Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1402 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Παραίτηση, Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Επανάληψη διαδικασίας. Η παραίτηση από την ασκηθείσα αίτηση για επανάληψη διαδικασίας, μετ’ αναστολής εκτελέσεως και από άλλη αίτηση για αναστολή εκτελέσεως της ιδίας αποφάσεως οδηγεί στην απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων.





Αριθμός 1402/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ιωάννη Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Πατρών, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πατσουράκου, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 64/2005 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και για αναστολή εκτέλεσης της ίδιας ως άνω απόφασης.
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα, λεπτομερώς, αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, ως και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2.6.2006 και 9 Απριλίου 2008 αιτήσεις του, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 998/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου με αριθμούς 143/30.3.2007 και 193/16.4.2008, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 525 § 1 περίπτωση 2η, 527 §§ 1 & 3 και 528 § 1 του ΚΠΔ, την από 2-6-2006 αίτηση του χ1 και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 64/24-3-2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, για διαμεσολάβηση στην πώληση ναρκωτικών ουσιών (άρθρα 4 §§ 1 και 3 ΠΙΝΑΚΑΣ Α' αριθ. 6 και 5 § 1 περίπτωση β' του Ν. 1729/1987, όπως τα άρθρα αυτά αντικ. αντίστοιχα με τα άρθρα 9 και 10 του Ν. 2161/1993), για τον αναφερόμενο στη διάταξη του άρθρου 525 § 1 περίπτωση 2η του ΚΠΔ λόγο και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 525 § 1 περίπτωση 2η του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν κατ'εκείνο το χρόνο, την κρίση του δ'αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες, νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 1708/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ' σελ. 698, ΑΠ 1612/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 597). Αντιθέτως, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 137/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 1070, ΑΠ 557/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 37).
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορο που παρέστη στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα τη διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Όπως δ'αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην πιο πάνω διάταξη προσώπων ανεξάρτητο και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (βλ. Αιτιολογική Έκθεση Σχεδίου ΚΠΔ 1934, έκδοση Ζαχαροπούλου, σελ. 591, Ομοίως Α. Μπουροπούλου, Ερμηνεία ΚΠΔ, τόμος Β', σελ. 318, Ηλ. Γάφου, Ποινική Δικονομία, τεύχος Γ', σελ. 82 κτλ.). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση, σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 428/1993 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΓ' σελ. 266, ΑΠ 117/1982 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΛΒ' σελ. 799 κτλ.. Ομοίως Α. Μπουροπούλου, όπου παραπ. σελ. 318, Ι. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, τόμος Β' σελ. 671).
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 του ΚΠΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί.
Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επανάληψης διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε Δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αριθ. 4 σε άλλο Δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας χ1 καταδικάσθηκε με την υπ'αριθ. 64/24-3-2005 απόφαση του δικάσαντος κατ'έφεση Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία κατέστη στη συνέχεια αμετάκλητη, αφού η ασκηθείσα κατ'αυτής εκ μέρους του ιδίου αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ'αριθ. 2496/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, για διαμεσολάβηση στην πώληση ναρκωτικών ουσιών, την οποία τέλεσε στην ......... Λασιθίου στις 6-3-2002 και η οποία συνίσταται στο ότι με πρόθεση τέλεσε το κακούργημα της διαμεσολάβησης στην πώληση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα, έφερε σε επαφή τον φερόμενο ως αγοραστή ναρκωτικών ουσιών αστυνομικό, ο οποίος εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία, με τον συγκατηγορούμενό του πωλητή χ2, για να του πωλήσει ο τελευταίος τις ναρκωτικές ουσίες που κατείχε και συγκεκριμένα, αφού είχε προηγουμένως συνεννοηθεί με τον συγκατηγορούμενό του ......, οδήγησε περί ώρα 17,15 τον ανωτέρω αστυνομικό, ο οποίος κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που προηγήθηκε, ανέμενε στην είσοδο της πόλεως ...... όπου εγνώριζε ότι θα ανέμενε ο συγκατηγορούμενός του για να πωλήσει εκείνος στον ανωτέρω αστυνομικό ποσότητα 3690 χιλιογράμμων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, αντί τιμήματος ανερχόμενου στο ποσό των 4400 ευρώ, όπως και πράγματι έγινε. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και τις απολογίες των κατηγορουμένων χ2 και χ1 αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Αρχές του 2002 περιήλθαν πληροφορίες στις αστυνομικές αρχές Αγίου Νικολάου και Ιεράπετρας Λασιθίου ότι από τον πρώτο κατηγορούμενο χ2 γίνεται διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην ....., όπου και ο τόπο κατοικίας του. Προς επαλήθευση των πληροφοριών αυτών άρχισαν προσπάθειες για επαφή με τον πρώτο κατηγορούμενο έτσι ώστε κάποιος αστυνομικός να τον πλησιάσει ως ενδιαφερόμενος αγοραστής τέτοιων ουσιών. Τούτο κατέστη δυνατό στις 6-3-2002, όταν με τη διαμεσολάβηση του δευτέρου κατηγορουμένου χ1, εμφανίστηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, ως αγοραστής, ο αστυνομικός........ (μάρτυρας), στον οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος πώλησε 3690 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, αντί του ποσού των 4400 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο με προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50, 20 και 10 ευρώ. Ειδικότερα κατά την ανωτέρω ημερομηνία ο προαναφερόμενος αστυνομικός εκτελώντας διαταγή της υπηρεσίας του έφθασε στην ....... με αυτοκίνητο και σε προκαθορισμένο σημείο συνάντησε ένα αγροτικό αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο πρώτος κατηγορούμενος (χ2) ως οδηγός και ο δεύτερος κατηγορούμενος (χ1) ως συνοδηγός. Κατέβηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος, συνομίλησε για λίγο με τον πρώτο και μετά έφυγε. Στη συνέχεια ακολουθώντας ο εν λόγω αστυνομικός το άνω αγροτικό αυτοκίνητο έφθασε στην αγροτική περιοχή "........" στο ..... Ιεράπετρας. Εκεί κατέβηκε ο πρώτος κατηγορούμενος από το αυτοκίνητο και πίσω από ένα σκίνο παρέλαβε μία σακκούλα την οποία παρέδωσε στον αστυνομικό, στον οποίο είπε ότι μέσα υπήρχε η κάνναβη η οποία δεν ήταν 4 χιλιόγραμμα, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά, όπως είπε ο ίδιος ήταν λιγότερη κατά 200 γραμμάρια περίπου, που αυτός είχε αφαιρέσεις και για το λόγο αυτό ζήτησε και χρηματικό ποσό κατά λίγο μειωμένο. Ο αστυνομικός παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 4400 ευρώ και παρέλαβε τη σακκούλα, στην οποία, όπως μετά διαπιστώθηκε, υπήρχαν μέσα τρία δέματα, που περιείχαν ινδική κάνναβη των 1030, 1650 και 1010 γραμμαρίων. Ο κατηγορούμενος (πρώτος) τα χρήματα που παρέλαβε, μετά την απομάκρυνση του "αγοραστή" αστυνομικού έκρυψε τα προσημειωμένα χρήματα σε λάκκο που έκανε σε ελαιώνα.
Ήδη ο ως άνω αμετακλήτως καταδικασθείς για διαμεσολάβηση στην προαναφερόμενη πώληση ναρκωτικών ουσιών χ1 αιτείται, με την από 2-6-2006 αίτησή του, την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, για το λόγο ότι μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, τα οποία ήταν άγνωστα στους καταδικάσαντες αυτόν Δικαστές και τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό προς εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι θα κηρυσσόταν αθώος της αποδοθείσης σ'αυτόν κατηγορίας ή τουλάχιστον θα ετύγχανε ευνοϊκότερης ποινικής μεταχειρίσεως. Δεν προσκομίζει, όμως, ούτε επικαλείται αυτός κάποιο νέο αποδεικτικό μέσο (μαρτυρική κατάθεση, ένορκη βεβαίωση, έγγραφο κ.λπ.), για τη θεμελίωση του επικαλούμενου από τον ίδιο λόγου επαναλήψεως της διαδικασίας, ούτε προκύπτει από τα όσα διαλαμβάνονται στην υπό κρίση αίτησή του, κι αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αυτά αληθή, κάποια νέα απόδειξη (τέτοια δεν συνιστούν ούτε οι μηνύσεις για ψευδορκία μαρτύρων και παράβαση καθήκοντος κατά των αστυνομικών και των ιδιωτών που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, ούτε η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), από την οποία είτε μόνη της, είτε σε συνδυασμό με τις ήδη προσκομισθείσες, να καθίσταται πρόδηλη η αθωότητά του για το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ή η καταδίκη του για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε. Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν στοιχειοθετεί λόγο επαναλήψεως διαδικασίας η αμφισβήτηση της ειλικρίνειας και της αξιοπιστίας των μαρτύρων (ΑΠ 216/1998 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΗ' σελ. 801), ενώ δεν περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις επαναλήψεως της διαδικασίας απλά επιχειρήματα ή απλές παρατηρήσεις και κρίσεις σε καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 1743/1990 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΑ' σελ. 737, ΑΠ 1161/1984 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΛΕ' σελ. 241).
Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται φανερή η αθωότητα του αιτούντος χ1 για το αδίκημα της διαμεσολάβησης στην πώληση ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάσθηκε αμετακλήτως με την προαναφερθείσα υπ'αριθ. 64/24-3-2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, και πρέπει, κατόπιν τούτου, να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η υπό κρίση αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντικ. με το άρθρο 55 § 1 του Ν.3160/2003, σε συνδυασμό προς την υπ'αριθ. 58553/2006 κοινή απόφαση Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 776/28-6-2006, τεύχος Β')).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 2-6-2006 αίτηση του χ1 και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 64/24-3-2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. και Β) Να επιβληθούν στον ως άνω αιτούντα χ1 τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα, 29 Μαρτίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠΔ, την από 9-4-2008 αίτηση του χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Πατρών, εις εκτέλεση της υπ'αριθ. 64/2005 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, για διαμεσολάβηση στην πώληση ναρκωτικών ουσιών (άρθρα 4 §§ 1 και 3 ΠΙΝΑΚΑΣ Α' αριθ. 6 και 5 § 1 περίπτωση β' του Ν. 1729/1987, όπως τα άρθρα αυτά αντικ. αντίστοιχα με τα άρθρα 9 και 10 του Ν. 2.161/1993), την οποία (αίτηση) υπέβαλε επ'ονόματι και για λογαριασμό του η δικηγόρος Αθηνών Αικατερίνη Νικ. Πατσουράκου, ενεργούσα εν προκειμένω ως ειδική πληρεξουσία και αντιπρόσωπος αυτού δυνάμει της από 22-3-2008 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως του ιδίου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου βεβαιώνεται από αρμόδιο υπάλληλο της ως άνω Φυλακής, και με την οποία αίτηση επιδιώκεται η αναστολή εκτελέσεως της προαναφερόμενης και ήδη εκτιόμενης από τον πιο πάνω αιτούντα ποινής καθείρξεως δέκα (10) ετών, λαμβανομένου υπόψη ότι έχει ήδη υποβάλει αυτός και άλλη προηγούμενη από 2-6-2006 αίτηση για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την ως άνω καταδικαστική απόφαση (υπ'αριθ. 64/2005), για το λόγο ότι μετά την τελεσίδικη καταδίκη του, με την τελευταία αυτή απόφαση, που κατέστη στη συνέχεια αμετάκλητη, αφού απορρίφθηκε, με την υπ'αριθ. 2.496/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτη η ασκηθείσα κατ'αυτής από εκείνον αίτηση αναιρέσεως, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία σε συνδυασμό προς εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι είναι ο ίδιος αθώος και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από τη διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠΔ, κατά την οποία "μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος", προκύπτει ότι το συμβούλιο στο οποίο πρόκειται να εισαχθεί, ύστερα από αίτηση των αναφερομένων στο άρθρο 527 του ίδιου Κώδικα προσώπων, η περί επαναλήψεως της διαδικασίας αίτηση, αποφαίνεται μέσα σε προθεσμία τριών ημερών, μετά από προηγούμενη πρόταση του αρμόδιου εισαγγελέα, αν συντρέχουν στην εξεταζόμενη κάθε φορά περίπτωση οι λόγοι που δικαιολογούν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τη χορήγηση της αναστολής ή μη εκτελέσεως της εκτιόμενης από τον καταδικασθέντα ποινής (βλ. ΑΠ 1612/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 597, ΑΠ 548/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. Ν' σελ. 988, ΑΠ 250/1995 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΕ' σελ. 598).
Στην προκειμένη περίπτωση έχει υποβληθεί ήδη προς το Δικαστήριό Σας από τον αιτούντα χ1 άλλη προηγούμενη από 2-6-2006 αίτησή του, με την οποία ζητείται η επανάληψη υπέρ αυτού της περατωθείσης με την έκδοση της υπ'αριθ. 64/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης ποινικής διαδικασίας, για το λόγο ότι, μετά την οριστική καταδίκη του, ανακαλύφθηκαν νέα εντελώς άγνωστα στους καταδικάσαντες αυτόν Δικαστές γεγονότα και αποδείξεις, που αν είχαν τεθεί τότε υπόψη τους είναι βέβαιο ότι θα τον κήρυτταν αθώο της αποδοθείσης σ'αυτόν κατηγορίας για διαμεσολάβηση στην πώληση ναρκωτικών ή τουλάχιστον θα του επεφύλασσαν ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση, ενώ συγχρόνως ζητήθηκε με την ίδια ως άνω από 2-6-2006 αίτηση η αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης στον αιτούντα με την προαναφερόμενη καταδικαστική απόφαση ποινής καθείρξεως δέκα (10) ετών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠΔ. Επί του δευτέρου αυτού αιτήματος της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε στη συνέχεια η υπ'αριθ. 1.684/2006 απόφαση του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο, με την οποία απορρίφθηκε τούτο, γιατί πιθανολογήθηκε ότι δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει η στηριζόμενη στον προαναφερόμενο λόγο ένδικη αίτηση για επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας, που εκκρεμεί εισέτι προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και έχει αναβληθεί (με την υπ'αριθ. 171/2008 απόφαση αυτού) η εκδίκασή της για τη δικάσιμο της 21ης Μαΐου 2008 και για την οποία έχουμε ήδη υποβάλει προς το Δικαστήριό Σας την υπ'αριθ. πρωτ. 143/3-3-2007 απορριπτική πρότασή μας.
Ήδη υποβάλλεται προς το Δικαστήριό Σας από τον αιτούντα χ1 νέα από 9-4-2008 αίτηση, με την οποία ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της ίδιας ως άνω ποινής καθείρξεως των δέκα (10) ετών για τη διαμεσολάβηση στην πώληση ναρκωτικών, για το λόγο ότι εκδόθηκε στη συνέχεια μετά από προσφυγή του ιδίου η υπ'αριθ. 25.291/11-2-2008 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την οποία κρίθηκε ότι το Δικαστήριο της ουσίας που τον καταδίκασε για τη διαμεσολάβηση στην πώληση των ναρκωτικών παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, αφού εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρες τους αστυνομικούς οι οποίοι ενεπλάκησαν κατά τόπο αποκλειστικό στην υπόθεσή του ως δήθεν υποψήφιοι αγοραστές ναρκωτικών και οι οποίοι, υπερβαίνοντας τα όρια της επιτρεπόμενης κεκαλυμμένης δράσης τους, προκάλεσαν σ'αυτόν την απόφαση να τους φέρει σε επαφή με τον πωλητή των ναρκωτικών συγκατηγορούμενό του χ2 και να μεσολαβήσει έτσι στην πώλησή τους, έχοντας την πεποίθηση ότι ενεργεί κατά πάντα σύννομα, πράξη στην οποία δεν θα προέβαινε αυτός χωρίς τις ενέργειες των ως άνω αστυνομικών, ενώ στη συνέχεια έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του αιτούντος και τις καταθέσεις των τελευταίων, παραβιάζοντας έτσι κατά τρόπο ανεπανόρθωτο τον δίκαιο χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας και θεμελιώνοντας την παράβαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Η έκδοση, όμως, της ως άνω αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επικυρωμένο αντίγραφο από το πρωτότυπο και σε μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα της οποίας προσκομίζεται από τον αιτούντα, δεν αποτελεί νέο εντελώς άγνωστο στους καταδικάσαντες τον αιτούντα Δικαστές γεγονός ή απόδειξη κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 § 1 περίπτωση 2η του ΚΠΔ και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας προς το συμφέρον του. Οι μεταγενέστερες, άλλωστε, της υποβληθείσης αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας αποδείξεις, οι οποίες κατατέθηκαν μεν πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως, αλλά δεν τέθηκαν υπόψη του εισαγγελέως προτού ο τελευταίος υποβάλει την πρότασή του στο Δικαστήριο, δεν λαμβάνονται υπόψη, αλλά δύνανται ενδεχομένως να στηρίξουν νέα αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας (ΑΠ 1336/2001 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ' σελ. 540). Αντιθέτως, μπορεί να θεμελιώσει η συγκεκριμένη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 περίπτωση 5η του ΚΠΔ, όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο ενδέκατο του ν. 2865/2000, λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, εφόσον βέβαια κριθεί ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και δη αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου της ουσίας, η δε επανόρθωση της βλάβης του ιδίου (αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 642/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ' σελ. 224). Για να εξετασθεί, όμως, στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή ή μη της βασιμότητας του τελευταίου αυτού λόγου επαναλήψεως της διαδικασίας (κατ'ακολουθίαν δε και της σχετικής αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης στον αιτούντα ποινής καθείρξεως) πρέπει να υποβληθεί σχετική αίτηση από κάποιο από τα ενδιαφερόμενα και δικαιούμενα στην υποβολή της πρόσωπα, που αναφέρονται στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 527 του ΚΠΔ. Πρέπει, μετά ταύτα, να απορριφθεί η από 9-4-2008 αίτηση του χ1, για την αναστολή εκτελέσεως της ήδη εκτιόμενης από αυτόν ποινής καθείρξεως δέκα (10) ετών, ως αβάσιμη.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 9-4-2008 αίτηση του χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Πατρών, με την οποία ζητείται η αναστολή εκτελέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠΔ, της ήδη εκτιόμενης από αυτόν ποινής καθείρξεως δέκα (10) ετών, που του έχει επιβληθεί με την υπ'αριθ. 64/24-3-2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, επί της οποίας έχει ήδη ζητηθεί, με την από 2-6-2006 αίτησή του, η επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που πρόκειται να εκδικασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά τη δικάσιμο της 21ης Μαΐου 2008, για το λόγο ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του με την ως άνω καταδικαστική απόφαση, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία σε συνδυασμό προς εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι είναι ο ίδιος αθώος.

Αθήνα, 16 Μαΐου 2008

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Παναγιώτης Θάνος
Αφού άκουσε την πληρεξουσία του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ.1, και 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από την αίτηση την οποία έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει την αίτηση απαράδεκτη και καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών χ1, με δήλωσή του, που έγινε στο ακροατήριο, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αικατερίνης Πατσουράκου, Δικηγόρου Αθηνών, παραιτήθηκε από τα δικόγραφα 1) της από 2.6.2006 αιτήσεως για επανάλειψη της διαδικασίας, μετ' αναστολής εκτελέσεως της εκτιόμενης από αυτόν ποινής καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματικής ποινής 7.000 ευρώ, που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 64/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης (με αριθμό πρωτ. 5611/2006 Εισ. ΑΠ) και 2) της από 9.4.2008 αιτήσεως για αναστολή εκτελέσεως της ιδίας ως άνω αποφάσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένδικες αιτήσεις πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτες: 1) την από 2-6-2006 αίτηση του χ1, για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε σε βάρος του με την απόφαση που αναφέρεται στο σκεπτικό, μετ' αναστολής εκτελέσεως και 2) την από 9-4-2008 αίτηση του ιδίου για αναστολή εκτελέσεως της ιδίας ως άνω αποφάσεως. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή