Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1485 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συνέργεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Δήμευση.




Περίληψη:
Απλή συνέργεια σε παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών κατά συρροή. Ο αναιρεσείων οδηγώντας το αυτοκίνητο του και με σκοπό την ασφαλή μεταφορά των παράνομων λαθρομεταναστών, που επέβαιναν στο αυτοκίνητο του συγκατηγορούμενου του, με την ειδοποίηση αυτού περί της υπάρξεως αστυνομικού ελέγχου κατά τη διαδρομή, ως προπομπός, συμμετείχε στην επιχείρηση μεταφοράς ως απλός συνεργός και έτσι χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο του για την τέλεση της άνω αξιόποινης πράξεως. Ορθά το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή διατάξεως του νόμου, προέβη στη δήμευση του αυτοκινήτου του. Αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής και επικουρικά, για εκ πλαγίου παράβαση της αυτής διάταξης. Αβάσιμος επίσης ο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1485/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη, για αναίρεση της 261/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 99/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρ. 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005: "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο β. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. γ. Με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. δ. Με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρ. 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83). Από το συνδυασμό της παραπάνω διατάξεως και εκείνης του άρ. 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005, προκύπτει ότι απλός συνεργός της πράξεως της διευκόλυνσης μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, κατ' επάγγελμα και με τρόπο που θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση της πιο πάνω άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 261/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό. Ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, απλής συνέργειας σε παράνομη μεταφορά λαθρεπιβατών κατά συρροή και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως συνολική δεκαπέντε (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, γεννηθείς το έτος 1986 στο ..., αφού συνεννοήθηκε με άτομο Αλβανικής καταγωγής, που τον γνώριζε ως ..., να μεταφέρει με το αυτοκίνητο του, εργοστασίου κατασκευής SEΑΤ τύπου ..., με αριθ. κυκλοφορίας ..., χρώματος κόκκινου, συγκυριότητας αυτού και του πατέρα του Χ2, αλβανούς λαθρομετανάστες από την περιοχή της ..., μετέβη με το αυτοκίνητο του στην .... Εκεί τον πήρε τηλέφωνο στο κινητό του ο δεύτερος κατηγορούμενος και του ανέφερε ότι αυτός θα αποτελεί τη συνοδεία του κατά την επιστροφή του στα .... Αφού του υπέδειξε και το μέρος από το οποίο και επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του τέσσερις Αλβανοί υπήκοοι, τρεις άνδρες και μια γυναικά ήτοι οι Σ1 (ανήλικη), Σ2,Σ3 και Σ4, οι οποίοι είχαν εισέλθει στο Ελληνικό έδαφος από άγνωστη αφύλακτη συνοριακή διάβαση των Ελληνοαλβανικών συνόρων χωρίς να κατέχουν ταξιδιωτικά έγγραφα, ήτοι ισχύον διαβατήριο που να είχε εκδοθεί νόμιμα και θεώρηση εισόδου (VISΑ) και χωρίς να υποστούν έλεγχο κατά την είσοδο τους στη χώρα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), ιδιοκτησίας του, προπορεύονταν του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορουμένου, προκειμένου να ελέγχει το δρόμο μέχρι τον προορισμό του και να τον ειδοποιεί για την ύπαρξη κατά τη διαδρομή μπλόκου των αστυνομικών και να αποφύγει έτσι τη σύλληψη του και να επιτευχθεί η μεταφορά των αλλοδαπών. Και πραγματικά ειδοποίησε τούτον για ύπαρξη αστυνομικών στην περιοχή ... και στο ..., όμως ο πρώτος κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε προς τις υποδείξεις του για αποβίβαση των λαθρομεταναστών, για ακίνδυνη διέλευση από το χώρο αυτό και επιβίβαση τους εκ νέου μετά το μπλόκο, αλλά συνέχισε την πορεία του. Στο ... οι συνοριακοί φύλακες, ειδοποιηθέντες από τους συναδέλφους τους που στην .... είχαν αντιληφθεί το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου με τους επιβάτες και θεώρησαν τούτο ύποπτο και σταμάτησαν αυτό. Διαπιστώθηκε η μεταφορά των ανωτέρω αλλοδαπών που βρισκόταν παράνομα στη χώρα. Ο πρώτος κατηγορούμενος εξήγησε στους συνοριακούς φρουρούς όλα τα σχετικά με τη μεταφορά των αλλοδαπών και της βοήθειας που του παρείχε ο δεύτερος κατηγορούμενος στη μεταφορά και με υπόδειξη τους, επιχειρήθηκε να έλθει σε επαφή και να συμφωνηθεί συνάντηση μαζί του, προκείμενου να επιτευχθεί η σύλληψη αυτού. Τελικά ο πρώτος κατηγορούμενος, προφασίστηκε στο δεύτερο κατηγορούμενο ότι είχε πρόβλημα στα ελαστικά του αυτοκινήτου του και συμφώνησαν να συναντηθούν στο κέντρο "..." στα .... Ενώ συνοριακοί φρουροί ανέμεναν μέσα στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου στον αύλειο χώρο του κέντρου, έφθασε στο χώρο αυτό ο δεύτερος κατηγορούμενος, όμως αντιλήφθηκε ότι ήταν εκεί συνοριακοί φρουροί και αναχώρησε χωρίς να σταματήσει το αυτοκίνητο του. Κατά την επιστροφή του στην ... συνελήφθη από συνοριακούς φρουρούς στην περιοχή .... Το γεγονός ότι και ο δεύτερος κατηγορούμενος συμμετείχε στη μεταφορά των λαθρομεταναστών με τον εκτεθέντα τρόπο, που αποτελεί τη μορφή της απλής συνδρομής στην πράξη του πρώτου κατηγορουμένου, την οποία παρείχε κατά την τέλεση της πράξης αυτού, προκύπτει αφενός μεν από τη μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του, αφετέρου δε από το ότι με το δικό του τηλέφωνο κάλεσε τον πρώτο κατηγορούμενο, γεγονός που και αυτός ομολογεί, ανεξάρτητα από τον αβάσιμο ισχυρισμό του ότι το κινητό του τηλέφωνο παρέδωσε στον προαναφερόμενο Αλβανό υπήκοο που είχε οργανώσει τη μεταφορά, επειδή εκείνος του είπε ότι είχε πρόβλημα η μπαταρία του δικού του κινητού τηλεφώνου, αλλά και από το ότι εμφανίστηκε στο χώρο συνάντησης που προαναφέρθηκε στο κέντρο "...". Για το τελευταίο ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν δίδει πειστική απάντηση, αφού αναφέρει ότι ο Αλλοδαπός οργανωτής του είπε να πάει εκεί για να βοηθήσει ένα άτομο που είχε πρόβλημα στα ελαστικά του αυτοκινήτου του και ότι θα πληρώνονταν για τη βοήθεια του αυτή, όμως ενώ έφθασε στο χώρο δεν εξηγεί γιατί έφυγε χωρίς να παράσχει τη βοήθεια του, που ήταν η αιτία της μεταβάσεως του. Όμως, για τους δύο κατηγορούμενους δεν προέκυψε ότι αυτοί κατ' επάγγελμα τέλεσαν την πράξη αυτή που τους αποδίδεται, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ούτε επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ούτε συγκεκριμένη υποδομή με σκοπό την επανειλημμένη τέλεση αυτής, ούτε πορισμός εισοδήματος από την τέλεση της. Επομένως, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι γνώριζαν, ενόψει και των συνθηκών τελέσεως της πράξεως, όπως αυτές προεκτέθηκαν, ότι οι μεταφερόμενοι βρισκόταν παράνομα στη χώρα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι απλής μεταφοράς των αλλοδαπών ο πρώτος και απλής συνδρομής ο δεύτερος στην πράξη του πρώτου κατηγορουμένου. " Στη συνέχεια, το δικάσαν Εφετείο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της απλής συνέργειας σε παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών κατά συρροή και ειδικότερα, του ότι: "Στο ... , στις 14-1-2006 και ώρα 11:00', παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης της παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών κατά συρροή κι ειδικότερα, παρείχε απλή συνδρομή στον πρώτο (1°) κατηγορούμενο (Χ2), ήτοι οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ (ΤΑΞΙ) αυτοκίνητο του, προπορεύονταν του αυτοκινήτου εκείνου (ενεργούσε ως προπομπός) διευκολύνοντας αυτόν με επικοινωνία με το κινητό τηλέφωνο για την ύπαρξη αστυνομικού μπλόκου κατά τη διαδρομή, στο να αποφύγει τον αστυνομικό έλεγχο στην παράνομη λαθρομεταφορά που διενεργούσε ο ανωτέρω, ο οποίος με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, επιβίβασε σ' αυτό τους με στοιχεία Σ1, Σ2, Σ3 και Σ4, αλλοδαπούς λαθρομετανάστες, υπηκόους Αλβανίας, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος και τους προώθησε στο εσωτερικό της χώρας, με προορισμό την ..., όμως έγινε αντιληπτός από άνδρες του Τ.Σ.Φ ... και συνελήφθη." Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο μετά την επιβολή της πιο πάνω ποινής στον κατηγορούμενο, διέταξε τη δήμευση του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. μάρκας DAIMLER CHRYSLER αυτοκινήτου.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 ΠΚ και 88 παρ.1α Ν.3386/05, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 261/2009 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ... και των μαρτύρων υπερασπίσεως, ....
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 88 παρ.1 Ν.3386/2005, το δικάσαν Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέταξε τη δήμευση του αυτοκινήτου του παρά το γεγονός ότι δέχθηκε πως αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά λαθρομεταναστών, αλλά μόνο για τη δική του μετακίνηση ως προπομπού, σε κάθε δε περίπτωση, η απόφαση είναι αναιρετέα λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι στο αιτιολογικό της δεν περιέχει παραδοχές περί του αν το δημευθέν όχημα χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά λαθρομεταναστών, με συνέπεια να παραβιαστεί εκ πλαγίου η άνω διάταξη. Επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξη αυτής, με την οποία διατάχθηκε η δήμευση του αυτοκινήτου του, είναι αναιρετέα και λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν περιέχει σκέψεις περί της χρησιμοποίησης αυτού για τη μεταφορά λαθρομεταναστών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Δικαστήριο διέταξε τη δήμευση του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί) του αναιρεσείοντος, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: " κατά την διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1του Ν.3386/2005, τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά προσώπων δημεύονται με την τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου, εκτός αν ο κύριος των μέσων αποδείξει ότι δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν αυτά. Η ανωτέρω διάταξη ως ειδική κατισχύει των γενικών διατάξεων του άρθρου 76 ΠΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής και μοντέλου DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES), του οποίου ήταν κύριος, όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του και με σκοπό την ασφαλή μεταφορά των προαναφερόμενων παράνομων αλλοδαπών στον τόπο προορισμού από το συγκατηγορούμενό του, με την ειδοποίηση αυτού περί της ύπαρξης αστυνομικού ελέγχου κατά τη διαδρομή, συμμετείχε στην επιχείρηση της μεταφοράς, ως απλούς συνεργός με το ανωτέρω αυτοκίνητο του, το οποίο έτσι χρησιμοποίησε για την τέλεση της προβλεπόμενης κατά τα ανωτέρω, αξιόποινης πράξης της μεταφοράς, γνωρίζοντας το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται, σύμφωνα με τις ειδικότερες σκέψεις που αναφέρονται στην παρατιθέμενη αιτιολογία για την τέλεση της πράξης. Επομένως, πρέπει, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω σχετικής διάταξης να επικυρωθεί η κατάσχεση και να διαταχθεί η δήμευση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου αυτού, το οποίο κατασχέθηκε με την από 14.1.2006 έκθεση κατασχέσεως του Αρχιφύλακα Α, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του είναι αβάσιμος." Επομένως, το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 Ν.3386/2005, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος που συμμετείχε στην επιχείρηση της μεταφοράς (λαθρομεταναστών) ως απλός συνεργός με το ανωτέρω αυτοκίνητό του, το οποίο έτσι χρησιμοποίησε για την τέλεση της προβλεπόμενης κατά τα άνω αξιόποινης πράξης της μεταφοράς, γνωρίζοντας το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται. Ούτε, εκ πλαγίου παραβιάστηκε η παραπάνω διάταξη, αφού στο άνω αιτιολογικό, καθώς και σε αυτό για την τέλεση της άνω πράξης, περιέχονται παραδοχές για τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε το δημευθέν όχημα για την άνω μεταφορά. Επίσης, δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού περιέχονται σε αυτή σκέψεις για τη χρησιμοποίηση του εν λόγω οχήματος για τη μεταφορά λαθρομεταναστών. Εξάλλου, μετ'αυτεπάγγελτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για την ύπαρξη της, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αυτή δεν είναι αντιφατική και στερούμενη νόμιμης βάσης, από το γεγονός ότι, ενώ στο σκεπτικό της δέχεται ότι δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε κατ'επάγγελμα την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, στο διατακτικό της τον κήρυξε ένοχο για απλή συνέργεια στην τέλεση της άδικης πράξης της μεταφοράς λαθρομεταναστών κατ'επάγγελμα. Όμως, από προφανή παραδρομή, στο διατακτικό της αποφάσεως δεν έχει διαγραφεί η φράση "κατ'επάγγελμα", όπως ήταν το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, αφού στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι "δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι κατ'επάγγελμα τέλεσαν την πράξη αυτή", ενώ, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, η άνω πράξη με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ'επάγγελμα τέλεσης αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών, στον κατηγορούμενο με την άνω απόφαση χωρίς να του αναγνωριστούν ελαφρυντικά, επιβλήθηκε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αλλά και ο κατ'άρθρο 511 ΚΠΔ αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε παραδεκτή και εμφανίστηκε εκείνος που την άσκησε, λόγος του αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ'του αυτού Κώδικα, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τον πρώτο από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Δεκεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.9626/11-12-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 261/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή