Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 925 / 2009    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 925/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 δικηγόρου, κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κωνσταντινίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9721/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22.2.2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, που δεν είναι υποχρεωτική, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα "συναλλακτικά ήθη (Ολ. ΑΠ 26/2004, Α.Π. 1183/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα η ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν προβάλλεται καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως αβάσιμoς, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 91, 92 και 124 του ν.δ. 3026/1954 και 871 του Α.Κ. προκύπτει ότι για την αξίωση δικηγόρου καταβολής συμφωνημένης αμοιβής του για την επίτευξη εξώδικου συμβιβασμού, απαιτείται να συνετέλεσε πράγματι αυτός στην επίτευξη του συμβιβασμού, που προϋποθέτει τη διάλυση της υφιστάμενης μεταξύ των συμβιβασθέντων έριδας ή αβεβαιότητας με αμοιβαίες υποχωρήσεις και όχι την απλή σύμπραξή του σε επί μέρους ενέργειες (Α.Π. 660/2002. Διαφορετική δε είναι η περίπτωση εκείνη για την οποία επί συναφούς διαφοράς έκρινε η Ολ.ΑΠ 9/2008 κατά την οποία για τον εξώδικο συμβιβασμό καταρτίσθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη και υπογράφηκε έγγραφο, οπότε η αμοιβή του συμπράξαντος στο συμβιβασμό Δικηγόρου κρίνεται στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 173 και 124 του ν.δ. 3024/1954 σε συνδυασμό με τη διαπίστωση του κρίσιμου γεγονότος περί του κατά πόσο ο συμπράξας Δικηγόρος κατάρτισε και το έγγραφο του συμβιβασμού και το υπέγραψε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 9721/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι είναι δικηγόροι ... και διατηρούν ανεξάρτητα δικηγορικά γραφεία. Ειδικότερα ο εκκαλών - ενάγων, ο οποίος διορίσθηκε το 1979 ως δικηγόρος στο δικηγορικό σύλλογο ..., το 1993 μετατέθηκε στο δικηγορικό σύλλογο ... και στο διάστημα από το Μάϊο του 1993 μέχρι τον Απρίλιο του 1994 περίπου συστεγάσθηκε στο γραφείο του εφεσίβλητου - εναγομένου επί της οδού .... Από το 1994 διατηρεί ανεξάρτητο δικηγορικό γραφείο αρχικά επί της οδού ... και στη συνέχεια επί της οδού ..., έχει δε ειδικευτεί, λόγω και της προϋπηρεσίας του ως εφοριακού υπαλλήλου, σε θέματα φορολογικού δικαίου, καθώς και σε θέματα εμπορικού δικαίου. Ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, ο οποίος είναι επίσης δικηγόρος και καθηγητής του εργατικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, διατηρεί επίσης ανεξάρτητο δικηγορικό γραφείο επί της οδού ... Στο διάστημα από το 1994, που ο εκκαλών - ενάγων εγκαταστάθηκε σε δικό του ανεξάρτητο δικηγορικό γραφείο, μέχρι το 1999, που ανέκυψε η κρινόμενη διαφορά, οι διάδικοι, λόγω και της προσωπικής σχέσεως που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους και με τον αδελφό του εφεσίβλητου - εναγομένου επίσης δικηγόρο Χ2 συνεργάστηκαν επανειλημμένα, ως ανεξάρτητοι δικηγόροι, σε διάφορες υποθέσεις, ανάλογα με το αντικείμενο και την ειδικότητα του καθενός, κυρίως δε σε υποθέσεις, στις οποίες είχε ειδικευτεί ο εκκαλών - ενάγων. Τέτοια συνεργασία έγινε και στην κρινόμενη υπόθεση.
Πλέον συγκεκριμένα αποδείχθηκαν τα εξής σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση. Στις 8-4-1995 απεβίωσε ο επιχειρηματίας Ε1, ιδρυτής ομίλου επιχειρήσεων, αποτελούμενο από ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρείες, καταλείποντας ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη μητέρα του Μ1 και τα δύο αδέλφια του Δ1 και Δ2. Μετά το θάνατο αυτού με επιμέλεια του δικηγόρου Φ1 , ο οποίος ήταν φίλος του θανόντος και της οικογένειας , υποβλήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η από 20-10-1995 αίτηση των τριών κληρονόμων του θανόντος προς παροχή κληρονομητηρίου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 828/31-1-1996 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία διατάχθηκε η παροχή κληρονομητηρίου σ' αυτούς, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος και εκδόθηκε το υπ' αριθμ., ... πιστοποιητικό κληρονομητηρίου της αρμόδιας γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Μετά το θάνατο του Ε1 τη διοίκηση και τη διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων και των επιχειρήσεων, που ανήκαν στην κληρονομιά του, την ανέλαβε ο εκ των κληρονόμων του αδελφός του Δ2 με την ανοχή των άλλων δύο κληρονόμων. Τα πρώτα έτη οι σχέσεις των τριών κληρονόμων του θανόντος δεν παρουσίασαν προβλήματα. Ωστόσο από τα μέσα του 1998 άρχισαν να δημιουργούνται μεταξύ τους και κυρίως μεταξύ των δύο αδελφών προστριβές με αφορμή τον τρόπο διαχειρίσεως της κληρονομιάς εκ μέρους του Δ2 Έτσι η αδελφή του θανόντος Δ1 ενεργούσα και για λογαριασμό της μητέρας της, απευθύνθηκε στους δικηγόρους Κ1 και Κ2 και τους ανέθεσε την εκπροσώπηση τους και την εντολή να ενεργήσουν για τη δικαστική και εξώδικη επίλυση των διαφορών τους με το Δ2 και για τη διανομή της κληρονομιάς. Μετά από αυτά άρχισαν συζητήσεις προς επίλυση της διαφοράς τους μεταξύ των δικηγόρων αυτών και των δικηγόρων του Δ2 (Θ2, Θ3 και Θ1). Στις 26-1-1999 οι δικηγόροι Κ1 και Κ2 επέδωσαν στο Δ2 την από 2-12-1998 έγγραφη δήλωση της Δ1 και της Μ1 με την οποία αυτές τον καλούσαν να τους παραδώσει την αναλογία τους από τις μετοχές όλων των εταιρειών, που είχε συστήσει ο θανών, να τις καταστήσει συνδικαιούχους σε όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς του θανόντος και να τους αποδώσει λογαριασμό για τη μέχρι τότε διαχείριση της κληρονομίας.
Μετά την επίδοση της δήλωσης αυτής ο Δ2 απευθύνθηκε στον εφεσίβλητο - εναγόμενο, ο οποίος γνωριζόταν και είχε φιλικές σχέσεις με το θανόντα αδελφό του, καθώς και στο δικηγόρο Φ1 ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, είχε επίσης φιλικές σχέσεις με την οικογένεια και τους ζήτησε να διερευνήσουν, αν υπήρχε δυνατότητα συμβιβαστικής επίλυσης των περιουσιακών του διαφορών με τους άλλους δύο κληρονόμους. Σε συνάντηση και σε σχετική συζήτηση που έγινε μεταξύ των δικηγόρων αυτών και του Δ2 παραβρέθηκε και ο εκκαλών - ενάγων, προφανώς λόγω της ειδικότητας, την οποία απαιτούσε το αντικείμενο και ο χειρισμός της υποθέσεως και την οποία ειδικότητα, όπως αναφέρθηκε, είχε αυτός. Μετά από αυτά περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 1998 ο εφεσίβλητος - εναγόμενος ήλθε σε επαφή με την Δ1 και την ενημέρωσε ότι ο αδελφός της επιθυμεί τη συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους, μετά δε τη συζήτηση και την ενημέρωση που είχε από αυτή για τις ενέργειες, στις οποίες είχαν προβεί μέχρι τότε οι δικηγόροι της, της υπέδειξε και την έπεισε ότι πρέπει να επιδιωχθεί η συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους. Επίσης της είπε ότι προσφέρεται να συμβάλλει στη συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους, αν απεγκλωβιζόταν αυτή από τους μέχρι τότε δικηγόρους της Κ1 και Κ2. Μετά από αυτά η Δ1 ανακάλεσε την εντολή της από τους παραπάνω δικηγόρους της, μετά δε την ανάκληση της εντολής από αυτούς αυτή, ενεργούσα και για λογαριασμό της μητέρας της Μ1 ανέθεσε προφορικά στον εφεσίβλητο - εναγόμενο, στον εκκαλούντα - ενάγοντα και στον Φ1 να χειρισθούν από κοινού την επίλυση των κληρονομικών τους διαφορών με το Δ2 Η ανάθεση από την Δ1 προφορικά στους διαδίκους και στο δικηγόρο φ1 να χειρισθούν από κοινού και οι τρεις την υπόθεση της επίλυσης των κληρονομικών διαφορών αυτής και της μητέρας της με το Δ2 και όχι αποκλειστικά στον εφεσίβλητο - εναγόμενο, όπως ισχυρίζεται αυτός, προκύπτει κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφιβολία τόσο από την ένορκη βεβαίωση του καθόλα αξιόπιστου μάρτυρα ιατρού ... συζύγου της Δ1 όσο και από την ένορκη κατάθεση του ιδίου, η οποία περιέχεται στα υπ' αριθμ. 197/2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο συζητήθηκε αγωγή του φ1 κατά της Δ1 προς καταβολή της αμοιβής του και προσεπίκληση της Δ1 ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή αυτής κατά του εφεσίβλητου - εναγομένου. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τα διαλαμβανόμενα στην προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία η Δ1 είχε ανακοινώσει στον εκκαλούντα - ενάγοντα με το από 14-2-2002 δικόγραφο ανακοίνωσης δίκης, στην οποία αναφέρονται πέραν των άλλων κατά λέξη και τα εξής: "Τότε άρχισε ξανά η αντιδικία, στην οποία ο μεν Δ2 είχε δικηγόρους του το γραφείο Θ2-Θ3, ενώ εγώ είχα αποξενωθεί από τους μέχρι τότε δικηγόρους μου (Κ1 και Κ2) και δέχθηκα να υπερασπισθούν τα συμφέροντα μου οι Χ1, Φ1 και Ψ1 από κοινού και με μια ενιαία συνολική αμοιβή. Ρητά συμφωνήθηκε ότι ο τρόπος εργασίας και αμοιβής τους είναι ζήτημα που δεν δικαιολογείτο, ούτε υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να διαπραγματευθώ με τον καθένα από αυτούς ξεχωριστά, επειδή ακριβώς ήταν θέμα της μεταξύ τους εσωτερικής συμφωνίας, στην οποία εγώ δεν είχα λόγο να συμμετάσχω". Τα ίδια δε διαλαμβάνονται και στις προτάσεις της Δ1 κατά του εφεσίβλητου - εναγομένου στη δίκη αυτή επί της προσεπικλήσεώς της και της ενωμένης με αυτή αγωγής της κατά αυτού και στις οποίες ειδικώς για το θέμα αυτό αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Την εντολή την έδωσα, όπως διεξοδικά αναφέρω στην προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή μου και στους τρεις δικηγόρους μου από κοινού, έναντι κοινής αμοιβής 3.000.000 δολαρίων, όπως βεβαιώνουν τόσο ο Φ1 όσο και ο Ψ1 στις πρόσθετες παρεμβάσεις τους".
Επίσης ενισχύεται η κρίση αυτή και από αυτά που αναφέρονται στην από 25-7-2001 δήλωση της Δ1 προς το Ανώτερο Δικαστήριο της Πολιτείας της Καλλιφόρνια για την Κομητεία του Λος Αντζελες, στην οποία αναφέρονται πέραν των άλλων κατά λέξη και τα εξής: "Επαναλαμβάνω ότι ουδέποτε ο κος ...ενήργησε για λογαριασμό μου σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις. Στην πραγματικότητα τα πρόσωπα, που βοήθησαν την μητέρα μου και εμένα και διαπραγματεύτηκαν την κατάρτιση του συμφωνητικού συμβιβασμού με τον αδελφό μου και γενικότερα μας παρείχαν συμβουλές κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αυτών ήταν τα εξής: α) Ο κος Χ1 πληρεξούσιος δικηγόρος, β) Ο κος Ψ1 πληρεξούσιος δικηγόρος, γ) Ο κος Φ1 πληρεξούσιος δικηγόρος, δ) Ο κος ... πληρεξούσιος δικηγόρος, ε) Η κα ... συγγενικό πρόσωπο".
Τέλος ενισχύεται η κρίση αυτή και από τα περιλαμβανόμενα στην από ... σύμβαση που υπογράφηκε ενώπιον συμβολαιογράφου του Λονδίνου Richard John Saville μεταξύ των Α) ..., ως ειδικού πληρεξουσίου του Δ2 Β) του εκκαλούντος - ενάγοντος και του Μ2. ως ειδικών πληρεξουσίων της Δ1 Γ) του εκκαλούντος - ενάγοντος και του ..., ως ειδικών πληρεξουσίων της Μ1 και Δ) του Θ3 στην οποία αναφέρονται πέραν των άλλων κατά λέξη και τα εξής: "Τα μέρη αναγνωρίζουν και επικυρώνουν την ισχύ α) της Σύμβασης που έγινε ανάμεσα στους Δ2, Δ1 και Μ1 στις 30-3-1999 και β) τη Σύμβαση για μερική διανομή με ημερομηνία 12-10-1999.....Ομολογείται στο παρόν από τα μέρη ότι κατά την υπογραφή των Υπαρχουσών Συμβάσεων παρευρίσκονταν μέλη του δικηγορικού γραφείου Θ2-Θ3, οι οποίοι ενεργούσαν ως νομικοί σύμβουλοι και διαπραγματεύτηκαν για λογαριασμό του Δ2 και ο καθηγητής Χ1 , Ψ1 και Φ1 οι οποίοι ενεργούσαν ως νομικοί σύμβουλοι και ομάδα διαπραγμάτευσης, οι οποίοι ενεργούσαν για λογαριασμό των Δ1 και Μ1". Επίσης ενισχύεται και από το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι και οι τρεις δικηγόροι συνεργάστηκαν πράγματι μεταξύ τους για την επίτευξη συμφωνίας συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς των παραπάνω κληρονόμων, καθώς και από το ότι, όπως αποδείχθηκε, σε όλα σχεδόν τα στάδια των διαπραγματεύσεων, των συναντήσεων και των διακανονισμών με τους δικηγόρους του Δ2 που ακολούθησαν, την ανάθεση της εντολής σ' αυτούς, παρευρίσκονταν και οι τρεις αυτοί δικηγόροι και κυρίως ο εκκαλών - ενάγων, ο οποίος, όπως προκύπτει από αυτά που κατέθεσε ο ίδιος ο μάρτυρας του εφεσίβλητου - εναγομένου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικηγόρος ..., την υπόθεση τη χειρίστηκε κατ' εξοχήν και κατά κύριο λόγο αυτός (εκκαλών - ενάγων), στον οποίο είχε ανατεθεί το κύριο βάρος αυτής της υποθέσεως, γιατί, όπως κατέθεσε κατά λέξη ο μάρτυρας αυτός "ήτανε ο πιο εξειδικευμένος και ο καλύτερος από όλους μας στο να χειριστή αυτή την υπόθεση". Η κατάθεση αυτή του μάρτυρα του εφεσίβλητου - εναγομένου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών - ενάγων είναι ο μόνος από τους τρεις δικηγόρους, ο οποίος μετά την ανάκυψη των προβλημάτων στις σχέσεις τόσο μεταξύ τους, όσο και στις σχέσεις τους με την Δ1 για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, συνέχισε να ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά μόνο αυτός με την εκκαθάριση των κληρονομικών διαφορών μεταξύ των κληρονόμων του θανόντος Ε1. Ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου - εναγομένου ότι η Δ1 ανέθεσε αποκλειστικά σ' αυτόν τη διεκπεραίωση της υποθέσεώς της, δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος ουσιαστικά, όσα δε αντίθετα κατέθεσε ο μαρτυράς του και βεβαίωσαν ένορκα οι μάρτυρες του δεν παρέχουν πίστη στο Δικαστήριο για το σχηματισμό αντίθετης δικανικής πεποιθήσεως, γιατί έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και κυρίως με αυτά που βεβαίωσε ένορκα και κατέθεσε ο σύζυγος της Δ1 και με αυτά που αυτή διέλαβε, τόσο στην προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή αγωγή κατά του εφεσίβλητου - εναγομένου, η οποία περιλήφθηκε στην ανακοίνωση της δίκης προς τον εκκαλούντα - ενάγοντα, που αναφέρθηκε, όσο και στη δήλωση της προς το Αμερικανικό Δικαστήριο, τα οποία αναφέρθηκαν και τα οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι ανταποκρίνονται προς την αλήθεια, λαμβανομένου υπόψη και ότι τόσο ο σύζυγος της Δ1, όσο και η ίδια είναι οι μόνοι που μπορούν να γνωρίζουν σε ποιούς έδωσε αυτή πράγματι την εντολή για το χειρισμό της υποθέσεώς της και ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ειλικρίνεια τους, γιατί δεν είχαν οποιοδήποτε λόγο να πουν ψέματα σε βάρος του εφεσίβλητου - εναγομένου.
Σε εκτέλεση της εντολής που έδωσε η Δ1 στους διαδίκους δικηγόρους και στον Φ1 ο εκκαλών - ενάγων συνέταξε την από 15-3-1999 έγγραφη δήλωση αυτής και της μητέρας της προς το Δ2 η οποία επιδόθηκε σ' αυτόν την ίδια ημέρα και με την οποία αυτές, αφού του υπέμνησαν την προηγούμενη από 2-12-1998 έγγραφη δήλωσή τους, που είχε επιδοθεί σ' αυτόν στις 26-1-1999, του γνωστοποίησαν την απόφαση τους να ορίσουν τον ... ως ελεγκτή, προκειμένου να διενεργήσει διαχειριστικό έλεγχο της περιόδου από 1-4-1995 μέχρι 15-3-1999. Επίσης συνέταξε αυτός (εκκαλών - ενάγων): 1) την από 18-3-1999 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων των Δ1 και Μ1 κατά του Δ2 με την οποία αυτές ζητούσαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών το διορισμό διαχειριστού της κοινής περιουσίας και της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η 31-3-1999, 2) την από 24-3-1999 αίτηση των Δ1 και Μ1 κατά του Δ2 στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί ο Δ2 να δώσει κατάλογο των στοιχείων της κληρονομιάς και να βεβαιώσει με όρκο την ακρίβεια αυτού και της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η 26-4-1999 και 3) την από 24-3-1999 κλήση των Δ1 και Μ1 κατά του Δ2 με την οποία τον καλούσαν να παραστεί στην εξέταση μαρτύρων, που θα πραγματοποιούσαν στις ... στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ελένη Μαρκογιαννάκη για τα θέματα της παραπάνω από 18-3-199 αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Και τα τρία αυτά δικόγραφα δεν υπογράφηκαν από τον εκκαλούντα - ενάγοντα, καίτοι αυτός ήταν ο συντάκτης τους, αλλά υπογράφηκαν από το δικηγόρο ... συνεργάτη του εφεσίβλητου - εναγομένου. Αυτό έγινε για λόγους τακτικής, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών - ενάγων. Άσχετα πάντως με αυτό, αποδείχθηκε ότι την επιμέλεια της συντάξεως αυτών και την επίσπευση εντεύθεν της συζητήσεως τους, καθώς και την επιμέλεια συντάξεως της από 15-3-1999 εγγράφου δηλώσεως, την είχε ο εκκαλών - ενάγων. Αυτό προκύπτει από την ένορκη βεβαίωση της δικηγόρου και συνεργάτιδας του εκκαλούντος - ενάγοντος Ζ1, η οποία είχε αρχειοθετήσει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου του τα σχέδια των δικογράφων αυτών, ενισχύεται δε η βεβαίωση της αυτή και από το γεγονός ότι το πρωτότυπο του πρώτου δικογράφου και τα πρωτότυπα των δύο εκθέσεων επιδόσεως των δύο πρώτων δικογράφων στο Δ2 τα έχει στο αρχείο του και τα προσκομίζει (εν πρωτοτύπω) ο εκκαλών - ενάγων .
Μετά την κοινοποίηση των παραπάνω δικογράφων η Δ1 κλήθηκε στις 26-3-1999 να μεταβεί στο γραφείο του εφεσίβλητου - εναγομένου, προκειμένου να ρυθμίσουν το ποσό της αμοιβής και των τριών δικηγόρων, ενόψει συζητήσεως της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων στις 31-3-1999 και ενόψει της πιθανολογούμενης συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς. Αυτή πήγε πράγματι στο γραφείο του εφεσίβλητου -εναγομένου, όπου την περίμεναν και οι τρεις δικηγόροι, οι οποίοι προηγουμένως είχαν συζητήσει και είχαν αποφασίσει, ενόψει της πιθανολογούμενης αξίας του μεριδίου της στην κληρονομιά, να απαιτήσουν ως αμοιβή και των τριών το ποσό των 3.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. συνολικά. Το ποσό αυτό της αμοιβής τους το ανακοίνωσε στην Δ1 ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, ενεργώντας για λογαριασμό και των άλλων δύο συναδέλφων του. Μετά την ανακοίνωση αυτή ο εφεσίβλητος - εναγόμενος της έδωσε και αυτή υπέγραψε την από 26-3-1999 έγγραφη δήλωση, με την οποία αυτή δήλωνε κατά λέξη τα εξής "Χ1 αναθέτω στο γραφείο σου την υπεράσπιση των συμφερόντων μου δικαστικά ή εξώδικα σχετικά με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας μου στην περιουσία του "Ομίλου Ε1", επειδή πιστεύω ότι θα κάνεις το κάθε τι που είναι απαραίτητο για τη δικαίωση μου. Στην περίπτωση επιλύσεως της διαφοράς μου, είτε με δικαστικό αγώνα είτε με συμβιβασμό τον οποίο εσύ θα μου προτείνεις ως συμφερότερο, θα δικαιούσαι αμοιβής ίσης με ποσοστό .....επί της αξίας του μεριδίου που θα λάβω, το οποίο θα σου καταβληθεί σε μετρητά".
Στη δήλωση αυτή ο εφεσίβλητος - εναγόμενος στηρίζει τον ισχυρισμό του ότι η Δ1 ανέθεσε σ' αυτόν αποκλειστικά την εντολή διεκπεραίωσης της υποθέσεώς της και ότι το ποσό των 3.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. συμφωνήθηκε ως αμοιβή του. Ωστόσο, η δήλωση αυτή της Δ1 ερμηνευόμενη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δεν έχει την έννοια ότι αυτή ανέθεσε αποκλειστικάστον εφεσίβλητο - εναγόμενο την ημέρα αυτή την εντολή για το χειρισμό της υποθέσεως της, ούτε ότι το ποσό των 3.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. συμφωνήθηκε ως αμοιβή δική του και μόνο, αφού, όπως αναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι αυτή είχε ήδη αναθέσει προφορικά και στους τρεις την εκπροσώπησή της, ενωρίτερα, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο εκκαλών - ενάγων είχε ήδη προβεί ήδη στις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, που αναφέρθηκαν και αφού δεν αναφέρεται στη δήλωση αυτή ότι αυτή ανακάλεσε την εντολή της από τους άλλους δύο δικηγόρους. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από αυτά που βεβαίωσε ένορκα κατά λέξη ο σύζυγος της Δ1 ο οποίος βεβαίωσε σχετικά κατά λέξη τα εξής: "Στις 26-3-1999 κλήθηκε η σύζυγος μου να μεταβεί στο γραφείο του Χ1 όπου την περίμεναν και οι τρεις δικηγόροι, προκειμένου να ρυθμίσουν οριστικά το ποσό της αμοιβής τους. Εκεί της ανακοινώθηκε ότι είχαν αποφασίσει και οι τρεις ως συνολική αμοιβή για την περίπτωση που τελείωνε η συμβιβαστική ρύθμιση και η διανομή της περιουσίας, στο ποσό των 3.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. και για τους τρεις δικηγόρους. Η σύζυγος μου, αν και θεώρησε ότι η αμοιβή ήταν πολύ μεγάλη δέχθηκε και συμφώνησε με το ύψος της αμοιβής. Τότε ο κ. Χ1 έδωσε ένα έγγραφο στη σύζυγο μου, λέγοντας ότι είναι τυπικό για να το θυμόμαστε τι είπαμε, να το υπογράψει, η οποία και το έπραξε". Επίσης ενισχύεται και από όσα κατέθεσε σχετικά ο ίδιος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στη δίκη, που αναφέρθηκε.
Τέλος η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι όχι μόνο δεν αναγράφηκε στη δήλωση αυτή το ποσό της αμοιβής, αν και είχε ανακοινωθεί στην Δ1 ως ενιαία συνολική αμοιβή το ποσό των 3.000.000 δολαρίων, αλλά και από το ότι, ενώ ανακοινώθηκε σ' αυτή ως ενιαία συνολική αμοιβή το ποσό αυτό, αναγράφηκε σ' αυτή ως αμοιβή "ποσοστό.....επί της αξίας του μεριδίου", χωρίς μάλιστα να προσδιορίζεται αυτό. Επίσης ενισχύεται και από τα διαλαμβανόμενα στην προσεπίκληση και στην ενωμένη με αυτή αγωγή της Δ1 η οποία περιλήφθηκε στην ανακοίνωση της δίκης προς τον εκκαλούντα - ενάγοντα, που αναφέρθηκε, στην οποία αναφέρονται πέραν των άλλων κατά λέξη και τα εξής: "Γι' αυτό....την 26-3-1999 ειδοποιήθηκα από τον προσεπικαλούμενο Χ1 να προσέλθω στο γραφείο του, ώστε με την παρουσία και των Ψ1 και Φ1 να ρυθμιστεί ενιαία το ζήτημα της αμοιβής των δικηγόρων μου, που από κοινού με εκπροσωπούσαν. Η ρύθμιση αυτή έγινε με τον εξής τρόπο: Ο προσεπικαλούμενος μου ζήτησε να εξέλθουμε από το προσωπικό του γραφείο, στο οποίο παρέμειναν οι Ψ1 και Φ1 μου ανακοίνωσε δε όταν είμαστε οι δυο μας (έξω από το προσωπικό του γραφείο) ότι το ποσό, που από κοινού οι δικηγόροι αυτοί είχαν συμφωνήσει να μου προτείνουν, ανερχόταν, σύμφωνα με την από αυτούς αποτιμηθείσα αξία των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς και τις διατάξεις του κώδικα των δικηγόρων σε τρία εκατομμύρια (3.000.000) δολλάρια Η.Π.Α., το οποίο θα επιμεριζόταν κατ' ίσα μέρη στους τρεις πιο πάνω δικηγόρους μου. Το ποσό αυτό ήταν υπέρογκο, παρόλα αυτά όμως συμφώνησα να το καταβάλλω, καθώς οι υπηρεσίες των δικηγόρων μου ήταν απαραίτητες σε μένα ενόψει του επικείμενου ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού (το οποίο θα υπογραφόταν την 30-3-1999). Μου έδωσε μάλιστα και υπέγραψα μια επιστολή, στην οποία αναφερόταν η υποχρέωση μου". Αλλά και από τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις της Δ1 κατά του εφεσίβλητου - εναγομένου στη δίκη αυτή επί της προσεπικλήσεώς της και της ενωμένης με αυτή αγωγής της κατά αυτού ενισχύεται η ίδια κρίση, αφού αναφέρονται κατά λέξη σ' αυτές και τα εξής: "Στην πραγματικότητα η κοινή εντολή μου προς τον ενάγοντα Φ1 τον προσεπικληθέντα - εναγόμενο και τον Ψ1 δόθηκε πριν τις 26-3-1999, ημερομηνία κατά την οποία συμφωνήθηκε το ποσό της αμοιβής (3.000.000 δολλάρια Η.Π.Α. και για τους τρεις δικαιούχους) και ζητήθηκε από τον προσεπικληθεντα - εναγόμενο η υπογραφή από εμένα της εν λόγω επιστολής όχι ως συστατικής της εντολής, που είχε πολύ ενωρίτερα ήδη δοθεί, αλλά για προσωπική κατοχύρωση του προσεπικληθέντος - εναγομένου, ως βεβαίωση της υποχρεώσεως μου για καταβολή αμοιβής".
Από τα παραπάνω προκύπτει και ότι ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου - εναγομένου ότι στις 26-3-1999, που πήγε στο γραφείο του η Δ1 δεν παραβρισκόταν εκεί ο εκκαλών-ενάγων, ούτε ο Φ1 είναι αβάσιμος ουσιαστικά, αυτά δε που βεβαίωσε ένορκα σχετικά ο συνεργάτης του στο γραφείο του δικηγόρος ... δεν ανταποκρίνονται προς την αλήθεια.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 30-3-1999 συνήλθαν στο γραφείο του εφεσίβλητου - εναγομένου οι δικηγόροι Θ2 και Θ1 από την πλευρά του Δ2 και οι διάδικοι με τον Φ1 από την πλευρά της Δ1 και της Μ1 και μετά από πολύωρες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις επιτεύχθηκε συμφωνία συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των κληρονόμων του Ε1 και καταρτίσθηκε προς τούτο το από 30.3.1999 ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο υπεγράφη αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας από τους συμβαλλόμενους κληρονόμους επί παρουσία των δικηγόρων τους. Μάλιστα όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών - ενάγων και όπως προκύπτει από την ένορκη βεβαίωση του συζύγου της Δ1 ο εφεσίβλητος - εναγόμενος δεν παρευρισκόταν σε όλη τη διάρκεια των συζητήσεων και των διαπραγματεύσεων, λόγω απασχολήσεώς του στο Πανεπιστήμιο. Με τη συμφωνία αυτή η μητέρα του θανόντος Μ1 παραχώρησε το 1/3 ποσοστό της επί της κληρονομιάς στους δύο εγγονούς της Μ2 και ... . Μετά την επίτευξη της συμφωνίας αυτής έγινε στις 15-4-1999 στα γραφεία της κοινής εταιρείας των κληρονόμων επί της οδού ... συνάντηση, στην οποία παραβρέθηκαν για λογαριασμό της Δ1 οι δικηγόροι Χ1 και Ψ1 καθώς και η συνεργάτης του τελευταίου δικηγόρος Ζ1 και έγινε η πρώτη διανομή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της κοινής περιουσίας, που αφορούσε μετοχές ορισμένων εταιρειών. Μετά τη διανομή αυτή ο εφεσίβλητος - εναγόμενος επικοινώνησε με την Δ1 και της ζήτησε να καταβάλει και στους τρεις δικηγόρους της ένα μέρος της αμοιβής τους, που είχαν συμφωνήσει. Προς τούτο αυτός, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό και των άλλων δύο συναδέλφων του παρέδωσε στην Δ1 τους αριθμούς πέντε τραπεζικών λογαριασμών σε τράπεζες του εξωτερικού, στους οποίους η Δ1 κατέθεσε, καθ' υπόδειξη αυτού, το ποσό των 2.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α., εκ των οποίων 200.000 δολλάρια Η.Π.Α, κατέθεσε σε λογαριασμό που ανήκε στον Φ1 200.000 δολάρια Η.Π.Α. κατέθεσε σε λογαριασμό που ανήκε στον εκκαλούντα - ενάγοντα και 1.600.000 δολάρια Η.Π.Α. κατέθεσε σε λογαριασμούς ελεγχόμενους από αυτόν (εφεσίβλητο - εναγόμενο). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η Δ1 κατέθεσε στις 26-4-1999: 1) 1.500.000 δολάρια Η.Π.Α. στην τράπεζα Cyprus Popular Bank (Fitzroy Branch London) στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, 2) 50.000 δολ. Η.Π.Α. στη Bank of Cyprus (Νikosia, Cyprus), στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, 3) 50.000 δολ. Η.Π.Α. στη Bank of Cyprus (Νikosia, Cyprus), στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, 4) 200.000 δολ. Η.Π.Α. στη Bank of Cyprus (Νikosia, Cyprus), στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, που ανήκε στον εκκαλούντα - ενάγοντα και 5) 200.000 δολ. Η.Π.Α. στη Bank de Swiss (Ζurich), που αντικαταστάθηκε μετά από την Dresdner Bank (Switzerland) Ltd, Geneva, στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό". Το ότι ο εφεσίβλητος -εναγόμενος, απαιτώντας από την Δ1 την καταβολή μέρους της αμοιβής τους, ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό και των άλλων δύο συναδέλφων του προκύπτει από την ένορκη βεβαίωση του συζύγου της Δ1 η οποία ενισχύεται και από τα διαλαμβανόμενα από αυτή στην προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή αγωγή, η οποία περιλήφθηκε στην ανακοίνωση της δίκης προς τον εκκαλούντα - ενάγοντα, που αναφέρθηκε, στην οποία αναφέρει σχετικά κατά λέξη τα εξής: "Με την πεποίθηση λοιπόν ότι το ποσό που μου ζητήθηκε αντιστοιχεί σε τμήμα της δικηγορικής αμοιβής όχι μόνο του προσεπικαλουμένου, αλλά και των Ψ1 και Φ1 κατέβαλα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δολάρια Η.Π.Α., τα οποία κατέθεσα σε πέντε (5) τραπεζικούς λογαριασμούς που ο Χ1 μου υπέδειξε ως εξής: 1.500.000 δολ. Η.Π.Α. στη Cyprus Popular Bank (Fitzroy Branch London), 50.000 δολ. Η.Π.Α. στη Bank of Cyprus (Νikosia, Cyprus), 50.000 δολ. Η.Π.Α. στη Βank of Cyprus (Νΐκοδία, €γρπΐδ), 200.000 δολ. Η.Π.Α. στη Βaηκ οf Cyprus (Νikosia, Cyprus) και 200.000 δολ. Η.Π.Α. στη Βanκ de Swiss (Ζurich), που αντικαταστάθηκε μετά από την Dresdner Bank (Switzerlan_ Ltd, Geneva)".
Στις 12-10-1999 έγινε δεύτερη διανομή των κοινών περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς του Ε1 που αφορούσε τα κοινά πλοία. Μετά τη διανομή αυτή ο εκκαλών - ενάγων, έχοντας υπόψη του ότι είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του έναντι της αμοιβής του μόνο το ποσό των 200.000 δολλαρίων Η.Π.Α., απευθύνθηκε στην Δ1 και διατύπωσε σχετικά παράπονα. Τότε η Δ1 τον ενημέρωσε ότι αυτή είχε καταβάλλει στις 26-4-1999 για λογαριασμό και των τριών δικηγόρων σε λογαριασμούς, που της είχε υποδείξει ο εφεσίβλητος - εναγόμενος το ποσό των 2.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α. συνολικά. Μετά από αυτά τις πρωινές ώρες της 8-11-1999 η Δ1 τηλεφώνησε στον εφεσίβλητο - εναγόμενο και του ζήτησε να συναντηθούν, πράγμα τοοποίο και έγινε τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας στο γραφείο του (εφεσίβλητου - εναγομένου). Στη συνάντηση αυτή ο εφεσίβλητος - εναγόμενος παραδέχθηκε ότι η Δ1 είχε καταβάλλει το ποσό των 2.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. και ότι αυτός παρακράτησε για τον εαυτό του το ποσό του 1.600.000 δολαρίων Η.Π.Α., αρνήθηκε δε να αποδώσει στον εκκαλούντα - ενάγοντα και στον Φ1 τα ποσά, που αναλογούσαν σ' αυτούς.
Πριν από τη συνάντηση αυτή στο γραφείο του εφεσίβλητου - εναγομένου, η Δ1 είχε συναντηθεί με τον εφεσίβλητο - εναγόμενο τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας στο ξενοδοχείο "..." στην .... Η συνάντηση αυτή αποδίδεται από τον εφεσίβλητο -εναγόμενο σε πρωτοβουλία αυτής, ενώ ο σύζυγός της βεβαίωσε ένορκα ότι η πρωτοβουλία της συναντήσεως ήταν του εφεσίβλητου - εναγομένου. Ως αιτία της συναντήσεως ο εφεσίβλητος - εναγόμενος επικαλείται ότι ήταν ο εκβιασμός της Δ1 από τον εκκαλούντα - ενάγοντα, ο οποίος απαιτούσε το μισό της αμοιβής, που είχαν συμφωνήσει. Αντίθετα ο σύζυγος της Δ1 βεβαίωσε ένορκα ότι ο εφεσίβλητος - εναγόμενος ζήτησε από τη σύζυγο του να αποκρύψει από τους άλλους δύο δικηγόρους το ύψος του συνολικού ποσού, που είχε καταβάλλει και να πει ότι είχε καταβάλλει μόνο το ποσό των 600.000 δολλαρίων Η.Π.Α., πράγμα το οποίο αρνήθηκε η σύζυγος του και τον ενημέρωσε ότι ήδη είχε ανακοινώσει στον εκκαλούντα - ενάγοντα το ύψος του ποσού, που είχε καταβάλλει.
Μετά την παραπάνω παραδοχή του ο εφεσίβλητος - εναγόμενος υπέγραψε στις 12-11-1999 την από 12-11-1999 έγγραφη δήλωση του με το εξής περιεχόμενο: "..., Όπως και προφορικά σας δήλωσα, το υπόλοιπο οφειλόμενο της δικηγορικής αμοιβής προς το γραφείο μου, σε υλοποίηση της από 26-3-1999 συμφωνίας μας, θα καταβληθεί, πέραν των όσων έχεις ήδη καταβάλλει, αποκλειστικώς και εξ ημισείας στους συναδέλφους κ.κ. Ψ1 και Φ1 σύμφωνα με τις ειδικότερες υποδείξεις τους. Πέραν τούτου ουδεμία αξίωση θα υπάρχει από την πιο πάνω συμφωνία απέναντι σου και ουδέν απολύτως οφείλεις, είτε σε εμένα είτε στους συναδέλφους μου Χ2, Ψ1 και Φ1 μέχρις ολοσχερούς περατώσεως της διαδικασίας διανομής της περιουσίας". Μετά τη δήλωση αυτή η Δ1 κατέβαλε αργότερα 200.000 δολλάρια Η.Π.Α. στον εκκαλούντα - ενάγοντα και 200.000 δολλάρια Η.Π.Α. στον Φ1. Στη συνέχεια ο μεν Φ1 άσκησε κατά της Δ1 την από 25-10-2001 αγωγή του, με την οποία ζήτησε, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να του καταβάλλε το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής 1.213.486 δολλαρίων Η.Π.Α. και επικουρικά το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής 1.342.353 δολλαρίων Η.Π.Α., ως δικηγορική αμοιβή του, η δε Δ1 άσκησε την από 31-1-2002 προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή αγωγή κατά του εφεσίβλητου - εναγομένου, με την οποία ζήτησε από αυτόν να παρέμβει προσθέτως υπέρ αυτής στη δίκη επί της αγωγής του Φ1 εναντίον της και σε περίπτωση που γίνει δεκτή αυτή, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι αυτός οφείλει να της καταβάλλει το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής κάθε ποσού, που θα αναγνωρισθεί ότι οφείλει αυτή να καταβάλλει στον Φ1 πέρα από το ποσό των 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α. Τόσο η αγωγή αυτή του Φ1 όσο και η προσεπίκληση με την ενωμένη με αυτή αγωγή απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 3456/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως απαράδεκτες, λόγω μεταβολής της βάσης της, όσον αφορά την αγωγή του Φ1 και λόγω του παρακολουθητικού της χαρακτήρα, όσον αφορά την προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή αγωγή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 197/2002 απόφαση του είχε κάνει δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή του Φ1 και είχε αναγνωρίσει ότι η Δ1 όφειλε να του καταβάλλει το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής 600.000 δολλαρίων Η.Π.Α. και αντίστοιχα είχε κάνει δεκτή και την παρεμπίπτουσα αγωγή της Δ1 και είχε αναγνωρίσει ότι ο εφεσίβλητος - εναγόμενος όφειλε να της καταβάλλει το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής 300.000 δολαρίων Η.Π.Α.
Μετά από αυτά ο Φ1 άσκησε κατά της Δ1 την από 21-10-2003 νέα αγωγή του, με την οποία ζήτησε, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να του καταβάλλει, ως αμοιβή, το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής 1.378.784,95 δολλαρίων Η.Π.Α. και επικουρικά το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής 1.378.429,12 δολλαρίων Η.Π.Α. και επικουρικότερα το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής 600.000 δολλαρίων Η.Π.Α. Επίσης η Δ1 άσκησε κατά του εφεσίβλητου - εναγομένου την από 1-12-2003 προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή αγωγή κατά του εφεσίβλητου - εναγομένου, με την οποία ζήτησε από αυτόν να παρέμβει προσθέτως υπέρ αυτής στη δίκη επί της αγωγής του Φ1 εναντίον της και σε περίπτωση που γίνει δεκτή αυτή, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί ότι αυτός οφείλει να της καταβάλλει το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής κάθε ποσού που θα αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλλει αυτή στον Φ1 πέρα από το ποσό των 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α., το οποίο συνομολογούσε ότι οφείλει σ' αυτόν, καθώς και την από 2-12-2003 ανακοίνωση δίκης προς τον εκκαλούντα - ενάγοντα, ο οποίος παρενέβη στη δίκη προσθέτως υπέρ αυτής (Δ1 Τόσο η αγωγή αυτή του Φ1 όσο και η προσεπίκληση με την ενωμένη με αυτή αγωγή έγιναν εν μέρει δεκτές από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την υπ' αριθμ. 293/2004 απόφαση του αναγνώρισε ότι η Δ1 οφείλει να καταβάλλει στον Φ1 το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής 600.000 δολλαρίων Η.Π.Α., ήτοι το υπόλοιπο της οφειλομένης σ' αυτόν αμοιβής από το ποσό του 1.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., που έκρινε ότι δικαιούταν αυτός από τη συνολική αμοιβή των 3.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., που επίσης έκρινε ότι είχαν συμφωνήσει οι τρεις δικηγόροι ως αμοιβή τους με την Δ1. Στη δε Δ1 αναγνώρισε ότι ο εφεσίβλητος - εναγόμενος οφείλει να της καταβάλλει το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α., λόγω του ότι αυτός από το ποσό των 2.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. που είχε καταβάλλει αυτή έναντι της αμοιβής και των τριών δικηγόρων της, αυτός παρακράτησε για τον εαυτό του το ποσό των 600.000 δολαρίων Η.Π.Α., αντίθετα προς τη συμφωνία περί ισοκατανομής της αμοιβής τους. Τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη από τις δίκες αυτές ο εκκαλών - ενάγων είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ της Δ1. Στο μεταξύ άσκησε και ο εκκαλών -ενάγων την κρινόμενη αγωγή του κατά του εφεσίβλητου - εναγομένου, με την οποία ζήτησε αυτά που αναφέρθηκαν.
Από όλα αυτά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι η Δ1 ανέθεσε από κοινού στους διαδίκους και στο δικηγόρο Φ1 την εντολή να χειρισθούν την υπόθεση της επίλυσης των κληρονομικών διαφορών που είχε με τον αδελφό της Δ2. Επίσης προκύπτει ότι οι διάδικοι δικηγόροι συνεργάστηκαν πράγματι μεταξύ τους και με τον Φ1 για την επίλυση της διαφοράς της και ότι μεταξύ τους συμφώνησαν, αφενός μεν να ζητήσουν ως αμοιβή για τη διεκπεραίωση της υποθέσεως της το ποσό των 3.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α. συνολικά και αφετέρου ότι η αμοιβή αυτή θα διανεμόταν μεταξύ τους κατ' ισομοιρία. Η συμφωνία αυτών περί κατ' ισομοιρία διανομής της αμοιβής μεταξύ τους προκύπτει από αυτά, που βεβαίωσε ένορκα ο σύζυγος της Δ1 ενισχύονται δε αυτά και από τα διαλαμβανόμενα στην προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή της Δ1 κατά του εφεσίβλητου -εναγομένου, η οποία αναφέρθηκε και η οποία περιλήφθηκε στην από 14-2-2002 ανακοίνωση της δίκης προς τον εκκαλούντα - ενάγοντα. Επίσης συνάγεται και από το γεγονός ότι η εντολή επιλύσεως των κληρονομικών διαφορών, όπως αναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι ανατέθηκε και στους τρεις από κοινού και όχι αποκλειστικά στον εφεσίβλητο - εναγόμενο, οπότε θα δικαιολογείτο προνομιακή συμμετοχή αυτού στην αμοιβή που συμφωνήθηκε.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους περί διαφορετικού ποσοστού συμμετοχής του καθενός στην αμοιβή αυτή, καθώς και από το ότι ούτε ο ίδιος ο εφεσίβλητος - εναγόμενος επικαλείται κάποια συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ τους, περί του ποσοστού συμμετοχής του εκκαλούντος - ενάγοντος και του Φ1 στην αμοιβή που συμφωνήθηκε με την Δ1 να τους καταβάλλει, αν και είναι αποδεδειγμένο και δεν αμφισβητείται ότι αυτοί συμμετείχαν και συνεργάστηκαν πράγματι με αυτόν στην επίλυση της διαφοράς της Δ1 από το οποίο συνάγεται ότι κάποια συμφωνία έγινε οπωσδήποτε μεταξύ τους για το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στην αμοιβή, που η Δ1 ανέλαβε την υποχρέωση να τους καταβάλει. Επίσης ενισχύεται και από το ότι, όπως αποδείχθηκε, ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, δεν είχε οποιαδήποτε ιδιαίτερη συμβολή στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς της Δ1 με τον αδελφό της, ώστε να δικαιολογείται η προνομιακή συμμετοχή αυτού στην αμοιβή, που συμφωνήθηκε. Αντίθετα μάλιστα, αποδείχθηκε ότι το κύριο βάρος του χειρισμού της υποθέσεως, λόγω της ειδικεύσεως του στο αντικείμενο της διαφοράς, το είχε ο εκκαλών - ενάγων, ο οποίος συνέχισε, όπως αναφέρθηκε, να προσφέρει σχεδόν αποκλειστικά μόνο αυτός τις υπηρεσίες του στην Δ1 και μετά το Νοέμβριο του 1999, που συνέβησαν αυτά που αναφέρθηκαν. Τέλος από αυτά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι από το ποσό των 2.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α., το οποίο η Δ1 κατέβαλε έναντι της αμοιβής και των τριών δικηγόρων της, ο εφεσίβλητος - εναγόμενος εισέπραξε για τον εαυτό του το ποσό του 1.600.000 δολαρίων Η.Π.Α., ήτοι εισέπραξε επί πλέον του ποσού του 1.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α., το οποίο δικαιούταν αυτός ως συνολική αμοιβή του από το συνολικό ποσό της αμοιβής των 3.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α. το ποσό των 600.000 δολλαρίων Η.Π.Α. Επίσης προκύπτει ότι εκκαλών - ενάγων είχε δώσει εντολή στον εφεσίβλητο - εναγόμενο και αυτός είχε αναλάβει την υποχρέωση να εισπράξει από την Δ1 και για λογαριασμό του (εκκαλούντος - ενάγοντος) την αναλογία του επί του ποσού της αμοιβής, που θα προκατέβαλε αυτή. Αυτό συνάγεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών - ενάγων ανακοίνωσε στον εφεσίβλητο εναγόμενο το λογαριασμό που είχε στην Τράπεζα Κύπρου, προκειμένου να μεριμνήσει για την κατάθεση από την Δ1 των χρημάτων, που αναλογούσαν σ' αυτόν, στην Τράπεζα αυτή, Η αναλογία του εκκαλούντος - ενάγοντος στο ποσό της προκαταβολής των 2.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α. ανερχόταν, με βάση τη συμφωνία τους περί ισομερούς κατανομής του ποσού της αμοιβής, που θα τους κατέβαλε η Δ1 στο ποσό των 666.666 δολαρίων Η.Π.Α. (2.000.000:3). Αντί όμως του ποσού αυτού ο εφεσίβλητος -εναγόμενος έδωσε εντολή και η Δ1 κατέθεσε στο λογαριασμό του εκκαλούντος - ενάγοντος στην παραπάνω τράπεζα μόνο το ποσό των 200.000 δολλαρίων Η.Π.Α., εισέπραξε δε αυτός και παρακράτησε παράνομα για τον εαυτό του από το ποσό αυτό της αμοιβής, που αναλογούσε στον εκκαλούντα - ενάγοντα, το ποσό των 466.666 δολλαρίων Η.Π.Α. (666.666 δολλάρια Η.Π.Α. το ποσό της αμοιβής που αναλογούσε στον εκκαλούντα - ενάγοντα - 200.000 δολλάρια Η.Π.Α., που κατατέθηκαν στο λογαριασμό του). Ωστόσο μετά τη γενόμενη από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο στις 12-11-1999 δήλωση περί παραιτήσεως του από την αμοιβή του επί του υπολοίπου ποσού της αμοιβής του 1.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α.. που όφειλε να καταβάλλει η Δ1 και στους τρεις δικηγόρους, το ποσό, που ο εφεσίβλητος - εναγόμενος έχει παρακρατήσει παράνομα για τον εαυτό του από το ποσό της αμοιβής που αναλογούσε στον εκκαλούντα - ενάγοντα από τη γενόμενη προκαταβολή των 2.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α., ανέρχεται στο ποσό των 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α., ήτοι στο ήμισυ του ποσού των 600.000 δολλαρίων Η.Π.Α., που εισέπραξε αυτός επί πλέον του ποσού του 1.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α., το οποίο δικαιούταν ως συνολική αμοιβή του. Το ποσό αυτό των 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α. ο εφεσίβλητος - εναγόμενος όφειλε να το αποδώσει στον εκκαλούντα - ενάγοντα, με βάση την εντολή, που του είχε δώσει αυτός, από την 26-4-1999 που κατατέθηκαν στο λογαριασμό του. Αντί αυτού όμως αυτός το παρακράτησε για τον εαυτό του και το ιδιοποιήθηκε παράνομα". Α). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αφού διαπίστωσε εμμέσως αλλά σαφώς κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την ύπαρξη αμφιβολίας και κενού σχετικά με την έννοια της προαναφερόμενης βούλησης της Δ1 στην από 25.3.1999 έγγραφη δήλωσή της ατομικά προς τον αναιρεσείοντα δικηγόρο ως προς το εάν: 1)ανατέθηκε αποκλειστικά τελικά στον τελευταίο η εντολή διεκπεραίωσης της υπόθεσης και εάν η δήλωση αυτή απέκλειε παρόμοια άτυπη ανάθεση και στον αναιρεσίβλητο και 2) εάν προσδιορίστηκε με την ίδια δήλωση η συνολική συμφωνημένη αμοιβή και εάν αυτή αφορούσε ατομικά τον αναιρεσείοντα ή ενιαία και τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, εξ άλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, κατά τα ανωτέρω, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δικαιολογούν την ως άνω έννοια της δια δήλωσης βούληση, με βάση τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 (όπως εκτιμάται) και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της έλλειψης παραδοχής ως προς το εάν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στην ίδια πιο πάνω δήλωση, (που δεν ήταν αναγκαία), την οποία στη συνέχεια ερμήνευσε και συμπλήρωσε με την αξιολόγηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ως προς τα δύο προαναφερθέντα κρίσιμα ουσιαστικά ζητήματα, κρίνεται ως αβάσιμος. Β). Εξ άλλου, το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει ο τελευταίος για καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής του από τη σύμπραξή του ως εντολοδόχου δικηγόρου στην κατάρτιση συμβιβασμού, την οποία (αμοιβή) εισέπραξε στο πλαίσιο παρεπόμενης εντολής ο αναιρεσείων δεν την απέδωσε σ' αυτόν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθ. 173 του ν.δ. 3026/1954 που δεν ήταν εφαρμοστέα, ούτε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 124 του ν.δ. 3026/1954 και 871 του Α.Κ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της πραγματικής συμμετοχής του αναιρεσίβλητου ισότιμα στις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη του συμβιβασμού, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και της σύμπραξης σαυτήν κατά την οποία οι αντίδικοι Δικηγόροι ούτε συνέταξαν πρακτικά ούτε συνυπέγραψαν το έγγραφο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου για την καταβολή της συμφωνημένης με την εντολίδα δικηγορικής αμοιβής εκ μέρους των αντιδίκων, την οποία εισέπραξε στο σύνολό της ο αναιρεσείων και αρνήθηκε να αποδώσει το αναλογούν μέρος της στο αναιρεσίβλητο. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία επί του ουσιώδους ζητήματος: 1) αν υφίστατο ή όχι συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και του συνεντολέων τους Φ1 περί της κατ' ισομοιρία διανομής της αμοιβής των 3.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α. και 2) εάν υπήρξε η όχι εντολή του αναιρεσίβλητου προς τον αναιρεσείοντα για την είσπραξη της ένδικης αμοιβής από τον εντολέα των διαδίκων, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 121 του ν.δ. 3026/1954 και 361, 713, 871 του Α.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αντίστοιχα από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο τηςαναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρ'αυτού με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα (σχετικά) με αριθμούς 17 και 29 έως 79.
Υποστηρίζει δε ο αναιρεσείων ότι αν λάμβανε υπόψη του το Εφετείο τα πιο πάνω έγγραφα θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε ότι δηλαδή και ο αναιρεσίβλητος - ενάγων ενήργησε στη συγκεκριμένη περίπτωση ως συνεντολοδόχος του αναιρεσείοντος - εναγομένου στον ένδικο συμβιβασμό και η συμφωνημένη αμοιβή των 3.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α. αφορούσε τον αναιρεσίβλητο. Όμως, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω σχετικά έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος στο σύνολό του.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ο ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. Α.Π. 18/1998, Α.Π. 571/2004). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 713 του Α.Κ., που ορίζει ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, προκύπτει ότι η εντολή, παρά τη μονομερή σε βάρος του εντολοδόχου δημιουργούμενη υποχρέωση, δεν έχει το χαρακτήρα της μονομερούς απευθυντέας δικαιοπραξίας αλλά εκείνο της σύμβασης που συνάπτεται με τη σύμπτωση δύο δηλώσεων βουλήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 12.2.2003 αγωγής του αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι με αυτή ιστορούνται τα ακόλουθα σε σχέση με την κατάρτιση της ένδικης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εντολής: "Την 15η Απριλίου 1999 έγινε η πρώτη διανομή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της κοινής περιουσίας, μεταξύ της εντολέως μας και του αδελφού της. Επ'ευκαιρία της διανομής αυτής ο Χ1 (εναγόμενος) ανέλαβε για λογαριασμό και των τριών δικηγόρων να ανακοινώσει τραπεζικούς λογαριασμούς όλων μας, τους οποίους του παραδώσαμε, προκειμένου να γίνει σ' αυτούς η κατάθεση της αμοιβής καθενός από εμάς. Παράλληλα, εγώ προσωπικά και ανεξάρτητα από τον δικηγόρο Φ1 την 20-4-1999, στο επί της οδού ...δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, παραδίδοντας του στοιχεία του με αριθμό ... τραπεζικού λογαριασμού, τηρουμένου στην Τράπεζα Κύπρου, κατάστημα ..., έδωσα εντολή στον εναγόμενο να εισπράξει την αμοιβή μου, η οποία ήταν το 1/3 του συνολικού ποσού που θα κατέβαλε εκείνη και να την καταθέσει στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό, που του υπέδειξα και στοιχεία αυτού (λογαριασμού) του παρέδωσα. Πράγματι, διεπίστωσα ότι κατατέθηκε την 26-4-1999 στον ανωτέρω λογαριασμό που είχα δώσει το ποσό των 200.000 δολαρίων Η. Π. Α., ο δε εναγόμενος ανακοίνωσε εις εμέ και τον Φ1 ότι η εντολεύς μας κατέβαλε ως συνολική προκαταβολή έναντι της αμοιβής των 3.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α. μόνον 600.000 δολλάρια Η.Π.Α., δηλαδή 200.000 εις έκαστον και ότι θα καταβάλλει τα υπόλοιπα τμηματικά. Στις 12-10-1999, μεταξύ των τότε αντιδίκων, διενεμήθησαν και τα κοινά πλοία και ένα μέρος μετρητών. Ως ήταν επόμενο και με τις διαβεβαιώσεις του Χ1 (εναγομένου), ο οποίος σύμφωνα με τα ανωτέρω μεριμνούσε και για λογαριασμό μου για την είσπραξη της αμοιβής, ανέμενα, μετά τη διανομή αυτή, να μου κατατεθεί το δεύτερο μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής. Αλλά η εντολεύς σιγούσε και τότε απευθύνθηκα σ' αυτήν με παράπονο γιατί δεν μας πληρώνει και αν έχει κάποιο παράπονο από εμάς. Έκπληκτος άκουσα τη δήλωση της ότι είχε καταβάλλει τον Απρίλιο του 1999, για λογαριασμό και των τριών (3) δικηγόρων στους λογαριασμούς που είχε υποδείξει ο Χ1 (εναγόμενος), το συνολικό ποσό των 2.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α. και όχι 600.000, όπως εγώ υποστήριζα, πεισθείς στα όσα με είχε διαβεβαιώσει αναληθώς ο εναγόμενος. Όπως σαφώς προκύπτει από το ιστορικό της αγωγής που προπαρατέθηκε, εγώ, από κοινού με το συνάδελφο δικηγόρο Φ1 και τον εναγόμενο, είχα αναλάβει την υπεράσπιση των συμφερόντων της Δ1 ειδικότερα δε την επιδίωξη της δικαστικής ή εξώδικης ικανοποίησης των οικονομικών της απαιτήσεων έναντι του ζώντος αδελφού της Δ2 σε σχέση με την μέχρι τότε (αρχές Φεβρουαρίου του έτους 1999) αδιανέμητη περιουσία του Ομίλου Επιχειρήσεων που είχε δημιουργήσει ο θανών Ε1. Είχαμε, περαιτέρω, οι τρεις δικηγόροι συμφωνήσει να ζητήσουμε ως δίκαιη και εύλογη δικηγορική αμοιβή για τη διευθέτηση των ως άνω περιουσιακών διαφορών της εντολέως μας, Δ1 το συνολικό ποσό των 3.000.000 δολλαρίων Η.Π.Α., το οποίο ισομερώς θα κατενέμετο μεταξύ μας, το οποίο προέκυπτε σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων, μετά τον κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας κατά προσέγγιση προσδιορισμό της αξίας του μεριδίου της.
Προς τούτο, δηλαδή προς την απολαβή της ως άνω δικηγορικής μου αμοιβής, εγώ παρείχα τη σαφή και ξεκάθαρη εντολή προς τον εναγόμενο να ανακοινώσει το συνολικό ποσό αμοιβής στην εντολέα μας, όπερ και έπραξε και να υποδείξει στην εντολέα μας τον αριθμό τραπεζικού λογαριασμού μου, στον οποίο επιθυμούσα να κατατεθεί από την εντολέα μας το ποσό της δικηγορικής αμοιβής που μου αναλογούσε, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Παρά ταύτα, ο εναγόμενος εισέπραξε γα λογαριασμό μου το ποσό των 666.666 δολλαρίων ΗΠΑ (δολλάρια Η.Π.Α. 3.000.000:3) και μου απέδωσε μόνο 200.000 δολλάρια ΗΠΑ. Κατά συνέπεια ο εναγόμενος ανέλαβε για λογαριασμό μου την υποχρέωση να παρέξει στην εντολέα μας τον τραπεζικό λογαριασμό που προσωπικά του παρέδωσα και στον οποίο επιθυμούσα να γίνει η κατάθεση των χρημάτων αυτών - είτε ολόκληρου του ως άνω ποσού είτε μέρους αυτού (προκαταβολής), κατά το χρόνο που είχε συμφωνηθεί με την εντολέα μας. Η υποχρέωση δε αυτή αναλήφθηκε από τον εναγόμενο χωρίς ουδεμία συμφωνία περί καταβολής σ' αυτόν εκ μέρους μου αμοιβής ή οποιασδήποτε φύσης ανταλλάγματος. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα συνήφθη μεταξύ εμού και του εναγομένου άτυπη σύμβαση εντολής, περιεχόμενο της οποίας ήταν η εκ μέρους του εναγομένου και για λογαριασμό μου διενέργεια όλων των απαραίτητων θετικών πράξεων για τη διεκπεραίωση της υποθέσεως μου, η οποία συνίστατο στην παροχή προς την κοινή εντολέα - πελάτισσα μας Δ1 του αριθμού του τραπεζικού λογαριασμού που του υπέδειξα, προκειμένου να κατατεθεί σ' αυτόν το ανωτέρω ποσό της δικαιούμενης από εμέ αμοιβής - είτε ολόκληρο είτε μέρος αυτού (προκαταβολή), κατά το χρονικό διάστημα που είχε συμφωνηθεί με την εντολέα μας. Οι οδηγίες, δηλαδή, που είχα δώσει στον εναγόμενο για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης που του ανέθεσα με την εντολή ήταν σαφέστατες και απολύτως δεσμευτικές γι' αυτόν, ενόψει και του ιδιαίτερα σημαντικού για εμένα οικονομικού ενδιαφέροντος της προς διεκπεραίωση υποθέσεως μου κι έπρεπε ο εναγόμενος να τις ακολουθήσει κατά γράμμα, χωρίς να παρεκκλίνει από αυτές, όπως ήταν υποχρεωμένος να πράξει λόγω της σύμβασης εντολής που μας συνέδεε".
Με το πιο πάνω περιεχόμενό της και το αντίστοιχο αίτημά της η αγωγή του αναιρεσίβλητου είναι (νομικά) ορισμένη, αφού περιέχονται σ'αυτήν όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. του Α.Κ. απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος για καταβολή του ποσού της αμοιβής του αναιρεσίβλητου, που εισέπραξε για λογαριασμό του και κατόπιν εντολής του ο αναιρεσείων και ειδικώτερα περιέχεται σ'αυτήν το κατά τα ανωτέρω αναγκαίο στοιχείο της προηγηθείσας κατάρτισης της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων για την είσπραξη της αμοιβής. Με το ν' αποφανθεί δε το Εφετείο ότι η αγωγή ήταν νομικά ορισμένη και νομικά βάσιμη χωρίς ν' αξιώσει, κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα και τη ζητούμενη έννομη προστασία, την αναφορά σ'αυτήν και άλλων στοιχείων δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων 713 του Α.Κ. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνεται αβάσιμος. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 720 του Α.Κ. ο εντολοδόχος, αν χρησιμοποίησε για τον εαυτό του χρήματα του εντολέα, οφείλει τόκο γι'αυτά από τότε που τα χρησιμοποίησε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ως νόμιμο και βάσιμο παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας της αγωγής του αναιρεσίβλητου με τις ακόλουθες σκέψεις: "Περαιτέρω από αυτά που έγιναν δεκτά ότι αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι η κρινόμενη αγωγή είναι βάσιμη και ουσιαστικά εν όλω όσον αφορά τη βάση της τη στηριζόμενη στις διατάξεις περί εντολής, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή αυτή κατά τη βάση της αυτή και να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος - εναγόμενος να καταβάλει στον εκκαλούντα - ενάγοντα το ισόποσο δε αυτού κατά την ημέρα της πληρωμής 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α. με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 26.4.1999, που ζητάει ο εκκαλών - ενάγων με την αγωγή του, αφού από τότε αυτός χρησιμοποίησε για τον εαυτό του τα χρήματα αυτά τα εισέπραξε για λογαριασμό του εκκαλούντος - ενάγοντος εντολέα τους και σύμφωνα με το άρθρο 720 του Α.Κ. οφείλει τόκους, από τότε που τα χρησιμοποίησε". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις το παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας της αγωγής, που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 720 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της χρησιμοποίησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος του ποσού της ένδικης αμοιβής από τότε που το εισέπραξε για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου με την ιδιότητα του εντολοδόχου εκείνου, και με την κατάθεση του στους προαναφερθέντες τραπεζικούς την αλλοδαπή λογαριασμούς του αναιρεσείοντος κατά τις προηγηθείσες παραδοχές δικαιολογούν την ουσιαστική παραδοχή του αγωγικού αιτήματος τοκοδοσίας από του χρόνου της χρησιμοποίησης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον έβδομο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της χρησιμοποίησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος των χρημάτων της αμοιβής του αναιρεσίβλητου που εισέπραξε κατόπιν εντολής του και τα αντίστοιχα επιχειρήματά του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το γεγονός ότι πίστευε ότι το συγκεκριμένο ποσό της αμοιβής ανήκει προσωπικά στον ίδιο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, αποκλειστικά η ουσιαστική κρίση της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. V. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ'αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 772/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποί, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι η υπερημερία του εναγομένου διήρκεσε από την 26.4.1999 που χρησιμοποίησε το ένδικο ποσό. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος έβδομος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9721/20058 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε σε χίλια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή