Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1707 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.




Περίληψη:
Παράβαση άρθρου μόνον ΑΝ 690/1945. Ο εργαζόμενος δεν μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότου - κατηγορουμένου για τη μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του. Απόλυτη ακυρότητα από την παράνομη παράσταση. Παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1707/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Νάκο, περί αναιρέσεως της 2711/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Β. Κ. του Κ. και 2) Δ. Χ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 95/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου μόνον του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις κατά των εργοδοτών, διευθυντών, εκπροσώπων επιχειρήσεων κ.λ.π., οι οποίοι δεν καταβάλλουν εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες στους εργαζομένους, συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας, πάσης φύσεως αποδοχές. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται ποινικό αδίκημα μόνο για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας αποδοχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η έγκαιρη καταβολή αυτών στους δικαιούχους και δεν δημιουργείται πρωτογενής αξίωση των εργαζομένων για πληρωμή των αποδοχών τους.
Συνεπώς η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να θεμελιώσει αξίωση του εργαζομένου προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 914, 927 και 298 ΑΚ, μόνο για τη ζημία που υπέστη από το άνω αδίκημα, δηλαδή από την υπαίτια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του και όχι για την πληρωμή των ίδιων των αποδοχών, έστω και αν ζητούνται ως αποζημίωση, αφού μόνη η παράλειψη του εργοδότη να καταβάλει εμπρόθεσμα τις αποδοχές δεν συνεπάγεται την απώλεια αυτών, ώστε να προκαλείται στον εργαζόμενο ισόποση με τις αποδοχές του ζημία, που να έχει ως αιτία το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του ΑΝ 690/1945 αδίκημα και, συνεπώς, ο εργαζόμενος δεν δύναται να διεκδικήσει από την καθυστέρηση αυτή χρηματική ικανοποίηση για προκληθείσα εξ αυτής ηθική βλάβη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον ’ρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά των δικών επί των οποίων εκδόθηκαν οι πρωτόδικες υπ' αριθμ. 4307/2007 και 4309/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με τις οποίες ο κατηγορούμενος αναιρεσείων Π. Μ. του Γ. καταδικάσθηκε για παράβαση του άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945, η Β. Κ. και ο Δ. Χ. αντίστοιχα, που ήταν εργαζόμενοι στην επιχείρηση "ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΕΠΕ" της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, δήλωσαν ότι παρίστανται, ως πολιτικώς ενάγοντες και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να καταβάλει στον καθένα αυτών το ποσό των 22 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή τους, για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσε το αδίκημα (η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών), δήλωση που έγινε δεκτή εν μέρει και επιδικάσθηκε σε καθένα των πολιτικώς εναγόντων το ποσό των 20 ευρώ. Κατά τη συνεκδίκαση των υποθέσεων αυτών (και άλλων δύο συναφών) ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, παραστάθηκαν ενώπιον αυτού και οι δύο ως άνω πολιτικώς ενάγοντες και δήλωσαν την ίδια παράσταση πολιτικής αγωγής, η οποία έγινε και πάλι δεκτή και το δικαστήριο εκείνο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2711/2009 καταδικαστική και πάλι για τον κατηγορούμενο απόφασή του επιδίκασε σε καθένα πολιτικώς ενάγοντα το ίδιο χρηματικό ποσό (20 ευρώ), ως χρηματική ικανοποίησή του για ηθική βλάβη που προκλήθηκε σ' αυτούς από την τέλεση του εγκλήματος του άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945 από τον κατηγορούμενο.
Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, η παράσταση των δύο πολιτικώς εναγόντων ενώπιον αμφοτέρων των ποινικών δικαστηρίων της ουσίας (πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου) δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν συνέτρεχαν στα πρόσωπα αυτών οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησής τους για την άσκηση της πολιτικής αγωγής και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση του προσβαλλομένου κεφαλαίου της αποφάσεως που αφορούσε τις απαιτήσεις των δύο πολιτικώς εναγόντων, εργαζομένων στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, έπρεπε να αποφανθεί σχετικώς κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως προς την έλλειψη στην κρινόμενη υπόθεση της νομιμοποίησής τους, και να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση υπέρ αυτών λόγω ηθικής βλάβης τους. Επομένως, από την παράνομη παράσταση των Β. Κ. και Δ. Χ. ως πολιτικώς εναγόντων (και) ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.) και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω της παράνομης παράστασης των δύο πολιτικώς εναγόντων και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας λόγω του ότι λήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο έγγραφα που φέρεται ότι δεν αναγνώσθηκαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2711/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικών Βόλου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή