Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1244 / 2018    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1244/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "..., όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βιτώρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο αυτοπροσώπως παραστάσας αναιρεσίβλητος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 950/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4758/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4/7/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάσας αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 559 και 560 του ιδίου Κώδικα από τις οποίες συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αδιαφόρως εάν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποφάσισε για την ουσία της υπόθεσης ή δεν εισήλθε στην εξέταση αυτής για τυπικούς λόγους, εφόσον συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικά στις ως άνω διατάξεις του ΚΠολΔ, ο οποίος να αφορά πλημμέλειες της εκάστοτε, αντιστοίχως, απόφασης, προκύπτει ότι αν γίνει κατά τύπους δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ` ουσίαν ή αν αυτή γίνει δεκτή κατ` ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν όμως ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί για λόγους τυπικούς, τότε σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή απορριπτική απόφαση για την κρίση της σχετικά με την απόρριψη, όσο και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς τα από αυτήν κριθέντα στην ουσία (ΑΠ 456/2013, ΑΠ 1000/2009). Στην περίπτωση αυτή και εφόσον η έφεση δεν απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, αλλά για άλλους τυπικούς λόγους, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη με την έκδοση της απόφασης που απορρίπτει για τυπικούς λόγους την έφεση (ΑΠ 1000/2009, ΑΠ 1158/1980). Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ` άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Περαιτέρω για τον κατά το άρθρο 568 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα προσδιορισμό δικασίμου αρκεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να προκύπτει η κατάθεση αυτής στη γραμματεία αμφοτέρων των δικαστηρίων, οι αποφάσεις των οποίων προσβάλλονται με την ίδια αίτηση αναίρεσης και δεν απαιτείται η προσκόμιση χωριστών αντιγράφων του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από τα δικαστήρια αυτά, εφόσον η κατάθεση αυτής σε αυτά προκύπτει από τις συνημμένες στο οικείο δικόγραφο επί μέρους εκθέσεις κατάθεσης σε αντίγραφο που φέρουν την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της γραμματείας του αντιστοίχου δικαστηρίου και την υπηρεσιακή σφραγίδα, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, τον οποίο σε κάθε περίπτωση αυτός προβάλλει απαραδέκτως (άρθ. 570 παρ.1 του ΚΠολΔ) με τις από 27.4.2018 κατατεθείσες μετά την συζήτηση έγγραφες προτάσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 4.7.2017 και με αντίστοιχους αριθμούς κατάθεσης ….17/5…..6/4.7.2017 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος κατ' έφεση) και ….2/5/2017 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών: α) με αριθ. 4758/6.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση και β) με αριθ. 950/10.6.2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους και ειδικότερα λόγω μη καταβολής του από το άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ παραβόλου ποσού διακοσίων (200) ευρώ για την άσκηση έφεσης η από 28.6.2013 και με αριθ. καταθ. …7/22/3.1.2014 έφεση της δεύτερης εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ενημέρωσης των οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις [και για τον ίδιο λόγο και η από 15.7.2013 και με αριθ. ….0/21/2014 έφεση της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας Τράπεζας με την επωνυμία "....", μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη]. Με τη δεύτερη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις έγινε σε πρώτο βαθμό κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 28.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης …3/2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και υποχρεώθηκε εκάστη των εναγομένων εταιρειών να καταβάλουν σε αυτόν το ποσό των 7.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 2 και 144 του ΚΠολΔ), εφόσον από τις συνημμένες στο αναιρετήριο και σε ακριβές αντίγραφο εκθέσεις κατάθεσης αυτής τόσο στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών όσο και στο Ειρηνοδικείο Αθηνών αντίστοιχα, προκύπτει η νομότυπη κατ' άρθρα 566 παρ.2 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ άσκησή της, δεν απαιτείτο δε για το παραδεκτό της συζήτησης αυτής κατά το άρθρο 568 παρ.1 του ΚΠολΔ η προσκόμιση δύο χωριστών επικυρωμένων αναιρετηρίων εγγράφων από κάθε δικαστήριο. Επίσης έχει κατατεθεί για την άσκηση αυτής το οικείο παράβολο ύψους 300 ευρώ στη γραμματεία του κάθε δικαστηρίου.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Ο περαιτέρω ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου με τις προτάσεις αυτού περί απαραδέκτου της συζήτησης αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 568 παρ.1 του ΚΠολΔ, διότι δεν προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα εταιρεία και οι ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας προτάσεις της ομοδίκου της πρώτης των εναγομένων - εκκαλούσας Τράπεζας με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, είναι αβάσιμος διότι οι προτάσεις αυτές δεν κρίνονται απαραίτητες προκειμένου να διαγνωσθεί η βασιμότητα των διαλαμβανομένων στην υπό κρίση αίτηση λόγων αναίρεσης.
Σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2068/1992 (ΦΕΚ Α 118), και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εκδόθηκε ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (ΦΕΚ Α 50). Αντικείμενο του ανωτέρω νόμου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου αυτού, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (από 15 Μαρτίου έως 15 Απριλίου του 2011), μετά τις τροποποιήσεις της ως προς τα στοιχεία (β) και (ε) αυτής με το άρθρο 18 παρ.1 και 2 του Ν. 3471/2006 (ΦΕΚ Α 133) και υπό τον παράτιτλο "ορισμοί" ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) 'Τρίτος' κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Με τη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1). Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ της παρ.2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1). Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) ... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2). Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ.3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του (παρ. 1). Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας ... (παρ. 3). Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπεύθυνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)". Με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ.3). Με το άρθρο 12 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως". Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού ορίζεται ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου αυτού προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για τις αναφερόμενες εκεί κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες. Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 αυτού ορίζεται ότι: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. (παρ. 1). Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη (παρ. 2)".
Συνεπώς σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 23 του Ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει: α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1977 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα με την περί τούτου ρητή διάταξη του άρθρου 23 παρ.2 της ως άνω Οδηγίας, η οποία ορίζει ότι ο υπεύθυνος της επεξεργασίας μπορεί να απαλλαγεί της ευθύνης αυτής, εν μέρει ή εν όλω, εάν αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για το ζημιογόνο γεγονός. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ` ελάχιστο όριο, ποσό 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια (ΑΠ 637/2013, ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 174/2011, ΑΠ 476/2009). Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται με βάση α) το σκοπό του Ν. 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής ανάπτυξης και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσώρευσης και συσχετισμού πληροφοριών για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημοσίας ζωής του ανθρώπου και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητες του ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου, καταναλωτή κλπ, μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητας του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο, αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων προς εξειδίκευση της αορίστου νομικής εννοίας "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει μεταξύ άλλων α) την ακρίβεια και επικαιροποίηση των δεδομένων β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) την συγκατάθεση του υποκειμένου. Η ακρίβεια και η ενημέρωση (επικαιροποίηση) των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος κατά τη συλλογή ή / και την εν συνεχεία επεξεργασία των δεδομένων, οφείλει με μέτρο την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του εν λόγω κύκλου δραστηριότητας να ελέγχει την ακρίβεια των δεδομένων. Ο αποδέκτης (τρίτος ή όχι) ή / και ο εκτελών την επεξεργασία, κατ' εντολή ή υπό την εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, με βάση έγγραφη συμφωνία με τον τελευταίο, βαρύνεται μεν με τις απορρέουσες από το άρθρο 10 του Ν. 2472/1997 υποχρεώσεις (απόρρητο και ασφάλεια της επεξεργασίας), δεν υπέχει όμως και αυτός αυτοτελή υποχρέωση για ενημέρωση του υποκειμένου, γιατί δεν καθίσταται αυτομάτως υπεύθυνος επεξεργασίας από μόνο το γεγονός ότι στην ουσία συλλέγει (αποκτά) από τον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αφού για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει αυτός να τα συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (π.χ. περαιτέρω διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων). Η διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997 είναι σαφής και επιβάλλει την υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου μόνο στον υπεύθυνο επεξεργασίας (ΑΠ 1740/2013). Την ιδιότητα δε της αποδέκτριας, στην οποία διαβιβάζονται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και η οποία στη συνέχεια αποκλειστικά για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας προβαίνει σε περαιτέρω επεξεργασία αυτών, [όπως χρήση αυτών], δυνάμει καταρτισθείσας εγγράφου μεταξύ αυτής και του υπεύθυνου επεξεργασίας σύμβασης (άρθρο 2 στοιχ. η και ι του σε συνδυασμό με άρθρο 10 παρ.4 του Ν. 2472/1997) συνιστούν και οι λειτουργούσες κατά το Ν. 3758/2009 (ΦΕΚ Α 58) εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις. Οι ως άνω εταιρείες δεν φέρουν κατ' αρχήν και την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας. Σε συνάφεια με τα προαναφερθέντα, με τη διάταξη της παραγράφου 4 εδ. α του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου (3758/2009) ορίζεται ότι πριν από κάθε ενέργεια ενημέρωσης απαιτείται η από το δανειστή, [δηλαδή από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναλλάσσεται στην αγορά και παρέχει στους πελάτες του πίστωση οποιασδήποτε μορφής, όπως πιστωτικά ιδρύματα κλπ (άρθ. 3 στοιχ. 1 του Ν. 3758/2009), - ο οποίος συντρεχόντων των όρων του νόμου φέρει συνεπώς την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. ζ του Ν. 2472/1997- ] προς τον οφειλέτη επιβεβαίωση των οφειλών του με κάθε διαθέσιμο τρόπο, η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωσή του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην Εταιρεία, συμφώνως και προς το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε αυτός ισχύει, ενώ με τη διάταξη της παρ.5 εδ. β του ιδίου άρθρου γίνεται ρητή μνεία για την υποχρέωση των εταιρειών αυτών προς τήρηση του απορρήτου και της ασφάλειας της επεξεργασίας των πληροφοριών που τους ανατίθενται από το δανειστή, με παραπομπή στη ρύθμιση του άρθρου 10 του Ν. 2472/1997. Δηλαδή και με τις διατάξεις αυτές του Ν. 3758/2009 δεν επιβάλλεται υποχρέωση των εταιρειών ενημέρωσης των οφειλετών για ληξιπρόθεσμες αυτών οφειλές προς προηγουμένη ενημέρωση αυτών, ως υποκειμένων των δεδομένων, κατά το άρθρο 11 του ως άνω νόμου 2472/1997. Επομένως οι ως άνω εταιρείες δεν βαρύνονται με την υποχρέωση αυτή (ΑΠ 1740/2013). H ερμηνευτική αυτή εκδοχή ενισχύεται και από το ότι οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες αυτών οφειλές χαρακτηρίσθηκαν μεταγενεστέρως ως υπεύθυνοι επεξεργασίας κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. ζ του Ν. 2472/1997 μόνο για τα τηρούμενα από αυτές ηλεκτρονικά αρχεία καταγραφής των τηλεφωνικών επικοινωνιών με τους οφειλέτες και του περιεχομένου των σχετικών συνδιαλέξεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ.2 και 3 του μεταγενεστέρου και μη ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο - Μάρτιος, Απρίλιος 2011 - Ν. 4038/2.2.2012 (ΦΕΚ Α 14) που συμπλήρωσε και τροποποίησε εν μέρει τις διατάξεις των άρθρων 6 και 8 του Ν. 3758/2009, με χρόνο εφαρμογής των σχετικών τροποποιήσεων δύο μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (επιχ. εξ αντιδιαστολής). Επισημαίνεται δε ότι η εκ μέρους εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, που λειτουργεί νομίμως, έχοντας καταχωρηθεί στο προβλεπόμενο από το άρθρο 7 του Ν. 3758/3009 μητρώο, στο πλαίσιο ανάθεσης δυνάμει έγγραφης σύμβασης αυτής με πιστωτικό ίδρυμα, συλλογή των αναγκαίων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των οφειλετών, η καταχώριση των πληροφοριών αυτών σε τηρούμενο από αυτές αρχείο και η χρήση των πληροφοριών αυτών με τηλεφωνικές (προφορικές) ή έγγραφες επικοινωνίες αυτών προς τους οφειλέτες κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3758/2009, δεν στοιχειοθετεί παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 και συνεπώς παράνομη πράξη, ως αβασίμως διαλαμβάνεται στην αγωγή, [το δικόγραφο της οποίας επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ)] αφού οι ενέργειες αυτές προβλέπονται και είναι αναγκαίες για την εξώδικη ενημέρωση των οφειλετών για την ύπαρξη ληξιπροθέσμων σε βάρος τους χρηματικών οφειλών, πριν τη διενέργεια δικαστικών πράξεων και τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης από τους δανειστές, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 στοιχ. 3, 4, 6 και 8 του Ν. 3758/2009. Τελείως διάφορο είναι το ζήτημα της τυχόν αστικής ευθύνης των εταιρειών αυτών έναντι των οφειλετών τους οποίους ενημερώνουν για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, είτε για παραβάσεις των υποχρεώσεών αυτών που απορρέουν από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 3758/2009, στις οποίες περιλαμβάνεται η γνωστοποίηση των στοιχείων σε τρίτους ή η χρήση τους για άλλους σκοπούς κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 8 του Ν. 3758/2009, είτε για παραβίαση των υποχρεώσεων τους ως αποδεκτριών - τρίτων για την τήρηση του απορρήτου και της ασφάλειας της επεξεργασίας των πληροφοριών που τους ανατίθενται κατά το άρθρο 10 του Ν. 2472/1997. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε έφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 28.9.2011 και με αριθ. κατάθεσης 1713/2011 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ζητείτο από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ύψους 10.000 ευρώ από την κάθε εναγομένη προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία αυτός υπέστη από τις τηλεφωνικές κλήσεις προστηθέντων υπαλλήλων της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες οφειλές, με τις οποίες τον ενημέρωσαν για καθυστέρηση πληρωμής ποσού 115 ευρώ από την χρήση πιστωτικής κάρτας VISA της πρώτης εναγομένης δανείστριας Τράπεζας (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) ισχυριζόμενος παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συνισταμένης στην εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης παράνομης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τη συλλογή και καταχώρηση αυτών στο αρχείο της, τη χρήση αυτών με τις τηλεφωνικές ενημερώσεις του και την εκ μέρους αυτής (ως και της πρώτης εναγομένης Τράπεζας) παράλειψη ενημέρωσης του για την εν λόγω επεξεργασία, επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη με την αίτηση αναίρεσης με αριθμό 950/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη ως άνω απόφαση το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Μεταξύ του ενάγοντα [και ήδη αναιρεσίβλητου] και της πρώτης εναγομένης [μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη] καταρτίσθηκαν οι από 23.6.1999, 29.8.2001, 23.12.2004 και 9.10.2006 συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών ... Visa, ... Euroline, ... Mastercard και ανοικτής πίστωσης 8.000 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες προσκομίζονται από την πρώτη εναγομένη, κατά δε τον ως άνω χρόνο (κατάρτισης) ο ενάγων ανακοίνωσε στην πρώτη εναγομένη όλα τα προσωπικά του δεδομένα και συγκεκριμένα το όνομα, το επώνυμό του, το όνομα πατρός, την οικογενειακή του κατάσταση, την ημερομηνία γέννησής του, το επάγγελμα και τη διεύθυνσή του, τα στοιχεία της ταυτότητάς του, το Α.Φ.Μ., τη Δ.Ο.Υ, το ετήσιο εισόδημά του ως και τα τηλέφωνά του, που ήταν αναγκαία για την κατάρτισή της. Η πρώτη εναγομένη - υπεύθυνος επεξεργασίας - το έτος 2010, με το από 1.3.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε στη δεύτερη εναγομένη (Α.Μ. 6/17.6.2010) [ήδη αναιρεσείουσα], η οποία δήλωσε υπεύθυνα ότι λειτουργεί νόμιμα και ότι όλες οι δραστηριότητές της είναι απόλυτα σύμφωνες με το Νόμο και τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις και ιδίως εκείνες που αφορούν στην προστασία της προσωπικότητας και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (όρος 10 της σύμβασης) την προφορική ή έγγραφη ή με άλλο σταθερό μέσο ενημέρωση των πελατών της για την ύπαρξη απαιτήσεων και την καθυστέρηση αποπληρωμής τους, καθώς και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής (όρος 3 της σύμβασης) και διαβίβασε σε αυτή, χωρίς προγενέστερη ενημέρωση του ενάγοντα, όλα τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα του, η δε δεύτερη εναγομένη - (τρίτος) αποδέκτης - προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των παρανόμως διαβιβασθέντων σε αυτή προσωπικών δεδομένων του, καλώντας τον τηλεφωνικά δια των προστηθέντων υπαλλήλων της ... και ..., στις 15.3.2011 και στις 29.3.2011, από τους αριθμούς …..617 και ….050 αντίστοιχα, και δια άλλων προστηθέντων της στις 4.4.2011, στις 13.4.2011 και στις 15.4.2011, από τους αριθμούς …..050, ….011, προκαλώντας του ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή από το γεγονός ότι τα προσωπικά δεδομένα του είχαν διαρρεύσει προς τρίτους, χωρίς ενημέρωσή του. Εξάλλου ο τρίτος - αποδέκτης, ήδη δεύτερη εναγομένη, ο οποίος κατά το Ν. 2472/1997 (άρθρο 2 παρ. δ) ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης ως αβάσιμου, οφείλει μόλις έλθει σε επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεσή του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για το σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων (βλ ... αποφάσεις της Αρχής). Η ως άνω αυτοτελής παράνομη συμπεριφορά εκάστης των εναγομένων - υπευθύνων επεξεργασίας, η υπαιτιότητα των οποίων τεκμαίρεται, προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντα - υποκειμένου και του προκάλεσε ηθική βλάβη, τα δε όργανά τους κατά την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του (ενάγοντα) χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένου υπόψη του είδους του θιγομένου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσής της, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων των εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να οριστεί στο ποσό των 7.000 ευρώ. ...". Στη συνέχεια κατά μερική παραδοχή της από 28.9.2011 και με αριθ. κατάθεσης 1713/2011 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, επιδίκασε σε αυτόν και σε βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας το εν λόγω ποσό των 7.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με την κρίση του αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 11 του Ν.2472/1997, καθότι εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στον ουσιαστικό κανόνα της διάταξης αυτής, εφόσον η αναιρεσείουσα εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες αυτών απαιτήσεις, η οποία, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, με έγγραφη σύμβαση ανέλαβε για λογαριασμό πιστωτικού ιδρύματος (της Τράπεζας που είχε προβεί στην έκδοση πιστωτικών καρτών δυνάμει συμβάσεων χορήγησης πιστωτικών καρτών που είχαν καταρτισθεί μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου) την ενημέρωση του αναιρεσίβλητου για τις ληξιπρόθεσμες αυτού οφειλές προς την δανείστρια Τράπεζα, ως και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών τρόπων αποπληρωμής του χρέους για λογαριασμό της τελευταίας, το μεν νομίμως προέβη στην συλλογή των αναγκαίων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου, στην καταχώριση των πληροφοριών αυτών σε τηρούμενο από αυτήν αρχείο και στην χρήση των πληροφοριών αυτών με τηλεφωνικές (προφορικές) επικοινωνίες των προστηθέντων υπαλλήλων της με τον αναιρεσίβλητο σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3758/2009 για τις ανάγκες εκτέλεσης της σύμβασης αυτής και στο πλαίσιο του καταστατικού αυτής σκοπού, το δε δεν υπείχε κατά νόμο υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης του αναιρεσίβλητου, αφού αυτή δεν έφερε την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας (την οποία αντιθέτως έφερε η πρώτη των εναγομένων Τράπεζα, μη διάδικος στην αναιρετική δίκη), αλλά της αποδέκτριας αυτών προς επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου σχετικά με τις άνω οφειλές του αποκλειστικά για λογαριασμό της υπευθύνου επεξεργασίας Τράπεζας. Η επεξεργασία αυτή, εφόσον κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Ειρηνοδικείου, δεν έγινε δεκτό ότι παρέκλινε του σκοπού της σύμβασης και ότι κατά την επεξεργασία (χρήση) αυτών από την αναιρεσίβλητη παραβιάσθηκε το απόρρητο και η ασφάλεια των δεδομένων (ούτε άλλωστε η αγωγή περιείχε τοιαύτη ιστορική βάση), δεν προσέδωσε στην αναιρεσείουσα την ιδιότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, ούτως ώστε να υπέχει αυτοτελή υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων αναιρεσίβλητου. Η δε επικαλουμένη από τον αναιρεσίβλητο στις προτάσεις αυτού μη προσκόμιση κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τις εναγόμενες του σταθερού μέσου που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 εδ. α του Ν. 3758/2009, ήτοι κάθε μέσου που επιτρέπει την αποθήκευση πληροφοριών κατά τρόπο προσβάσιμο για μελλοντική αναφορά (άρθ. 3 αριθ.6 του ιδίου Νόμου) προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ.5 εδ. α του Ν. 3758/2009 προβλέπει εναλλακτικό τρόπο ανάθεσης της ενημέρωσης των οφειλετών από τον δανειστή προς την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, η οποία γίνεται είτε εγγράφως είτε μέσω σταθερού μέσου αποθήκευσης πληροφοριών, στην δε προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ως άνω ανάθεση έγινε εγγράφως με το από 1. 3.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των εναγομένων και συνεπώς καλύφθηκε η σχετική προϋπόθεση του Ν. 3758/2009. Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι του άρθρου 559) του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη με αριθ. 950/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο (άρθρο 11 του Ν. 2472/1997) δέχθηκε αστική ευθύνη αυτής κατά το άρθρο 23 του Ν.2472/1997 από την παράλειψη προηγουμένης έγγραφης ενημέρωσης του αναιρεσίβλητου για τη χρήση των προσωπικών του δεδομένων, παρότι αυτή δεν έφερε την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, είναι βάσιμος. Ο προβληθείς με τις προτάσεις του αναιρεσίβλητου ισχυρισμός περί απαραδέκτου του λόγου αυτού κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε υποστήριξε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ότι δεν έφερε την ιδιότητα της αποδέκτριας - τρίτης, αλλά αρκέσθηκε στο να υποστηρίξει ότι η υποχρέωση ενημέρωσης του αναιρεσίβλητου ως υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων βάρυνε μόνο την πρώτη εναγομένη Τράπεζα και όχι την ίδια, προτείνεται αλυσιτελώς, διότι για τη στοιχειοθέτηση της αστικής ευθύνης αυτής για παραβίαση του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997 κρίσιμο είναι η ιδιότητα αυτής ως υπευθύνου επεξεργασίας των δεδομένων και όχι η ιδιότητα αυτής ως αποδέκτριας - τρίτης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω μοναδικού λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 950/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς την δεύτερη των εναγομένων - αναιρεσείουσα. Με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής οι μεταγενέστερες της αναιρεθείσας αποφάσεις συναναιρούνται, εφόσον οι λόγοι αναίρεσης επηρεάζουν και τις αποφάσεις αυτές και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο οι αποφάσεις αυτές να προσβάλλονται με ειδικούς λόγους αναίρεσης που να απευθύνονται ρητά κατά των αποφάσεων αυτών (σχετ. ΑΠ 580/1987). Επομένως εάν αναιρεθεί απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συναναιρείται και η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε την κατ' αυτής έφεση για τυπικούς λόγους, χωρίς να απαιτείται να ερευνηθεί ο λόγος αναίρεσης που αφορά ειδικά την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον με την παραδοχή της αναίρεσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παύει η ισχύς της τελευταίας και επομένως στερείται νοήματος η απόρριψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τυπικούς λόγους έφεσης κατ' απόφασης πλέον μη υφισταμένης.
Συνεπώς μετά την αναιρεθείσα στο σύνολό της ως προς την αναιρεσείουσα εταιρεία με αριθ. 950/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών πρέπει να συναναιρεθεί και η (επίσης προσβαλλομένη) με αριθμό 4758/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που απέρριψε για τυπικούς λόγους (μη καταβολή του κατά νόμο παραβόλου) την κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκηθείσα από την δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα έφεση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη έρευνας του λόγου αναίρεσης που αφορά την απόφαση αυτή.
Στην συνέχεια δε και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια δε ν' απορριφθεί η αγωγή ως νομικά αβάσιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά δεν στοιχειοθετούν κατά νόμο αστική ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας από παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τέλος, μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα εταιρεία των καταβληθέντων παραβόλων και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας για την παρούσα δίκη στην οποία αυτή παρέστη και κατέθεσε ενιαίες προτάσεις, ως και των δικαστικών εξόδων αυτής και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρ. 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η ως άνω αίτηση επαναφοράς ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρ. 570 παρ 1 του ΚΠολΔ περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι προτάσεις στον Άρειο Πάγο πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όμως, εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται τελικώς με τις προτάσεις, πρέπει αυτές να έχουν κατατεθεί οπωσδήποτε μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται (ΟλΑΠ 13/2004, AΠ 1474/2013, ΑΠ 966/2012). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρεία, με τον ισχυρισμό ότι μετά την έκδοση της με αριθ. 4758/2017 απορριπτικής της έφεσης αυτής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέβαλε εκουσίως το ποσό αυτό των 11.852,10 ευρώ στον αναιρεσίβλητο [σε εκτέλεση προφανώς της πρωτόδικης απόφασης που αναιρέθηκε], ζήτησε με τις από 26.4.2018 έγγραφες προτάσεις της, που όμως κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27.4.2018, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση του γραμματέα, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 24.4.2018, να της επιστραφεί από τον αντίδικό της το παραπάνω ποσό, στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την κατά τον ως άνω τρόπο εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, υποβλήθηκε εκπρόθεσμα και είναι συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 950/10.6.2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς την δεύτερη των εναγομένων - αναιρεσείουσα εταιρεία και την με αριθ. 4758/6.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά το ίδιο μέρος.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της από 28.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 1713/2011 αγωγής και κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς την δεύτερη των εναγομένων.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας για την παρούσα δίκη τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, ως και στα δικαστικά έξοδα αυτής για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Διατάσσει την επιστροφή των καταβληθέντων παραβόλων στην αναιρεσείουσα εταιρεία.
Απορρίπτει την δια των από 27.4.2018 κατατεθεισών προτάσεων αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρείας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη της εκτέλεσης κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή