέο, λόγω αοριστίας, κρίνεται συνολικά το επικουρικό κεφάλαιο της αγωγής, περί μέμψης άστοργης δωρεάς (όπου εντάσσονται, ως αναπόσπαστα συνδεδεμένα, τα αιτήματα περί καταδίκης σε δήλωση βούλησης και υποχρέωσης καταβολής των αιτούμενων ποσών), καθώς δεν ζητείται η ανατροπή δωρεάς, αλλά γονικής παροχής και προκειμένου να εκτιμηθεί εάν και κατά πόσο αυτή αποτελούσε πράγματι δωρεά, υποκείμενη σε μέμψη και δυνάμενη να ανατραπεί εν όλω ή εν μέρει θα έπρεπε να εκτίθεται σαφώς το μέρος της, κατά το οποίο αποτελεί δωρεά, παροχή δηλαδή υπερβαίνουσα το μέτρο, το οποίο επέβαλλαν οι συγκεκριμένες περιστάσεις αναφέροντας μεταξύ άλλων, την περιουσιακή κατάσταση των γονέων, τις ανάγκες κάθε τέκνου, την οικονομική κατάσταση των εναγόντων σε σχέση με την εναγομένη κλπ, τέτοια στοιχεία όμως, ουδόλως μνημονεύονται στην αγωγή. Σημειωτέον ότι κατά το κεφάλαιο αυτό δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης η πρωτόδικη απόφαση και το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το θέμα αυτό. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής με βάση τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα ήταν ορισμένη η αγωγή, η δε παραπομπή στο αναιρετήριο σε αποδεικτικά μέσα προς συμπλήρωση της αγωγής στερείται εννόμου επιρροής, ενώ το Εφετείο αφού δε μεταβιβάστηκε σ' αυτό η υπόθεση με λόγο έφεσης ευλόγως δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό της αοριστίας και επομένως οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.12.2013 αίτηση και των από 8.9.2014 προσθέτων λόγων του Μ. Ζ. για αναίρεση των 2132/2013 και 680/2012 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή