Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1190 / 2013    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1190/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" ως καθολικής διαδόχου κατόπιν απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Allianz ΑΕΓΑ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Φορέα κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "LVA Landesversicherunganstalt Baden-wuerttemberg" (ΕΛ ΦΑΟΥ Α ΛΑΝΤΕΣΦΕΡΖΙΧΕΡΟΥΝΓΚΣΑΝΣΤΑΛΤ Μπάντεν-Βίρτεμπεργκ) "Κρατικό Ίδρυμα Ασφαλειών Βάδης-Βυρτεμβέργης" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Εύας Τσελώνη Παρασκευοπούλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-3-2003 και 31-7-2003 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1607/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6178/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 14-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμός της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ. ΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών, και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο (άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ) για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμ. 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 536/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ζητείται από την αναιρεσείουσα η αναίρεση της υπ' αριθμ. 6178/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών για το λόγο ότι έκρινε ορισμένες εν μέρει τις από 26.3.2003 και 31.7.2003 αγωγές του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, ενώ έπρεπε να τις απορρίψει ως αόριστες, καθόσον δεν περιέχονταν στα αντίστοιχα δικόγραφα αυτών όλα τα απαιτούμενα κατά το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτών. Ειδικότερα, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, ότι δεν διαλαμβάνεται στις ως άνω δυο ένδικες αγωγές το είδος και το μέγεθος κατά ποσό αποζημιώσεως της Ό. Τ. σε βάρος της, στην οποία ο αναιρεσίβλητος φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης υποκαταστάθηκε, καίτοι η αξίωση που είχε αποκτήσει ο τελευταίος είχε αντικείμενο όχι την απόδοση των από αυτών γενομένων ή οφειλομένων παροχών στην Ό. Τ. (σύνταξη χηρείας), αλλά την αποζημίωση καθ' αυτήν (έξοδα κηδείας, αξιώσεις διατροφής, αξιώσεις συνεισφοράς, αξιώσεις ψυχικής οδύνης, άλλες αξιώσεις), την οποία χωρίς τη νόμιμη εκχώρηση (υποκατάσταση) θα δικαιούνταν η ίδια η Ό. Τ. να επιδιώξει απ' αυτήν κατ' άρθρο 928 ΑΚ. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω ένσταση αοριστίας των ενδίκων αγωγών με την ορθή αιτιολογία, ότι στην κρινόμενη υπόθεση ως προς την θεμελίωση της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 25 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 53 του ν.δ/τος 4259/1962, με τον οποίο κυρώθηκαν οι μεταξύ της Ελλάδος και Γερμανίας Συμβάσεις "Περί Κοινωνικής Ασφάλειας και Ασφαλίσεως Κατά της Ανεργίας", το Γερμανικό Δίκαιο και ειδικότερα η παράγραφος 116 του νόμου για την κοινωνική ασφάλιση (SGB), με βάση την οποία η αξίωση του θύματος κατά του υποχρέου σε αποζημίωση μεταβιβάζεται αμέσως μόλις συμβεί το ατύχημα, χωρίς κάποια άλλη προϋπόθεση, στον αλλοδαπό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, η καταβολή των προς τον παθόντα οφειλομένων ασφαλιστικών παροχών από τον ασφαλιστή του και ότι στις ένδικες αγωγές περιέχονται τα στοιχεία αυτά για το ορισμένο αυτών. Πράγματι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των δυο δικογράφων των ενδίκων αγωγών, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, περιέχονται σ' αυτά με σαφήνεια και επάρκεια όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου οργανισμού να επιδιώξει δικαστικώς να αναγνωριστεί η υποχρέωση καταβολής από την αναιρεσείουσα σ' αυτόν καθ' υποκατάσταση της Ό. Τ. ως συζύγου του Χ. Τ., αποβιώσαντος σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη από υπαιτιότητα ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα. Δηλονότι οι ένδικες αγωγές ορθά κρίθηκαν ορισμένες κατά τα παραπάνω αιτήματα και εξετάσθηκαν περαιτέρω.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος για αναίρεση απόφασης αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικώς έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 16.8.1998 τραυματίσθηκε θανάσιμο ο Χ. Τ. σε αυτοκινητικό ατύχημα που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του Ν. Τ. του Α., που οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του που ήταν ασφαλισμένο (κατά το χρόνο που έγινε το επίδικο τροχαίο ατύχημα) στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, όπως αυτή προήλθε από την συγχώνευση των ασφαλιστικών εταιρειών "AGF KOSMOS ΑΕΓΑ" ΚΑΙ "ALLIANZ ΑΕΓΑ" και κατόπιν απορροφήσεως ως καθολικής διαδόχου της "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ". Εξάλλου, ο ανωτέρω θανάσιμα τραυματισθείς ήταν ασφαλισμένος στον αναιρεσίβλητο ασφαλιστικό φορέα, που υποκαταστάθηκε από το νόμο για τις αξιώσεις που έχει η χήρα Ό. Τ. ως σύζυγος του Ν. Τ. (σύνταξη λόγω χηρείας εφ' όρου ζωής). Περαιτέρω, δέχθηκε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσείοντα οργανισμό, κατά μερική παραδοχή των ενδίκων αγωγών, που έχουν νόμιμο έρεισμα στην υποκείμενη σε πενταετή παραγραφή (άρθρο 937 ΑΚ) αξίωσή του από τη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρα 361 και 477 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 43 παρ.6 του ΚΟΚ ν.614/1977 και ήδη ν. 2696/1999), τα ποσά των 15.023,81 και 1.047,08 ευρώ αντίστοιχα, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης καθεμιάς των από 26.3.2003 και 31.7.2003 δυο ενδίκων αγωγών αντίστοιχα. Με τις ως άνω παραδοχές απέρριψε κατ' ουσίαν την από 26.3.2007 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που πλήττεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (παρ.116 του Γερμανικού νόμου για την κοινωνική ασφάλιση, αστικού δικαίου και άρθρου43 παρ.3 του ΚΟΚ), τις οποίες ορθά εφήρμοσε. Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν σ' αυτό οι διάδικοι, δέχθηκε εν μέρει τις ένδικες αγωγές (κατά το μέρος που κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες) και έκρινε ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική, ως ευθυνόμενη από τη σύμβαση αναδοχής χρέους (ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και έναντι του αναιρεσείοντος οργανισμού ως ασφαλιστικού φορέα, στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο θανάσιμα τραυματισθείς Χ. Τ., για τα χρηματικά ποσά (κυρίως ως σύνταξη λόγω χηρείας) που κατέβαλε στη σύζυγό του Ό. Τ.. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς δεν στερείται νομικής βάσης. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες περί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και περί ελλιπούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως αβάσιμος.
Ακόμα, περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ σύμφωνα με τον αριθμ. 9 περ.γ' του ίδιου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, τέτοια δε αίτηση συνιστά και η (γνήσια) ένσταση παραγραφής, ως στηριζόμενη σε αυτοτελές δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς της ισχυρίζεται, ότι ενώ πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας τη διετή παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου οργανισμού, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την καταλυτική αυτή ένσταση που η ουσιαστική παραδοχή της θα είχε ως συνέπεια την απόρριψη των ενδίκων αγωγών. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο Ν. Τ. κατέθεσε ως οδηγός στην τροχαία τη βεβαίωση ασφάλισης του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του στην αναιρεσείουσα που συνιστά την πρόταση εκ μέρους αυτής (ασφαλιστικής εταιρείας) για την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής χρέους, αλλά η αποδοχή της προτάσεως αυτής έγινε μετά την παρέλευση της από το άρθρο 10 του ν. 489/1976 προβλεπομένης διετούς προθεσμίας, οπότε η αξίωση του παθόντος τρίτου και κατ' επέκταση του υπεισερχομένου καθ' υποκατάσταση στα δικαιώματα του τρίτου αναιρεσιβλήτου οργανισμού υπέπεσε στην ως άνω παραγραφή. Πλην όμως, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα των ενδίκων αγωγών, που παραδεκτώς επισκοπούνται, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων θεμελιώνει τις αξιώσεις του στη σωρευτική αναδοχή χρέους που είχε ο παθών Χ. Τ. και πλέον η σύζυγός του Ό. Τ., που υποκατέστησε αυτός καταβάλλοντας τα αντίστοιχα ποσά στην τελευταία εξ ιδίας υποχρεώσεώς του, κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με βάση την αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του ο ασφαλισμένος σ' αυτόν Ν. Τ., που υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή (άρθρο 937 ΑΚ), και αφού ο χρόνος των πέντε (5) ετών από την τέλεση της αδικοπραξίας (16.8.1998) μέχρι την άσκηση των ενδίκων αγωγών (28.5.2003 και 8.8.2003) δεν είχε παρέλθει, εμπρόθεσμα ασκήθηκαν οι ένδικες αγωγές και δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή οι αντίστοιχες αξιώσεις. Δηλονότι αφού οι αξιώσεις των παθόντων από τη σωρευτική αναδοχή χρέους (με την προϋπόθεση ότι η αποδοχή της προτάσεως μπορούσε να γίνει έως τη συμπλήρωση της πενταετίας από την ημέρα του ατυχήματος και έως τότε μπορούσαν να ασκήσουν τις σχετικές αγωγές κατά της ασφαλιστικής εταιρείας δεν είχαν παραγραφεί όταν έγινε η άσκηση τους από τον καθ' υποκατάσταση ενεργούντα αναιρεσείοντα, που κατέβαλε στους παθόντες τα αιτούμενα χρηματικά ποσά και συνεπώς δεν είχε παραγραφεί το αντίστοιχο δικαίωμα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, ως υποκείμενο στην αυτή παραγραφή του δικαιώματος εκείνου και εκείνης που υποκατέστησε (Χ. και Ό. Τ.), δεν συντρέχει δε περίπτωση προσφυγής στο άρθρο 200 ΑΚ για να ερμηνευθεί στην επίδικη σύμβαση σωρευτικός αναδοχής χρόνος πόσος είναι κατ' άρθρο 189 ΑΚ κατ' απαιτητό όριο ο χρόνος αποδοχής της προτάσεως από τον παθόντα και δικαιούχο αποζημιώσεως ή τον υποκατάστατο αυτού επί της συμβάσεως αναδοχής χρέους όταν προέρχεται από αδικοπραξία και ο χρόνος παραγραφής της σχετικής αξιώσεως είναι η πενταετία (άρθρο 937 ΑΚ). Τούτο δε, καθόσον είναι πρόδηλο ότι μέχρι την παρέλευση της τελευταίας ημέρας για την συμπλήρωση της ως άνω πενταετίας σύννομα αποδέχεται την πρόταση ο δικαιούχος της αποζημίωσης ή ο κατά νόμο υποκατάστατος του ασκηθέντος την σχετική αγωγή, εντός της πενταετίας αυτής. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεχόμενο ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου δεν υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή και όχι στην προτεινόμενη από την αναιρεσείουσα μικρότερη - διετή παραγραφή από το άρθρο 10 του ν. 489/1976, ορθά το νόμο εφάρμοσε, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό (ένσταση) της διετούς παραγραφής που πρότεινε η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, πλην τον απέρριψε ως μη νόμιμο (οι ένδικες αξιώσεις στηρίζονται στη σωρευτική αναδοχή χρέους από αδικοπραξία και όχι στη σχετική ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ του υπαιτίου του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και αυτός), μη αφήνοντας έτσι αδίκαστη την αίτηση της περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αντιδίκου της. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται οι από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.β και 9 περ.γ πλημμέλειες στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Μετά απ' όλα τα προεκτιθέμενα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2010 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6178/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή