Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 436 / 2012    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 436/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση,- Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπουρνέλη περί αναιρέσεως της με αριθμό 422/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1) Α. Δ. του Ι. και 2) Ε. σύζ. Α. Δ., κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 698/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α' σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ α' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης ποινικής απόφασης συνιστά και η απόλυτη ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, που προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 περ δ' του Ν 1756/1988, όπως ισχύει, το εφετείο συγκροτείται από τον Πρόεδρο Εφετών και δύο Εφέτες. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμό ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Τέλος, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 1756/1988 ορίζεται ότι αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν, ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται, κατά σειρά αρχαιότητας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, και κατά την περίπτωση Α. γ' της ίδιας παραγράφου ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου, (αναπληρώνεται) από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών, πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του Ν 1756/1988, ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αν κωλύεται και αυτός από τον αμέσως αρχαιότερο, η αναπλήρωση αυτή δε είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς έκδοση σχετικής πράξης και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, αυτό, συγκροτήθηκε από την Στυλιανή Αλεξανδράκη, προεδρεύουσα εφέτη, επειδή κωλύονται οι Πρόεδροι Εφετών, και από τους εφέτες Φώτη Μουζάκη και Αικατερίνη Μουμουζιά. Η σύνθεση αυτή καταρτίστηκε νόμιμα, κατά τα προεκτεθέντα, και η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, επειδή δεν μνημονεύεται στα πρακτικά η πράξη του προέδρου με την οποία ορίστηκε ως προεδρεύουσα και ότι δεν υπήρχαν ή κωλύονταν άλλοι τυχόν αρχαιότεροι εφέτες, είναι αβάσιμη.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ή της ένορκης ή της χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν είτε κατά τη διάρκεια διοικητικής εξέτασης που νόμιμα διατάχθηκε από αρμόδια πρόσωπα, η οποία μετά την ισχύ του Ν 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής δίωξης για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς προσλάβει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠοινΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ δ', η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης. Και τούτο, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. δ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν 2462/1997. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Κρήτης στήριξε την καταδικαστική εις βάρος του κρίση του και στην από 9-5-2003 ένορκη κατάθεσή του που έδωσε κατά τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης από τις επιθεωρήτριες Υγειονομικού και Φαρμακευτικού τομέα του Υπουργείου Υγείας Ι. Σ. και Ε. Π.-Ν., η οποία διενεργήθηκε πριν από την άσκηση της προκείμενης ποινικής δίωξης και συντάχθηκε η 3728/28-2-2004 έκθεση ελέγχου, η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο και ως εκ τούτου δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων και την απολογία του, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 3728/28-2-2004 έκθεση ελέγχου, η οποία αριθμείται ως το υπ' αριθμόν 5 έγγραφο. Δεν προκύπτει όμως από την επισκόπηση του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στην εν λόγω έκθεση ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης του μετέπειτα κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την καταδικαστική γι' αυτόν κρίση του και στην μαρτυρική αυτή κατάθεση. Η αναφορά και μόνο στην απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την ως άνω έκθεση ελέγχου, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά την έκθεση αυτή και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συγκέντρωσαν και αξιολόγησαν οι συντάκτριές του (μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου) προκειμένου να διατυπώσουν το πόρισμα της έρευνάς τους. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες όπου το εν λόγω αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του ή η παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το καθήκον αληθείας. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Προϋποτίθεται βέβαια ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, στην περίπτωση κατά την οποία, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα. Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση από το δικαστήριο της ουσίας μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην απόφαση δέχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος Κ. Τ. στην ... Κρήτης την 9-5-2003 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την κατωτέρω παράλειψή του, κατά παράβαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως, κατά το τότε ισχύον άρθρο 25 παρ. 1 του ΑΝ 1565/1939 (ήδη ισχύει ο Ν 3418/2005 Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας), αλλά και ως εφημερεύων με μικτή εφημερία ειδικός παθολόγος ιατρός της παθολογικής κλινικής του Νοσοκομείου Ιεράπετρας Λασιθίου Κρήτης (ήτοι κανονική εφημερία εντός του Νοσοκομείου μέχρι την 21.00 μμ ώρα της 9-5-2003 και ακολούθως εφημερία από την οικία του κατά τη νύκτα της ίδιας ημέρας μέχρι το πρωϊ της επομένης, ήτοι σε κατάσταση ετοιμότητας σε περίπτωση που θα ήταν αναγκαία η μετάβασή του στο ανωτέρω Νοσοκομείο προς αντιμετώπιση περιστατικών της ειδικότητάς του μετά από σχετική ειδοποίησή του) και επέφερε τον θάνατο άλλου. Ειδικότερα, την 9-5-2003 και περί ώρα 19.30 μμ ήλθε στα εξωτερικά ιατρεία του εν λόγω Νοσοκομείου, η Ι. Δ. του Α., ετών δέκα εννέα (19), φοιτήτρια νοσηλευτικής, συνοδευόμενη από τον πατέρα της, Α. Δ., διότι αισθανόταν πονοκέφαλο και είχε υψηλό πυρετό, 39,5 βαθμών, έντονη οσφυαλγία και κυνάγχη (φλεγμονή φάρυγγα). Ο αγροτικός ιατρός Θ. Μ., ο οποίος την εξέτασε επ' ολίγον, επιπλέον διαπίστωσε ότι η ασθενής είχε ευαισθησία στη δεξιά νεφρική χώρα (οσφύ). Ο ίδιος ιατρός ζήτησε στη συνέχεια να ληφθεί αίμα από την ασθενή. Η γενική αίματος εξέταση που περατώθηκε εντός δύο ωρών κατέδειξε ότι τα λευκά της ασθενούς ήταν 15.800 και τα πολυμορφοπύρηνα 94%. Ο ίδιος ενόψει των παραπάνω δεικτών αντιλήφθηκε αμέσως ότι πρόκειται για λοίμωξη (βακτήριο ή κοινώς μικρόβιο) και όχι για ιό, πιστεύοντας ότι μπορεί να πρόκειται για ουρολοίμωξη, χωρίς όμως να έχει αποκλείσει μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο και γι' αυτό την κράτησε προς εισαγωγή. Ακολούθως, περί την 20.00 μμ ώρα της ιδίας ημέρας ο ανωτέρω ιατρός, αφού πρώτα έδωσε εντολή και έγινε στην ασθενή αντιπυρετική ένεση ενδομυϊκά, ζήτησε τη βοήθεια της τότε ειδικευόμενης παθολόγου-ιατρού Ε. Ν., η οποία τελούσε σε ενεργή εφημερία τότε και μέχρι το πρωί της επομένης ημέρας, έχοντας δηλαδή υποχρέωση να βρίσκεται εντός του Νοσοκομείου. Λόγω δε του μεγάλου πλήθους των ασθενών κατά την ημέρα εκείνη, δεν υπήρχε διαθέσιμο κρεββάτι για την ασθενή Δ. και περί την 21 μμ- 21.30 μμ περίπου την τοποθέτησαν σε χώρο του ΩΡΛ Τμήματος. Εν τω μεταξύ στις 20.30 μμ ήρθε στο Νοσοκομείο η μητέρα της ασθενούς, η οποία λόγω της εύλογης ανησυχίας της για την κατάσταση της υγείας της θυγατέρας της και μοναδικού της τέκνου, πήγε στην παθολογική κλινική όπου συνάντησε τον ειδικευμένο παθολόγο Κ. Τ. και του ζήτησε να εξετάσει ο ίδιος τη θυγατέρα της. Εκείνος όμως, παρά το γεγονός ότι υποσχέθηκε να την εξετάσει, αφού τελείωσε την εξέταση άλλων ασθενών, έφυγε από το Νοσοκομείο περί την 21.30 μμ, ώρα κατά την οποία τελείωνε η ενεργής εφημερία του, προφασιζόμενος κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι έψαξε την ασθενή, αλλά δεν τη βρήκε πουθενά διότι βρισκόταν στο ιατρείο του ΩΡΛ με την πόρτα κλειστή και ως εκ τούτου δεν φαντάστηκε ότι θα την έβρισκε εκεί, αρκεσθείς στις εικασίες του, χωρίς να ρωτήσει άλλους ιατρούς ή άτομα του προσωπικού σχετικά με το χώρο που είχαν μεταφέρει την ασθενή. Στη συνέχεια μετέβη στην οικία του τελώντας πλέον σε εφημερία ετοιμότητας (on call). Προηγουμένως, περί την 21.15 μμ περίπου, η ειδικευόμενη τότε παθολόγος ιατρός, Ε. Ν., έδωσε εντολή , αφού πρώτα εξέτασε την ασθενή, να της κάνουν ακτινογραφία για ιγμορίτιδα και πνευμονία, αναζήτησε τον ιατρό Θ. Μ., ο οποίος της παρέδωσε τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων με τους δείκτες λευκών και πολυμορφοπύρηνων. Σημειωτέον, ότι κατά την εξέταση, η ως άνω ειδικευόμενη ιατρός διαπίστωσε ότι η ασθενής είχε και μυαλγίες. Κατόπιν τούτων, η εν λόγω ειδικευόμενη, σίγουρη πλέον ότι επρόκειτο για βακτηριολογική λοίμωξη (φλεγμονή) αποφάσισε να της χορηγήσει αντιβίωση. Μέχρι τότε η ασθενής είχε μόνο έναν φυσιολογικό ορό χωρίς φάρμακο. Μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες, η νοσηλεύτρια Μ. Κ. που τελούσε σε νυκτερινή βάρδια στην παθολογική κλινική, βρήκε τελικά μία φλέβα της ασθενούς με σκοπό να τοποθετήσει φλεβοκαθετήρα από τον οποίο θα εχορηχείτο κατ' εντολή της ειδικευόμενης ιατρού αντιβίωση και ειδικότερα Μπρακλίν ή Ζιναζέφ. Όμως, η μητέρα της ασθενούς πληροφόρησε την ειδικευόμενη ιατρό ότι η θυγατέρα της ήταν αλλεργική στο αντιβιοτικό Augmentin, έγινε σχετικό τεστ, από τα αποτελέσματα του οποίου προέκυψε ότι η ασθενής ήταν αλλεργική στα αντιβιοτικά Μπρεκλίν και Ζιναζέφ. Εν τω μεταξύ είχαν αποκλειστεί η περίπτωση της ιγμορίτιδας και της πνευμονίας, όπως και η ουρολοίμωξη, μετά από σχετική εξέταση με εμβαπτιζόμενη ταινία. Επίσης από την εξέταση (γκραμ αρνητικό) επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη βακτηρίου με τον ταυτόχρονο αποκλεισμό ιού. Σημειωτέον, πέραν του ότι ο κατηγορούμενος ιατρός Κ. Τ., αρνήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, να εξετάσει την ασθενή Ι. Δ. κατά τις ώρες της ενεργής εφημερίας του στο νοσοκομείο, είχε προβάλλει στη μητέρα της το επιχείρημα ότι προϋπόθεση για να την εξετάσει, ήταν σχετική κλήση του από τους ειδικευόμενους ιατρούς των εξωτερικών ιατρείων που εφημέρευαν. Ακολούθως η ασθενής, μολονότι της είχε γίνει αντιπυρετική ένεση στα εξωτερικά ιατρεία, ο πυρετός της. αντί να πέσει, ανέβηκε στους 39,7 βαθμούς, όπως προέκυψε μετά από θερμομέτρηση που της έκανε η μητέρα της. Η όψη της ασθενούς φαινόταν καταβεβλημένη. Η απόφαση περί εισαγωγής της στην παθολογική κλινική ελήφθη από την ειδικευόμενη Ε. Ν., προκειμένου να διερευνηθεί η εστία του πυρετού και ταυτόχρονα αποφάσισε την επανάληψη όλων των εξετάσεων (αιματολογικών, ουρολογικών κλπ). Η ίδια, για την ασφαλή εκτίμηση και αντιμετώπιση του περιστατικού, στις 23.30 μμ με 23.40 μμ περίπου τηλεφώνησε στον Κ. Τ. και του εξήγησε πως είχε το περιστατικό (συμπτωματολογία - κλινική εξέταση - αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων - δοθείσες οδηγίες). Ακολούθως, του είπε ότι η ασθενής και η μητέρα της αντιδρούσαν στη χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβίωσης, λόγω ιστορικού σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης στο αντιβιοτικό Augmentin, καθώς και ότι πραγματοποιήθηκε test αλλεργίας στο αντιβιοτικό Briklin που ήταν και αυτό θετικό για αλλεργία. Επίσης του ζήτησε να έρθει ο ίδιος από την οικία του, όμως αυτός ποτέ δεν ήρθε στο νοσοκομείο, το οποίο βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από αυτήν (15 μ περίπου), παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για βαρύ περιστατικό και ο ίδιος τελούσε σε εφημερία on call. Στη συνέχεια ο Κ. Τ. είπε στην ειδικευόμενη να μη της χορηγήσει αντιβίωση, ενόψει του ότι γενικά είναι λάθος να χορηγούνται εύκολα τα αντιβιοτικά, συμφώνησε για την επανάληψη κατά την επομένη ημέρα των εργαστηριακών εξετάσεων τις πρωϊνές ώρες, συνέστησε στενή παρακολούθηση της ασθενούς και έδωσε εντολή να της χορηγήσουν μόνο αντιπυρετικά φάρμακα και ενυδάτωση από το στόμα, καθόσον δεν τον προβλημάτισαν οι υψηλές τιμές των λευκών και των πολυμορφοπύρηνων, μολονότι όπως είπε στην απολογία τους ότι αυτά (λευκά και πολυμορφοπύρηνα με αυξημένες τιμές) αποτελούν ενδεικτική περίπτωση λοίμωξης. Επίσης, ο ίδιος πάντοτε κατά την απολογία του, είπε ότι είχε προηγουμένως 4 με 5 περιπτώσεις σε νέα παιδιά στο νοσοκομείο της Ιεράπετρας με μηνιγγίτιδα που τις αντιμετώπισε επιτυχώς με αντιβιοτικά καθώς και ότι μεταξύ άλλων, ο ίδιος είχε την κατάλληλη κατάρτιση για να διαγνώσει τη μηνιγγίτιδα ακόμη και σε κεραυνοβόλα μορφή, χαρακτηρίζοντας τη σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου που είχε σταλεί και υπήρχε στο νοσοκομείο της Ιεράπετρας, ως μη απαραίτητη. Ακολούθως, ο Κ. Τ. είπε κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε την περίπτωση λοίμωξης από τον αριθμό των λευκών και των πολυμορφοπύρηνων που είχαν δείξει οι εξετάσεις της ασθενούς, καθώς και ότι ο ίδιος, όταν ήταν ειδικευόμενος ιατρός στην Αθήνα, είχε κάνει παρακέντηση σε κάποιον νεαρό που πονούσε ο αυχένας του. Περαιτέρω, η ειδικευόμενη παθολόγος Ε. Ν., υπάκουσε στις εντολές του Κ. Τ., δεν χορήγησε καθόλου αντιβίωση στην ασθενή Ι. Δ. και έδωσε στη μητέρα της δύο χάπια Depon μετά τη εισαγωγή της που έλαβε .. περί την 23.00 μμ της ίδιας ημέρας, προκειμένου να της πέσει ο πυρετός. Η ασθενής, στη συνέχεια κοιμήθηκε, παρά το γεγονός ότι είχε πυρετό, αλλά και ρίγος εξαιτίας του οποίου σκεπάστηκε ολόκληρη με το σεντόνι του νοσοκομείου, ενόψει του ότι ο οργανισμός της ήταν πολύ ταλαιπωρημένος. Στις 3.30'πμ της επομένης, η μητέρα της τη ξύπνησε προκειμένου να τη θερμομετρήσει με θερμόμετρο που είχε φέρει η νοσηλεύτρια Μ. Κ., οπότε και διαπιστώθηκε ότι ο πυρετός είχε πέσει στους 38,3 με 38,5 βαθμούς. Ταυτόχρονα της δόθηκε αντιπυρετικό σιρόπι Ponstan και όταν η Ι. Δ. ξύπνησε τελικά στις 6.30 πμ της 10-5-2003, ήταν εντελώς απύρετη. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος ιατρός απέκλεισε τη χορήγηση αντιβίωσης, καθόσον γνωμάτευσε δια τηλεφώνου ότι επρόκειτο για ιογενή λοίμωξη (πιθανώς φαρυγγίτιδα) και γι' αυτό έδωσε οδηγίες χορήγησης υγρών και αντιπυρετικών για την ασθενή. Στην πραγματικότητα όμως, η ασθενής όταν μπήκε στο νοσοκομείο είχε ήδη μηνιγγίτιδα. Επρόκειτο για μηνιγγιτιδόκοκκο, ο οποίος υπήρχε στο φάρυγγά της. Η μηνιγγιδοκαιμία είναι εξέλιξη της μηνιγγίτιδας. Ο μηνιγγιτιδόκοκκος όταν μεταβάλλεται εισχωρώντας στο αίμα έχει ραγδαία εξέλιξη. Στην προκείμενη περίπτωση της ασθενούς υπήρχε αρχικά ήπια συμπτωματολογία έχοντας ήδη τρία συμπτώματα (κεφαλαλγία, πυρετό, οσφυαλγία) ενδεικτικά της νόσου, ενώ η εγκύκλιος του Υπουργείου απαιτεί την ύπαρξη (εκδήλωση) δύο συμπτωμάτων. Τα άλλα συμπτώματα (αυχενική δυσκαμψία, διαταραχή επιπέδου συνείδησης, ναυτία-εμετός) δεν εκδηλώθηκαν στον οργανισμό της Ι. Δ. καθόλη την ημέρα της 9-5-2003 και μέχρι το πρωϊ της επομένης ημέρας. Η ύπαρξη των λευκών και των πολυμορφοπύρηνων στις προαναφερθείσες τιμές σε συνδυασμό με τον υψηλό πυρετό της ασθενούς, πέραν του ότι παραπέμπουν σε βακτηριακή λοίμωξη (φλεγμονή), καταδείκνυαν σαφώς την πάλη του οργανισμού της με τα ξένα βακτήρια που είχαν εισέλθει σ' αυτόν. Και βέβαια κανένας οργανισμός δεν αντέχει περισσότερο από είκοσι τέσσερις ώρες χωρίς αντιβίωση. Όταν η Ι. Δ. στις 6.30 πμ της 10-5-2003 ήταν εντελώς απύρετη, ο οργανισμός της είχε πλέον εξασθενήσει. Τα λευκά, ενόψει του ότι δεν δόθηκε αντιβίωση άρχισαν να καταστρέφονται από τα ξένα βακτήρια και να εκφυλίζονται, διότι ο οργανισμός της δεν μπορούσε να παράγει άλλα. Βέβαια ο αγροτικός ιατρός Θ. Μ. και η ειδικευόμενη παθολόγος Ε. Ν. είχαν υποψιασθεί για μηνιγγίτιδα, γι' αυτό και εξέτασαν τα μηνιγγικά της ασθενούς, οι εξετάσεις όμως δεν είναι πάντοτε αξιόπιστες. Η πιο ενδεδειγμένη εξέταση είναι η παρακέντηση των νωτιαίου μυελού, η οποία έπρεπε να γίνει προκειμένου να σωθεί η ασθενής, αλλά δεν έγινε. Η παρακέντηση γίνεται από νευρολόγο, αναισθησιολόγο ή παθολόγο ιατρό. Επίσης, θα μπορούσε να γίνει καλλιέργεια για τον μηνιγγιτιδόκοκκο με απλή λήψη υγρού από τη στοματική κοιλότητα της ασθενούς, η οποία επίσης δεν έγινε. Σε κάθε περίπτωση η ασθενή θα είχε σωθεί αν της εχορηγείτο αμέσως αντιβίωση, το αργότερο δώδεκα ώρες πριν από το θάνατό της, ήτοι μέχρι τις πρώτες ώρες της 10-5-2003. Μπορούσε να δοθεί ένα πολυδύναμο σχήμα αντιβιοτικών, κεφαλοσπορίνες, βακομισίνη κ.ά. Θα είχε αποφευχθεί ο θάνατος της με βεβαιότητα, ενόψει και του νεαρού της ηλικίας της. Άλλωστε, θα μπορούσε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο Αγίου Νικολάου Λασιθίου, όπου υπάρχουν ιατρικά μηχανήματα που δεν υπάρχουν στο νοσοκομείο Ιεράπετρας και βέβαια περισσότεροι ιατροί (σε αριθμό και ειδικότητα). Η νόσος της μηνιγγίτιδας στη συγκεκριμένη περίπτωση, από μηνιγγιδόκοκκο, δεν ήταν κεραυνοβόλος, πλην όμως έγινε κεραυνοβόλος εξελισσόμενη, διότι αφέθηκε χωρίς θεραπεία (αντιβίωση, καθόσον υπάρχει πλήθος αντιβιοτικών που δεν επηρεάζει τους αλλεργικούς ασθενείς). Στη συνέχεια περί την 8.30 πμ της 10-5-2003, όταν η ασθενής εξετάσθηκε από τον Β. Κ., παθολόγο και διευθυντή τότε της παθολογικής κλινικής του νοσοκομείου Ιεράπετρας, ο οποίος διαπίστωσε ότι αυτή είχε καλή κλινική εικόνα, ότι ο οργανισμός της ήταν καταπονημένος, ήταν μαλθακή, αλλά είχε καλή πίεση και σφυγμό. Το αναπνευστικό, πεπτικό, νευρολογικό, κατά την εξέτασή της από τον ως άνω ιατρό και κατά λεγόμενα από τον ίδιο, ήταν καλά, όπως επίσης καλό ήταν το καρδιαγγειακό. Επίσης ο ιατρός δεν διαπίστωσε δυσκαμψία, αλλά μόνο ερυθρότητα στο φάρυγγά της. Για το λόγο αυτό προέβη σε τοπική αντισηψία και προσεροξυτρομικίνη (Rulit) για πιθανή μικροβιακή φαρυγγίτιδα. Σημειωτέον ότι ο συγκεκριμένος παθολόγος-διευθυντής έβλεπε για πρώτη φορά την ασθενή, καθόσον την προηγούμενη ημέρα εφημέρευε ο ιατρός παθολόγος Κ. Τ.. Ακολούθως, τον ενημέρωσε η ειδικευόμενη ιατρός Ε. Ν. για όλα όσα συνέβησαν την προηγούμενη ημέρα. Στις 9.30 πμ της ίδιας ημέρας η ασθενής ενώ βρισκόταν στην τουαλέτα, υπέστη σηψαιμικό σοκ (collapsus). Τότε ειδοποιήθηκε εκ νέου ο διευθυντής της παθολογικής, ο οποίος ζήτησε να έρθουν στην ασθενή καρδιολόγος και αναισθησιολόγος. Όταν η ασθενής επέστρεψε στο κρεβάτι της, είχε κάτωχρη εικόνα, χαμηλή πίεση, αδύναμο σφυγμό και ταχυκαρδία. Τότε της χορηγήθηκαν υγρά για την ανάταξη της πίεσής της, ενώ ελήφθησαν εργαστηριακά και αέρια αίματος τα οποία κατέδειξαν βαριά μεταβολική οξέωση, δηλαδή σοκ βαριάς μορφής. Στη συνέχεια της χορήγησαν αγγειοδραστικά ινότροπα φάρμακα και με τη βοήθεια καρδιολόγου της έκαναν ηλεκτροκαρδιακό γράφημα. Η ασθενής αντιμετώπιζε κρίσιμο περιστατικό και όλοι κινητοποιήθηκαν για τη μεταφορά της στο νοσοκομείο του Αγίου Νικολάου Λασιθίου. Οι εξετάσεις αίματος έδειξαν πτώση του αιματοκρίτη, ενώ τα λευκά της είχαν πέσει στα 2.800 και αυτό σήμαινε ότι ο οργανισμός της ήταν αδύναμος και κατέρρεε. Τότε όλοι μαζί οι ιατροί (Κ., Ψ. και Κ.), αποφάσισαν να χορηγήσουν στην ασθενή αντιβίωση για την αντιμετώπιση της σηψαιμίας ... Όμως ήδη η αντιβίωση χορηγήθηκε πολύ αργά. Στη συνέχεια η αναισθησιολόγος Μ. Ψ. η οποία υποψιάσθηκε την ύπαρξη μηνιγγίτιδας όταν η ασθενής έπαθε σηψαιμικό σοκ, τη συνόδευσε εντός του ασθενοφόρου κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο Αγίου Νικολάου. Αυτή εντός του ασθενοφόρου είχε εντονότατο ρίγος και γι' αυτό της χορηγήθηκε κορτιζόνη. Στη συνέχεια η ασθενής είχε έντονο έμετο, ενώ ταυτόχρονα εμφανίστηκε στον κορμό της αιμοραγικό εξάνθημα. Επίσης η ασθενής παρουσίασε δύσπνοια και ταχυκαρδία. Όταν έφθασαν στο νοσοκομείο Αγίου Νικολάου, η αναισθησιολόγος τη διασωλήνωσε και η ασθενής μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας περί την 12.30 πμ της 10-5-2003, όπου και επήλθε ο θάνατός της περί την 16.00 ώρα της ιδίας ημέρας. Σημειωτέον ότι στην εν λόγω περίπτωση η μηνιγγίτιδα δεν ήταν κεραυνοβόλος, αλλά έγινε κεραυνοβόλος λόγω της μη χορήγησης αντιβίωσης προς αντιμετώπισή της με συνέπεια τη μικροβιακή σηψαιμία, αφού η μηνιγγιτοκοκιδαιμία έπληξε ζωτικά όργανα. Από την με αριθ πρωτ 5545/28-5-2003 ιατροδικαστική έκθεση που συνέταξε ο Μ. Μ., ιατροδικαστής και αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο οποίος διενήργησε στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο την 10-5-2003 νεκροψία-νεκροτομή στο πτώμα της Ι. Δ. διαπίστωσε γενικευμένη υπεραιμία στο σώμα της με διηθήσεις στο δέρμα της και εντονότατη υπεραιμία στον εγκέφαλό της, συμφορυντικό ήπαρ, διογκωμένα επινεφρίδια αμφοτερόπλευρα με εκτεταμένη αιμορραγική διήθηση της φλοιώδους μοίρας και αιμορραγική νέκρωση όλου του παρεγχύματος ιδίως στην μυελώδη μοίρα αμφοτερόπλευρα. Συμπερασματικά δε αναφέρει ότι από τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης, ο θάνατος της προαναφερόμενης οφείλεται σε τελική διάχυτη ενδαγγειακή πήξη λόγω αμφοτερόπλευρης αιμορραγίας των επινεφριδίων, οφειλόμενη σε οξεία μηνιγγοεγκεφαλίτιδα με μικροβιακή σηψαιμία. Σημειωτέον ότι κατά την κατάθεση ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ως άνω αναισθησιολόγου Μ. Ψ., δεν γίνεται οσφυονωτιαία εξέταση διότι χρειάζονται και άλλου ιατροί προς αντιμετώπιση άλλων τυχόν επιπλοκών. Η κατάθεσή της ως προς το σημείο αυτό ενισχύεται και από την κατάθεση του τότε διευθυντή της παθολογικής κλινικής Β. Κ., ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ότι κατά τα τελευταία τριάντα έτη έχουν αντιμετωπιστεί στο νοσοκομείο της Ιεράπετρας αρκετά περιστατικά μηνιγγίτιδας μέχρι να τα στείλουν σε μεγαλύτερα νοσοκομεία, χωρίς να έχει καταλήξει κάποιο από αυτά, ούτε επίσης έχει διενεργηθεί κατά το ίδιο χρονικό ως άνω διάστημα οσφυονωτιαία παρακέντηση λόγω ελλείψεως υποδομής του παραπάνω νοσοκομείου. Τέλος, αποδείχθηκε ότι μετά από την από 20-4-2004 αναφορά της Ε. Δ., μητέρας της θανούσας, προς τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που διαβιβάστηκε στο Σώμα επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας , τομέας Υγειονομικού-Φαρμακευτικού Ελέγχου του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με τις υπ' αριθμ πρωτ 3318, 3319/18-11-2004 εντολές του Γενικού Επιθεωρητή Ν. Μ. προς τον Επιθεωρητή του Υγειονομικού-Φαρμακευτικού τομέα, Ι. Σ. και προς την βοηθό Επιθεωρητή του Υγειονομικού-Φαρμακευτικού Τομέα, Ε. Π.-Ν., οι τελευταίες την 22-11-2004 διενήργησαν στο ΚΥ-Νοσοκομείο Ιεράπετρας ένορκη Διοικητική εξέταση και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση πειθαρχικής δίωξης σε βάρος οποιουδήποτε εμπλεκομένου με το περιστατικό της θανούσας (ειδικευομένων ιατρών, ειδικευόμενης ιατρού, αγροτικού ιατρού, οδηγού του ασθενοφόρου, νοσηλεύτριας). Ακολούθως, οι προαναφερόμενες συνέταξαν και συνυπέγραψαν την με αριθμ πρωτ 3728/28-2-2004 έκθεση ελέγχου προς το Γενικό Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ Ν. Μ.. Συνοψίζοντας, ο κατηγορούμενος Κ. Τ., την 9-5-2003 μολονότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από τη θέση του ως ειδικευμένος ιατρός παθολόγος που εφημέρευε (με ενεργό εφημερία μέχρι την 21.00 μμ στο Νοσοκομείο Ιεράπετρας, σύμφωνα με τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και άλλα νομοθετήματα, μολονότι ειδοποιήθηκε περί την 20.30 μμ από τη μητέρα της, Ε. Δ. και ζητήθηκε από αυτόν να εξετάσει την θυγατέρα της Ι. Δ., η οποία βρισκόταν στο ως άνω νοσοκομείο από την 17.30 μμ περίπου με υψηλό πυρετό, κεφαλαλγία, ερυθρότητα και πόνο στο φάρυγγα και ευαισθησία στη νεφρική χώρα επρόκειτο δε για συμπτώματα μηνιγγίτιδας που ενέπιπταν στην ειδικότητά του, καθώς και β) από την εγγυητική του θέση απέναντι στην ασφάλεια της ζωής της συγκεκριμένης ασθενούς (με κριτήριο την εγγύτητα της θέσης του προς ανάσχεση του αποτελέσματος του θανάτου της), αρνήθηκε να εξετάσει την Ι. Δ., προφασιζόμενος τα προαναφερόμενα (προηγούμενη κλήση του από τους εφημερεύοντες ιατρούς που ήταν στα εξωτερικά ιατρεία καθώς και ότι δεν βρήκε πουθενά την ασθενή όταν την αναζήτησε), και μετά το πέρας της ενεργούς εφημερίας του έφυγε από το νοσοκομείο και μετέβη στην οικία του έχοντας περαιτέρω μέχρι την 8.30 πμ της επομένης ημέρας (10-5-2003) εφημερία on call (κατάσταση ετοιμότητας για την προσέλευσή του στο νοσοκομείο σε περίπτωση ειδοποίησής του τηλεφωνικά από ειδικευόμενους ιατρούς για περιστατικά που θα ήταν αναγκαία η παρουσία του. Ακολούθως, ενόψει του γεγονότος ότι η κατάσταση της ασθενούς έγινε βαρύτερη, είχαν δε ήδη οι αιματολογικές εξετάσεις που καταδείκνυαν μικρόβιο (λοίμωξη) στον οργανισμό της με 15.800 λευκά και 94% πολυμορφοπύρηνα, κατάσταση αντιμετωπιζόμενη με αντιβίωση, ο κατηγορούμενος, μολονότι κλήθηκε τηλεφωνικά περί την 11.30 με 11.40 μμ της ίδιας ημέρας (9-5-2003) από την ειδικευόμενη ιατρό παθολόγο, Ε. Ν., προκειμένου να προσέλθει ο ίδιος για την αντιμετώπιση του βαρέως περιστατικού, αυτός μολονότι έλαβε γνώση των παραπάνω τιμών των λευκών και πολυμορφοπύρηνων της ασθενούς, καθώς και του γεγονότος ότι η ειδικευόμενη παθολόγος ετοιμαζόταν να της χορηγήσει αντιβίωση, ο κατηγορούμενος δεν ευαισθητοποιήθηκε παρά την βαρύτητα της κατάστασης της ασθενούς, αλλά και παρά το νεαρό της ηλικίας της (19 ετών τότε), παρέλειψε να μεταβεί στο νοσοκομείο για να διαμορφώσει άμεση και προσωπική άποψη του περιστατικού, ώστε να έχει ακριβή κλινική εικόνα της ασθενούς. Επιπλέον, ο ίδιος γνωμάτευσε εσφαλμένα ότι επρόκειτο για ιογενή λοίμωξη (πιθανώς φαρυγγίτιδα) και περαιτέρω έδωσε εντολή στην ειδικευόμενη ιατρό, πάντοτε τηλεφωνικά, να μη της χορηγηθεί αντιβίωση, αλλά μόνο αντιπυρετικά και υγρά, με αποτέλεσμα να παραμείνει αβοήθητη μέχρι την 9.30 πμ της επομένης ημέρας 10-5-2003 και να υποστεί σηπτικό σοκ, αφού η μηνιγγίτιδα εξελίχθηκε σε μηνιγγιδοκοκκική σηψαιμία και τελικά να αποβιώσει η Ι. Δ. περί την 16.00 μμ της 10-5-2003 στη ΜΕΘ του νοσοκομείου στο οποίο μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο, όταν πλέον ήταν αργά για τη ζωή της. Η κατά παράβαση δε της ιδιαίτερης αυτής νομικής του υποχρέωσης, παράλειψη του κατηγορουμένου αποστέρησε την Ι. Δ. από τη δυνατότητα ιάσεως, καθώς είναι βέβαιο πως με την εξέτασή της και τη σωστή και έγκαιρη κατά συνέπεια διάγνωση της παθήσεώς της, ενόψει της κλινικής της εικόνας του βαρέος ασθενούντος ατόμου, με υψηλό πυρετό, κεφαλαλγία, πόνο και ερυθρότητα στο φάρυγγα, όπως και ευαισθησία στη νεφρική χώρα δεξιά, σε συνδυασμό με τις αιματολογικές και ουρολογικές της εξετάσεις, αυτός (κατηγορούμενος) θα της χορηγούσε κατάλληλη αντιβίωση, λόγω της πολύχρονης εμπειρίας του και της εκ μέρους του αντιμετώπισης στο παρελθόν και άλλων περιστατικών μηνιγγίτιδας, ενόψει του ότι η κατάσταση της ασθενούς ήταν αναστρέψιμη μέχρι και τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 10-5-2003 (υπό την προϋπόθεση λήψης αντιβίωσης). Το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε ο κατηγορούμενος, μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει λόγω των προσωπικών του επιστημονικών γνώσεων, των ικανοτήτων του, την πολύχρονη εμπειρία του ως ειδικευμένος παθολόγος ιατρός, Όμως, από έλλειψη της προσοχής, δεν έπραξε αυτό. Άλλωστε, εάν δεν ήταν δυνατή λόγω ανεπαρκούς υποδομής του νοσοκομείου Ιεράπετρας, κάποια απαραίτητη ενέργεια αυτού προς ασφαλή διάγνωση της πάθησης της θανούσας, όπως η οσφυονωτιαία παρακέντηση, θα μπορούσε να φροντίσει για τη μεταφορά της με ασθενοφόρο στο μεγαλύτερο και άρτια εξοπλισμένο νοσοκομείο του Αγίου Νικολάου Λασιθίου, εάν βέβαια είχε επιληφθεί από το προηγούμενο βράδι της εξέτασης της θανούσας Ι. Δ.. Η παράλειψη δε ως άνω του κατηγορουμένου, τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (θάνατος)". Μετά τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο του ότι "στην ..., στις 9-5-2003 από αμέλειά του, από έλλειψη δηλαδή της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη του. Είχε δε ιδιαίτερη υποχρέωση λόγω του επαγγέλματός του, κατά το άρθρο 15 ΠΚ, να εμποδίσει το αποτέλεσμα αυτό, έτσι επέφερε το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, όντας ιατρός εργαζόμενος στο νοσοκομείο Ιεράπετρας, από αμέλειά του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεν κατέβαλε την αρμόζουσα επιμέλεια και προσοχή και ενήργησε με συμπεριφορά αντίθετη με τους κανόνες του ιατρικού επαγγέλματος με αποτέλεσμα να προξενήσει το θάνατο της Ι. Δ. του Α., ετών 19, κατοίκου εν ζωή Ιεράπετρας, με συμπτώματα οσφυαλγίας, κεφαλαλγίας, υψηλού πυρετού, τα οποία συνηγορούσαν στη διάγνωση μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας, είχε δε επί πλέον ενημερωθεί από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας με σχετικές εγκυκλίους προς όλα τα νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας και τα Κέντρα Υγείας σχετικά με την άμεση διάγνωση και αντιμετώπιση της νόσου. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος Κ. Τ., ενώ ήταν εφημερεύων ειδικός ιατρός του παραπάνω νοσοκομείου, ενήργησε με συμπεριφορά αντίθετη του ιατρικού επαγγέλματος και συγκεκριμένα, κατά την εφημερία του δεν παρέμεινε μέχρι την 10η ώρα παρατείνοντας την εφημερία του με την παραμονή του στο χώρο του νοσοκομείου, λόγω ύπαρξης σοβαρού περιστατικού, για το οποίο είχε ενημερωθεί σχετικά από τη μητέρα της θανούσας, αλλά αποχώρησε χωρίς να δείξει ενδιαφέρον για την ασθενή Ι. Δ. και επιπλέον όταν ενημερώθηκε τηλεφωνικά για την κατάσταση της ασθενούς από την ιατρό Ε. Ν., η οποία τον κάλεσε περί την 23.30 μ.μ. της ιδίας ημέρας για να έρθει στο νοσοκομείο και να επιληφθεί του περιστατικού, καθόσον τελούσε σε μικτή εφημερία (on call) από την οικία του, μέχρι την 8.30 π.μ. της επομένης ημέρας αυτός αρνήθηκε να μεταβεί στο νοσοκομείο και να εξετάσει ο ίδιος την ασθενή παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε από την προαναφερόμενη ειδικευόμενη ιατρό, γνωμάτευσε δια του τηλεφώνου ότι πρόκειται για ιογενή λοίμωξη, πιθανώς φαρυγγίτιδα και έδωσε οδηγίες για υγρά και αντιπυρετικά και όχι αντιβιοτικά. Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών και παραλείψεων του κατηγορουμένου, ήταν η κατάσταση της ασθενούς να επιδεινωθεί, αφού έπασχε από οξεία μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, η αντιμετώπιση της οποίας έπρεπε να είναι η άμεση έναρξη θεραπευτικής αγωγής και να επέλθει ο θάνατος αυτής στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Αγίου Νικολάου Λασιθίου, όπου μεταφέρθηκε, από διάχυτη ενδαγγειακή πήξη λόγω αμφοτερόπλευρης αιμορραγίας των επινεφριδίων, οφειλόμενη σε οξεία μηνιγγοεγκεφαλίτιδα με μικροβιακή σηψαιμία", και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δύο ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,4 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν κατά το είδος τους και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 15, 28 και 302 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, η αμέλεια του οποίου, όπως προκύπτει από το σύνολο του αιτιολογικού, αλλά και από το διατακτικό, που το συμπληρώνει, είναι μη συνειδητή (δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα). Η σχετική αιτίαση, επομένως, ότι δεν προσδιορίζεται από την απόφαση το είδος της αμέλειας είναι αβάσιμη. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αμέλεια του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι ενώ ήταν εφημερεύων ειδικός ιατρός στο νοσοκομείο της Ιεράπετρας κατά τον προαναφερόμενο χρόνο δεν παρέμεινε μέχρι την 10η ώρα μμ, παρατείνοντας την εφημερία του με την παραμονή του στο χώρο του νοσοκομείου, αφού υπήρχε σοβαρό περιστατικό, για το οποίο είχε ενημερωθεί σχετικά από τη μητέρα της ασθενούς (θανούσας), αλλά αποχώρησε χωρίς να επιδείξει το επιβαλλόμενο από την ιδιότητά του ενδιαφέρον και επιπλέον όταν ενημερώθηκε τηλεφωνικά από την ειδικευόμενη ιατρό Ε. Ν. για τη σοβαρότητα της κατάστασης της ασθενούς, η οποία τον κάλεσε να επιληφθεί του περιστατικού, αυτός αρνήθηκε να μεταβεί στο νοσοκομείο, παρότι βρισκόταν σε εφημερία ετοιμότητας, γνωμάτευσε δε από απόσταση, δηλαδή τηλεφωνικά, ότι πρόκειται για ιογενή λοίμωξη με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί ραγδαία η κατάσταση της υγείας της ασθενούς, η οποία προσβλήθηκε από οξεία μηνιγγοεγκεφαλίτιδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ακόμη ότι οι ανωτέρω παραλείψεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου συνιστούν παραβίαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσής του που πηγάζει από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και άλλα νομοθετήματα, αλλά και από την εγγυητική θέση του απέναντι στην ασφάλεια της ζωής και της υγείας του ασθενή που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι επιληφθέντες αρχικά του περιστατικού ιατροί Μ. και Ν. δεν διέγνωσαν στοιχεία μηνιγγίτιδας δεν δημιουργεί καμία αντίφαση ή έλλειψη, αναφορικά με την επακολουθήσασα αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, έτσι ώστε η σχετική αιτίασή του είναι αβάσιμη. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί πλήρως την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αξιόποινου αποτελέσματος, αφού αναφέρει ότι η κατά παράβαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης παράλειψη του αναιρεσείοντος αποστέρησε από την ασθενή τη δυνατότητα ίασης, καθώς είναι πιθανό και η πιθανότητα αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας ότι αν ο αναιρεσείων, ενόψει της ειδικότητάς του και της εμπειρίας του, την εξέταζε έγκαιρα θα γινόταν σωστή διάγνωση και στη συνέχεια χορήγηση της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής. Οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, επομένως, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της στέρησης νόμιμης βάσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' και Ε' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι.
IV. Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης και ειδικότερα από το σκεπτικό που αναφέρεται στην επιμέτρηση της ποινής, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας για την επιβολή στον αναιρεσείοντα της ποινής φυλάκισης των δύο ετών έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε αυτός και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, έτσι ώστε προκύπτει ότι έλαβε υπόψη το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2ε ΠΚ και δεν δημιουργείται ασάφεια περί αυτού, ούτε υπάρχει αντίφαση από την αναφορά στο σκεπτικό ότι δεν επέδειξε μετάνοια αλλά μάλλον απάθεια, καθώς και το γεγονός ότι έχει καταδικασθεί στο παρελθόν για το ίδιο αδίκημα. Ο σχετικός λόγος αναίρεσης (4.2), επομένως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ β' ΚΠοινΔ ο Άρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ένα λόγος αναίρεσης θα κριθεί βάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το αξιόποινο της ανωτέρω πράξης έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, αφού από το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν έγινε δεκτός κάποιος από τους λόγους της αναίρεσης.
VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ),καθώς και στη δικαστική δαπάνη των, ως πολιτικώς εναγόντων, παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (176, 183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Μαϊου 2011 αίτηση του Κ. Τ. για αναίρεση της 422/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή