Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1527 / 2013    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1527/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της Εταιρείας με την επωνυμία ΚΑΡΛΤΟΝ ΜΑΡΙΝΕ ΚΟΜΠΑΝΥ ΛΙΜΙΤΕΝΤ (KARLTON MARINΕ COMPANY LIMITED), που εδρεύει στην ... και νόμιμα εκπροσωπείται η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του εν …του …εδρεύοντος Νηογνώμονος υπό την επωνυμία "LLOYD'S REGISTER", πρώην LLOYD'S REGISTER OF SHIPPING, νομίμως εκπροσωπουμένου, και 2. Της εταιρείας με την επωνυμία "HELLENIC LLOYD'S Α.Ε {πρώην "ΛΛΟΥΔ'Σ ΡΕΤΖΙΣΤΕΡ ΝΗΟΓΝΩΜΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (LLOYD'S REGISTER OF SHIPPING INDUSTRIAL SERVICES S.A)}, εδρεύουσας στον …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σιούφα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιανουαρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4168/2000, 5203/2001 μη οριστικές και 744/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2007 προδικαστική και 61/2008 τελεσίδικη του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Ιουνίου 2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 649/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως. Ηδη με την από 11 Οκτωβρίου 2011 κλήση των αναιρεσιβλήτων η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 21-5-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο της 7-1-2013. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 11 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1-3 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4εδ.γ'και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 575εδ.β' ΚΠολΔ και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου. Περαιτέρω ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/13.11.2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, που ρυθμίζει τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται όταν στις υποθέσεις αυτές πρέπει μια δικαστική ή εξώδικη πράξη να διαβιβασθεί από ένα κράτος μέλος σε άλλο για να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί, δεν εφαρμόζεται όμως όταν η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης είναι άγνωστη (άρθρ. 1§§1&2 του Κανονισμού). Σύμφωνα έτσι με όσα στον Κανονισμό αυτό ορίζονται, η υπηρεσία παραλαβής του κράτους, στο οποίο διαβιβάστηκε η προς επίδοση πράξη, επιδίδει ή κοινοποιεί το συντομότερο δυνατόν την πράξη και οπωσδήποτε εντός μηνός από την παραλαβή ή μεριμνά προς τούτο είτε κατά το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής είτε κατά την ειδική μέθοδο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης, εφόσον αυτή δεν αντιβαίνει στο δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους (άρθρ. 7§§1&2), μετά δε την ολοκλήρωση των διατυπώσεων επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι του Κανονισμού, η οποία αποστέλλεται στην αρχή του κράτους μέλους που τη διαβίβασε (άρθρ. 10§1). Για την περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, τον οποίο αφορά η επίδοση εγγράφου εισαγωγικού δίκης ή άλλης ισοδύναμης πράξης, που διαβιβάστηκε για το σκοπό αυτό σε άλλο κράτος μέλος, προβλέπεται στον Κανονισμό ότι ο δικαστής υποχρεούται να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε, όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους της παραλαβής, προκειμένου για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων στα πλαίσια διαδικασιών εντός του κράτους αυτού κατά προσώπων που βρίσκονται στην επικράτειά του ή β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλο τρόπο, προβλεπόμενο από τον Κανονισμό, καθώς και ότι και στις δυο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί (άρθρ. 19§1). Ωστόσο παρέχεται σε κάθε κράτος μέλος η ευχέρεια να δηλώσει κατά το άρθρ. 23§1 του Κανονισμού ότι οι δικαστές του μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον Κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμόδιων αρχών ή φορέων του κράτους παραλαβής (άρθρ. 19§2). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι με την υπ' αριθ. 649/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 61/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς κηρύχθηκε απαράδεκτη κατά τη δικάσιμο της 21.2.2011 και η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 21.12.2012 δυνάμει της από 11.10.2011 κλήσης των αναιρεσιβλήτων. Αντίγραφο της κλήσης αυτής επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προκειμένου το αντίγραφο αυτό να διαβιβαζόταν ακολούθως στις κυπριακές αρχές με σκοπό την επίδοσή του στην εδρεύουσα στη …της …αναιρεσείουσα εταιρεία. Πράγματι το αντίγραφο της κλήσης διαβιβάστηκε στις 22.11.2011 στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κύπρου, πλην δεν κατέστη δυνατή η επίδοσή του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, διότι, όπως αναγράφεται στη σχετική από 3.2.2012 βεβαίωση της αρμόδιας κυπριακής αρχής, που συντάχθηκε με στοιχεία MJPO.12.24.002.06(77) κατά το άρθρ. 10 του εφαρμοζόμενου για τις επιδόσεις μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, η αναιρεσείουσα εταιρεία είναι άγνωστη στην αναγραφόμενη στο αναιρετήριό της διεύθυνση …., κτήριο …, γραφείο …, …, στην οποία είναι αντίθετα εγκατεστημένη εταιρεία με την επωνυμία CARLTON και όχι KARLTON MARINE Co LTD. Ωστόσο από την παραπάνω βεβαίωση δεν προκύπτει εξ αντιδιαστολής ότι είναι γενικώς άγνωστη η διεύθυνση της αναιρεσείουσας εταιρείας, αν υποτεθεί ότι αυτή είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο από την εταιρεία CARLTON MARINE Co LTD, ώστε να πρέπει να γίνει επίδοση κατά το άρθρ. 135§1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς εφόσον έκτοτε δεν περιήλθε στις ελληνικές αρχές βεβαίωση των κυπριακών αρχών ότι η επίδοση στην αναιρεσείουσα της από 11.10.2011 κλήσης είναι τελικώς αδύνατη στην Κύπρο, υπάρχει στην ουσία έλλειψη βεβαίωσης ως προς τη δυνατότητα ή την αδυναμία ολοκλήρωσης εκεί της παραγγελθείσας επίδοσης, μολονότι από τη διαβίβαση της ως άνω κλήσης στις κυπριακές αρχές παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών μέχρι την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο της 7.1.2013, στην οποία, με αίτημα των αναιρεσιβλήτων, η υπόθεση αναβλήθηκε από την προηγούμενη δικάσιμο της 21.5.2012. Πρέπει έτσι κατ' εφαρμογή του άρθρ. 19§2 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/ 13.11.2007 σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης ερήμην της αναιρεσείουσας, αλλά σαν να ήταν και αυτή παρούσα, αφού ναι μεν αυτή δεν παρέστη κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 21.5.2012, όμως η αναβολή της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο αυτή και η μεταφορά της στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου της 7.1.2013 ισχύει ως κλήτευσή της για τη νέα δικάσιμο. 2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 61/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 60/2007 προδικαστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου δέχθηκε την από 26.6.2005 έφεση της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 744/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που η απόφαση αυτή μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 4168/2000 και 5203/2001 προδικαστικών αποφάσεων του ίδιου Πρωτοδικείου είχε απορρίψει για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και ως αόριστη ως προς τη δεύτερη αυτών την από 18.1.1999 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την κύρια βάση της από το αδίκημα, αναφορικά ειδικότερα με την αναγόμενη στο έτος 1997 αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντιδίκων της, απέρριψε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) ως μη νόμιμη και κατά το μέρος αυτό της κύριας βάσης της την ένδικη αγωγή, η οποία είχε με την πρωτόδικη απόφαση απορριφθεί και κατά τις λοιπές βάσεις της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ),είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 3. Κατά το άρθρ. 26 ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, συντελούνται στο έδαφος περισσότερων πολιτειών, εναπόκειται στον ζημιωθέντα η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου (ΑΠ 295/2000). Περαιτέρω από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι το δίκαιο της πολιτείας, στο έδαφος της οποίας διαπράχθηκε το αδίκημα, ρυθμίζει όχι μόνο τις προϋποθέσεις με τις οποίες ορισμένη συμπεριφορά συνιστά αδίκημα και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, την έκταση της οποίας επίσης ρυθμίζει, καθώς και την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, αλλά κατά το δίκαιο αυτό κρίνεται και το ζήτημα της συρροής ή μη συμβατικής με αδικοπρακτική ευθύνη, όταν η παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης ενέχει και τα στοιχεία αδικήματος, χωρίς πάντως να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι τα δυο είδη ευθύνης ενδέχεται να ρυθμίζονται από το δίκαιο διαφορετικών πολιτειών (ΑΠ 1145/2003). Έτσι κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ, που χαρακτηρίζει ως αδίκημα την παράνομη και υπαίτια επαγωγή ζημίας σε άλλον, μπορεί και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη, αν είναι και καθεαυτή παράνομη, δηλαδή και χωρίς τη συμβατική σχέση, όπως συμβαίνει και όταν παραβιάζεται το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 767/1973? ΑΠ 212/2000? 335/2003). Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αποδιδόμενη με την ένδικη αγωγή στους αναιρεσιβλήτους αδικοπρακτική συμπεριφορά, όπως αυτή εκτιμήθηκε από την παραδεκτά επισκοπούμενη εφετειακή απόφαση (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), συνίσταται στο ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά τα τέλη του έτους 1994, στον …, υπέδειξαν στην αναιρεσείουσα, με την οποία ο πρώτος αυτών είχε, με τη μεσολάβηση της δεύτερης, συνάψει ως Νηογνώμων σύμβαση παρακολούθησης του πλοίου της M/V VOCEAN, σημαίας Κύπρου, εσφαλμένες επισκευές, που η αναιρεσείουσα πραγματοποίησε και ζημιώθηκε, "ήτοι από αμέλεια υπέδειξαν τη μετατροπή των υπ' αριθ. 1, 2 και 3 πλευρικών δεξαμενών έρματος του πλοίου σε κενούς χώρους, αντί να επιμείνουν στην πλήρη επισκευή αυτών, ή, υπαλλακτικώς, να επιμείνουν σε αντικαταστάσεις των ελασμάτων και ενισχυτικών, όταν οι δεξαμενές μετατρέπονταν σε κενούς χώρους, άλλως, αν οι εργασίες που υποδείχθηκαν στον Πειραιά το 1994 ήταν ορθές, τότε εσφαλμένες ήταν οι επισκευές που υποδείχθηκαν κατά το έτος 1997, ως ανακόλουθες (ασυνεπείς) προς τις πρώτες". Το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι υπό τα επικαλούμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων τόσο σε σχέση με τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις και παραλείψεις κατά το έτος 1994, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και σε σχέση με τις πράξεις και παραλείψεις τους κατά το έτος 1997, αναφορικά με τις οποίες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και ως αόριστη ως προς τη δεύτερη αυτών. Ειδικότερα το Εφετείο, το οποίο εξαφάνισε κατά το μέρος της αυτό την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε κατά το ίδιο μέρος ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής από το αδίκημα, δηλαδή η κύρια αγωγική βάση απορρίφθηκε στο σύνολό της, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, με εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο το ελληνικό, το οποίο δικαιωματικά επέλεξε η αναιρεσείουσα, αφού με την αγωγή της επικαλέσθηκε αδίκημα με περισσότερους τοπικούς συνδέσμους, μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα (αδίκημα πολλαπλής τοπικής σύνδεσης), ότι αυτή (αναιρεσείουσα) προσδιορίζει ως αδίκημα την εσφαλμένη από τους αντιδίκους της αξίωση επισκευών στο πλοίο της κατά το έτος 1994, αλλιώς κατά το έτος 1997, "στα πλαίσια της μεταξύ αυτής και του πρώτου των εναγομένου (πρώτου των αναιρεσιβλήτου) συμβάσεως παρακολουθήσεως του πλοίου της", συνδέοντας το αδίκημα "μόνο με αμέλεια και το πρώτον με τις πρωτόδικες προτάσεις της, κατ' ανεπίτρεπτη προσθήκη αγωγικής βάσεως, με δόλο εναντίον των χρηστών ηθών, εντάσσοντάς το στο άρθρ. 919 ΑΚ". Περαιτέρω διαλαμβάνονται στην απόφαση του Εφετείου και τα ακόλουθα: "Οι υποχρεώσεις του Νηογνώμονα, που απορρέουν από τη σύμβαση παρακολουθήσεως ενός πλοίου, την οποία συνάπτει αυτός με τον πλοιοκτήτη του, είναι ευρέως οριστές ως υποχρεώσεις που αναφέρονται εις: α) τη διενέργεια των επιθεωρήσεων, β) την εκτίμηση και συσχέτιση των δεδομένων της επιθεωρήσεως και των λοιπών πληροφοριών που αφορούν το πλοίο, γ) την παροχή συμβουλής, την έκδοση συστάσεων ή απαιτήσεων και την έκδοση πιστοποιητικών ή ενδεχομένως τη θέση όρων και την αναστολή ή ανάκληση της κλάσεως του πλοίου και δ) γενικώς το να καταστήσει βέβαιο ότι οι Κανόνες και οι Κανονισμοί του τηρούνται και εφαρμόζονται και ότι το πλοίο διατηρείται σε προσήκον επίπεδο συμμορφώσεως με τους Κανόνες του. Η σύμβαση δηλαδή παρακολουθήσεως του πλοίου υπαγορεύει εν τέλει στον Νηογνώμονα να διατυπώσει αξιολογική κρίση σε σχέση με το πλοίο. Η διατύπωση αυτής της κρίσεως αποτελεί συμβατική παροχή, η οποία δεν μπορεί να νοηθεί εκτός των πλαισίων της συμβάσεως. Επομένως, η κατόπιν λανθασμένης αξιολογήσεως του πλοίου απαίτηση εσφαλμένων επισκευών, ως οι εδώ ενδιαφέρουσες, συνιστά (μόνο) αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως και όχι αδίκημα. Κατά συνέπεια η στηριζόμενη στην αδικοπραξία κύρια βάση της αγωγής, σε σχέση με τα γεγονότα τόσο του έτους 1994 όσο και του έτους 1997, δεν είναι νόμιμη, καθόσον η επικαλούμενη ως άνω υπαίτια παραβίαση της συμβάσεως παρακολουθήσεως του πλοίου από την πλευρά του πρώτου εναγομένου, ως προστηθείσα του οποίου ενήργησε το έτος 1994 η δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη), εν αναφορά προς την εκτέλεση της μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) συμβάσεως, δεν θα ήταν παράνομη χωρίς τη συμβατική αυτή σχέση, ώστε να συνιστά αδικοπραξία και να δημιουργεί ευθύνη προς αποκατάσταση της προξενηθείσας ζημίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 914 επ. ΑΚ. Επιπλέον η αγωγή κατά τη βάση της από αδικοπραξία του έτους 1997 είναι μη νόμιμη έναντι της δεύτερης εναγομένης και για το λόγο ότι αυτή στην περίπτωση του έτους 1997 ενήργησε ως αντιπρόσωπος του πρώτου εναγομένου και δεν υπέχει ευθύνη εξ αδικήματος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 914 και 281 ΑΚ, αφού σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η περιγραφόμενη στην ένδικη αγωγή αμελής και ζημιογόνος συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων συνιστά πράγματι μόνο αντισυμβατική συμπεριφορά και όχι και παράνομη καθεαυτή συμπεριφορά, ώστε να δημιουργεί αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση, αν τεθεί εκτός του συμβατικού πλαισίου.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 5 σημείο 5 της από 27.9.1968 Σύμβασης των Βρυξελλών "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", η οποία από την κύρωσή της με το ν. 1814/1988 αποτελεί κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος εσωτερικό κανόνα δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ (ΟλΑΠ 2/1999), πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση εκεί υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεμελιώνεται η αντίστοιχη ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας, όταν πρόκειται για αγωγή κατά της κύριας επιχείρησης αναφορικά με διαφορά από την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης, που η επιχείρηση διαθέτει σε συμβαλλόμενο κράτος διαφορετικό από αυτό της έδρας της ή της κατοικίας του επιχειρηματία φυσικού προσώπου. Οι έννοιες του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή της εγκατάστασης θεωρούνται συνώνυμες στο πεδίο εφαρμογής της παραπάνω διάταξης και καλύπτουν εξίσου οντότητες με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, αρκεί να αποτελούν, όπως έκρινε και το ΔΕΚ με την από 22.11.1978 απόφασή του στην υπόθεση Sommafer/Ferngas 33/78, ΣυλλΝομολ 1978.2183, "ένα κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας, που εκδηλώνεται διαρκώς προς τα έξω ως προέκταση της μητρικής επιχείρησης, διαθέτοντας διεύθυνση και υλικό εξοπλισμό, ώστε να μπορεί να διαπραγματεύεται υποθέσεις με τρίτους, κατά τέτοιο τρόπο, που οι τρίτοι, αν και γνωρίζουν ότι θα συναφθεί ενδεχομένως έννομη σχέση με τη μητρική επιχείρηση, της οποίας η έδρα είναι στο εξωτερικό, να μην απαιτείται να απευθύνονται απευθείας στην τελευταία, αλλά να μπορούν να πραγματοποιούν συναλλαγές στο κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που συνιστά την προέκταση της μητρικής επιχείρησης". Οι σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή εγκατάστασης διαφορές διακρίνονται σ' αυτές που αναφέρονται στην εσωτερική λειτουργία τους και σ' αυτές που αφορούν τις προς τα έξω δραστηριότητές τους, στις οποίες υπάγονται διαφορές τόσο από υποχρεώσεις που ανέλαβαν επ' ονόματι της μητρικής επιχείρησης και οι οποίες οφείλουν να εκτελεσθούν στο συμβαλλόμενο κράτος, όπου οι παραπάνω οντότητες είναι εγκατεστημένες, όσο και διαφορές από εξωσυμβατικές υποχρεώσεις που πηγάζουν από τη δραστηριότητά τους στον τόπο της εγκατάστασής τους για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης (ΔΕΚ 22.11.1978 Sommafer/Ferngas? βλ. και ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρ. 6 σημείο 1 της αυτής Σύμβασης των Βρυξελλών, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί επίσης να εναχθεί, αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός από αυτούς. Πρόκειται για τη δωσιδικία της προσωπικής ταυτότητας του δικαίου, η οποία προϋποθέτει πάντως την ύπαρξη ενός σοβαρού και όχι τεχνητού δεσμού μεταξύ των αιτήσεων που στρέφονται κατά των περισσότερων εναγομένων, δηλαδή κατά τη νομολογία και του ΔΕΚ (απόφαση 27.9.1988 Καλφέλης/Sroeder 189/87, ΣυλλΝομολ 1988.5565) "πρέπει να υφίσταται συνάφεια μεταξύ των διαφόρων αγωγών, που ασκεί ο ίδιος ενάγων κατά διαφόρων εναγομένων, ώστε να υπάρχει συμφέρον από κοινού κρίσης, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις, που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες, αν οι υποθέσεις κρίνονταν χωριστά". Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το άρθρ. 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (ΟλΑΠ 293/1981? 860/1984? ΑΠ 932/2005). Οι σχετικές πάντως με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του ΚΠολΔ όσο και της Σύμβασης των Βρυξελλών έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για έλλειψη ή ανεπαρκή αιτιολόγηση ως προς την εφαρμογή ή μη των ως άνω δικονομικών διατάξεων. Το Εφετείο εκτίμησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι με τη συμβατική βάση της ένδικης αγωγής "προβάλλεται αξίωση αποζημιώσεως κατ' αμφοτέρων των εναγομένων λόγω παραβάσεως της συμβατικής υποχρεώσεως προς διατήρηση της κλάσεως του πλοίου και της ισχύος των πιστοποιητικών κλάσεως και ασφαλείας αυτού, η οποία, ως η πρωταρχική υποχρέωση εκτελέσεως της συμβάσεως και όχι η δευτερεύουσα υποχρέωση προς πληρωμή ζημιών για την παραβίασή της, λαμβάνεται υπόψη για να καθορισθεί από τον τόπο εκτελέσεώς της η ειδική δωσιδικία από το άρθρ. 5 σημείο 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών...". Περαιτέρω το Εφετείο, αφού έκρινε ότι ο τόπος αυτός, με βάση το εφαρμοστέο στη σύμβαση αγγλικό δίκαιο, που επέλεξαν τα μέρη, ήταν το …, όπου ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχει την έδρα του, και συνεπώς δεν θεμελιώνεται για τον αναιρεσίβλητο αυτό διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Πειραιώς με βάση το άρθρ. 5 σημείο 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών, ερεύνησε ακολούθως τη δυνατότητα θεμελίωσης ως προς αυτόν δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων κατά το σημείο 5 του ίδιου άρθρου 5 της Σύμβασης των Βρυξελλών, εκτιμώντας ότι η αναιρεσείουσα, με τη βάση της αγωγής της από τη σύμβαση, εννοεί ότι "όταν ο πρώτος εναγόμενος, μετά την επιθεώρηση του πλοίου το έτος 1994, χορήγησε την κλάση του πλοίου και εξέδωσε το ιδιωτικής φύσεως πιστοποιητικό κλάσεως (ή κατατάξεως) και κατ' εξουσιοδότηση των κυπριακών αρχών τα πιστοποιητικά ασφαλείας του πλοίου, θεώρησε (ο πρώτος εναγόμενος) ότι το πλοίο συγκεντρώνει τους τεχνικούς όρους που ο ίδιος έχει θεσπίσει και εφαρμόζει σύμφωνα με τους Κανονισμούς του και ότι παρότι όφειλε να διατηρήσει την κλάση του πλοίου και την ισχύ των πιστοποιητικών αυτού, καθώς δεν υπήρξε πραγματική αλλαγή στην κατάσταση του πλοίου από το έτος 1994 και καμία που να επηρέαζε την κλάση του πλοίου (ούτε σε σχέση με την κατάσταση των κεκλιμένων ελασμάτων και των ενισχυτικών των άνω πλευρικών δεξαμενών), εν τούτοις, αντισυμβατικώς φερόμενος, προέβη στην ανάκληση αυτών". Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή "η έκδοση των πιστοποιητικών και η διατήρηση της κλάσεως του πλοίου αποτελεί την εκπλήρωση της εκ της συμβάσεως παροχής του Νηογνώμονα, ήτοι εν προκειμένω του πρώτου εναγομένου, ο οποίος και συνεβλήθη με την ενάγουσα, θέμα δε της αποκλειστικής αρμοδιότητας αυτού ήταν και η ανάκληση της κλάσεως του πλοίου, η οποία συνεπάγεται και την ανάκληση των πιστοποιητικών, για την οποία ουδεμία αρμοδιότητα είχε η δεύτερη εναγομένη" και ότι αυτή "εξέδωσε μεν, κατά την αγωγή, τα προσωρινά πιστοποιητικά του πλοίου, ως αντιπρόσωπος, εννοείται, στο όνομα και κατ' εξουσιοδότηση του πρώτου εναγομένου, που ήταν ο μόνος που συνεβλήθη με την ενάγουσα και προσέφερε υπηρεσίες Νηογνώμονα σ' αυτή, ενεργώντας ως προστηθείσα του πρώτου εναγομένου στην περίπτωση του έτους 1994 και ως αντιπρόσωπος αυτού στην περίπτωση του έτους 1997, πλην ούτε τη σύμβαση συνήψε ούτε συμμετοχή στην εκτέλεση της υποχρεώσεως του πρώτου εναγομένου προς διατήρηση της κλάσεως του πλοίου είχε". Με τις παραδοχές αυτές, αναφορικά με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "ο πρώτος εναγόμενος δεν μπορεί να εναχθεί στην Ελλάδα βάσει του άρθρ.5 σημείο 5 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ως εκ του ότι η εδρεύουσα στον …δεύτερη εναγομένη λειτουργεί ως πρακτορείο του πρώτου εναγομένου στην Ελλάδα". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι "κατά την αγωγή η δεύτερη εναγομένη δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος υπεύθυνο με τον πρώτο εναγόμενο κατά τους όρους της συμβάσεως με την ενάγουσα, η οποία ήταν σύμβαση μόνο μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της ενάγουσας", κατέληξε ότι "κατά το διέπον τη σύμβαση αγγλικό δίκαιο, δεν μπορεί να ενάγεται η δεύτερη εναγομένη για αθέτηση συμβάσεως" και ότι "η δεύτερη εναγομένη συμπεριλήφθη στη βάση της αγωγής από τη σύμβαση για να δημιουργηθεί τεχνητή σχέση ομοδικίας και κατά συνέπεια βάση διεθνούς ομοδικίας ως προς τον πρώτο εναγόμενο". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από τη σύμβαση είναι απορριπτέα ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, αφού δεν υφίστατο ως προς αυτόν διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της και ότι η ίδια βάση είναι ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη παθητικά ανομιμοποίητη και απορριπτέα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 5 σημείο 5 και 6 σημείο 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο με το να αρνηθεί την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της συμβατικής βάσης της ένδικης αγωγής ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, αφού σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ναι μεν η δεύτερη αναιρεσίβλητη λειτουργεί ως πρακτορείο του πρώτου στην Ελλάδα, όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση όσα εκτίθενται στην αγωγή, δέχθηκε, όμως η ιστορούμενη στην αγωγή παραβίαση της σύμβασης, που συνέδεε την αναιρεσείουσα με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, οφείλεται σε δικές του αποκλειστικά ενέργειες και όχι σε ενέργειες ή παραλείψεις της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ώστε να υπάρχει κατά την έννοια του ως άνω άρθρ. 5 σημείου 5 της Σύμβασης των Βρυξελλών διαφορά από τη δική της δράση, στο όνομα βέβαια και για λογαριασμό του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ και η από κοινού εναγωγή της μ' αυτόν, με επίκληση αντισυμβατικής συμπεριφοράς της, είναι προσχηματική, με στόχο να προκύψει ως προς αυτόν η δωσιδικία της προσωπικής ταυτότητας του δικαίου κατά το άρθρ. 6 σημείο 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών και αντίστοιχη έτσι διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση ως προς τον ίδιο της βάσης της αγωγής από τη σύμβαση, παρόλο που με την αγωγή δεν θεμελιώνεται αντισυμβατική ειδικότερα συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και αντίστοιχη προσωπική συμβατική ευθύνη της.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται κατά το σχετικό μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναφορικά με έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, με τις οποίες το Εφετείο αρνήθηκε ως άνω την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 5 σημείο 5 και 6 σημείο 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού πρόκειται για δικονομικές διατάξεις, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχονται αναιρετικά ως προς την πληρότητα των αιτιολογιών της εφαρμογής ή μη εφαρμογής τους με το λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Δεν θεμελιώνεται εξ άλλου λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που επίσης επικαλείται η αναιρεσείουσα με μέρος του δεύτερου και πάλι λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος λόγος είναι επομένως και κατά το μέρος αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική με τη μη εφαρμογή του άρθρ. 6 σημείο 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών κρίση του Εφετείου δεν στηρίχθηκε σε πράγματα που έχρηζαν απόδειξης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά σε νομική καθαρά αξιολόγηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής της ως προς την ανυπαρξία συμβατικής ευθύνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που αποκλείει συνακόλουθα ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων τη θεμελίωση δωσιδικίας κατά το ως άνω άρθρο της Σύμβασης των Βρυξελλών σε σχέση με την ενδοσυμβατική ευθύνη του κατά την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής. Τέλος σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται και είναι γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις και γενικώς τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισε τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της λειτουργίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως υποκαταστήματος ή πρακτορείου του πρώτου αναιρεσβλήτου στην Ελλάδα και ειδικότερα στον …. Όμως, αντίθετα με όσα εσφαλμένα και πάλι η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει, ο λειτουργικός αυτός ρόλος της δεύτερης αναιρεσίβλητης έγινε, κατά τα προεκτεθέντα, δεκτός από την προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τα εκτιθέμενα ήδη στην ένδικη αγωγή, δηλαδή δεν υπήρξε κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, το δε Εφετείο αρνήθηκε στη συνέχεια την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων κατά το άρθρ. 5 σημείο 5 της Σύμβασης των Βρυξελλών ως προς την προβαλλόμενη ενδοσυμβατική ευθύνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, όχι επειδή αντιφατικά αγνόησε δήθεν το λειτουργικό αυτό ρόλο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αλλά επειδή κατά τα ιστορούμενα, πάντα, στην ένδικη αγωγή, η ενδοσυμβατική ευθύνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δεν συνδέεται με αντίστοιχη δράση της δεύτερης αυτών στην Ελλάδα. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.6.2008 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "KARLTON MARINE Co LTD" για αναίρεση της υπ' αριθ. 61/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή