Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1549 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
’ρθρα 211 ΚΠΔ, 173§1α' ΚΠΔ, 211Α, 171 § 1δ' ΚΠΔ, 31 § 2 και 105 ΚΠΔ, όπως ισχύει. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότης όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του μεταξύ άλλων και την κατάθεση αστυνομικού που συνέλαβε (απλώς) τον συγκατηγορούμενο και ο οποίος του είπε πληροφοριακώς ότι κατέθεσε στο ακροατήριο, χωρίς δηλαδή ένορκη ή ανώμοτη κατάθεση σε αρμόδιο προανακριτικό υπάλληλο. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί να προκύπτει ότι έλαβε υπ΄ όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν ειδικώς αξιολόγησε κάποια. Η αιτιολογία της αποφάσεως εκτείνεται και στο αίτημα της πραγματογνωμοσύνης το οποίο, εάν απορριφθεί, πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς. Πότε κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση πράξεως. Αόριστος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εάν δεν αναφέρει σε τι κεφάλαιο αναφέρεται η έλλειψη. Για την αιτιολόγηση της αγοράς ναρκωτικών δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους του τιμήματος. Ταυτότης εγγράφων: αρκεί να αναφέρονται τα προσδιοριστικά αυτών στοιχεία, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το συγκεκριμένο έγγραφο ανεγνώσθη και όχι άλλο, με την ανάγνωσή του δε έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος (άρθρα 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ σε συνδ. με 171§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1549/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκέκοβιτς και 2) Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, περί αναιρέσεως της 3167/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορουμένοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Φεβρουαρίου 2009 και 16 Μαρτίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντιστοίχως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 512/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αναιρέσεις των 1) Χ1 από 17/2/2009 και 2) Χ2 από 16/3/2009, ασκηθείσαι δια δηλώσεως από τους άνω (καταδικασθέντας, ως κατωτέρω), επιδοθείσης στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφόμεναι δε κατά της αυτής αποφάσεως, υπ'αριθμ. 3.167/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει, λόγω, της μεταξύ τους συναφείας, να συνεκδικασθούν.
Α) Επί της από 17/2/2009 αναιρέσεως του Χ1.
Από τη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα... στην ίδια υπόθεση...". Ως ανακριτικά καθήκοντα νοούνται οι ανακριτικές πράξεις που ενεργούνται από ανακριτικό υπάλληλο προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή αθωότητος του κατηγορουμένου. Δεν είναι δε ανακριτική πράξη η ενεργουμένη σύλληψη και προσαγωγή κάποιου στο Αστυνομικό τμήμα από απλό αστυνομικό, αφού δεν είναι προανακριτικός υπάλληλος και για την ενέργειά του αυτός δεν προβαίνει στη σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξεως προς βεβαίωσή της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια από τον αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη αυτής προανακριτικό υπάλληλο. Η παραβίαση της άνω διατάξεως δημιουργεί σχετική ακυρότητα εκ της διατάξεως του άρθρου 173 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 31 § 2 και 105 Κ.Π.Δ., όπως η § 2 του πρώτου (31) αντικατεστάθη με το άρθρο 2 Ν. 3160/2003 και το δεύτερο (105) αντικατεστάθη με το άρθρο 2 § 2α' του Ν. 2408/1996 προκύπτει ότι οι κατά το στάδιο της προδικασίας λαμβανόμενες ανώμοτες ή ένορκες καταθέσεις των κατηγορουμένων τίθενται στο αρχείο της αρμοδίας εισαγγελίας Πρωτοδικών και δεν αποτελούν μέρος της κατ'αυτών (κατηγορουμένων) δικογραφίας. Σε αντίθετη περίπτωση, αναγνώσεως δηλαδή, και αποδεικτικής αξιοποιήσεως των καταθέσεων αυτών κατά το μέχρι την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως ατέλεστο μέρος της διαδικασίας, δημιουργείται απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 § 1δ' Κ.Π.Δ., ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 § 1α Κ.Π.Δ. σχετικό λόγο αναιρέσεως (ολομ. Α.Π. 2/1999). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες εις ποινές καθείρξεως δέκα επτά (17) ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) € ο πρώτος Χ1 και δέκα επτά (17) ετών και πέντε (5) μηνών συνολικώς ως και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) € ο δεύτερος Χ2 για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, χωρίς να είναι τοξικομανείς και ο δεύτερος, επί πλέον (και) για παράνομη οπλοκατοχή, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α' Π.Κ., αμφότεροι. Το Εφετείο ως άνω, για τον σχηματισμό της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίσεώς του έλαβεν υπ'όψη του και αξιολόγησε στο σκεπτικό του, πλην των λοιπών αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφασή του στοιχείων, και εκείνα που ο συγκατηγορούμενος του πρώτου κατηγορουμένου, δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, είπε προφορικώς, όταν συνελήφθη ως ύποπτος τελέσεως των άνω πράξεων και κατά την μεταγωγή του στο Αστυνομικό τμήμα, στον αστυνομικό ΑΑ, ο οποίος εξητάσθη ως μάρτυς στο ακροατήριο. Η λήψη υπ'όψη από το δικαστήριο των ως άνω πληροφοριών, τις οποίες μετέφερε σ'αυτό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως, ο ανωτέρω μάρτυς αστυνομικός κατά την εξέτασή του ως μάρτυρος κατηγορίας, δεν εμπίπτει στις ανωτέρω διατάξεις, καθ'όσον δεν αποτελούν ανώμοτη ή ένορκη κατάθεση του συγκατηγορουμένου του αυτού (Χ2), αλλ' απλή αναφορά στην πηγή γνώσεως του μάρτυρος ΑΑ, χρήσιμη κατά την αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου της καταθέσεώς του (ο οποίος και βεβαίως δεν διενήργησε ανακριτικά καθήκοντα. Ειδικότερα ο τελευταίος αυτός μάρτυς κατέθεσε "... μας είπε ότι τα είχε για λογαριασμό του Χ1, ότι αυτός έκανε την μεταφορά, τα χρήματα τα έπαιρνε ο Χ1 και ότι ο Χ1 κανόνιζε πως θα γινόταν η διακίνηση ... ο Χ2 όταν τον πιάσαμε, μας έδωσε το τηλέφωνο του Χ1 και μας είπε ότι αυτός έκανε κουμάντο και αυτός έπαιρνε τα λεφτά από τα ναρκωτικά ... Δεν ξέρω τι είπε ο Χ1 στην απολογία του στον ανακριτή. Ήμουν ο επικεφαλής στην επιχείρηση και όταν συλλάβαμε τον Χ2 του έκανα κάποιες ερωτήσεις ... Από την πρώτη στιγμή ο Χ2 μας είπε ότι πρώτα πήγαινε ο Χ1 και έπαιρνε τα λεφτά και μετά πήγαινε αυτός και παρέδιδε τα ναρκωτικά", ήτοι κατέθεσε τα προερχόμενα από διηγήσεις του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2, συγκατηγορουμένου του πρώτου κατηγορουμένου (πρώτου αναιρεσείοντος) Χ1, αμέσως μετά την σύλληψή του και πριν από την προανακριτική του εξέταση από τους αρμοδίους καθ'ύλην προανακριτικούς αστυνομικούς υπαλλήλους, τουτ'αυτό δε εδέχθη, και η προσβαλλομένη απόφαση στο σκεπτικό της ήτοι ότι "παραδεκτώς αξιολογούνται στο αποδεικτικό πόρισμά της όσα κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός σχετικά με την εμπλοκή του πρώτου κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, μεταφέροντας τις σχετικές διηγήσεις του, που έγιναν μετά μεν τη σύλληψή του, πριν όμως την προανακριτική του εξέταση από τους καθ'ύλη αρμοδίους προανακριτικούς αστυνομικούς υπαλλήλους και δεν είναι εξαιρετέος". Ούτω κρίναν το ανωτέρω Εφετείο δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 31 § 2 και 105 Κ.Π.Δ., ούτε εδημιουργήθη απόλυτη ακυρότης από τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., αφού δεν παρεβιάσθη ο κανών του άρθρου 211 Α' Κ.Π.Δ.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε με αυτόν επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. Η απαιτουμένη από τα άνω άρθρα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφίεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που της εξέδωσε. Ούτως η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τοιαύτης αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση. Τέλος κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' Κ.Π.Δ., που προσετέθη με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως τους συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για την συνδρομή της ετέρας επιβαρυντικής περιστάσεως, της τελέσεως του εγκλήματος κατά συνήθεια, απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως υπό την ως άνω εκτεθείσα έννοια, από την οποία (να) προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητος αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3167/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων ...", (εδέχθη ) τα εξής: "Αστυνομικοί της Υπηρεσίας διώξεως ναρκωτικών, με επικεφαλής τον μάρτυρα ΑΑ, επί ένα περίπου μήνα προ της 14/10/2005, αξιοποιώντας πληροφορία που έλεγε ότι στην περιοχή των ... δύο άτομα αλβανικής καταγωγής, των οποίων είχε δοθεί η περιγραφή και ο αριθμός κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του ενός (1ος κατηγορούμενος), διακινούσαν μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, είχαν εντοπίσει και παρακολουθούσαν τους δύο κατηγορουμένους. Από την παρακολούθηση προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος που εκινείτο με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συναντούσε πολύ συχνά, ιδίως μεσημβρινές ώρες και σε διάφορες καφετέριες, τον δεύτερο, που διέμενε στους ... στην οδό ... και κινούταν με ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Από την παρακολούθηση προέκυψε επίσης ότι και οι δύο δεν εργάζονταν ο δε πρώτος εκτός από την οικία του στην οδό ... στις ... διατηρούσε και άλλη οικία επί της οδού ... στους ... . Στις 14/10/2005 πρωϊνές ώρες ο πρώτος κατηγορούμενος άφησε το αυτοκίνητό του σε πλυντήριο αυτοκινήτων κοντά στο σπίτι του και στη συνέχεια συναντήθηκε με τον δεύτερο, που εκινείτο με το αυτοκίνητο του επιβιβάσθηκε σ αυτό και μετά από λίγο χώρισαν. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος βρισκόταν στην οικία του εξήλθε απ'αυτήν κρατώντας στα χέρια του ένα δέμα. Αμέσως οι αστυνομικοί αποφάσισαν να τον ελέγξουν, περί ώρα 16.00'. Διαπιστώθηκε ότι το δέμα περιείχε σε νάϋλον συσκευασία ποσότητα 546 γραμ. ηρωίνης. Επίσης στην τσέπη του παντελονιού του κατηγορουμένου βρέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσης ..., όπως και το ποσό των 500 €, τα οποία και κατασχέθηκαν (βλ. από 14/10/2005 έκθεση κατασχέσεως ΓΓ). Σε ερώτηση των αστυνομικών για την προέλευση και τον προορισμό των ναρκωτικών, αφού τους έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς του, είπε ότι τα μεταφέρει για λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου, με τον οποίο συνεννοούταν στο κινητό με αριθμό κλήσεως ..., και για λογαριασμό κάποιου ομοεθνή του με τα στοιχεία ΒΒ που βρισκόταν στην Αλβανία, ο οποίος και του είχε παραδώσει τα ναρκωτικά, όπως και άλλα που είχε στο σπίτι του, ότι αυτός δεν έπαιρνε χρήματα για τα ναρκωτικά που παρέδιδε, αλλά τα χρήματα τα έπαιρνε ο πρώτος κατηγορούμενος. Την συγκεκριμένη ποσότητα επρόκειτο να την παραδώσει σε έναν Πακιστανό όπως του είχε υποδειχθεί από τους ανωτέρω. Διαπιστώθηκε δε ότι στο τηλέφωνο του υπήρχαν καταχωρημένες κλήσεις από το τηλέφωνο του πρώτου κατηγορουμένου, η τελευταία των οποίων ήταν το μεσημέρι της ημέρας πριν την έρευνα που κατά τα άνω του διενεργήθηκε. Στη συνέχεια τους οδήγησε στο σπίτι του και εκεί στο πατάρι βρέθηκε ταξιδιωτικός σάκος μέσα στον οποίο υπήρχαν 16 αυτοσχέδιες συσκευασίες ηρωϊνης συνολικού βάρους 4.275 γραμ., 4 αυτοσχέδιες συσκευασίες της αυτής ναρκωτικής ουσίας συνολικού βάρους 13 γραμ. μία αυτοσχέδια συσκευασία κοκκαϊνης βάρους 234 γραμ., μία ζυγαριά ακριβείας "TANGENT" ένα περίστροφο MAGNOUM 357 με δύο φυσίγγια και 1 φυσίγγιο περιστρόφου 38 mm.τα οποία και κατασχέθηκαν (βλ. από 14/10/2005 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ΔΔ, που αναγνώσθηκε). Επακολούθησε η σύλληψη του δεύτερου κατηγορουμένου (βλ. από 14/10/2005 ώρα, 19:30' έκθεση συλλήψεως του ΓΓ που αναγνώσθηκε). Στη συνέχεια και ενόψει των δηλώσεων του δευτέρου κατηγορουμένου περί της συμμετοχής του πρώτου στην υπόθεση τα αστυνομικά όργανα προέβησαν σε σύλληψη και του πρώτου κατηγορουμένου (βλ. από 14/10/2005 ώρα 19.45' έκθεση συλλήψεως του αυτού ως άνω αστυνομικού, που αναγνώσθηκε). Στη σωματική έρευνα που του διενεργήθηκε βρέθηκε το με αριθμό κλήσεως ... κινητό τηλέφωνο τύπου NOKIA, για το οποίο είχε κάνει ήδη λόγο ο δεύτερος κατηγορούμενος αμέσως μετά την έρευνα που του διενεργήθηκε που κατέληξε στην ανεύρεση της ποσότητας των 546 γραμ. ηρωίνης, λέγοντας ότι στο τηλέφωνο αυτό επικοινωνούσε με τον πρώτο κατηγορούμενο και από αυτό, όπως προέκυψε από τη συσκευή του είχε δεχθεί κλήση ολίγο προ της ακινητοποιήσεως του και της σωματικής ερεύνης. Η κλήση βέβαια επιβεβαιώθηκε και από την έρευνα της τηλεφωνικής συσκευής του πρώτου κατηγορουμένου, όπως καταθέτει ο αστυνομικός ΑΑ, ο οποίος καταθέτει και για άλλες αμοιβαίες τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ των δύο κατηγορουμένων, προκειμένου να καταδείξει ότι γνωριζόντουσαν και είχαν συχνή επικοινωνία, γεγονός το οποίο όμως αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος, από την επί μακρό χρόνο παρακολούθηση τους, έχει ιδία αντίληψη των συχνών συναντήσεων τους και δεν χρειάζεται να διαταχθεί, όπως αιτείται ο πρώτος κατηγορούμενος, πραγματογνωμοσύνη με σκοπό να εξετασθούν τα δύο τηλέφωνα για να διαπιστωθεί πόσες κλήσεις έγιναν μεταξύ τους, κάτι το οποίο, παρεκτός του ότι δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να διαπιστωθεί ενόψει της τωρινής μετά 4 και πλέον έτη καταστάσεως των τηλεφώνων, δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η συχνή επικοινωνία των δύο κατηγορουμένων, η οποία καταδεικνύει την ανάμιξη του πρώτου στην παρούσα υπόθεση και την προμήθεια κατοχή και διακίνηση των ναρκωτικών, ανάμιξη την οποία βέβαια από την πρώτη στιγμή πριν ακόμη την προανακριτική του εξέταση, όπως ήδη λέχθηκε, ρητώς επιβεβαίωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, προκύπτει από την παρακολούθηση και την κατάθεση του επικεφαλής της επιχειρήσεως μάρτυρα αστυνομικού. Βέβαια ο πρώτος κατηγορούμενος αρνείται ότι είχε συχνές συναντήσεις με τον δεύτερο και ισχυρίζεται ότι τυχαία συναντήθηκαν μερικές φορές σε καφενείο της περιοχής όπου σύχναζαν ομοεθνείς τους, στο πλαίσιο δε αυτών των τυχαίων συναντήσεων τους τοποθετεί και την συνάντηση την ημέρα της συλλήψεως και την επιβίβαση του στο αυτοκίνητο του δευτέρου και την μεταφορά του με αυτό. Διαψεύδεται όμως από την κατάθεση του αστυνομικού που τους παρακολουθούσε. Επίσης, ερωτώμενος για τον λόγο για τον οποίο την ίδια μέρα και πριν ο συγκατηγορούμενός του φύγει για να πάει να παραδώσει τα ναρκωτικά τον κάλεσε στο κινητό, δίδει την απάντηση για να τον ρωτήσει τι κάνει, χωρίς βέβαια να μπορεί να δώσει πειστική απάντηση στο εύλογο ερώτημα πως γνώριζε τον αριθμό του κινητού ενός απλού γνωστού του και αν είναι συνηθισμένο να καλούμε στο κινητό έναν γνωστό με τον οποίο δεν μας συνδέει κάτι περισσότερο από περιστασιακές συναντήσεις σε ένα καφενείο, για να τον ρωτήσουμε που είναι ή τι κάνει εκείνη τη στιγμή. Αντιθέτως ο δεύτερος κατηγορούμενος ερωτηθείς σχετικώς, κατά την προανάκριση (βλ. από 15-10-2005 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου του ΔΔ, αποσπάσματα της οποίας αναγνώσθηκαν κατά την απολογία του προς κατάδειξη των αντιφάσεων μεταξύ αυτών που έλεγε στο ακροατήριο και κατά την προανακριτική απολογία του κατ άρθρο 366 παρ. 3 ΚΠΔ), δήλωσε ότι το τηλεφώνημα έγινε για να του ζητήσει ο πρώτος κατηγορούμενος να πάρει από τα ναρκωτικά που υπήρχαν στο σπίτι του, τα οποία πριν 3 μέρες του είχε παραδώσει ο ανωτέρω ΒΒ εντός του ταξιδιωτικού σάκου, την ποσότητα που βρέθηκε κατά την έρευνα που διενεργήθηκε μόλις βγήκε από την οικία του και να πάει να την παραδώσει στον Πακιστανό στον οποίο είχε παραδώσει και την προηγουμένη άλλη ποσότητα, πάλι κατόπιν εντολής του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος και, όπως γινόταν συνήθως, κανόνιζε τα ραντεβού και εισέπραττε το τίμημα. Από τις εισπράξεις αυτές προερχόταν και το ποσό των 1020 €, σε χαρτονομίσματα κυρίως των 5 και 10 €, που βρέθηκε στην οικία που διέμενε μόνος επί της οδού ... στην ... και όχι στην οικία επί της οδού ... στις ..., όπου διέμενε με τη σύζυγο του, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και τα δύο τέκνα του (βλ. από 14/10/2005 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ΓΓ, που αναγνώσθηκε). Ο ίδιος ισχυρίζεται αβάσιμα ότι το ποσό αυτό προερχόταν από οικονομίες του ιδίου και της συζύγου του, σημειωτέον, ότι τότε δεν εργαζόταν, όπως ο ίδιος παραδέχεται, και προοριζόταν για την αγορά επίπλων προς εξοπλισμό του παιδικού δωματίου, πλην όμως δεν δίδει πειστική απάντηση στο εύλογο ερώτημα γιατί αφού ήταν προϊόν οικογενειακών οικονομιών, δεν βρισκόταν στο σπίτι της οικογενείας, τόσο περισσότερο καθόσον είχε τον ανωτέρω προορισμό, αλλά στο δεύτερο σπίτι του το οποίο επισκεπτόταν μόνος και όπου διέμενε μόνος (ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το χρησιμοποιούσε για ερωτικές συναντήσεις με εξώγαμη σχέση του) και γιατί αποτελούνταν από μικρής αξίας χαρτονομίσματα, τα οποία, κατά δίδαγμα κοινής πείρας, συγκεντρώνονται από πωλήσεις δόσεων ναρκωτικών σε χρήστες. Βέβαια ο δεύτερος κατηγορούμενος στον ανακριτή, αλλά και στο ακροατήριο του πρωτόδικου και του παρόντος Δικαστηρίου ανακάλεσε το περιεχόμενο της προανακριτικής του απολογίας, η οποία, σημειωτέον, λήφθηκε κατά τους νομίμους τύπους (βλ, έντυπο απολογίας), ισχυριζόμενος ότι αυτά που έλεγε αναφερόταν στον ΒΒ και οι αστυνομικοί πρόσθεσαν και το όνομα του συγκατηγορουμένου του, πλην όμως δεν δίδει απάντηση στο εύλογο ερώτημα γιατί, σε τέτοια περίπτωση, υπέγραψε την απολογία του, το περιεχόμενο της οποίας μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως, αφού, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, βρίσκεται στην Ελλάδα επί 14 έτη και γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, λόγος άλλωστε για τον οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε διερμηνέας σε κανένα στάδιο της διαδικασίας. Επίσης πρέπει και τούτο καταδεικνύει την προσπάθειά του, για ευνόητους λόγους, να αφήσει εκτός της υποθέσεως τον συγκατηγορούμενό του, να τονισθεί ότι στο ακροατήριο ισχυρίσθηκε το πρώτο ότι ο ΒΒ είναι αδελφός της μητέρας του (θείος του) και εξαιτίας της σχέσεως αυτής τον πλησίασε όταν ήταν άνεργος και του πρότεινε να διακινεί για λογαριασμό του ναρκωτικά, ενώ στην προανακριτική απολογία του είπε ότι ο συγκατηγορούμενός του ήταν εκείνος που του γνώρισε τον ΒΒ και στη συνέχεια του πρότειναν να διακινεί ναρκωτικά για λογαριασμό τους, όπως και έκανε μετά από τηλεφωνικές συνεννοήσεις είτε με τον ένα είτε με τον άλλο. Η προανακριτική απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου κρίνεται ως αποδίδουσα την πραγματικότητα, εφόσον ενισχύεται και από τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, όπως τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ τους, σε καθημερινή σχεδόν βάση, συναντήσεις, διατήρηση από τον πρώτο δύο οικιών, ανεύρεση στην δεύτερη οικία του ανωτέρω ποσού, η προέλευση του οποίου από τα εισοδήματά του εκ της εργασίας του ή άλλης πηγής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, αφού την περίοδο εκείνη δεν εργαζόταν, αλλά και αυτοκίνητο διέθετε και δύο σπίτια είχε μισθωμένα και τετραμελή οικογένεια συντηρούσε και ποσό 1020 € είχε συγκεντρώσει και τέλος την κατάθεση του αστυνομικού.
Συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 211 Α ΚΠΔ, αφού η κρίση περί τελέσεως των πράξεων που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο δεν στηρίζεται μόνον στην προανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που σχολιάσθηκαν επαρκώς ανωτέρω. Πρέπει να τονισθεί ότι ο Εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη και κατά των τριών ως άνω ατόμων, η δε ανάκριση ως προς τον ΒΒ περαιώθηκε με την έκδοση του 29/2005 εντάλματος συλλήψεως του 28ου τακτικού ανακριτή, παραπέμφθηκε δε και εκείνος στο ακροατήριο με το κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών, η δε σε βάρος του διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω μη συλλήψεώς του, ελλείψει επαρκών προσδιοριστικών της ταυτότητας του και της κατοικίας του στοιχείων, ανεστάλη, δυνάμει της 44/1-3-2006 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών. Από όλα τα ανωτέρω καθίσταται βεβαία και δεν υπάρχει αμφιβολία περί τούτου η συνεργασία και η από κοινού δράση των δύο κατηγορουμένων στην τέλεση των πράξεων της αγοράς και κατοχής των ως άνω μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, ανεξάρτητα αν αυτές βρισκόταν στο σπίτι του δευτέρου, αφού, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν είχε την φυσική εξουσία επ' αυτών και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους, αφού είχε δυνατότητα ανά πάσα να επισκεφθεί την οικία του συγκατηγορουμένου του, μετά του οποίου συναντιόταν σχεδόν καθημερινώς και είχε πλήρη ενημέρωση περί τούτων, ανεξάρτητα του ότι, από λόγους πρόνοιας και αυτοπροστασίας του, κατά το διάστημα της παρακολουθήσεως, τουλάχιστον, δεν είχε πραγματοποιήσει τέτοια επίσκεψη και μπορούσε να τα διαθέτει κατά τη βούλησή του, αφού κατόπιν εντολών του τα διακινούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, πηγαίνοντας στα ραντεβού που αυτός είχε κανονίσει, υπέρ τούτου δε συνηγορεί το γεγονός ότι αυτός εισέπραττε το τίμημα που αντιστοιχούσε στην ποσότητα που είχε διατεθεί κάθε φορά. Σε άλλη δε δίκη, όπως ήδη λέχθηκε, θα ερευνηθεί η μορφή και έκταση της συμμετοχικής δράσης του ετέρου κατηγορουμένου με τα στοιχεία ΒΒ α.λ.σ. Τις ανωτέρω πράξεις οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι η επανειλημμένη τέλεση και ο οργανωμένος τρόπος δράσης τους με την αγορά ιδιαίτερα μεγάλων ποσοτήτων "σκληρών" ναρκωτικών ουσιών διαφορετικών ειδών με σκοπό την εμπορία η οργάνωση της διακινήσεως τους με τον ανωτέρω τρόπο προς άλλους εμπόρους και τοξικομανείς και η υποδομή που είχαν διαμορφώσει με σκοπό επανειλημμένης τέλεσης τους (άλλος ο παραδίδων τα ναρκωτικά και άλλος ο εισπράττων το τίμημα, διατήρηση περισσοτέρων οικιών, στη μία μόνον των οποίων φυλάσσονταν οι ναρκωτικές ουσίες, για να μη γίνονται αντιληπτοί από τις διωκτικές αρχές και να αποτρέπεται ο εντοπισμός τους, και να μπορούν, όπως ο πρώτος, να ισχυρίζονται ότι ουδεμία σχέση έχουν με τα τυχόν ανευρεθέντα ναρκωτικά), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν εργάζονταν κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, καταδεικνύουν ότι ασχολούνται συστηματικά με την διακίνηση ναρκωτικών με σκοπό να πορίζονται με τον τρόπο αυτό εισόδημα, αδιαφορώντας για τις ολέθριες συνέπειες των πράξεων τους, έχουν δε βαθιά ριζωμένη ροπή για την διάπραξη τέτοιων εγκληματικών πράξεων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Κατ' ακολουθία τούτων στοιχειοθετούνται πλήρως οι πράξεις που τους αποδίδονται όπως εξειδικεύονται κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία τους στο διατακτικό και πρέπει, αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί τους, να κηρυχθούν ένοχοι, κατά το διατακτικό. Περαιτέρω ο δεύτερος κατηγορούμενος στην οικία του ... στους ... κατείχε παράνομα ένα περίστροφο MAGNOUM 357 Β τύπου "ΡΥΤΗΟΝ" με αριθμό σειράς ... καθώς και δύο φυσίγγια 0,357 L /&1AGNOUK/I και ένα φυσίγγιο 0,38 SPECIAL χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και της πράξεως αυτής, κατά το διατακτικό. Στους κατηγορουμένους πρέπει να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ που τους αναγνωρίσθηκαν και πρωτοδίκως".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία και κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφηρμόσθησαν. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, και όχι μόνον μερικά, ή ειδικότερη δε αναφορά και αξιολόγηση τινών κατ'ουδέν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη όλα τα άλλα, εφ'όσον προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως ότι δεν εστηρίχθη "μόνο στην προανακριτική απολογία του β' κατηγορουμένου Χ2 άνευ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, ούτε (εστηρίχθη) στα υπό του αστυνομικού κατατεθέντα", όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων (Χ1). Περαιτέρω με την απαιτουμένη αιτιολογία το μεν απέρριψε το περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης αίτημα, το δε εδέχθη τις συνθήκες τελέσεως κατ' επάγγελμα και συνήθεια της παραβάσεως του Ν. περί ναρκωτικών.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, εξ αιτίας των ανωτέρω ανυπάρκτων πλημμελειών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ1 πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Β) Επί της από 16/3/2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 - 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509 § 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση αναιρέσεως να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και ο Κ.Π.Δ., δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την σχετική αίτηση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες η ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (ολ. Α.Π. 2/2002, 19/2001). Εξάλλου για την αιτιολόγηση της τελέσεως της αγοράς ναρκωτικών ουσιών κατ'άρθρον 5 § 1 εδ. β' Ν. 1729/1987 (όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 10 Ν. 2161/1993, άρθρ. 20 § 1 περ. β Κ.ΝΝ-Ν. 3459/2006) δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος ή της ταυτότητος των πωλητών ή αγοραστών. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ2 με την κρινομένη αίτησή του παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση σε σχέση με την ενοχή του με λόγον ότι, κατά πιστή εδώ μεταφορά, "Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την πράξη της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών χωρίς όμως στην παρατεθείσα αιτιολογία του να περιλάβει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων, αλλά απλώς αρκέστηκε στο να επαναλάβει το παντελώς αόριστο κατηγορητήριο στο ομοίως αόριστο διατακτικό της απόφασης.
Συνεπώς λόγω της έλλειψης αναφοράς σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την εφαρμοστέα ουσιαστική ποινική διάταξη, το δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος. Εξάλλου, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για αγορά ναρκωτικής ουσίας από αγνώστους στην ευρύτερη περιοχή των ... ή σε άλλο σημείο της ... αντί αγνώστου τιμήματος σύμφωνα με την απόφαση, χωρίς όμως να μνημονεύεται το τίμημα που καταβλήθηκε. Εντούτοις το τίμημα της αγοράς των ναρκωτικών συνιστά ουσιώδες στοιχείο της αγοραπωλησίας, σύμφωνα με την πάγια νομολογία Α. Πάγου" Ούτως ο άνω λόγος ως διατυπούται κατά μεν το πρώτο σκέλος του είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζει εις τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας ή από ποίες συγκεκριμένες παραδοχές προκύπτει η έλλειψη αυτή, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά δε το έτερο σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, κατά τ'άνω εκτεθέντα, δεν είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται το ύψος του τιμήματος, η δε παραδοχή της αποφάσεως "αγόρασε (από άγνωστο άτομο παραδοχή βέβαια για την οποία δεν υπάρχει παράπονο), αντί αγνώστου χρηματικού ποσού" λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στο στοιχείο αυτό το οποίο είναι αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Εξ'άλλου ο αυτός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της παραβάσεως του Ν. περί Ναρκωτικών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος αφού υπάρχει η απαιτουμένη αιτιολογία, όπως ακριβώς εξετέθη και δια τον όμοιον λόγον της αναιρέσεως του Χ1. Το γεγονός δε ότι το δικαστήριο της ουσίας, εδέχθη την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 α' Π.Κ. όπως, άλλωστε, (τους) είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, δεν δημιουργεί αντίφαση με την παραδοχή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, όπως αβασίμως, αιτιάται, ο αναιρεσείων, αφού η αντικειμενική υπόσταση της τελευταίας αυτής κρίνεται ακριβώς και μόνο κατά τον χρόνο τελέσεώς της. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι η λήψη υπ'όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν ανεγνώσθησαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, διότι ούτως αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να κάμει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως δημιουργείται, διότι παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο, τα οποία έλαβεν υπ'όψη του το δικαστήριο, και όταν στα πρακτικά της αποφάσεως δεν αναγράφονται τα προσδιοριστικά στοιχεία των εγγράφων που (φέρονται ότι) έχουν αναγνωσθεί, διότι τότε δεν μπορεί να διαγνωσθεί χωρίς αμφιβολία ποίο έγγραφο ανεγνώσθη και εις ποίον έγγραφον εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως ούτε είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου ή η χρονολογία του, ενώ τα στοιχεία που το προσδιορίζουν δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ούτως ο προσδιορισμός της ταυτότητος του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητος ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο ανεγνώσθη στη συγκεκριμένη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του εκήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και παράνομης οπλοκατοχής, ως μη τοξικομανή, με την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως 84 § 2 α Π.Κ. και επέβαλε σ'αυτόν ποινή καθείρξεως συνολικώς δέκα επτά (17) ετών και πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ. Στην άνω κρίση του το δικαστήριο και δη στην περί ενοχής τοιαύτη, έλαβεν υπ'όψη του, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση α) τις από 14/10/2005 δύο εκθέσεις παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικού, β) την από 14/10/2005 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως, γ) την από 14/10/2005 έκθεση γνωστοποίησης ναρκωτικών ουσιών, δ) την από 2/12/2005 έκθεση παράδοσης και παραλαβής ναρκωτικών και ε) φωτοαντίγραφο κάρτας παραμονής. Η ούτω γενομένη καταχώριση επαρκώς προσδιορίζει την ταυτότητα των άνω εγγράφων και ουδεμία γεννάται αμφιβολία περί αυτής, εν όψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ως άνω προσδιορισμόν έκάστον δεν ανεγνώσθησαν και ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά, εφ'όσον, εις πάσαν περίπτωση, κατά την ανάγνωσή των έλαβε γνώση (της ταυτότητος) αυτών.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ2 να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει της αιτήσεις των: 1) Χ1 από 17/2/2009 και 2) Χ2 από 16/3/2009, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3167/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστον.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή