Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 665 / 2011    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 665/2011



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



A2' Πολιτικό Τμήμα



ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:



Των αναιρεσειουσών: 1. Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΤΟΣΩΛ ΕΠΕ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. εταιρείας με την επωνυμία "CMI TRADING SERVICES LTD", που εδρεύει στην Μονροβία της Λιβερίας, και στον Πειραιά στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν επροσωπήθηκαν στον ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εται-ρείας με την επωνυμία "DNB NOR BANK A.S.A" που εδρεύει στη Νορβηγία, 2. Δ. Α., κατοίκου ..., 3. Μ. Λ., κατοίκου ..., 4. Τ. Ν. Σ. κατοίκου ..., 5. Ν. Α., κατοίκου ..., 6. Ν. Λ. του Λ., κατοίκου ..., 7. Γ. Κ. Ο., κατοίκου ..., 8. εταιρείας με την επωνυμία DALEX SHIPPING CO SA, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 9. Π. Μ., κατοίκου .... Οι 1η, 2ος, 3ος, 4ος, και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σιούφα, οι 6ος και 7ος, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και οι 8η και 9ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Κοντόπουλο.



Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6489/2000 μη οριστική, 480/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1016/2007 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-4-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 6-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ.1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 1, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δικ., αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Αν δε συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου.

Στην προκειμένη υπόθεση προσκομίζονται με επίκληση οι εκθέσεις με αριθμούς 4.009/1.3.2010, 5.503/3.3.2010, 3067β/12.3.2010 και 4.034/15.3.2010 των δικαστικών επιμελητών Πειραιώς Θ. Σ., Σ. Α., Θ. Κ. και Θ. Σ., αντιστοίχως. Εξ αυτών προκύπτει ότι, με επιμέλεια τεσσάρων εκ των αναιρεσιβλήτων, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις αναιρεσείουσες εταιρίες και στους αναιρεσιβλήτους Ν. Λ. και Γ. Ο., επίσημο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των οικείων εκθέσεων με κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17ης Μαΐου 2010, οπότε η συζήτηση ανεβλήθη για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο (11.10.2010). Οι διάδικοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, η εκδίκαση όμως θα χωρήσει, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί δικονομικώς παρόντες, κατά τα προεκτεθέντα. Με τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Καθορίζονται περιοριστικά οι λόγοι αναίρεσης. Δεν περιλαμβάνεται δε σε αυτούς η εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων, εκτός αν συνδυάζονται με άλλον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή (559 ΚΠολΔικ) λόγο. Με τον λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση ως προς την κρίση αν τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας περιστατικά υπάγονται ή όχι σε νομικές έννοιες, όπως είναι και αν με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται η απόφαση είναι εφαρμοστέο το αλλοδαπό δίκαιο, δεν ελέγχεται όμως η κρίση ως προς την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας των μερών για το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο (ΑΠ 1398/1986 ΝοΒ 1987, 921). Ελέγχονται με τον παραπάνω λόγο (559 αριθ.1 ΚΠολΔικ) οι κατ' άρθρα 4-33 ΑΚ και άλλοι ειδικότεροι περί συγκρούσεως νόμων κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και οι δυνάμει αυτών εφαρμοστέοι κανόνες του αλλοδαπού δικαίου, γραπτού ή εθιμικού (ΑΠ 1149/1994, ΑΠ 1326/1992). Και αν ακόμα διατάχθηκαν αποδείξεις για το περιεχόμενο του αλλοδαπού δικαίου ελέγχονται αναιρετικά με βάση το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ μόνο σφάλματα ως το περιεχόμενό του και όχι ως προς τη διαδικασία διαπιστώσεως αυτού (ΑΠ 825/1989). Όπως δε ορίζεται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη της παραγρ.3 του ιδίου άρθρου (562 παρ. 3) του ΚΠολΔικ, κατά την οποία κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ύστερα όμως από πρόταση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, που έχει περιληφθεί στην έγγραφη εισήγησή του, λόγο αναίρεσης των άρθρων 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός, μόνο αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 43/1990). Αν προσβάλλεται απόφαση του Εφετείου, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως. Η υποχρέωση αυτή έγινε δεκτή από τη νομολογία για την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ και την αοριστία της αγωγής, νομική, ποιοτική ή ποσοτική (Ολ.ΑΠ 1/1987). Για να κριθεί κάποιος ισχυρισμός δημόσιας τάξης δεν αρκεί ότι έπρεπε να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως, αλλά επιπλέον θα πρέπει να αφορά και στην αποτροπή επέλευσης έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή και οικονομική τάξη. Τέτοιο δε ισχυρισμό δημόσιας τάξης δεν αποτελεί το κατ' άρθρο 26 ΑΚ ζήτημα αν με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά η εκτιθέμενη σε αυτή ενοχή εξ αδικήματος διέπεται από το δίκαιο της Πολιτείας στην οποία διαπράχθηκε το αδίκημα.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση α) της από 10.10.2006 έφεσης των αναιρεσειουσών ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, δεν προκύπτει ότι ο παραπάνω ισχυρισμός, ότι δηλαδή με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά ήταν εφαρμοστέο στην αναφερόμενη σε αυτήν ενοχή εξ αδικήματος το Ελληνικό δίκαιο, ή επαναφέρθηκε ή προτάθηκε το πρώτον στο εφετείο παραδεκτά και νόμιμα, β) της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι έκρινε το εφετείο επί του ζητήματος αυτού και γ) της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δεν προκύπτει ότι διατυπώνεται σε αυτή σχετικός με το ζήτημα αυτό λόγος αναίρεσης. Επομένως είναι απαράδεκτη η έρευνα από το δικαστήριο τούτο του παραπάνω ζητήματος και δεν είναι αλυσιτελείς, εκ του λόγου εφαρμογής του Ελληνικού δικαίου, η έρευνα των λόγων αναίρεσης, που συνίστανται σε παραβιάσεις του εφαρμοσθέντος από το Εφετείο Ινδικού δικαίου, όπως κατωτέρω εκτίθεται.

Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου - ο αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος είχε τη γνώμη ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί προεχόντως ... διότι οι λόγοι αυτής προβάλλονται αλυσιτελώς, υπό τις ακόλουθες σκέψεις: Κατά το άρθρο 26 ΑΚ: "Οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από την λογική και τελολογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής συνάγεται: (α) Ότι, σε περίπτωση που τα περιστατικά που υλοποιούν την αδικοπραξία (μεταξύ των οποίων είναι και η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος) συντελούνται στο έδαφος περισσοτέρων πολιτειών, απόκειται στον ζημιωθέντα να επιλέξει το εφαρμοστέο στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικό δίκαιο (πρβλ. ΑΠ 295/2000). (β) Ότι, αν σε δολίως διαπραχθέν αδίκημα έλαβαν μέρος περισσότερα του ενός πρόσωπα (είτε ως συναυτουργοί, είτε ως ηθικοί αυτουργοί, είτε ως συνεργοί), καθένα εξ αυτών είναι "δράστης" της πράξεως και κάθε τόπος, στον οποίο κάθε συμμέτοχος εκδήλωσε την αδικοπρακτική του συμπεριφορά, ήτοι εξωτερίκευσε την αδικοπρακτική του βούληση, είναι τόπος τελέσεως του αδικήματος, που εφέλκει την υπαγωγή των οικείων ενοχών στο αντίστοιχο ουσιαστικό δίκαιο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής: Στην από 30.6.1999 αγωγή τους, οι εδώ αναιρεσείοντες εταιρίες ιστορούσαν: (1) Ότι κατά το έτος 1996, η πρώτη εξ αυτών εξετέλεσε στον Πειραιά εκτεταμένες επισκευές στο φερόμενο υπό σημαία Μάλτας και ανήκον κατά πλοιοκτησία στην εδρεύουσα στη Μάλτα εταιρία "ΕLΕΝΙ ΜΑRΙΤΙΜΕ LΤD" εμπορικό πλοίο "G... C..." (κοχ 17021) και είχε κατά της πλοιοκτήτριας εκ της αιτίας αυτής απαίτηση 1.522.104 δολλαρίων ΗΠΑ. (β) Ότι η δεύτερη εξ αυτών είχε κατά της αυτής εταιρίας απαίτηση 147.063 δολλαρίων από προμήθεια του ίδιου πλοίου με εφόδια και ανταλλακτικά κατά το έτος 1996. (γ) Ότι για εξασφάλιση των απαιτήσεων τους αυτών, και ενώ το πλοίο είχε καταπλεύσει την 11-11-1996 έμφορτο στον λιμένα Χατζίρα των Ινδιών, οι αναιρεσείουσες ζήτησαν και πέτυχαν την συντηρητική κατάσχεση αυτού και την δικαστική απαγόρευση του απόπλου του και της εκποίησης του. (δ) Ότι, παρά τις δικαστικές αυτές απαγορεύσεις, με σκόπιμες και συγκλίνουσες ενέργειες των εναγομένων και εδώ αναιρεσιβλήτων (η πρώτη των οποίων είχε εγγεγραμμένη υποθήκη επί του πλοίου για εξασφάλιση δανείου 23.000.000 δολλαρίων), το πλοίο απέπλευσε αυθαίρετα την 24-1-1997, καθοδηγήθηκε δε τελικώς στην Σιγκαπούρη, όπου και πλειστηριάσθηκε την 2-6-1997 αντί 4.800.000 δολλαρίων. (ε) Ότι το σύνολο του πλειστηριάσματος (μετά την αφαίρεση των εξόδων) ανέλαβε η πρώτη αναιρεσίβλητος., ως ενυπόθηκη δανείστρια, επειδή κατά το δίκαιο της Σιγκαπούρης η σχετική απαίτηση κατατάσσεται πριν από τις απαιτήσεις από επισκευές και από προμήθεια του πλοίου με εφόδια, ενώ κατά το δίκαιο των Ινδιών ίσχυε το αντίστροφο, (στ) Ότι εξαιτίας τούτων οι αναιρεσείουσες ζημιώθηκαν κατά τα ανωτέρω ποσά των απαιτήσεων τους, αφού η οφειλέτρια εταιρία εστερείτο άλλων περιουσιακών στοιχείων. Ζητούσαν δεν οι αναιρεσείουσες να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι οφείλουν σ' αυτές, και δη εις ολόκληρον έκαστος, τα ανωτέρω ποσά ως αποζημίωση λόγω αδικήματος. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς απέρριψε την αγωγή ως νομικώς αβάσιμη κατά το ουσιαστικό δίκαιο των Ινδιών, το οποίο έκρινε εφαρμοστέο. Το Εφετείο, στη συνέχεια, κρίνοντας επίσης εφαρμοστέο το Ινδικό δίκαιο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έφεση των ηττηθεισών διαδίκων δεχθέν: (α) Ότι "η παραβίαση της συντηρητικής κατασχέσεως και της απαγορεύσεως απόπλου του ... πλοίου ... δεν θεμελιώνει ευθεία αξίωση αποζημιώσεως ... επί τη βάσει της αδικοπραξίας". (β) Ότι "οι ένδικες απαιτήσεις των εκκαλουσών - εναγουσών δεν απολαύουν ναυτικού προνομίου κατά το Ινδικό δίκαιο, εντεύθεν έπονται της ναυτικής υποθήκης δια της οποίας ήτο βεβαρυμένο το ανωτέρω πλοίο υπέρ της πρώτης εναγομένης - εφεσιβλήτου Τραπέζης". Από την επισκόπηση, όμως, του ως άνω αγωγικού δικογράφου των αναιρεσειουσών προκύπτει, ότι σημαντικό και ουσιώδες μέρος της όλης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, που αποδίδεται στους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους, φέρεται ότι έλαβε χώραν επί Ελληνικού εδάφους. Ενδεικτικά, σχετικώς, είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της αγωγής: "Περί τις αρχές Δεκεμβρίου 1996 ο έκτος εναγόμενος Λ. ... μετέβη στο Λονδίνο ... .Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών με την Τράπεζα....συμφωνήθηκε (α) να μεταβιβασθεί το πλοίο στον έκτο εναγόμενο Λ. ή σε εταιρεία που ήθελε υποδειχθεί από αυτόν κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού.....που θα επακολουθούσε σε χώρα διαφορετική από την Ινδία ... (β) να αποπλεύσει το πλοίο παράνομα από την Χατζίρα της Ινδίας, παρά την ύπαρξη των ως άνω κατασχέσεων που υπήρχαν, προκειμένου αυτό στη συνέχεια να πλεύσει είτε στη Σιγκαπούρη είτε στο Χονγκ-Κόνγκ ... (γ)να αγοράσει ο Λ. το πλοίο ... με τον τρόπο που εκτέθηκε ως άνω και με χρηματοδότησή του με την Τράπεζα (επαναχρηματοδότηση) ... . Η ως άνω συμφωνία και ο σχεδιασμός της παράνομης διαφυγής του πλοίου επιβεβαιώθηκε και στον Πειραιά με τον δεύτερο εναγόμενο Δ. Α., ο οποίος ενεργούσε εξ ονόματος και για λογαριασμό της πρώτης ... . Στο πλαίσιο της ... συμφωνίας ... ο Λ. φροντίζει ώστε να προμηθευθεί το πλοίο με υπερβολική ποσότητα καυσίμων και νερού προκειμένου να έχει ικανοποιητικά αποθέματα για το σχεδιαζόμενο ταξίδι του ... . Η Τράπεζα, όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί με το Λ., κατέβαλε το τίμημα αυτών ... στον τραπεζικό λογαριασμό .... στην Τράπεζα ANZ Grindlays Bank, κατάστημα …, ... .Την 18 Ιανουαρίου 1997 ο έκτος εναγόμενος ... συναντήθηκε με τον έβδομο εναγόμενο, πλοίαρχο Γ. Ο......τον Α' Μηχανικό Ν. Κ. και τον Β' Μηχανικό Χ. Λ., σε ναυτιλιακό γραφείο του Πειραιά, προκειμένου να υπογράψουν συμβάσεις ναυτικής εργασίας ... . Μετά ... παρέλευση δύο περίπου ημερών ... οι παραπάνω ναυτικοί ... ανεχώρησαν ... για Χατζίρα και επιβιβάσθηκαν αυθημερόν στο πλοίο ... . Οι προηγούμενοι Κροάτες αξιωματικοί, που απολύθηκαν, πληρώθηκαν από την Τράπεζα κατά τη συμφωνία ... . Την 22.00' της ίδιας μέρας το πλοίο απέπλευσε παράνομα ... . Την επομένη, κατόπιν εντολών, το όνομα του πλοίου άλλαξε εν πλώ ... όπως επίσης και το Διεθνές Διακριτικό αυτού Σήμα ... προκειμένου να χαθούν τελείως τα ίχνη του ... . Λόγω ... αρνήσεως της Τράπεζας να ... επιβεβαιώσει εγγράφως τη συμφωνία τους, ο Λ. δίνει εντολή στον εναγόμενο πλοίαρχο να του τηλεφωνεί καθημερινά στο γραφείο του ... . Στο μεταξύ, το πλοίο κατέπλευσε σε προκαθορισμένο στίγμα, που υποδείχθηκε στον πλοίαρχο από τον Λ., σε σημείο εκτός δικαιοδοσίας του λιμανιού της Σιγκαπούρης, σε διεθνή ύδατα και ο Λ. έδωσε εντολή στον πλοίαρχο να μην εισέλθει μέσα στο λιμάνι ... . Με έχοντας δε, μέχρι τότε, αποτυπωθεί και εγγράφως η συμφωνία με την Τράπεζα, ο Λ. δίνει εντολή στον πλοίαρχο να αποπλεύσει από τη Σιγκαπούρη με προορισμό τη Ν.Αφρική ... . Καθόλη τη διάρκεια του πλού, εξακολουθούσε η καθημερινή τηλεφωνική επαφή του Λ. με τον πλοίαρχο ... . Μετά από ταξίδι 7-8 ημερών, το πλοίο έφθασε στις ακτές της Ν. Αφρικής, πλέοντας όμως πάντοτε στα διεθνή ύδατα ... . Βλέποντας, όμως, ο πλοίαρχος την κατάσταση να διαιωνίζεται ... ειδοποίησε μέσω τηλεφώνου από το πλοίο τον γνωστό του δικηγόρο στον Πειραιά ... ο οποίος και τον έφερε σε επαφή με τους εναγόμενους αξιωματούχους της Τράπεζας και με τους όγδοη και ένατο εναγομένους ... . Επειδή το ζημιογόνο γεγονός συνέβη στην Ελλάδα ... . Επειδή εφαρμοστέο τυγχάνει το Ελληνικό δίκαιο ... . Ζητούμε να γίνει δεκτή η παρούσα ...". Υπό το ιστορικό αυτό, τα συγκροτούντα την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά περιστατικά έλαβαν χώρα μερικώς μεν σε άλλα κράτη, μερικώς δε στην Ελλάδα, όπου μάλιστα επήλθε και το επιζήμιο για τις αναιρεσείουσες αποτέλεσμα. Επομένως, αφού οι αναιρεσείουσες, με ρητή σχετική δήλωσή τους στην αγωγή, επέλεξαν ως εφαρμοστέο το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, με βάση αυτό και μόνο έπρεπε να ερευνηθεί η νομιμότητα (και στη συνέχεια η ουσιαστική βασιμότητα) των αγωγικών αιτημάτων. Παρά ταύτα το Εφετείο ερεύνησε στην αγωγή (και την έκρινε νομικώς αβάσιμη) σύμφωνα με το Ινδικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο (εσφαλμένα) έκρινε εφαρμοστέο. Με την κρινόμενη δε αίτηση αναιρέσεως ψέγεται το Εφετείο όχι για εσφαλμένη εφαρμογή του Ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αλλά - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεως - (α) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ινδικού δικαίου και (β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμοφή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου των Ινδιών σχετικώς με το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο στο ζήτημα του προνομιακού ή μη χαρακτήρος των ρηθεισών απαιτήσεων, για το οποίο υποστηρίζεται ότι έπρεπε να θεωρηθεί εφαρμοστέο το ουσιαστικό δίκαιο της Μάλτας, ως δίκαιο της σημαίας του πλοίου. Όμως οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι, με βάση τα προεκτεθέντα και μετά την γενομένη σχετική επιλογή των εναγουσών, δεν ήταν εφαρμοστέο το Ινδικό δίκαιο (και δή ούτε το ουσιαστικό, ούτε το ιδιωτικό διεθνές) αλλά αποκλειστικώς το Ελληνικό. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί για τον λόγο αυτό άλλως να απορριφθεί ως αβάσιμη, κατά τα κατωτέρω:

Η ρύθμιση της εξ αδικοπραξίας ευθύνης στο Ινδικό δίκαιο ακολουθεί ιστορικώς τις σχετικές ρυθμίσεις του Αγγλικού ουσιαστικού δικαίου, διεμορφώθη δε υπό της νομολογιακής εφαρμογής του τελευταίου τούτου υπό των Ινδικών δικαστηρίων και της Ινδικής νομοθεσίας. Ειδικώτερον, η αδικοπραξία (tort) δεν ρυθμίζεται υπό διατάξεων του Ινδικού δικαίου, αλλά υπό του λεγομένου "κοινού δικαίου" (commoη Ιaw) του διαμορφωθέντος υπό της νομολογίας επί τη βάσει προηγουμένων δικαστικών αποφάσεων (Judicial Precedents). Ευθύνη εξ αδικοπραξίας είναι η τοιαύτη η απορρέουσα εκ παραβάσεως καθήκοντος θεσπιζόμενου κατ' αρχήν υπό του νόμου. Το καθήκον τούτο υφίσταται γενικώς έναντι τρίτων προσώπων και η παράβαση του δύναται να επανορθωθή δι' αγωγής προς αποζημίωση, το ύψος της οποίας δεν είναι εκ των προτέρων γνωστό (unliquidated damages). Οι αδικοπραξίες (torts) διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: Η πρώτη περιλαμβάνει τις αδικοπραξίες κατά του σώματος της περιουσίας ή υπολήψεως ενός προσώπου, η δευτέρα την απάτη και την αμέλεια κατά την εκτέλεση μιας ιδιωτικής υποχρεώσεως, ενώ η τρίτη κατηγορία αφορά την ειδική ζημία η οποία προκαλείται σε κάποιο πρόσωπο εκ της αθετήσεως μιας υποχρεώσεως, ως προς τα κοινά. Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη εξ αδικοπραξίας απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: (α) τέλεση αδίκου πράξεως, (β) πρόκληση ζημίας εκ ταύτης (αδίκου πράξεως) και (γ) η άδικος πράξη να είναι τοιαύτης φύσεως ώστε να παρέχεται ένδικο βοήθημα υπό την μορφή αγωγής αποζημιώσεως, πρέπει δηλονότι η άδικος πράξη να εμπίπτει στην κατηγορία των αδίκων πράξεων ως προς τις οποίες προβλέπεται ένδικο βοήθημα αστικής αγωγής αποζημιώσεως (ubi jus ubi remedium - δεν υπάρχει άδικος πράξη όπου δεν χορηγείται έννομος προστασία ή καθ' ερμηνείαν δεν υπάρχει έννομος προστασία όπου δεν υπάρχει (νομικώς) άδικος πράξη). Τοιαύτην συνιστά η παράβαση διατάξεως νόμου ή η παράλειψη εκπληρώσεως καθήκοντος, η οποία θίγει τα νόμιμα δικαιώματα τρίτου και του προκαλεί ζημία, όχι κατ' ανάγκην περιουσιακή. Η παράλειψη ή παραβίαση μιας υποχρεώσεως δυνατόν ν' αποτελεί παράνομη πράξη. Η παραβίαση κανόνος δικαίου αποτελεί άδικη πράξη αλλ' οιαδήποτε παραβίαση ενός καθήκοντος δεν αποτελεί οπωσδήποτε άδικη πράξη. Εκάστη άδικος πράξη δεν στοιχειοθετεί δικαίωμα αποζημιώσεως με βάση την αδικοπραξία. Ούτως, ο απόπλους ενός πλοίου κατά παράβασιν της διαταγής του δικαστηρίου συνιστά παράνομη πράξη, δεν θεμελιώνει όμως απαραιτήτως δικαίωμα αποζημιώσεως με βάση την άδικο πράξη, όσον αφορά δανειστή της πλοιοκτήτριας, έχοντα απαιτήσεις εξ εκτελεσθεισών επισκευών επί του πλοίου ή εκ πωλήσεως εφοδίων και ανταλλακτικών. Τούτο δε διότι καν εισέτι η πράξη του απόπλου του πλοίου είναι παράνομος, δεν παραβιάζεται "περιουσιακό δικαίωμα" του ανωτέρω δανειστού, εφ' όσον το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής επί τη βάσει ναυτικού προνομίου δεν εμπίπτει στην έννοιαν της περιουσίας, ως αύτη ορίζεται στον Ινδικό νόμο περί μεταβιβάσεως περιουσίας (ΤΡΑΝSFER ΟF ΡRΟΡΕRΤΥ ΑCΤ) και περιλαμβάνει όλες τις αγώγιμες αξιώσεις όσον αφορά την κινητή και ακίνητη περιουσία. Το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής δεν αποτελεί αγώγιμη απαίτηση διότι δεν θεωρείται "περιουσία" κατά την ανωτέρω έννοια, εφ' όσον η τελευταία αύτη περιλαμβάνει κάθε περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δύναται να μεταβιβασθεί κατά το Ινδικό δίκαιο. Η απαίτηση αποζημιώσεως αποτελεί απλώς δικαίωμα ασκήσεως αγωγής, το οποίο δεν είναι μεταβιβάσιμο, εντεύθεν δεν θεωρείται "περιουσία". Ειδικώτερον, ο κατά παράβασιν διατάξεως του δικαστηρίου απόπλους πλοίου, εάν θεωρηθεί ότι έχει επηρεάσει το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής επί τη βάσει ναυτικού προνομίου, τούτο (δικαίωμα) δεν θεωρείται "περιουσία" διότι δεν είναι ούτε μεταβιβάσιμο ούτε εκχωρητέο κατά το Ινδικό δίκαιο.

Συνεπώς, μία αγωγή με βάση την αδικοπραξία προς αποζημίωση γιά παράβαση της διατάξεως του δικαστηρίου δεν αποτελεί βάση ασκήσεως αγωγής εξ αδικοπραξίας. Η παραβίαση της συντηρητικής κατασχέσεως πλοίου και της δικαστικής απαγορεύσεως του απόπλου του (arrest of ship) συνιστά ασέβεια προς το δικαστήριο (cοntempt of court) η οποία διακρίνεται σε ποινική και αστική. Πράξεις που παρεμποδίζουν την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης ή θέτουν σε ουσιώδη κίνδυνο την αμερόληπτη απονομή της θεμελιώνουν ποινική ασέβεια ανυπακοή σε αποφάσεις, διατάξεις ή άλλες διαδικαστικές πράξεις του δικαστηρίου, η οποία ταυτοχρόνως προκαλεί και ζημία τρίτου συνιστά αστική ασέβεια. Η τελευταία αύτη κυρίως στρέφεται εναντίον του προσώπου, υπέρ του οποίου εξεδόθη η σχετική απόφαση ή διάταξη, καθώς όμως ταυτοχρόνως προκαλείται διατάραξη του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, τιμωρείται με τον ίδιο τρόπο όπως η ποινική ασέβεια, δηλαδή διά προσωπικής κρατήσεως, επιβολής προστίμου και κατασχέσεως εισέτι της περιουσίας του ασεβούς. Η παραβίαση της συντηρητικής κατασχέσεως πλοίου και της δικαστικής απαγορεύσεως του απόπλου του (arrest of ship) αποτελεί αστική ασέβεια και τιμωρείται ως ανωτέρω. Σκοπός πάσης καταδικαστικής αποφάσεως δι' ασέβειαν προς το δικαστήριο είναι η προστασία των δικαστικών αρχών και όχι η αποζημίωση του διαδίκου, εις βάρος του οποίου διεπράχθη ή κατέληξε η ασέβεια. Εάν ο τελευταίος επιθυμεί αποζημίωση, πρέπει να την επιδίωξη δι' ετέρων μέσων, εις τα οποία όμως δεν περιλαμβάνεται η αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας. Πράγματι, η παραβίαση της συντηρητικής κατασχέσεως πλοίου και δικαστικής απαγορεύσεως του απόπλου συνιστά παράβαση καθήκοντος, η οποία θίγει τα νόμιμα δικαιώματα του υπέρ ου η σχετική απόφαση διά της προκλήσεως ζημίας εις βάρος τούτου, δεν παρέχεται όμως υπό του Ινδικού δικαίου ένδικο βοήθημα υπό την μορφή αγωγής αποζημιώσεως. Περαιτέρω, η διαδικασία πλειστηριασμού πλοίου αρχίζει διά της εγέρσεως αγωγής ναυτικού δικαίου (Αdmiralty suit). Η αγωγή αύτη δύναται ν' ασκηθεί εν σχέσει προς οιανδήποτε ναυτικού περιεχομένου αξίωση ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου έχοντος ναυτική δικαιοδοσία. Πράγματι, κατά το Αγγλικό δίκαιο, το οποίο εφαρμόζουν και τα δικαστήρια της Ινδίας, οποιοσδήποτε δανειστής, έχων απαίτηση οιασδήποτε φύσεως κατά του οφειλέτου πλοιοκτήτου, αφορώσα το πλοίο δύναται να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεως του ταύτης, στρεφόμενος κατά του ανήκοντος στην κυριότητα του οφειλέτου πράγματος (res) δηλονότι του πλοίου. Η σχετική αγωγή δύναται να στρέφεται είτε μόνον κατά του πράγματος (in rem) είτε κατά του πράγματος και κατά του προσώπου του οφειλέτου (actiοn in rem και in personam). Οι αγωγές αυτές δεν περιορίζονται αποκλειστικώς και μόνον σε απαιτήσεις οι οποίες συνιστούν ναυτικό προνόμιο (maritime lien) αλλά ασκούνται δι' οιανδήποτε απαίτηση κατά του οφειλέτου, αρκεί η απαίτηση να αφορά το πλοίο. Η παρουσία και μόνον του πλοίου στον τόπο δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, καθιστά το δικαστήριο αρμόδιο διά την άσκηση ενώπιον αυτού μιας αγωγής κατά του πράγματος (action in rem) δι' απαίτηση αφορώσα το πλοίο. Η αγωγή in rem, σκοπόν έχει να υποχρεώσει τον πλοιοκτήτη, ο οποίος επιθυμεί την αποδέσμευση του πλοίου και την συνέχιση της εκμεταλλεύσεως του να καταθέσει στο δικαστήριο εγγύηση (bail) εκ της οποίας θα ικανοποιηθή η απαίτηση εν περιπτώσει ευδοκιμήσεως της αγωγής. Στην αγωγή, πέραν των αιτημάτων αφ' ενός να υποχρεωθεί το πλοίο και ο εναγόμενος στην καταβολή του ποσού της απαιτήσεως και αφ' ετέρου να οδηγηθεί το πλοίο σε πλειστηριασμό, υφίσταται και το αίτημα να εκδοθεί υπό του Δικαστηρίου διαταγή κατασχέσεως (warrant of arrest). Τo Δικαστήριο κρίνει αμέσως το τελευταίο, εν είδει ασφαλιστικού μέτρου, αίτημα και εφ' όσον πιθανολογήσει το αληθές και βάσιμο της απαιτήσεως και ότι αύτη αφορά αμέσως ή εμμέσως το πλοίο, εκδίδει διαταγή κατασχέσεως. Δια της εκδόσεως της τοιαύτης διαταγής και της δυνάμει ταύτης κατασχέσεως του πλοίου δημιουργείται και θεμελιώνεται δικαιοδοσία του δικαστηρίου, δηλονότι η αγωγή καθίσταται και αναγνωρίζεται in rem, ανεξαρτήτως εάν η αξίωση, η οποία ασκείται διά της αγωγής συνιστά maritime lien ή απλώς αποτελεί statutory in rem. Εξ άλλου το CAVEAT συνιστά απλώς και μόνον μία γνωστοποίηση προς το δικαστήριο ότι υφίσταται αξίωση προσώπου τινός κατά του πλοίου και παράκληση προς το δικαστήριο να ειδοποιηθεί το πρόσωπο τούτο μέσω των τοπικών δικηγόρων, τα στοιχεία των οποίων εκτίθενται στο caveat, σχετικώς με πράξεις τυχόν διενεργηθησόμενες υπό τρίτων ενώπιον του δικαστηρίου αναφορικώς προς το πλοίο. Στην περίπτωση κατά την οποία έχει ήδη επιτευχθή υπό τρίτου η κατάσχεση του πλοίου, το caveat σκοπό έχει να ειδοποιηθεί, μέσω των τοπικών δικηγόρων του, το καταθέσαν τούτο πρόσωπον, αναφορικώς προς τυχόν επικείμενη άρση της κατασχέσεως, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να προβεί στην κατάθεση της αγωγής του και να ζητήση τούτο πλέον την κατάσχεση του πλοίου. Η Ινδία ακολουθεί και στα ζητήματα του ναυτικού δικαίου το Αγγλικό δίκαιο, ως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των Μerchant Shipping Act 1958 και Μaritime Insurance Act 1963. Το πρώτο των ως άνω νομοθετημάτων ρυθμίζει τα ζητήματα των υποθηκών, όχι όμως και των ναυτικών προνομίων. Η Ινδία έχει υπογράψει την Διεθνή Σύμβασή της Γενεύης του Ϊ993 επί των ναυτικών προνομίων και υποθηκών, πλην δεν έχει εισέτι κυρώσει ταύτην και συνεπώς τα ναυτικά προνόμια δεν διέπονται υπό συγκεκριμένων διατάξεων, αλλά υπό του common law δηλονότι και επί του συγκεκριμένου ζητήματος οι ρυθμίσεις του Ινδικού δικαίου πηγάζουν και εμπνέονται υπό του Αγγλικού δικαίου, το οποίο και εφαρμόζεται υπό των Ινδικών δικαστηρίων. Όσον αφορά την κατάταξη δανειστών επί πλειστηριασμού πλοίου προβλέπονται πέντε βασικές κατηγορίες απαιτήσεων: πρώτον τα ειδικά νομοθετικά δικαιώματα (special legislative rights), δεύτερον, τα δικαστικά έξοδα, έξοδα πλειστηριασμού και έξοδα φυλάξεως, τρίτον, τα ναυτικά προνόμια (maritime liens),τέταρτον, οι εγγεγραμμένες υποθήκες επί του πλοίου και πέμπτον, οι γενικές αξιώσεις (general maritime claims) ως οι επισκευές πλοίου (ship repairs), supplies (εφόδια), καύσιμα (bunkers) κλπ, απαιτήσεις οι οποίες είναι γνωστές υπό τον γενικό όρο αναγκαία ("necessaries"). Οι τελευταίες, αυτές αποκαλούνται "statutory rights in rem" και δεν έχουν την θέση των ναυτικών προνομίων (maritime liens). Ως ναυτικό προνόμιο νοείται η απαίτηση ή προνόμιο επί του πράγματος, το οποίο ενεργοποιείται δια δικαστικής προστασίας, η διαδικασία απευθύνεται κατά του πράγματος (in rem). Η τοιαύτη απαίτηση ή το προνόμιο ακολουθεί το πράγμα εις οιουδήποτε την κατοχή περιέλθη τούτο όταν ενεργοποιηθή δια δικαστικής διαδικασίας με αγωγή in rem ανατρέχει στον χρόνο ότε το πρώτο απεκτήθη. Τα ζητήματα, τα αφορώντα εις τα ναυτικά προνόμια διέπονται υπό της lex fori, ήτοι υπό του Ινδικού δικαίου. Στην υπόθεση Sigma Coatings ν ''Αgios Nikolaos" ο Δικαστής D. J. Dhanuka, αφιστάμενος της κρατούσης εντός των πλαισίων του Αγγλικού δικαίου απόψεως (εκφρασθείσης στην απόφαση του Ηουse of Lords στην υπόθεση Heinrich Bjorn 1866) και αντλήσας επιχείρημα εκ της αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας στην υπόθεση Μ. V. ΕΙisabeth έκρινε ότι οι απαιτήσεις δανειστών εξ εργολαβικών εργασιών, εξ επισκευών εκ της προμηθείας του πλοίου δι' εφοδίων και ανταλλακτικών, ήτοι τα λεγόμενα "αναγκαία" κατατάσσονται στα ναυτικά προνόμια, με την αιτιολογία ότι η έννοια του ναυτικού προνομίου μόνον ενδεικτικώς οριοθετείται υπό του Αγγλικού δικαίου και συνεπώς και άλλες κατηγορίες απαιτήσεων δύνανται να ενταχθούν στα ναυτικά προνόμια. Αντίθετη άποψη υιοθέτησε ο Δικαστής του Ανωτέρου Δικαστηρίου της Βομβάης D.G. Deshpande στην υπόθεση Ειinoil-Hellenic P.Co. V MV Anny L, ο οποίος έκρινε ότι οι εν λόγω απαιτήσεις δεν συνιστούν ναυτικό προνόμιο και απέστη από την κρίση του Δικαστού Dhanuka στην προαναφερθείσα απόφαση, θεωρών ότι το Δικαστήριο στην ειρημένη απόφαση εδίκασε "Ρer Incuriam" ήτοι εν αγνοία νόμου, δοθέντος ότι: α) στην υπόθεση Μ. V Εlisabeth το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας έκρινε ζητήματα δικαιοδοσίας και όχι ειδικώς το ζήτημα του εάν οι απαιτήσεις από "αναγκαία" αποτελούν ναυτικά προνόμια ή όχι, εντεύθεν οι σχετικές αναφορές του Ανωτάτου Δικαστηρίου (στην παράγραφο 99 της αποφάσεως) δεν συνιστούν "ration devidendi" ή "οbiter dicta" και δεν είναι δεσμευτικές διά τα κατώτερα Δικαστήρια και β) ο Δικαστής Dhanuka αγνόησε το γεγονός ότι η Ινδία υπέγραψε την Διεθνή Σύμβαση επί των Ναυτικών Προνομίων και Υποθηκών, η οποία στο άρθρο 4 αυτής προσδιορίζει περιοριστικώς τα ναυτικά προνόμια, στα οποία δεν συγκαταλέγονται τα λεγόμενα "αναγκαία", το γεγονός δε τούτο, ανεξαρτήτως της κυρώσεως της Συμβάσεως υπό της Ινδίας, συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι οι εκ των λεγομένων "αναγκαίων" απαιτήσεις δεν καλύπτονται διά ναυτικού προνομίου. Τελικώς, το ζήτημα εκρίθη οριστικώς διά της αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Supreme Court) της Ινδίας στην υπόθεση ΕΡοch Εnterreports V Won Fu, διά της οποίας εκρίθησαν τα ακόλουθα: "Δύναται να λεχθεί ότι ναυτικό προνόμιο υφίσταται ή περιορίζεται σε περίπτωση αξιώσεων από: α) ζημία προκληθείσα υπό πλοίου, β) θαλάσσια διάσωση, γ) μισθούς ναυτικών και πλοιάρχου δ) δαπάνες του πλοιάρχου εξ ιδίων κεφαλαίων επ' ωφελεία του πλοίου και ε) ενέχυρο επί του κύτους πλοίου. Στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται ναυτικό προνόμιο θεωρείται ότι υπάρχει δικαίωμα επί του πράγματος (in rem). Άλλως, υφίσταται αξίωση κατά του προσώπου (in personam) δι' οιανδήποτε απαίτηση ήθελε προκύψει εκ συμβάσεως. Η περιωρισμένη εφαρμογή ενός τοιούτου προνομίου σαφώς υποδεικνύει ότι δεν παρέχει έδαφος διά την θεμελίωση ναυτικού προνομίου οιαδήποτε υπηρεσία ή οιουδήποτε είδος ζημίας προκύπτει εν σχέσει προς κάποιο πλοίο". Εκρίθη, δηλονότι, ότι ναυτικό προνόμιο υφίσταται αποκλειστικώς και μόνο στις προαναφερθείσες πέντε περιπτώσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι απαιτήσεις "εξ αναγκαίων", εντεύθεν εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι οι τοιαύτες απαιτήσεις θεμελιώνουν απλώς αξίωση κατά προσώπου (in personam) και συνεπώς έπονται του εμπραγμάτου δικαιώματος της υποθήκης του πλοίου.. Περί του ως άνω αποδειχθέντος περιεχομένου των κανόνων του Ινδικού δικαίου αναφορικώς προς τας ενδίκους αξιώσεις βλ. τις καταθέσεις των ενόρκως ενώπιον του Εισηγητού του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων ως μαρτύρων, νομομαθών J. D. D. και R. W. W., οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθ.175/2003 Εκθεση του Εισηγητού Δικαστού και εκτιμώνται αναλόγως του λόγου γνώσεως και του μέτρου αξιοπιστίας εκατέρου τούτων, την υπ' αριθ. 217/2004 Νομική Πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, ως και τα μετ' επικλήσεως, νομίμως προσκομιζόμενα υπό των παρισταμένων διαδίκων έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες εταιρίες "ΝΑΥΤΟΣΩΛ ΕΠΕ" και "CMI TRADING SERVICES LTD" ιστορούσαν, στην από 30.6.1999 αγωγή τους, τα ακόλουθα: Έχοντας (οι ενάγουσες) ειδικώτερα στην αγωγή αναφερόμενες απαιτήσεις, η μεν πρώτη εξ εκτελεσθεισών επισκευών, η δε δευτέρα εκ πωλήσεως εφοδίων και ανταλλακτικών στο υπό σημαίαν Μάλτας πλοίο "G... C..." πλοιοκτησίας της "ΕLΕΝΙ ΜΑRΙΤIΜΕ LTD" και διαχειρίσεως εν Ελλάδι της "UΝΙΜΑR S.Α. ΜΑRΙΤΙΜΕ" προέβησαν η μεν πρώτη την 12.11.1996 στην συντηρητική κατάσχεση του πλοίου στον λιμένα Χατζίρα της Ινδίας και εν συνεχεία η δευτέρα ομού μετά της τρίτης των εναγουσών (μη ούσης διαδίκου κατά την παρούσαν δίκην) στην δικαστική απαγόρευση απόπλου και απαγόρευση μεταβιβάσεως της κυριότητος του πλοίου, ως και των προσόδων πλειστηριάσματος (caveat), στην περίπτωση πλειστηριασμού τούτου προς εξασφάλιση των απαιτήσεων των. Την 20.1.1997 διά δικαστικής αποφάσεως, εκδοθείσης υπό του Ανωτέρω Δικαστηρίου (Ηigh Court) της Βομβάης κατόπιν αιτήσεως της παραληπτρίας του φορτίου, το οποίο έφερε το πλοίο κατά το χρόνο της κατασχέσεως του, επετράπη η μετακίνηση του τελευταίου στον λιμένα της Βομβάης, προκειμένου να εκφορτώσει το φορτίο. Την 24.1.1997, κατόπιν εντολών της πρώτης των εναγομένων, ενυπόθηκου δανείστριας του πλοίου διά των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου εξ αυτών ως υπαλλήλων της (του μεν πρώτου ως διευθυντού στο ενταύθα υποκατάστημα των δε λοιπών στο κατάστημα του Λονδίνου) και εις εκτέλεσιν συμφωνιών, στις οποίες προήλθε αυτή (Τράπεζα) ήδη από τα τέλη Δεκεμβρίου 1996 μετά του έκτου των εναγομένων - κυρίως μετόχου της ως άνω πλοιοκτήτριας και υπ' αυτήν την ιδιότητα προβαίντος εις αντικατάστασιν του Κροάτη πλοιάρχου υπό του εβδόμου εναγομένου, ως και των λοιπών Κροατών αξιωματικών του πλοίου - το τελευταίο τούτο απέπλευσε παρανόμως από τον ανωτέρω λιμένα, κατά παράβασιν των προαναφερθεισών απαγορευτικών αποφάσεων, και κατόπιν εντολής του έκτου προς τον έβδομον κατηυθύνθη προς Σιγκαπούρη, σε σημείο εκτός δικαιοδοσίας λιμένος σε διεθνή ύδατα και ακολούθως στις ακτές της Ν. Αφρικής, πάντοτε κατόπιν εντολών του έκτου εναγομένου και εντός των πλαισίων των παρανόμων συμφωνιών αυτού και της εναγομένης Τραπέζης και πάντοτε πλέον στα διεθνή ύδατα, αλλάζοντας μάλιστα το όνομά του και το Διεθνές Διακριτικό Σήμα, άνευ ενημερώσεως του Νηολογίου της Μάλτας, προκειμένου να χαθούν τα ίχνη του. Την 20.2.1997 η πρώτη των εναγομένων (Τραπεζική εταιρεία) ανέλαβε την διαχείριση του πλοίου και ομού μετά των εναγομένων ανωτέρω στελεχών της και της διορισθείσης ως διαχειρίστριας του πλοίου, ογδόης των εναγομένων και του ενάτου εξ αυτών ως αρχιπλοιάρχου της τελευταίας, έδωσαν εντολή στον πλοίαρχο να κατευθύνει το πλοίο στον λιμένα της Σιγκαπούρης, προκειμένου να εκπλειστηριασθεί εκεί, αφού προηγουμένως μετεβιβάζετο στον έκτον των εναγομένων, διότι συμφώνως προς το δίκαιο της Σιγκαπούρης η απαίτηση της Τραπέζης προηγείται στον πίνακα κατατάξεως των δανειστών του πλοίου έναντι των δανειστών των εχόντων τις απαιτήσεις των εναγουσών, ενώ συμφώνως προς το δίκαιο της Ινδίας οι απαιτήσεις των προηγούνται των απαιτήσεων της ενυπόθηκου δανείστριας. Τελικώς το πλοίο κατέπλευσε στον λιμένα της Σιγκαπούρης, ένθα κατεσχέθη αναγκαστικώς και την 2.6.1997 εξεπλειστηριάσθη σε δημόσιο πλειστηριασμό τη επισπεύσει της πρώτης εναγομένης Τραπέζης, η οποία εισέπραξε εξ ολοκλήρου το επιτευχθέν πλειστηρίασμα 4.800.000 δολλ. Σιγκαπούρης μετ' αφαίρεσιν των εξόδων και των καταβλητέων προς τρίτους ποσών. Εξ αιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς όλων των εναγομένων από κοινού ενεργησάντων εματαιώθη οριστικώς η δυνατότης ικανοποιήσεως των απαιτήσεων των εναγουσών. Βάσει των ανωτέρω και μετά τον παραδεκτώς γενόμενο περιορισμό του αιτήματος εις μόνο το αναγνωριστικό εζήτησαν όπως αναγνωρισθή ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, έκαστος εις ολόκληρον, προς αποκατάσταση της προσγενομένης ζημίας στην μεν πρώτη των εναγουσών ποσόν 1.522.104 δολλαρίων Η ΠΑ, άλλως το ισόποσον εις δρχ. κατά τον χρόνον πληρωμής, άλλως 482.506.960 δρχ., στην δε δευτέρα, τούτων ποσόν 147.063 δολλ. ΗΠΑ, άλλως το ισόποσον τούτων εις δρχ., άλλως 46.619.100 δρχ. νομιμοτόκως κατά τις εν τη αγωγή διακρίσεις. Επί της αγωγής ταύτης εξεδόθη η υπ' αριθ. 6489/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διά της οποίας ετάχθησαν αποδείξεις ως προς το περιεχόμενο των εφαρμοστέων εν προκειμένω διατάξεων του Ινδικού δικαίου. Μετά νέα συζήτηση της αγωγής εξεδόθη απόφαση διά της οποίας εκρίθη ότι η ένδικος αγωγή, ερευνωμένη κατά τις διατάξεις του αποδειχθέντος Ινδικού δικαίου - οποίο τυγχάνει εφαρμογής επί της επιδίκου υποθέσεως κατ' αρθρ. 26 ΑΚ, καθ' όσον η φερομένη ως παράνομος και υπαίτιος πράξη των εναγομένων (παραβίαση κατασχέσεως, φυγάδευση του πλοίου από τον λιμένα Χατζίρα) έλαβε χώρα στην Ινδία - τυγχάνει μη νόμιμος, εντεύθεν απορριπτέα. Κατά της αποφάσεως εκείνης οι ενάγουσες ως άνω εταιρίες άσκησαν έφεση. Η έφεση απερρίφθη με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο έκρινε επίσης μη νόμιμη την αγωγή, δεχθέν τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω ή ένδικος αγωγή, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα εν αυτή περιστατικά, και αληθών τούτων υποτιθεμένων, τυγχάνει μη νόμιμος κατά το Ινδικό δίκαιο, καθ' όσον: α) η παραβίαση της συντηρητικής κατασχέσεως και της απαγορεύσεως απόπλου του υπό σημαία Μάλτας πλοίου "G... C...." από τον λιμένα Χατζίρα της Ινδίας συνιστά αστική ασέβεια του Δικαστηρίου και δεν θεμελιώνει ευθεία αξίωση αποζημιώσεων των εναγουσών επί τη βάσει της αδικοπραξίας, β) οι ένδικες απαιτήσεις των εκκαλουσών-εναγουσών δεν απολαύουν ναυτικού προνομίου κατά το Ινδικό δίκαιο, εντεύθεν έπονται της ναυτικής υποθήκης διά της οποίας ήτο - βεβαρημένο το ανωτέρω πλοίο υπέρ της πρώτης εναγομένης-εφεσιβλήτου Τραπέζης, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη. Ενταύθα και εν σχέσει προς τους ισχυρισμούς των εκκαλουσών λεκτέα τα εξής: Κατά το Ινδικό δίκαιο το ναυτικό προνόμιο ακολουθεί, ταξιδεύει (travels) διά του πλοίου και δύναται να ασκηθή κατά του πράγματος καν εισέτι εμεσολάβησε μεταβίβαση της κυριότητος τούτου. Διά της ασκήσεως της action in rem και διά της επιβολής κατασχέσεως δημιουργείται και θεμελιώνεται δικαιοδοσία του δικαστηρίου, δηλονότι η αγωγή (action) αναγνωρίζεται και καθίσταται in rem, ανεξαρτήτως του εάν η διά της αγωγής ασκούμενη αξίωση συνιστά ναυτικό προνόμιο (maritime lien) ή απλώς δικαίωμα (statutory right) in rem. Ουδέν ναυτικό προνόμιο πραγματώνεται ή "μετουσιώνεται" διά της ασκήσεως action in rem. Καν εισέτι υποτεθή ότι οι εκκαλούσες είχον ασκήσει αγωγές in rem και ότι είχε διαταχθή υπέρ εκατέρας τούτων η κατάσχεση του πλοίου, δεν θα είχον αποκτήσει κανενός είδους "δικαίωμα επί του πλοίου" ούτε θα είχον απωλέσει τοιούτο λόγω της παραβιάσεως της κατασχέσεως και του απόπλου του πλοίου. Η "δημιουργία" παρομοίου δικαιώματος και αντιστοίχως η βλάβη εκ της "απώλειας" του δεν προβλέπονται κατά το Ινδικό δίκαιο. Ο μη έχων ναυτικό προνόμιο δανειστής θα καταταγή Ρari Passu με τους λοιπούς πιστωτές, ενώ διά της υπ' αυτού κατασχέσεως του πλοίου δεν του παρέχεται, εκ μόνης ταύτης, οιουδήποτε νέο δικαίωμα, το οποίο δεν είχε προ της κατασχέσεως". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε - σύμφωνα με τα προεκτεθέντα - το εφαρμοσθέν ουσιαστικό δίκαιο και, επομένως, είναι αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση και υποστηρίζεται το αντίθετο.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, της αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης κατά το ινδικό δίκαιο είναι: α) η τέλεση άδικης πράξεως ή η παράλειψη διενέργειας κάποιας πράξεως, β) η ζημία που έχει προκληθεί από την πράξη αυτή, η οποία μπορεί να είναι πραγματική ή νομική και γ) το δικαίωμα νομικής αποκαταστάσεως, δηλαδή το δικαίωμα να απαιτηθεί αποζημίωση. Η αδικοπραξία κατά το ίδιο δίκαιο ευρέως κατανέμεται σε τρεις κατηγορίες: Α) σε αδικοπραξία: α) κατά φυσικού προσώπου, υποδιαιρούμενη περαιτέρω: αα) σε σωματική βλάβη και ββ) σε βλάβη της φήμης φυσικού προσώπου, β) κατά περιουσίας, που μπορεί να αφορά: αα) κινητή και ββ) ακίνητη περιουσία, Β) σε πράξεις παρενοχλήσεως, εξαπατήσεως ή αμελείας και Γ) σε πράξεις που αφορούν το καθήκον προς τα κοινά, για την παράβαση του οποίου ο ενάγων υφίσταται ιδιαίτερη ζημία. Εξάλλου εκείνος ο οποίος προμηθεύει σε πλοίο εφόδια και ανταλλακτικά αλλά και εκείνος ο οποίος διενεργεί επισκευές σ' αυτό θεωρείται κατά το ινδικό δίκαιο προμηθευτής αναγκαίων (supplier of necessaries), η δε προμήθεια αναγκαίων αποτελεί αξίωση εξοπλισμένη με ναυτικό προνόμιο, η οποία προηγείται εκείνης του ενυπόθηκου δανειστή. Συγκεκριμένα επί πλειστηριασμού πλοίου οι απαιτήσεις των δανειστών κατατάσσονται με την εξής σειρά: 1) λιμενικά τέλη, 2) ναυτικά προνόμια (τα οποία ειδικότερα κατατάσσονται με την εξής σειρά: α) προνόμιο από ζημία επί του πλοίου, β) προνόμιο από θαλάσσια αρωγή, γ) προνόμιο από μισθούς και επιδόματα ναυτικών, δ) προνόμιο από μισθούς, επιδόματα και έξοδα πλοιάρχου, ε) προνόμιο από παροχή εγγυήσεων πλοίου και φορτίου για σύναψη δανείου και στ) προνόμιο από παροχή αναγκαίων), 3) υποθήκες και 4) προνόμια που πηγάζουν από το νόμο. Χαρακτηριστικά του ναυτικού προνομίου είναι: α) το δικαίωμα της περιουσίας όσον αφορά το πράγμα και β) ότι ακολουθεί την περιουσία και παραμένει συνδεδεμένο με την περιουσία μέχρι την άσκηση αγωγής επί του πράγματος. Από την άσκηση αγωγής επί του πράγματος, όπως είναι η αγωγή για κατάσχεση του πλοίου και για απαγόρευση του απόπλου αυτού, το ναυτικό προνόμιο μετουσιώνεται (πραγματώνεται), μετά δε την έκδοση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως ο ενάγων αποκτά δικαίωμα επί του πλοίου. Στην περίπτωση που το πλοίο, παρά τη δικαστική εντολή κατασχέσεως και απαγορεύσεως απόπλου, αποπλεύσει, ο δανειστής χάνει το δικαίωμα που είχε αποκτήσει επί του πλοίου και έχει για το λόγο αυτό δικαίωμα αποζημιώσεως.

Συνεπώς στην περίπτωση αυτή τελείται αδικοπραξία κατά κινητής περιουσίας. Επί πλέον κατά το ινδικό δίκαιο προβλέπεται εις ολόκληρον ευθύνη προς αποζημίωση: α) μεταξύ αδικοπρακτούντων από κοινού (ήτοι δύο ή περισσοτέρων προσώπων τα οποία με κοινή πρόθεση ή συμπαιγνία τελούν αδικοπραξία), β) μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, ήτοι κυρίου και υπηρέτου, και γ) μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (στις δύο τελευταίες περιπτώσεις όταν οι πράξεις του προστηθέντος και του εντολοδόχου τελούνται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και μέσα στο πεδίο της αρμοδιότητας τους). Οι προϋποθέσεις και η έκταση της αδικοπρακτικής ευθύνης των υπαλλήλων νομικού προσώπου είναι οι ίδιες με εκείνες που αφορούν την ευθύνη κυρίου και υπηρέτου. Τέλος η υποχρέωση για τοκοδοσία γεννάται από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της απαιτήσεως, άλλως από την κατάθεση της αγωγής. Με βάση τ' ανωτέρω η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έχοντας το περιεχόμενο και αίτημα που αναφέρθηκε κατά την ανάπτυξη των σκέψεων της πλειοψηφίας, ήταν νόμιμη κατά το ινδικό δίκαιο, το οποίο αμετακλήτως κρίθηκε ότι είναι εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα διαλαμβάνονταν σ' αυτήν η τέλεση άδικων πράξεων από κοινού εκ μέρους των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτου, έκτου, εβδόμου και ενάτου των εναγομένων φυσικών προσώπων, η ζημία που προκλήθηκε από τις πράξεις αυτές στις ενάγουσες, οι οποίες είχαν συνεπεία αυτής δικαίωμα νομικής αποκαταστάσεως, δηλαδή αποζημιώσεως, καθώς και η ιδιότητα των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου εναγομένων ως υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας και του ενάτου εναγομένου ως υπαλλήλου της όγδοης ναυτιλιακής εταιρείας, οι οποίοι ενήργησαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και μέσα στο πεδίο της αρμοδιότητας τους. Επίσης η αγωγή αυτή ήταν νόμιμη ως προς το αίτημα περί της εις ολόκληρον οφειλής των αδικοπρακτησάντων φυσικών προσώπων και των εταιρειών που προέστησαν τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και ένατο εναγομένους, καθώς και ως προς το αίτημα τοκοδοσίας από την επίδοση της αγωγής. Ενόψει όλων αυτών το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη και την απέρριψε για το λόγο αυτό, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και έπρεπε, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, παρέλκει δε η έρευνα του αναιρετικού λόγου, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου των Ινδιών, σχετικώς με το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο στο ζήτημα του προνομιακού ή μη χαρακτήρος των επιδίκων απαιτήσεων και υποστηρίζεται ότι έπρεπε να θεωρηθεί εφαρμοστέο, για το ζήτημα αυτό, το ουσιαστικό δίκαιο της Μάλτας, ως δίκαιο της σημαίας του πλοίου, σύμφωνα με το οποίο οι απαιτήσεις των αναιρεσειουσών είναι προνομιούχες και ικανοποιούνται πριν από τις απαιτήσεις των ενυποθήκων δανειστών.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.4.2008 αίτηση των εταιριών "Ναυτοσώλ ΕΠΕ" και "CMI Trading Services Ltd" για αναίρεση της 1016/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες την δικαστική δαπάνη των παραστάντων εκ των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή