Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 507 / 2015    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκης ακύρωση.




Περίληψη:
Λόγοι αναίρεσης από1 και 19




Αριθμός 507/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. συζύγου Ν. Π., κατοίκου ..., και 2)Γ. Λ. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Mιχαήλ Νταλάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. - Ε. συζύγου Π. Ν., κατοίκου ... και 2) Α. Ν. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ανανιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2011 μη οριστική, 110/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-7-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 26-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 131 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996, η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού, επειδή έπασχε από ψυχική ασθένεια.
Περαιτέρω, έλλειψη συνείδησης των πραττομένων υπάρχει όταν λείπει η δυνατότητα διάγνωσης της ουσίας και του περιεχομένου της επιχειρούμενης πράξης και συνιστά παροδική διατάραξη που δεν οφείλεται σε ασθένεια. Συναφώς, στέρηση της χρήσης του λογικού υπάρχει όταν αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης με αντικειμενικούς υπολογισμούς και η ικανότητα αντίστασης σε υποβολή από άλλους.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ "διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1719 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 και εφαρμόζεται ως προς τις διαθήκες που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από την 30-12-1996 (άρθρο τρίτο ν. 2447/1996), ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας.
Διαθήκη που συντάσσεται από τέτοιο ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης πρόσωπο είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής ως μη γενομένη (άρθρα 1718, 180 ΑΚ) και καθένας που έχει έννομο συμφέρον και τέτοιο έχει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του διαθέτη, στον οποίο λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομιά του, μπορεί να ζητήσει με αγωγή να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Την 15.2.07 απεβίωσε στα Μελίσσια Αττικής η Α. Λ. του Γ. και της Μ., θεία των εναγόντων Ε. συζ. Ν. Π. και Γ. Λ. του Δ. και της πρώτης εναγομένης Μ. Ε. συζ. Π. Ν.. Λίγο καιρό μετά, προσκομίστηκε στο Πρωτοδικείο Καβάλας η υπ’ αριθμ. ...19.1.88 δημόσια διαθήκη της θανούσας, που συντάχθηκε στις 16.1.1988 ενώπιον του συμβολαιογράφου Καβάλας Παναγιώτη Λαζίδη, η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ’ αριθμ. 118/1.4.07 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Από το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης προκύπτει ότι τελευταία βούληση της κληρονομούμενης ήταν να ορισθεί, ως γενική και αποκλειστική κληρονόμος η ανεψιά της και πρώτη εναγομένη και μάλιστα μετά από ρητή ανάκληση της υπ’ αριθμ. ...20.9.85 προηγούμενης δημόσιας διαθήκης της, που συντάχθηκε στις 20.9.1985 ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου και δημοσιεύτηκε με τα υπ’ αριθμ. 1407/23-4-2007 πρακτικά του ως άνω δικαστηρίου. Ακολούθως, η πρώτη εναγομένη, με την υπ’ αριθμ. ...1-6-2007 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Καβάλας Ευθυμία Λαζίδου του Παναγιώτη, νόμιμα καταχωρισμένη στα οικεία βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καβάλας με αριθμό καταχώρησης ...12-6-2007, αποδέχθηκε τη συγκεκριμένη κληρονομιά. Ανάμεσα στα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς υπήρχε το 50% εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου και ειδικότερα μιας παλαιάς διώροφης οικίας μετά του οικοπέδου της, που βρίσκεται στη συνοικία "...", στην πόλη της Καβάλας, επί της οδού ... αρ…, με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ 210253016002/1/0, το οποίο η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε με νόμιμη αιτία, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...27.08.2007 συμβολαίου γονικής παροχής της ως άνω συμβολαιογράφου κατά ψιλή κυριότητα στο δεύτερο εναγόμενο, Α. Ν. του Π., γιό της, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία εφόρου ζωής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Α. Λ. του Γ. έπασχε ψυχικά , τουλάχιστον από το έτος 1979, με διάγνωση της ασθένειας της ως "ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου" και "σχιζοφρενική ψύχωση". Ειδικότερα, η ως άνω κληρονομούμενη, που γεννήθηκε το έτος 1931, είχε έναν ατυχή γάμο, από τον οποίο απέκτησε ένα τέκνο, τον Π. Ζ., που γεννήθηκε το έτος 1955 και το οποίο ανέθρεψε μόνη της. Την 19.07.1970, κάτω υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, ο ως άνω υιός της εξαφανίστηκε από τη θαλάσσια περιοχή Κερδυλλίων Νομού Σερρών, όπου είχε μεταβεί με τη μητέρα του, χωρίς από τότε να δώσει σημεία ζωής. Μάλιστα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 362/2009, ήδη τελεσίδικης, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ο Π. Ζ. κηρύχθηκε σε αφάνεια, αναδρομικά από τις 18 Ιουλίου 1970. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε το εναρκτήριο γεγονός εμφάνισης της ψυχικής της νόσου, η οποία εκδηλώθηκε ένα περίπου χρόνο αργότερα και σίγουρα κατά το έτος 1979, οπότε νοσηλεύτηκε επανειλημμένα σε διάφορες ψυχιατρικές κλινικές. Συγκεκριμένα νοσηλεύτηκε στην ψυχιατρική κλινική του Αιγινήτειου Νοσοκομείου στην Αθήνα το 1979 επί δύο μήνες περίπου, το 1983 επίσης επί δύο μήνες περίπου και τέλος το 1989 επί περισσότερο από τρεις μήνες για ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις ψυχωσικής συνδρομής, ενώ για την ίδια αιτία παρακολουθούνταν στα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω νοσοκομείου από τον Οκτώβριο του 1971. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η Α. Λ. του Γ. νοσηλεύθηκε, μετά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης των επίδικων διαθηκών, και στην αντίστοιχη κλινική του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου στην Αθήνα το 1994, με διάγνωση ψυχωσική συνδρομή παρανοειδούς τύπου. Στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα των ετών 1979-1994 η Α. Λ. νοσηλεύτηκε πολλές φορές στην ιδιωτική κλινική "Γαλήνη" στην Καβάλα και ειδικότερα το 1979 επί δύο μήνες περίπου, το 1989 και το 1990 επίσης επί δύο μήνες περίπου, το 1991 επί περισσότερο από 10 μήνες συνολικά και τέλος το 1994 για μία μόνο ημέρα, με διάγνωση σχιζοφρενική ψύχωση. Μετά τον Οκτώβριο του 1994 μέχρι και το 2007, οπότε και απεβίωσε, η Α. Λ. του Γ. μετακόμισε στην Αθήνα και συνέχισε τις νοσηλείες στην ιδιωτική κλινική του Β. Τ. στα Μελίσσια Αττικής, με ανάλογη διάγνωση, ενώ το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα 2000-2001 νοσηλεύτηκε και στην ιδιωτική κλινική του Μ. Β. στο Μαρούσι Αττικής....... Κατ’ εκτίμηση όλων των ανωτέρω στοιχείων το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι , ανεξάρτητα από τις διαφορές που υπάρχουν στους ιατρικούς όρους της εκάστοτε διάγνωσης, όπως αυτή αναγράφεται αντίστοιχα σε κάθε ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση, η συντάκτρια των ενδίκων διαθηκών ήδη από το 1979 έπασχε από πνευματική ασθένεια κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή από ψυχική ή διανοητική διαταραχή. Ωστόσο, κατά το χρόνο της σύνταξης των συγκεκριμένων διαθηκών, δηλαδή εν προκειμένω δευτερευόντως τον Σεπτέμβριο του 1985 και κυρίως τον Ιανουάριο του 1988, εφόσον μόνο η δεύτερη διαθήκη ίσχυσε τελικά, η διαθέτιδα, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα έξι και πλέον ετών (Φεβρουάριος 1983- Μάρτιος 1989) δεν νοσηλεύτηκε σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα. Το διάστημα όμως αυτό είναι το κρίσιμο κατά το νόμο για να διαπιστωθεί αν η ως άνω κληρονομούμενη εξαιτίας της διαγεγνωσμένης ψυχικής της ασθένειας, στερούνταν δευτερογενώς τη χρήση του λογικού της. Ειδικότερα, μέσα στο διάστημα αυτό, την 4.2.1985 η Α. Λ. μετέβη στο γραφείο του παραπάνω συμβολαιογράφου Καβάλας Παναγιώτη Λαζίδη, ο οποίος και δεν διαπίστωσε την ανικανότητα της να προβεί σε νομικές πράξεις, προκειμένου να ζητήσει τη σύνταξη του υπ’ αριθμ. ...1985 πωλητηρίου συμβολαίου με το οποίο πώλησε, στην πρώτη εναγομένη, ένα κτήμα που διέθετε κατά κυριότητα στο Σταυρό Καβάλας. Μάλιστα, με το τίμημα που εισέπραξε από την ως άνω αγοραπωλησία, η θανούσα πραγματοποίησε πλήρη ανακαίνιση στην επίδικη οικία, ώστε να καταστεί πιο λειτουργική, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, η ίδια ζούσε εκεί μέχρι το έτος 1994, οπότε και μετοίκησε στην Αθήνα. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η θανούσα Α. Λ., κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω συμβολαίου, είχε πλήρη επίγνωση των πραττομένων της και ήταν σε θέση να διαχειριστεί των προσωπικών και περιουσιακών της υποθέσεων, αφού προέβη σε μια επωφελή για την ίδια κίνηση και συγκεκριμένα επέλεξε να εκποιήσει ένα απρόσοδο κτήμα, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τα χρήματα από την πώληση για να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής της και να ανακαινίσει τον επάνω όροφο της οικίας της, δοθέντος ότι ήταν συγκυρία στο εν λόγω ακίνητο σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ενώ το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου ανήκε στην αδελφή της, μητέρα της πρώτης ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης. Η ίδια επέβλεπε τις εργασίες της ανακαίνισης και καθοδηγούσε τα συνεργεία στην εκτέλεση των επισκευών, ενώ η άλλη συνιδιοκτήτρια, αδελφή της, διαμαρτυρήθηκε για την πρωτοβουλία της θανούσας να ανακαινίσει την εν λόγω οικία χωρίς τη συγκατάθεση της, αλλά ποτέ δεν υπονόησε ότι η Α. Λ. δεν έχει τη χρήση του λογικού της. Επιπροσθέτως, ποτέ οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν το κύρος της ως άνω δικαιοπραξίας, παρά όψιμα ισχυρίζονται ότι η πώληση ήταν εικονική και υποκρύπτονταν σύμβαση δωρεάς, χωρίς εντούτοις να αμφισβητούν τη δικαιοπρακτική ικανότητα της θανούσας. Συναφώς, σε όλο το επίμαχο διάστημα, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, η Α. Λ. διαβιούσε μόνη της και εξυπηρετούσε η ίδια τις ατομικές της ανάγκες, χωρίς ουδέποτε να ληφθεί μέριμνα από τους ενάγοντες για τη θέση της σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης. Και ναι μεν το γεγονός αυτό δεν αρκεί από μόνο του για την κατάφαση της δυνατότητας χρήσης του λογικού της κατά το χρόνο σύνταξης των ενδίκων διαθηκών, αλλά συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ως στοιχείο ενδεικτικό της αυτάρκειας και της δυνατότητας αυτοπροσδιορισμού της. Επίσης, η, κατά τακτά διαστήματα (πλην του επίδικου) εισαγωγή της σε ψυχιατρικές κλινικές, καταδεικνύει την υπευθυνότητα με την οποία αντιμετώπιζε το, νόσημα της, αφού, όταν αντιλαμβανόταν την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της, μεριμνούσε για τη λήψη της ενδεικνυόμενης ιατρικής περίθαλψης. Εξάλλου, η ψυχική της νόσος, η οποία εκδηλώνονταν με διαταραχή της σκέψης και .παραληρητικές ιδέες κυρίως ως προς το πρόσωπο του εξαφανισθέντος υιού της, παρουσίαζε υφέσεις και εξάρσεις, ενώ, κατά το χρονικό σημείο σύνταξης των ένδικων διαθηκών, βρισκόταν σε κατάσταση ύφεσης, όπως αποδεικνύει η απουσία εισαγωγής της σε ψυχιατρική κλινική από το έτος 1983 μέχρι το έτος 1989. Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης δικαιοπραξίας, ήτοι την 16.01.1988 η ανωτέρω, κληρονομούμενη εμφάνιζε έλλειψη συνείδησης των πραττομένων και αποφασιστικό περιορισμό της λειτουργίας της βούλησης της. Συγκεκριμένα, δεν αποδεικνύεται ότι παρακολουθούνταν από ιατρούς κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από το έτος 1983 μέχρι το έτος 1989 και ότι η ασθένεια που διαγνώστηκε κατά τις αρχές του έτους 1979 είχε τέτοια βαρύτητα και διάρκεια, ώστε να επηρεάσει τη διανοητική της κατάσταση τον Ιανουάριο του 1988, οπότε καταρτίστηκε η επίδικη διαθήκη. Η λήψη φαρμακευτικής αγωγής, και δη του φαρμάκου STELAZINE, κατά τη χρονική αυτή περίοδο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα, δεδομένου ότι δεν συνοδεύεται από εξιστόρηση συμπτωμάτων και παρακολουθήσεις από ιατρούς, ώστε να δικαιολογήσει μόνιμη διαταραχή του νου ή μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας. Εξάλλου, το παραπάνω φάρμακο, το οποίο είναι αντιψυχωτικό πρώτης γενιάς, αλλά χρησιμοποιούνταν και για το μη ψυχωτικό άγχος, δεν επηρεάζει τη χρήση της λογικής του ασθενή (βλ. την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία συνεπικουρείται και από την από 15.11.2011 τεχνική έκθεση του ψυχιάτρου-διευθυντή του Ψ. Ν .Α. Δρομοκαίτειου ".... ο ασθενής που συντάσσει διαθήκη που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, πρέπει να γνωρίζει ότι συντάσσει διαθήκη, να γνωρίζει τη φύση και την έκταση της ιδιοκτησίας του και να γνωρίζει τα φυσικά αντικείμενα που αποτελούν την κληρονομούμενη περιουσία, τις ταυτότητες των δικαιούχων (π.χ. σύζυγος, παιδιά, άλλοι συγγενείς, φιλικά πρόσωπα, ιδρύματα, οργανισμούς κ.λ.π.)". Η διάγνωση της εν λόγω ψυχικής διαταραχής δεν συνεπάγεται αυτόματα έλλειψη ικανότητας για δικαιοπραξία, με την έννοια της a priori έλλειψης της ικανότητας του ατόμου να ρυθμίζει αυτόβουλα τις υποθέσεις του.
Εν προκειμένω, η Α. Λ., με την πρώτη, από 20.09.1985 διαθήκη της, εγκατέστησε κληρονόμους της στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της την πρώτη ενάγουσα και την πρώτη εναγομένη, θυγατέρες της αδελφής της, ενώ με τη δεύτερη, από 16.01.1988, διαθήκη της, ανακάλεσε την ως άνω πρώτη (διαθήκη), εγκαθιστώντας πλέον μοναδική κληρονόμο της την πρώτη εναγομένη. Κατά τη σύνταξη και των δύο ως άνω δημόσιων διαθηκών, ο συμβολαιογράφος Παναγιώτης Λαζίδης, βεβαίωσε την ικανότητα της διαθέτιδας να συντάξει διαθήκη και, όπως ο ίδιος καταθέτει στη προμνησθείσα υπ’ αριθμ. ...2010 ένορκη βεβαίωση του, η Α. Λ. είχε πλήρη επίγνωση των πραττομένων της, γεγονός που πιστοποίησαν και οι συμπράξαντες μάρτυρες. Εξάλλου, όταν η νόσος εμφανίζεται μετά τα 40 έτη, όπως στην περίπτωση της Α. Λ., η βούληση, το συναίσθημα, καθώς και η κρίση ελάχιστα θίγονται (βλ. το με αριθμό πρωτ. 10297/644038/10.07.2009 έγγραφο του Διευθυντή-Ψυχιάτρου Ε.Σ.Υ. του "ΔΡΟΜΟΚΑΙΤΕΙΟΥ" Νοσοκομείου). Επιπλέον, το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε συνείδηση των πραττομένων της κατά το χρόνο της σχετικής διαθήκης αποδεικνύεται και από το ότι αποφάσισε να καταστήσει αποκλειστική κληρονόμο της ένα πρόσωπο, το οποίο εμπιστευόταν απολύτως, δεδομένου ότι η πρώτη εναγομένη τη συνεπικουρούσε σε τρέχουσες ανάγκες της και της παρείχε την προαναφερόμενη βοήθεια για τη συντήρηση και ανακαίνιση της οικίας της, όπως προεκτέθηκε, με συνέπεια να αναπτυχθεί μεταξύ τους μεγαλύτερη συναισθηματική εγγύτητα και η επιλογή της θανούσας αποτελούσε εκδήλωση της κυριαρχικής της βούλησης και όχι προϊόν υποβολής και υποκίνησης. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα Θ. Ε., ο οποίος ήταν θεράπων ιατρός της Α. Λ. όταν εκείνη νοσηλευόταν στην ψυχιατρική κλινική "ΓΑΛΗΝΗ" στην Καβάλα και διευθυντής της εν λόγω κλινικής, καθώς, δεν είχε άμεση αντίληψη για την κατάσταση της υγείας της θανούσας και τις συνθήκες διαβίωσης της κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (1985-1988) που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Ειδικότερα, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα η θανούσα δεν είχε εισαχθεί στην κλινική αυτή και παρακολουθούνταν αποσπασματικά από τον ανωτέρω ιατρό, ενώ η εκδήλωση των συμπτωμάτων της ασθένειας της, όπως άλλωστε ο ίδιος ο μάρτυρας καταθέτει, ήταν απρόβλεπτη και δεν μπορούσε ο μάρτυρας να γνωρίζει αν τη στιγμή σύνταξης των διαθηκών η Α. Λ. διέθετε την απαιτούμενη διαύγεια και αυτοβουλία. Επιπλέον, παρά την επικαλούμενη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας της θανούσας, που αποδίδεται στο γεγονός ότι κατά την εξέταση της βρισκόταν σε κατάσταση έξαρσης, ο ανωτέρω μάρτυρας, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, δεν επέστησε την προσοχή στους πλησιέστερους συγγενείς της Α. Λ., ώστε να μεριμνήσουν για την αποτροπή χειραγώγησης της τελευταίας από τρίτα πρόσωπα που θα μπορούσαν να οικειοποιηθούν την περιουσία της, ενώ η ασθενής σε περιόδους ύφεσης ήταν σε θέση να συνεννοηθεί με τον ως άνω ιατρό της, του κατέβαλλε η ίδια την αμοιβή του και μπορούσε να προβεί σε οικονομικές δοσοληψίες. Επίσης τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την από 11.10.11 ως άνω ψυχιατρική έκθεση του τεχνικού συμβούλου Α. Δ., ο οποίος απλώς αντικρούει τις θέσεις του δικαστικού πραγματογνώμονα Μ. Σ. αναφορικά με τα τεθέντα με την προδικαστική απόφαση προς αυτόν ερωτήματα και εντελώς αόριστα γνωμοδοτεί ότι η θανούσα έπασχε από σχιζοφρένεια, χωρίς να προσδιορίζει χρονικά και ιδίως το διάστημα 1983-1989 ποια ήταν η κατάσταση της. ’λλωστε, η Α. Λ. προέβη σε όλες τις δικαιοπρακτικές της ενέργειες, όπως εκτέθηκαν αναλυτικά ανωτέρω, κατά το χρονικό διάστημα ύφεσης της ψυχικής της νόσου (1985-1988), κατά το οποίο μπορούσε να επιληφθεί των προσωπικών της υποθέσεων και έδειχνε τη διάθεση να τακτοποιήσει τα περιουσιακά της ζητήματα επενδύοντας κυρίως στην ανακαίνιση της πατρικής της οικίας, με την οποία είχε αναπτύξει έντονο ψυχικό δεσμό. Κατά συνέπεια, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο των επίμαχων διαθηκών, δεν αποδείχθηκε θετικά ότι η Α. Λ. δεν είχε συνείδηση των πράξεων της ή δεν είχε τη χρήση του λογικού, επειδή έπασχε από ψυχική ασθένεια, καθώς η ψυχική νόσος από την οποία έπασχε δεν επηρέαζε τη βούληση της, υπό την έννοια ότι αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των συγκεκριμένων διαθηκών που επιχείρησε και ότι εξαιτίας της διαταραχής, στην οποία βρισκόταν, αποκλειόταν σε αυτήν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης, με λογικούς υπολογισμούς, κατά τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή με την οποία ζητείται αναγνώριση της ακυρότητας των ανωτέρω διαθηκών και των επιγενόμενων συμβολαίων, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν." Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου αφού περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατ’ ορθή υπαγωγή του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2014 αίτηση των Ε. συζ. Ν. Π. κλπ. για αναίρεση της 119/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή