Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 688 / 2019    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 688/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου-Εισηγητή και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 6695/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Α. Π. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κωτσιαρίδη. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Θ.-Α., κάτοικο ..., η οποία εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, χωρίς να είναι δικηγόρος.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 2/18-1-2019 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 96/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' Κ.Π.Δ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, συνεπώς και αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (πρώτου ή δεύτερου βαθμού), για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. λόγους, μεταξύ των οποίων και για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 18-1-2019 και με αριθμό έκθεσης 2/2019 αίτηση αναίρεσης, που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κατά της με αριθμ. AM 6695/2018 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος, Α. Π. του Χ., κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός ενός μηνός, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 18-12- 2018 και η αίτηση ασκήθηκε με δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 18-1-2019. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της, που αφορά την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται : α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Ως "τρίτος", κατά την έννοια των άρθρων 362-363 ΠΚ, είναι κάθε άλλο, πλην του δυσφημουμένου, πρόσωπο, το οποίο με οποιονδήποτε τρόπο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ή και αρχή, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι'αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορεί να γίνει και με κατάθεση δικογράφου, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονται σ'αυτό, λαμβάνουν οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία, κατά καθήκον, λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου του. Γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση, ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμ. AM 6695/2018 απόφασής του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αναφερόμενα ως προς το είδος τους αποδεικτικά μέσα, μετά την παράθεση νομικής σκέψης, δέχτηκε, κατά λέξη, ότι "την 1-2-2013 ο κατηγορούμενος, στο πλαίσιο πολυετούς δικαστικής αντιδικίας του με την πολιτικώς ενάγουσα, Α. Θ. - Α., εγχείρισε στη Γραμματεία του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών την από 1-2-2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της 10359/2012 απόφασης του Ε' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 27 μηνών, καθώς κηρύχθηκε ένοχος για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε σε βάρος της νυν πολιτικώς ενάγουσας. Εντούτοις, των αναφερόμενων στο κλητήριο θέσπισμα (με το οποίο παραπέμφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως υπαίτιος του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης) γεγονότων που περιέχονται στην ως άνω αίτηση αναιρέσεως έλαβαν γνώση, όπως αναφέρεται ρητά σ' αυτό, η Γραμματέας του Εφετείου Αθηνών, Αθηνά Κοσμαδάκη, που συνέταξε τη σχετική έκθεση, καθώς και οι Δικαστές που επιλήφθηκαν της συγκεκριμένης υπόθεσης, οι οποίοι, όμως, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστούν τρίτους κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, με αποτέλεσμα να μην πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και, ως εκ τούτου, πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος, είναι δε αδιάφορη για την ποινική του μεταχείριση η μετέπειτα κοινοποίηση των γεγονότων αυτών σε έτερα πρόσωπα από την ίδια την παθούσα". Στη συνέχεια, με το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την ως άνω αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας, Α. Θ.-Α.. Με τις στο αιτιολογικό διαλαμβανόμενες παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και παραβίασε, κρίνοντας ότι δεν έχουν εφαρμογή, τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 362 του Π.Κ., αφού δέχτηκε ότι στην έννοια του τρίτου δεν υπάγονται οι δικαστικοί λειτουργοί και οι υπάλληλοι των δικαστηρίων, που έλαβαν γνώση της μνημονευόμενης αίτησης αναίρεσης του κατηγορούμενου κατά της 10359/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, την οποία αυτός κάτεθεσε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και στην οποία, σύμφωνα με την κατηγορία, είχαν περιληφθεί τα αναφερόμενα στο διατακτικό, εν γνώσει του ψευδή, γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, ενώ, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ως τρίτοι, κατά την έννοια των άρθρων 362-363 ΠΚ, μπορεί να γίνει και οι δικαστές και γραμματείς, που λαμβάνουν γνώση δυσφημιστικών ισχυρισμών, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Κατ' ακολουθία αυτών, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., προβαλλόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμος, οπότε πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθ. AM 6695/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2019.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή