Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 349 / 2012    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 349/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Της εταιρίας με την επωνυμία "Π. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." , που εδρεύει στο Ωρολόγιο Κύμης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Της εταιρίας με την επωνυμία "Π. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στο Μονόδρι Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Κ. Π., κατοίκου ... και 4. Κ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευάγγελο Βασιλακάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της εταιρίας με την επωνυμία "DUMECO FARMING B.V." (ΝΤΟΥΜΕΚΟ ΦΑΡΜΙΝΓΚ ΜΠΕ-ΒΕ), που εδρεύει στην Ολλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Κρίτωνα Μεταξόπουλου και Παρασκευή Βασιλοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2004 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 470/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2007 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 249 παρ. 1 και 2 της ΣυνθΕΚ, ο εκδιδόμενος από όργανα της κοινότητας κανονισμός έχει γενική ισχύ και είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέλη του, ισχύει δε άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο κανονισμός αποτελεί πηγή δευτερογενούς (παράγωγου) κοινοτικού δικαίου και ότι έχει άμεση εφαρμογή τιθέμενος σε ισχύ από τη έκδοση και τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της ΕΚ, αποτελώντας μέρος του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, χωρίς να απαιτείται, κατ' αρχήν, για την εφαρμογή του η λήψη μέτρων από τις εθνικές αρχές. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 34, σημ. 2 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου ΕΚ "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", που αντικατέστησε την κυρωθείσα με το ν. 1.814/1988 από 27η Σεπτεμβρίου 1968 Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων", όπως αυτή, τροποποιηθείσα από την κυρωθείσα με το ν. 2.004/1992 Σύμβαση του Σαν Σεμπαστιάν της 26ης Μαΐου 1989, ίσχυε, δημοσιεύτηκε δε στην εφημερίδα της ΕΚ αριθ. Ε 012/16.01.2002 και κατά το άρθρο 76 του ιδίου ισχύει από την 1η Μαρτίου 2002, απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος και αφορά αστική η εμπορική υπόθεση δεν αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη "αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός αν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως, ενώ μπορούσε να το πράξει". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, που αναφέρεται σε ερήμην αποφάσεις του κράτους μέλους προέλευσης, οι οποίες εκδόθηκαν σε διαδικασία που προβλέπεται να διεξάγεται κατ' αντιδικία (inter partes), προκύπτει ότι η νέα αυτή ρύθμιση για τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις απομακρύνεται ουσιωδώς από αυτή του προϊσχύσαντος άρθρου 27 σημ. 2 της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών, που όριζε ότι "απόφαση δεν αναγνωρίζεται, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί" και με βάση την οποία, λόγω της σωρευτικής εφαρμογής των προβλεπομένων στο άρθρο αυτό προϋποθέσεων "κανονικά και έγκαιρα", αποκλειόταν σε κάθε περίπτωση αντικανονικής επιδόσεως η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αλλοδαπής αποφάσεως, ανεξάρτητα από το εάν ο ερημοδικασθείς εναγόμενος είχε λάβει γνώση του εισαγωγικού δικογράφου και εάν διέθετε επαρκές χρονικό διάστημα για να αμυνθεί. Η διαφοροποίηση του άρθρου 34 σημ. 2 του Κανονισμού 44/2001 έγκειται, αφενός μεν στη απάλειψη της προϋποθέσεως του κανονικ της επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, αφετέρου δε στην προσθήκη της επιφυλάξεως "εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως, ενώ μπορούσε να το πράξει", μεταβολές οι οποίες περιορίζουν αισθητά την εμβέλεια της απουσίας του ερημοδικασθέντος εναγομένου ως λόγου μη αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως της ερήμην αποφάσεως στο κράτος μέλος υποδοχής. Η πρώτη μεταβολή έγινε, για να δοθεί η δυνατότητα στο δικαστήριο του κράτους μέλους υποδοχής να κρίνει το νομότυπο της επιδόσεως σε συνάρτηση με το υπερασπιστικό δικαίωμα του εναγομένου, καθόσον, κατ' αρχήν, ναι μεν οι τυχόν σημειωθείσες σοβαρές παρατυπίες ως προς την επίδοση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου στον ερημοδικασθέντα εναγόμενο, προσβάλλουν αναπόφευκτα το δικαίωμα του εναγομένου να μπορεί να αμυνθεί και έτσι παρεμποδίζουν την αναγνώριση και την εκτέλεση της αλλοδαπής αποφάσεως, ωστόσο η αναγνώριση και η εκτέλεση αυτής μπορούν να επιτραπούν, εφόσον το δικαστήριο του κράτους μέλους υποδοχής, ερευνώντας, in concreto, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, διαπιστώσει ότι οι σημειωθείσες παρατυπίες στη γενόμενη επίδοση δεν στέρησαν από τον εναγόμενο τη δυνατότητα να λάβει γνώση της δίκης και συνακόλουθα δεν έθιξαν το υπερασπιστικό δικαίωμα του. Η δεύτερη μεταβολή εισάγει εξαίρεση στο θεσπιζόμενο με τη διάταξη του άρθρου 34 σημ. 2 άνω Κανονισμού κανόνα σύμφωνα δε με τη διάταξη αυτή ο ανωτέρω λόγος αρνήσεως της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως της αλλοδαπής αποφάσεως αίρεται, εάν ο ερημοδικασθείς εναγόμενος παρέλειψε, ενώ μπορούσε, να προσβάλλει την ερήμην απόφαση στο κράτος μέλος προελεύσεως της. Η λύση αυτή, που γίνεται δεκτή και στο Ελληνικό Δίκαιο κατά την ερμηνεία της σαφούς ρυθμίσεως του άρθρου 323 αρθ. 3 του ΚΠολΔ, συμπλέει με τη γεννημένη νομολογιακή τάση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Ενοτήτων για περιστολή της ερημοδικίας κατ της αυξήσεως της κυκλοφορίας των ερήμην αποφάσεων. Με τη νέα αυτή ρύθμιση το κοινοτικό δίκαιο απομακρύνετε πλήρως από τα όσα, στα πλαίσια της ερμηνείας του άρθρου 27 σημ. 2 της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών, γίνονταν δεκτά και από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και παρέχεται πλέον στο δικαστήριο του κράτους μέλους υποδοχής (και εκτελέσεως) η δυνατότητα να ερευνήσει την πλήρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής του όρου αυτού. Έτσι, αν το δικαστήριο αυτό κρίνει, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε μεν πράγματι αδυναμία του εναγομένου να προσβάλλει την ερήμην σε βάρος του απόφαση στα δικαστήρια του κράτους μέλους προελεύσεως, τότε το προσβληθέν δικαίωμα ακροάσεως, συνεπεία σοβαρών παρατυπιών στην επίδοση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, θεραπεύεται με τον αποκλεισμό της αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως της αλλοδαπής αποφάσεως από τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτελέσεως, ενώ αν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει την προβλεπομένη από την νομοθεσία του κράτους μέλους προελεύσεως "προσφυγή" κατά της εκδοθείσας σε βάρος του ερήμην αποφάσεως, αν και μπορούσε να πράξει τούτο, τότε δεν εμποδίζεται η αναγνώριση ή η εκτέλεση της σε βάρος του ερήμην αλλοδαπής αποφάσεως, συγχρόνως δε αποκλείεται η αμφισβήτηση από τον καθού η εκτέλεση του κύρους της επιδόσεως σε αυτόν του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης στα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτελέσεως. Ως "προσφυγή" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 34 σημ. 2 του κανονισμού νοείται κατ'αρχάς το ένδικο μέσο του κράτους μέλους προελεύσεως, που αντιστοιχεί στην (αιτιολογημένη) ανακοπή ερημοδικίας του ημεδαπού δικαίου (άρθρα 501 επ. ΚΠολΔ), αλλά και οποιαδήποτε άλλο παραδεκτό ένδικο μέσο, όπως η έφεση, η παράλειψη ασκήσεως του οποίου στο κράτος μέλος προελεύσεως δεν εμποδίζει πλέον την αναγνώριση και την εκτελεστότητα της ερήμην αποφάσεως, αλλά αποκλείει την αμφισβήτηση της κανονικότητας της επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου στο κράτος μέλος υποδοχής. Η ρύθμιση αυτή του άρθρου 34 σημ. 2 του Κανονισμού 44/2001, η οποία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες του Κανονισμού σε σχέση με την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, δεν συναρτάται με την ρύθμιση του άρθρου 42 του ιδίου Κανονισμού. Η τελευταία αυτή διάταξη απλώς αναφέρεται στην υποχρέωση επιδόσεως της αποφάσεως, που κηρύσσει την εκτελεστότητα της αλλοδαπής αποφάσεως στον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με αντίγραφο της αλλοδαπής αποφάσεως, εάν η τελευταία δεν είχε επιδοθεί προηγουμένως αυτοτελώς στο διάδικο αυτό. Η παράλειψη της προηγουμένης αυτοτελούς επιδόσεως της αλλοδαπής ερήμην αποφάσεως και η επίδοση αυτής μαζί με την απόφαση του κράτους μέλους εκτελέσεως, που κηρύσσει την αλλοδαπή ερήμην απόφαση εκτελεστή, δεν έχει ως συνέπεια την αδυναμία ασκήσεως προσφυγής κατά της ερήμην αλλοδαπής αποφάσεως, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του κρότους μέλους προελεύσεως, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων (π.χ. έναρξη της προθεσμίας προσφυγής κατά της ερήμην αποφάσεως από την έκδοση της ήδη συμπληρωθείσα), η δε σύγχρονη επίδοση των δύο αποφάσεων επάγεται την έναρξη της προθεσμίας, το μεν για την άσκηση από τον καθού η εκτέλεση του κατά το άρθρο 43 §§ 1 και 5 του Κανονισμού 44/2001 ενδίκου μέσου με επίκληση λόγων από τα άρθρα 34 και 35 του ίδιου Κανονισμού και όχι λόγων που αφορούν το κύρος της επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, το δε για την άσκηση της προβλεπομένης από την εσωτερική νομοθεσία του κράτους μέλους προελεύσεως προσφυγής κατά της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως, εφόσον, κατά την ως άνω νομοθεσία, η σχετική προθεσμία αρχίζει από την κοινοποίηση αυτής. Τα παραπάνω ενισχύονται και από την ρύθμιση του άρθρου 46 § 1 του πιο πάνω Κανονισμού, με την οποία παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο, που επιλαμβάνεται του ενδίκου μέσου του άρθρου 43 ή 44 αυτού, να αναστείλει την διαδικασία, με αίτηση του καθού η εκτέλεση, εάν είχε ασκηθεί από αυτόν τακτικό ένδικο μέσο κατά της κηρυχθείσας εκτελεστής αλλοδαπής αποφάσεως στα δικαστήρια του κράτους μέλους προελεύσεως ή να τάξει προθεσμία για την άσκηση του ως άνω τακτικού ενδίκου μέσου, εάν δεν είχε εκπνεύσει η προθεσμία προς άσκηση του, περίπτωση που συμβαίνει συνήθως με τη σύγχρονη κοινοποίηση, τόσο της αποφάσεως που κηρύσσει εκτελεστή την δικαστική απόφαση του κράτους μέλους προελεύσεως, όσο και της τελευταίας, προς τον καθού η εκτέλεση (ΑΠ 7/2009). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονταν και οι ερμηνευτικοί κανόνες των Δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, υπό την έννοια δε αυτή κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν και οι κανονισμοί των Ε.Κ οι οποίοι από τη θέση τους σε ισχύ είναι άμεσης εφαρμογής και αποτελούν εσωτερικό δίκαιο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό 470/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η από 3.9.2003 και με αριθμό καταθέσεως και πινακίου 57987 ΗΑ ΖΑ 03-302 απόφαση του Πρωτοδικείου Leeuwarden της Ολλανδίας, με την οποία έγινε δεκτή ή από 4/3/2003 αγωγή της καθής η προσφυγή εταιρείας, με την τότε επωνυμία της "DUMECO Farming BV" προσφευγόντων στην παρούσα δίκη. Η επωνυμία της εταιρείας αυτής (ενάγουσας - καθής η προσφυγή) κατά τον χρόνο συζήτησης της προσφυγής ήταν "VION Farming BV". Η αγωγή αυτή της παραπάνω εταιρείας είχε αίτημα την πληρωμή τιμολογίων συνολικής αξίας 225.560,54 Ευρώ, που εκδόθηκαν από την εταιρεία αυτή στις 25-2-1999, 25-8-1999, 25-2-2000 και 25-8-2000 για τη σταδιακή πληρωμή του συνολικού τιμήματος της κατά την 25/2/1999 καταρτισθείσας σύμβασης πωλήσεως (παράδοσης) από την παραπάνω εταιρεία αυτή προς την πρώτη προσφεύγουσα εταιρία με την επωνυμία "Π. Κ. και Σία Ο.Ε." 36 αγελάδων, και προς την δεύτερη προσφεύγουσα εταιρεία με την επωνυμία "Π. Κ. και Σία Ο.Ε." 27 αγελάδων, πλέον εξωδικαστικών εξόδων ύψους 16.027,14 Ευρώ και των δικαστικών εξόδων. Να σημειωθεί ότι ποσό 128.891,74 Ευρώ αναφερόταν στην πώληση προς την πρώτη προσφεύγουσα αγοράστρια εταιρεία και αναλυόταν σε τίμημα 64.445,87 Ευρώ προσηυξημένο κατά το λοιπό ποσό με τόκους, όπως αυτοί οι τόκοι αναλύονται στην αγωγή, λόγω συμφωνίας σταδιακής πληρωμής του τιμήματος, ενώ το υπόλοιπο ποσό 96.668,80 Ευρώ αναφερόταν στην πώληση προς την δεύτερη προσφεύγουσα αγοράστρια εταιρεία και αναλυόταν σε τίμημα 48.334,40 Ευρώ προσηυξημένο κατά το λοιπό και αυτό με τόκους, όπως αυτοί οι τόκοι αναλύονται στην αγωγή, λόγω επίσης συμφωνίας σταδιακής πληρωμής του τιμήματος. Χρόνος συζήτησης της αγωγής αυτής ορίσθηκε η 3-4-2003. Όπως προκύπτει από το προσαγόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου 85409/9.6.2003 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αυθημερόν με την κατάθεση της αγωγής στο Πρωτοδικείο Leeuwarden δηλαδή την 4-3-2003 εστάλη από την αρμόδια Ολλανδική Υπηρεσία προς την Διεύθυνση Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εντολή και επίσημο αντίγραφο αυτής της αγωγής για να επιδοθεί μόνον στην δεύτερη προσφεύγουσα. Παρόλο, που προσαχθέν, από την καθής η προσφυγή εταιρεία κατά τη συζήτηση της αίτησης επί της οποίας η με αριθμό 470/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, επίσημο έγγραφο του Πρωτοδικείου Leeuwarden, κατά τα άρθρα 54 και 58 του Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρει ότι η αγωγή επιδόθηκε στις 4/3/2003, ημερομηνία δηλαδή αποστολής αντιγράφου της στα αρμόδια Ολλανδικά όργανα το έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης αναφέρει αίτημα για επίδοση μόνον σε μία προσφεύγουσα. Τελικά, η επίδοση στην προσφεύγουσα έγινε την 30-4-2003, χρονικό δηλαδή σημείο υστερώτερον της συζήτησης της αγωγής. Η τοιαύτη επίδοση, ανεξάρτητα της νομιμότητας της σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του Κανονισμού 1348/2000 της 29/5/2000 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αναφέρει επίδοση σύμφωνη με το δίκαιο του αιτούντος (ενάγουσας στην προκειμένη περίπτωση) δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι οι προσφεύγοντες σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 2 του Κανονισμού 44/2001, που αναφέρθηκε έχουν κλητευθεί εγκαίρως ώστε να δύνανται να αμυνθούν κατά της αγωγής που κοινοποιήθηκε μόνον στην μία προσφεύγουσα εταιρεία και δη μετά τον αναφερόμενο χρόνο συζητήσεως της αγωγής. Η αγωγή συζητήθηκε την 3-4-2003, την 3-9-2003 εκδόθηκε επ'αυτής απόφαση του Ολλανδικού Δικαστηρίου, η οποία ερήμην όλων των εναγομένων έκανε καθ' όλα τα αιτήματα δεκτή την αγωγή. Η παραπάνω από 3-9-2003 απόφαση κοινοποιήθηκε και στους 4 εναγόμενους, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 1042, 1043, 1047 και 1048 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ... την 24-1-2005. Σύμφωνα με άρθρο 143 του Ολλανδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτό στη μείζονα. σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε, οι προσφεύγοντες είχαν προθεσμία 8 εβδομάδων, με αφετηρία τη χρονολογία αυτή (24.1.2005) να ασκήσουν ανακοπή (ένδικο μέσο) κατά της απόφασης αυτής και να προτείνουν τους ισχυρισμούς τους περί ασθενείας των βοοειδών, που απαραδέκτως στην παρούσα δίκη αναφέρουν. Τέτοιο ένδικο μέσο οι προσφεύγοντες δεν άσκησαν. Να σημειωθεί ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου ηδύναντο και μετά την γνωστοποίηση της αγωγής την 30-4-2003 στην μία προσφεύγουσα και μέχρι 3-9-2003 να ασκήσουν τα δικαιώματα που το άρθρο 142 του Ολλανδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τους προσφέρει, όπως και αυτό στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε. Ούτε αυτό έπραξαν οι προσφεύγοντες.
Κατά συνέπεια ο λόγος της προσφυγής που αναφερόταν σε μη νόμιμη επίδοση σε αυτούς του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης επί της οποίας η από 3/9/2003 απόφαση του Ολλανδικού Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, όπως και ο λόγος ότι η αναγνώριση της Ολλανδικής απόφασης ως εκτελεστής στην Ελλάδα προσβάλλει την Ελληνική δημόσια τάξη. Οι προσφεύγοντες είχαν τη δυνατότητα να προσβάλλουν την απόφαση και να προτείνουν τους ισχυρισμούς άμυνά τους για τη μη πληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος και όσα αντίθετα ισχυρίζονται είναι απορριπτέα στο σύνολό τους ως αβάσιμα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 34 συμ.2 του Κανονισμού 44/2001, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά τα υπό στοιχεία α, β, γ σκέλη του με τα οποία προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το επικουρικό σκέλος του με το οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια του αριθμού 19 του αυτού ως άνω άρθρου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 34 παρ. 1 του Κανονισμού 44/2001, κατά την οποία η απόφαση δεν αναγνωρίζεται "αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως", πρέπει να απορριφθεί, επίσης, ως αβάσιμος διότι τα επικαλούμενα περιστατικά, ότι η επίμαχη απόφαση του Ολλανδικού δικαστηρίου που κηρύχθηκε εκτελεστή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, δεν έχει αιτιολογίες και ότι οι αναιρεσείοντες δεν ενημερώθηκαν σχετικά με τα ένδικα μέσα, τα οποία είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν κατά της αποφάσεως αυτής, δεν θεμελιώνουν αυτά και μόνα αντίθεση της αναγνωρίσεως προς την ημεδαπή δημόσια τάξη. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που η προβαλλόμενη αντίθεση της αναγνωρίσεως προς τη δημόσια τάξη στηρίζεται στην επίκληση ότι το αναιτιολόγητο της αλλοδαπής αποφάσεως καλύπτει στέρηση του δικαιώματος υπερασπίσεως των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2009 αίτηση για αναίρεση της 318/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή