Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 456 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΑΡΙΘΜΟΣ 456/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο ,- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. συζ. Ι. Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελεονώρα Φρατζεσκάκη περί αναιρέσεως της 16/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Ανώνυμη Εταιρεία με την εμπορική επωνυμία "MARFIN EΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αναγνωστόπουλο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως και τους από 30 Μαρτίου 2012 κι 17 Οκτωβρίου 2012 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1432/11.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2, 474 παρ. 1, 2, και 509 παρ. 1 εδ. α' και 2 του ΚΠοινΔ, οι περιεχόμενοι στην έκθεση περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων λόγοι, πρέπει, για να είναι τούτο παραδεκτό, να περιλαμβάνονται στους αναφερομένους στο άρθρο 510 του ιδίου Κώδικα λόγους και να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να περιλαμβάνονται δε στο σώμα της συντασσομένης σχετικής εκθέσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 148 του αυτού Κώδικα από το δικαστικό γραμματέα ή, επί κρατουμένου αναιρεσείοντος, τον διευθυντή των φυλακών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι πρέπει να συνταχθεί έκθεση, που περιλαμβάνει τους λόγους αυτής, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου αφορούν τον υπάλληλο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, άλλως, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο αναιρετικό δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η ΕΣΔΑ κατισχύει των εθνικών διατάξεων βάσει της ως άνω συνταγματικής επιταγής, πρέπει οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ να ερμηνευθούν σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή και έτσι να γίνει δεκτό ότι, εάν οι λόγοι αναιρέσεως δεν περιλαμβάνονται στο κύριο σώμα της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε με έκθεση ενώπιον του διευθυντού των φυλακών, όπου ο αναιρεσείων κρατείται, αλλά σε επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο του αναιρεσείοντος που περιέχει τους αναιρετικούς λόγους, το οποίο έχει επισυναφθεί και μνημονεύεται ρητώς στην έκθεση και για το οποίο έχει συνταγεί εν τέλει έκθεση καταθέσεως, οι λόγοι αναιρέσεως παραδεκτώς προβάλλονται με αυτόν τον τρόπο, διότι, άλλως, ο αναιρεσείων υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Στην προκειμένη περίπτωση η υπ' αριθ…/23.11.2011 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 16/7.1.2011 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε με έκθεση ενώπιον του διευθυντή του Καταστήματος Κρατήσεως Γυναικών Ελεώνα Θηβών, όπου κρατείται η αναιρεσείουσα, οι δε λόγοι αναιρέσεως δεν περιλαμβάνονται στο κύριο σώμα της αιτήσεως αναιρέσεως αλλά σε επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο, το οποίο μνημονεύεται ρητώς στην έκθεση, διότι γίνεται μνεία σε αυτήν ως συνημμένο, περιέχει τους αναιρετικούς λόγους, έχει εσωτερική συνέχεια με αυτήν και έχει επισυναφθεί στην έκθεση. Κατά τα διαλαμβανόμενα δε στην έκθεση αυτή, η αναίρεση ζητείται "για όσα αναφέρει στο συνημμένο", στο οποίο έχει συνταγεί εν τέλει έκθεση εγχειρίσεως, η οποία φέρει τις υπογραφές του διευθυντού των φυλακών, της αναιρεσείουσας και της γραμματέως των φυλακών. Το έγγραφο αυτό, επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της ένδικης εκθέσεως αναιρέσεως, η οποία, παρά την υφισταμένη ως άνω ατέλεια, έχει συνταγεί νομίμως, διότι άλλως η αναιρεσείουσα θα υφίστατο αδικαιολόγητο και μη οφειλόμενο σε πταίσμα της δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο και θα υπήρχε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θεωρείται παραδεκτή. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του ν.δ.1160/1972 εκτός από τους αναφερομένους στην έκθεση αναιρέσεως λόγους (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2) μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως με έγγραφο που κατατίθεται, με κύρωση απαραδέκτου, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη προς συζήτηση ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Επί προσθέτων λόγων αναιρέσεως ασκουμένων από αναιρεσείοντα κρατούμενο, εάν αυτοί ασκηθούν με δήλωση προς τον διευθυντή των φυλακών και όχι στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι κάμπτεται το εκ του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ απαράδεκτο αυτών, ούτε ότι ο αναιρεσείων υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο να ασκήσει το δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή, ως κρατούμενος, αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον του γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, καθ' όσον αυτός, εάν είναι χαμηλού εισοδήματος και δεν έχει δυνατότητα διορισμού συνηγόρου, δύναται να ζητήσει από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου διορισμό συνηγόρου, κατ' άρθρ. 6 του Ν 3226/2004, ο οποίος και δύναται να ασκήσει κατά την άνω διατύπωση τους προσθέτους λόγους και να τηρήσει, με κύρωση απαραδέκτου, τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα υπέβαλε τους από 30.3.2012 και 17.10.12 προσθέτους λόγους αναιρέσεως με έγγραφα τα οποία κατέθεσε τις αντίστοιχες ημερομηνίες στον διευθυντή του άνω Καταστήματος Κρατήσεως Γυναικών Ελεώνα Θηβών, όπου κρατείται, στα οποία έχει συνταγεί εν τέλει έκθεση εγχειρίσεως, η οποία φέρει τις υπογραφές του διευθυντού των φυλακών, της αναιρεσείουσας και της γραμματέως των φυλακών.
Συνεπώς και οι πρώτοι (από 30.3.2012) και οι δεύτεροι (από 17.10.12), δεν ασκήθηκαν παραδεκτώς και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ακόμη περισσότερο αφού η αναιρεσείουσα ζήτησε και απέκτησε διορισμένη συνήγορο, την δικηγόρο Αθηνών Ελεονώρα Φρατζεσκάκη, η οποία διορίσθηκε με την υπ' αριθ. 133/20.9.2012 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, η δε διατύπωση του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ως περιορισμός, είναι συμβατή με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι σκοπεί στην διευκόλυνση του Εισαγγελέα και του πολιτικώς ενάγοντος να ασκήσουν τα εκ του ΚΠοινΔ δικαιώματά τους.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ίσχυε μετά το ν. 1738/1987, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και τα των άρθρων 216 και 386 ΠΚ για πλαστογραφία και απάτη, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου, ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών (ποσόν το οποίο μετά το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν.2408/1996 αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμές), επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ (και κατά την οποία το ποσό σε ευρώ, που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό που προκύπτει σε ευρώ, είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο των 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα τέσσαρα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000), το ποσό των 50.000.000 δρχ. αναπροσαρμόσθηκε σε 150.000 Ευρώ (και όχι σε 146.000 ή 147.000 Ευρώ), αφού το ακριβές ποσό από τη μετατροπή είναι 146.735 Ευρώ και η αναπροσαρμογή γίνεται στην πλησιέστερη δεκάκις χιλιάδα. Η ρύθμιση αυτή είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη, αφού καθιερώνει, για την εφαρμογή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, μεγαλύτερο ποσό ωφέλειας ή ζημίας (150.000 Ευρώ αντί των 50.000.000, ισοπόσου των 146.735 Ευρώ) και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και επί των εγκλημάτων που έχουν τελεσθεί, προ της ισχύος του νόμου 2943/2001. Στην περίπτωση αυτή, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη. Νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ και συνεπώς προστατεύονται από την ανωτέρω διάταξη του ν. 1608/1950, υπό την έννοια ότι τα κατ' αυτών διαπραττόμενα εγκλήματα τιμωρούνται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων του ν. 1608/1950, κατά τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, είναι και "οι Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά το νόμο ή το καταστατικό τους", χωρίς άλλη διάκριση. Επομένως οι ένοχοι των αδικημάτων που προβλέπονται στο ν. 1608/1950, τα οποία τελούνται σε βάρος Τραπέζης από αυτές που εδρεύουν στην ημεδαπή, τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, ο οποίος δεν καθιερώνει διαφορετικά εγκλήματα, αλλά απλώς τιμωρεί αυστηρότερα τον δράστη όταν τα εγκλήματα που παρατίθενται σ' αυτόν στρέφονται κατά του Δημοσίου και των λοιπών προσώπων του άρθρου 263 Α ΠΚ. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, που τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης στρέφονται, μεταξύ άλλων και κατά Τραπέζης που εδρεύει στην ημεδαπή και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη (άρθρ. 52 ΠΚ), χωρίς δηλαδή τον περιορισμό, σε σχέση με το ανώτατο όριο ποινής, των δέκα ετών των άρθρων 216 παρ. 3 και 386 παρ. 3 του ΠΚ., με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ` εξακολούθησιν δια πολλών μερικωτέρων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, ως επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπ` όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικωτέρων πράξεων", ενώ κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, και μετά το ν. 2721/1999, που περιέλαβε τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις (άρθρο 52 παρ. 4 αυτού, άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ), εξακολουθεί να ισχύει η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 και έτσι, για την εφαρμογή του ν. 1608/1950, αρκεί, όπως και προηγουμένως, επί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, το όφελος που πέτυχε η επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο κλπ., να υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 50.000.000 δρχ. και δεν απαιτείται το αντικείμενο της καθεμιάς μερικότερης πράξης να υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, όπως επί κακουργηματικής κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας (ΟλΑΠ 5/2002) και τούτο διότι οι διατάξεις του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ και του ν.δ. 2576/1953 είναι μεν ίσης τυπικής ισχύος, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους, αφού, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, πρέπει ο δράστης να αποβλέπει στο συνολικό όφελος ή στη συνολική βλάβη, ενώ κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 τούτο δεν απαιτείται, η δε τελευταία διάταξη, ως ειδική ειδικού νομοθετήματος, επειδή αφορά μόνο τα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 και τιμωρούνται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο αυτό, κατισχύει της πιο πάνω, γενικής και νεότερης, διατάξεως του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ.
Συνεπώς στην περίπτωση αυτή το αναφερόμενο ποσό των 150.000 Ευρώ υπολογίζεται, προκειμένου περί εγκλήματος που στρέφεται κατά του Δημοσίου κλπ και τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, στο σύνολό του και για τις μερικότερες πράξεις ή τα εγκλήματα που φέρονται τελεσθέντα προ της ισχύος του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ιδίου ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Η άνω παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ καθόριζε, προ του 1996, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν ο περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/ 1996, που όριζε, ότι "3. επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και ακολούθως η προαναφερθείσα διάταξη αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999 και αναφέρει, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (που αντιστοιχούν σε 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (που αντιστοιχούν σε 73.000 ευρώ)". Επίσης, η παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν. 2721/1999, ορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του εγκλήματος της απάτης, μετά την τροποποίηση δια του ανωτέρω ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως άνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, 2 του ν. 4055/12.3.2012, του οποίου η ισχύς άρχισε κατ' άρθρο 110 αυτού από 2.4.2012, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Ήτοι η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιωπήσεως δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι, η αποκόμιση παρανόμου περιουσιακού οφέλους του ιδίου ή άλλου, με βλάβη τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται εις το παρελθόν ή εις το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 30.000 ευρώ), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 120.000 ευρώ). Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ: α) κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος και β) κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτού προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς αυτό ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο επιπλέον, κατά την παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. και ήδη των 30.000 ευρώ. Η διάταξη, του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/ 1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. (ήδη 30.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής της και δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς, πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. (ήδη 30.000 ευρώ), διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Η άποψη ότι, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση απάτης, που τελέσθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές, θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανυπάρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος, προβλέπει όρια, αλλά με το αθροιστικό σύστημα. (ΟλΑΠ 5/2008). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του Π.Κ. (προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 7 α' του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2 α' και β' του ν. 2721/1999), "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να μην έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. ... 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 α' του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι, "Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και αντικασταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 α' και β' του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.)". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφαλείας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και επιπλέον σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, όντος αδιαφόρου αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Το έγκλημα δηλαδή της πλαστογραφίας, προσέλαβε το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Πριν από την τροποποίηση και συμπλήρωση της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του ΠΚ, που έγινε με τα εδάφια α' και β' του άρθρου 14 παρ. 2 του ν 2721/1999, τα οποία άρχισαν να ισχύουν από τις 3-6-1999 και δεν έχουν αναδρομική ισχύ, γιατί είναι δυσμενέστερα για τον κατηγορούμενο, επί πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, λόγω της ελλείψεως διατάξεως αντίστοιχης προς εκείνη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953, η οποία αναφέρεται μόνο στα προβλεπόμενα από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 εγκλήματα, εφόσον το όφελος ή η βλάβη, που επιδιώχθηκε με κάθε μερικότερη πράξη πλαστογραφίας, δεν υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ, έφερε η πράξη αυτή τον χαρακτήρα πλημμελήματος και ετιμωρείτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, έστω και αν το συνολικό ποσό του οφέλους ή της βλάβης (από όλες τις μερικότερες πράξεις) υπερέβαινε τα 25.000.000 δρχ. και είχε τελεσθεί συγχρόνως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια (ΟλΑΠ 5/2002). Η ρύθμιση των νέων αυτών διατάξεων, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 Ευρώ), είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, 2 του ν. 4055/12-3-2012, του οποίου η ισχύς άρχισε κατ' άρθρο 110 αυτού από 2-4-2012, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Ήτοι η πλαστογραφία διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί 15.000 ευρώ ή β) αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Η πλαστογραφία, σύμφωνα, με τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου 216 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε και νυν ισχύει, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα του κακουργήματος και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν, ως άμεσο αποτέλεσμα της πράξεώς του, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον, περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, ή διαπράττει πλαστογραφία κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τελικώς, ο σκοπός του οφέλους ή της βλάβης τρίτου. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, του οποίου έχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και η ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΟλΑΠ 3/2008). Από υποκειμενική άποψη και τα δύο εγκλήματα, έχουν υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελούνται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι επί πλαστογραφίας, η παραπλάνηση του άλλου με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σε σχέση με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, καθώς και η επιδίωξη περιουσιακού οφέλους του ιδίου ή άλλου ή βλάβης του άλλου και επί απάτης, η αποκόμιση παρανόμου περιουσιακού οφέλους του ιδίου ή άλλου, με βλάβη τρίτου. Οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 των πιο πάνω άρθρων 216 και 386 ΠΚ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94 και 42 του ΠΚ, διότι κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλανήσεως και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως τη απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως, ή επιβαρυντική περίπτωση, ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας. Μόνον η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού (ή νοθευμένου) εγγράφου, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους (216 παρ. 3 ΠΚ), όταν τα, με την απάτη παρασταθέντα ως αληθινά, ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, πράγμα που δεν συμβαίνει εάν επί της αποπείρας απάτης συντρέχουν και άλλες διαφορετικές των προηγουμένων ψευδείς παραστάσεις. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 ΠΚ και 511 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ και να περιλαμβάνει ειδικότερα, άκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθ. 16/2011 αποφάσεως του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Με την …/19-4-1994 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που καταρτίσθηκε στην … μεταξύ της κατηγορουμένης, που ενεργούσε ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ASKOT Ε.Π.Ε." με έδρα την …, και της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η τελευταία χορήγησε στην πρώτη πίστωση με ανοικτό λογαριασμό, η οποία με τις υπ' αριθμ…/1/29-11-1994, …/2/10-5-1995, …/3/13-2-1996, …/4/16-2-1996 και …/5/11-6-1996 πρόσθετες πράξεις για αύξηση του ποσού της πιστώσεως αυξήθηκε σταδιακά μέχρι του ποσού των 52.000.000 δρχ. Η κατηγορουμένη από κοινού με το σύζυγο της Ι. Π., ο οποίος σημειωτέον κηρύχθηκε αθώος με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως της πιστούχου εταιρείας από την εν λόγω σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις της, παραιτούμενοι συγχρόνως της ενστάσεως της διζήσεως και κάθε άλλης ενστάσεως ως εγγυητές. Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής λειτούργησαν στην "Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος Α.Ε." οι υπ' αριθμ. ... και ... αλληλόχρεοι λογαριασμοί, οι οποίοι κινήθηκαν καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, πλην όμως στις 12-12-1996 εμφάνισαν χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρείας ποσού 35.649.433 δρχ. και 13.198.387 δρχ., αντίστοιχα, τα οποία και αναγνώρισε η κατηγορουμένη με σχετικές επιστολές της προς την εγκαλούσα Τράπεζα. Για την εξασφάλιση της πιστώσεως αυτής η κατηγορουμένη, ενεργώντας ως νόμιμη εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας, αλλά και για τον εαυτό της ατομικά ως εγγυήτρια, εκχώρησε στην Τράπεζα 65 συναλλαγματικές πελατείας της, που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας και ανέρχονταν στο συνολικό ποσόν των 55.400.000 δρχ. Κατά την παράδοση των συναλλαγματικών αυτών στους αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας, η κατηγορουμένη τους διαβεβαίωσε ότι οι εν λόγω πιστωτικοί τίτλοι είναι αποδοχής πελατών της, που όλοι τους είναι φερέγγυοι και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι οι συναλλαγματικές είναι υπαρκτές και θα πληρωθούν κανονικά κατά της λήξη τους, προς ενίσχυση δε των διαβεβαιώσεων της προσκόμισε στην Τράπεζα και δελτία λιανικής πωλήσεως, καθώς και έντυπα παραγγελίας της εταιρείας, που φέρονταν ότι εκδόθηκαν από τους αποδέκτες των συναλλαγματικών, ώστε να πεισθούν οι υπάλληλοι της Τράπεζας ότι οι πιστωτικοί τίτλοι που τους είχε παραδώσει ως ενέχυρο αντιπροσώπευαν υπαρκτές συναλλαγές με τους πελάτες της και ότι η εταιρεία της είχε μεγάλο κύκλο εργασιών. Πράγματι οι υπάλληλοι του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος πείσθηκαν στις διαβεβαιώσεις αυτές και αφού παρέλαβαν τα προαναφερόμενα έγγραφα (δελτία αποστολής, έντυπα παραγγελιών) και τα αντίστοιχα αξιόγραφα, ενέκριναν με την υπ' αριθμ…/4/11-6-1996 πρόσθετη αυξητική σύμβαση τη χορήγηση στην πιστούχο εταιρεία και νέας πιστώσεως ποσού 52.000.000 δρχ., δηλαδή ίσης περίπου με το συνολικό ποσόν που αντιπροσώπευαν οι συναλλαγματικές αυτές, οι οποίες ωστόσο δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους. Η εγκαλούσα Τράπεζα επιδίωξε τότε να τις εισπράξει δια των εκπροσώπων της, πλην όμως καμιά από τις συναλλαγματικές αυτές δεν εξοφλήθηκε, επειδή κανείς από τους αποδέκτες δεν βρέθηκε στις διευθύνσεις που αναγράφονταν στα σώματα των πιστωτικών τίτλων, γιατί αφορούσαν ανύπαρκτα πρόσωπα. Κατόπιν τούτου η ενεχυρούχος Τράπεζα εξέδωσε σε βάρος της πιστούχου εταιρείας "ASCOT Ε.Π.Ε" και των εγγυητών των συναλλαγματικών την υπ' αριθμ…/1997 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το ποσόν των 48.847.820 δρχ., το οποίο μαζί με τους τόκους και τα έξοδα διαμορφώθηκε στις 3-6-1997 στο ποσόν των 50.309.820 δρχ. Η εγκαλούσα Τράπεζα, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω, όχι μόνο δεν θα προέβαινε στη χορήγηση της πρόσθετης αυξητικής συμβάσεως, αλλά αντιθέτως, ενόψει των χορηγήσεων στις οποίες είχε προβεί κατά το προηγούμενο της αυξήσεως του πιστοδοτικού ορίου της πιστούχου εταιρείας χρονικό διάστημα, θα λάμβανε εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των συμφερόντων της και την αποτροπή της ζημίας της. Με τις ενέργειες της αυτές, που συστηματικά και μεθοδευμένα επέλεξε ως σχέδιο για την εξαπάτηση της εγκαλούσας Τράπεζας, το οποίο και υλοποίησε η κατηγορουμένη, επιδίωκε να αποκομίσει η ίδια και η εταιρεία της παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στα ποσά των χρηματοδοτήσεων που αντλούσε από τους παραπάνω αλληλόχρεους λογαριασμούς και καρπωνόταν και τα οποία ανήλθαν τελικά στο συνολικό ποσόν των 48.847.820 δρχ. πλέον τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία κλεισίματος των λογαριασμών μέχρι την έκδοση της διαταγής πληρωμής, και συνολικά στο ποσόν των 50.309.820 δρχ., με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας Τράπεζας. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη από την επανειλημμένη τέλεση των πιο πάνω πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχει αποκτήσει τη ροπή για τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας της, ενώ και το περιουσιακό όφελος που απέβλεπε να επιτύχει υπερβαίνει το ποσόν των 50.000.000 δρχ. ή των 150.000 ευρώ, αφού είχε εισπράξει ήδη από την εγκαλούσα Τράπεζα το ποσόν των 48.847.820 δρχ., το οποίο μαζί με τους τόκους υπερημερίας είχε ανέλθει στο ποσόν των 50.309.820 δρχ., με την παράδοση δε των πιο πάνω συναλλαγματικών είχε επιτύχει την αύξηση του χορηγούμενου ποσού πιστώσεως κατά το ποσόν των 52.000.000 δρχ. Εξάλλου, τις εξήντα πέντε (65) αυτές συναλλαγματικές, που περιγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό, είχε καταρτίσει από την αρχή η κατηγορουμένη, θέτοντας την υπογραφή των φερομένων ως αποδεκτών και τα ποσά των δήθεν οφειλών τους προς τη φερομένη ως δήθεν εκδότρια τούτων εταιρεία "ASCOT Ε.Π.Ε.", συνολικού ύψους 55.400.000 δρχ., γνωρίζοντας ότι στην πραγματικότητα τόσο οι αποδέκτες όσο και οι εμφανιζόμενες απαιτήσεις της εκδότριας εταιρείας ήσαν ανύπαρκτες. Η κατηγορουμένη χρησιμοποίησε στη συνέχεια τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα, παραδίδοντας τα ως ενέχυρο στο Τμήμα Χορηγήσεων της εγκαλούσας Τράπεζας, σκόπευε δε με τις εν λόγω πράξεις της να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας, εμφανίζοντας σ' αυτούς ότι είχε δήθεν επιδιώξιμες χρηματικές απαιτήσεις κατά των αποδεκτών των συναλλαγματικών τούτων και ήταν σε θέση να παράσχει επαρκή ασφάλιση για τις εκάστοτε χρηματοδοτήσεις της πιστούχου εταιρείας, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να πείσει τους τελευταίους για το γεγονός αυτό, ώστε να πεισθούν και να της εγκρίνουν τη χορήγηση των χρηματοδοτήσεων που είχε ζητήσει μέσω της πιο πάνω συμβάσεως πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και των αυξητικών της πράξεων, προσπορίζοντας έτσι στον εαυτό της και την εκπροσωπούμενη από αυτήν εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος από τη λήψη των χρηματοδοτήσεων, που ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσόν των 48.847.820 δρχ. και μαζί με τους αναλογούντες τόκους υπερβαίνει το ποσόν των 50.000.000 δρχ., ισότιμο με 150.000 ευρώ. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι υπάρχουν όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) για να σχηματίσει το δικαστήριο δικανική πεποίθηση για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται η κατηγορουμένη, και δεν είναι αναγκαία η αναβολή της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις, όπως ζητεί η ίδια, προκειμένου να προσκομισθούν εκ μέρους της εγκαλούσας οι πιστωτικοί αυτοί τίτλοι, που είχε παραδώσει η κατηγορουμένη ως ενέχυρο για την αύξηση του πιστωτικού της ορίου, αίτημα το οποίο είχε γίνει κατ' αρχάς δεκτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 4744/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, η οποία ως προπαρασκευαστική ανακλήθηκε στη συνέχεια κατ' άρθρο 548 ΚΠΔ με την 1265/2010 εκκαλουμένη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και επαναφέρεται πάλι ως αίτημα στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, το οποίο και είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Η κατηγορουμένη, τέλος, ισχυρίζεται ότι δεν επιτρέπεται να εφαρμοσθούν στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 α.ν. 1608/1950 και ότι συνακόλουθα οι πράξεις τόσο της απάτης όσο και της πλαστογραφίας έχουν υποπέσει σε παραγραφή, εφόσον από το φερόμενο ως χρόνο τελέσεως τους μέχρι την επίδοση του κλήσεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των πέντε (5) ετών και σε κάθε περίπτωση μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ (8) ετών, για τους λόγους ότι: α) δεν συντρέχει η ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή η ιδιαίτερα μεγάλη αξία του αντικειμένου των πιο πάνω εγκλημάτων, και β) πρόκειται για εγκλήματα κατ' εξακολούθηση, για το χαρακτηρισμό των οποίων ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνεται υπόψη το ποσόν του οφέλους ή της βλάβης που απορρέει από καθεμιά από τις μερικότερες πράξεις και όχι το άθροισμα των μερικότερων πράξεων. Ο πρώτος ισχυρισμός προβάλλεται χωρίς έννομη επιρροή, εφόσον με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι για το έγκλημα της απάτης, το οποίο και μόνο αποδίδεται σ' αυτήν με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 α.ν. 1608/1950, ναι μεν το όφελος που επιδιώχθηκε και η ζημία που απειλήθηκε υπερακοντίζουν το ποσόν των 50.000.000 δρχ., πλην όμως ο χρόνος τελέσεως δεν είναι μακρό χρονικό διάστημα κατά την έννοια του νόμου, ούτε το συμποσούμενο ποσόν των συναλλαγματικών σε σχέση και με τις οικονομικές δυνατότητες της Τράπεζας μπορεί να θεωρηθεί ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, και για το λόγο αυτό κηρύχθηκε ένοχη χωρίς την επιβαρυντική περίσταση της περ. β' του άρθρου 1 παρ. 1 α.ν. 1608/1950, αλλά με την απλή επιβαρυντική περίσταση της περ. α' του ίδιου άρθρου, και κατά συνέπεια το παρόν δικαστήριο δεσμεύεται από την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον δεν ασκήθηκε κατά της διατάξεως αυτής έφεση εκ μέρους του εισαγγελέα. Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, γιατί σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην τρίτη από τις μείζονες σκέψεις, σε περίπτωση εγκλήματος κατ' εξακολούθηση με βάση το άρθρο 1 παρ. 1 α.ν. 1608/1950 δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής επιεικέστερου νόμου, αφού στην περίπτωση αυτή ισχύει και μετά την 31 Ιουνίου 1999 η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 2756/1953 και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε και όχι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη. Κατόπιν όλων αυτών η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και καταδικάσθηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, από την οποία το όφελος που προσπορίσθηκε και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσόν των 50.000.000 δρχ., ισότιμο με 150.000 ευρώ, και της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, από την οποία το όφελος που επιδιώχθηκε και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσόν των 50.000.000 δρχ., ισότιμο με 150.000 ευρώ, την οποία και τέλεσε αυτή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας είτε σε βαθμό πλημμελήματος είτε σε βαθμό κακουργήματος ασκείται αυτεπαγγέλτως, και για το λόγο αυτό ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης για μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως εκ μέρους της εγκαλούσας Τράπεζας είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι δεν έχει υποβληθεί νομότυπη έγκληση, επειδή δεν βεβαιώνεται στο πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας, που προσαρτήθηκε σ' αυτή, η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων, δεδομένου ότι τα εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας για τα οποία κατηγορείται, δεν είναι από εκείνα για τα οποία και μόνο κατ' εξαίρεση ρητά ορίζεται στον ποινικό κώδικα ή σ' άλλους νόμους ότι η ποινική δίωξη γίνεται κατ' έγκληση του παθόντος, σύμφωνα με το άρθρο 50 ΚΠΔ. Τέλος, η κατηγορουμένη ζητεί να της αναγνωρισθούν σε κάθε περίπτωση τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της καλής διαγωγής μετά την πράξη της (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' ΠΚ ). Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ…/3-1-2011 πιστοποιητικό του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών στον Ελεώνα Θηβών, η κατηγορουμένη κρατείται στις εν λόγω φυλακές εις εκτέλεση διαφόρων αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, πλην αυτής για την οποία αφορά η προκειμένη υπόθεση, για τις πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνδρομή στο πρόσωπο της των προϋποθέσεων του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ Εξάλλου, η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Ενόψει όλων αυτών το αίτημα της κατηγορουμένης να της αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' και ε' ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Ακολούθως κήρυξε το Εφετείο την αναιρεσείουσα ένοχη πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, από την οποία το όφελος που επιδιώχθηκε και η αντίστοιχη ζημία που απειλήθηκε ανέρχεται σε 52.000.000 δραχμές, ποσόν που αντιστοιχεί σε 152.604,50 ευρώ και υπερβαίνει το ποσόν των 150.000 ευρώ, όσον και της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, από την οποία το όφελος που επιδιώχθηκε και η αντίστοιχη ζημία που απειλήθηκε ανέρχεται σε 52.000.000 δραχμές, ποσόν που αντιστοιχεί σε 152.604,50 ευρώ και υπερβαίνει το ποσόν των 150.000 ευρώ, την οποία, απάτη, τέλεσε η αναιρεσείουσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια διότι "η κατηγορουμένη από την επανειλημμένη τέλεση των πιο πάνω πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχει αποκτήσει τη ροπή για τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας της" και την καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για κάθε πράξη και σε συνολική ποινή καθείρξεως 9 ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς βάσει των οποίων υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 2, 13 στοιχ. γ' και στ', 98, 216 παρ. 1-3 και 386 παρ. 1 και 3, 263 Α του ΠΚ, 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, 4 παρ. 3 εδ. α του ν. 2408/1996 σε συνδυασμό και με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα γεγονότα, σε παράσταση των οποίων προήλθε η κατηγορουμένη προς τους υπαλλήλους της Τραπέζης Κεντρικής Ελλάδος ΑΕ και ότι αυτά δεν ήταν αληθινά διότι οι συναλλαγματικές ήταν πλαστές ως προς την υπογραφή των αποδεκτών και ότι αυτές τις κατήρτισε η ιδία η κατηγορουμένη και από τα περιστατικά αυτά που, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προέκυπταν, προσδιοριζόταν και ο δόλος της ως προς την, εν γνώσει του ψευδούς αυτών παράσταση των γεγονότων αυτών και την επιδίωξη προσπορισμού μέσω αυτών παρανόμου περιουσιακού οφέλους εκ μέρους της κατηγορουμένης για τον εαυτό της και την άνω εταιρεία. Εκτίθενται, ακόμη, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα περιστατικά από τα οποία, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυπτε η πράξη στην οποία προήλθε η εγκαλούσα, δηλαδή η καταβολή από αυτήν τμηματικά εντός του άνω διαστήματος των, συμποσουμένων στα άνω ποσά, επιμέρους χρηματικών ποσών προς την κατηγορουμένη και αιτιολογείται ότι η περιουσιακή αυτή διάθεση ήταν άμεση συνέπεια της απατηλής ενεργείας της κατηγορουμένης, δηλαδή της παραστάσεως των άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποία οδηγήθηκαν οι υπάλληλοι της εγκαλούσης που παραπείσθηκαν στην καταβολή συνολικά 48.847.820 δραχμών στην κατηγορουμένη, υπό την άνω ιδιότητά της, ποσόν που παριστά την ζημία που όντως επήλθε στην περιουσία της παθούσης Τραπέζης και ότι δια των πράξεων αυτών της απάτης και της πλαστογραφίας το επιδιωχθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και η απειληθείσα ζημία της παθούσης, στην ημεδαπή εδρευούσης Τραπέζης, ανέρχονται σε 52.000.000 δρχ., ποσόν που υπερβαίνει το ισότιμο ποσόν των 150.000 ευρώ. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις, ειδικότερα, της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως αιτιολογούνται επαρκώς από το συνδυασμό των στοιχείων του ως άνω άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ που αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως, με τις παραδοχές του σκεπτικού της που στηρίζουν την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, όπου εξειδικεύονται τα επί μέρους στοιχεία της, με οργανωμένη ετοιμότητα, υποδομής, δηλαδή η οργανωμένη ευχέρεια επανειλημμένης και εις βάθος χρόνου προσκομίσεως από την κατηγορουμένη στην Τράπεζα των υποστηρικτικών κάθε μερικότερης πράξεως απάτης αναληθών δελτίων λιανικής πωλήσεως και εντύπων παραγγελιών που φέρονταν ότι εκδόθηκαν από τους αποδέκτες των πλαστών συναλλαγματικών και των αντιστοίχων πλαστών αξιογράφων, μεταξύ των οποίων (παραδοχών) το ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη κατ' εξακολούθηση, παραδοχή η οποία εμπεριέχει αφενός το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως, αφετέρου το στοιχείο του πορισμού εισοδήματος, η διαπίστωση των οποίων αιτιολογεί την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση, αφού δέχεται το Εφετείο ότι αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη από την επανειλημμένη τέλεση των ανωτέρω πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχει αποκτήσει ροπή για τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς της, καθώς και η παραδοχή ότι η κατηγορουμένη κρατείται στις Φυλακές σε εκτέλεση διαφόρων αποφάσεων για πράξεις απάτης (και πλαστογραφίας). Εκτίθενται ακόμη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα περιστατικά από τα οποία, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυπτε η πράξη της πλαστογραφίας με χρήση των στο διατακτικό της αναλυτικά περιγραφομένων συναλλαγματικών. Από τη μνεία στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία της κατηγορουμένης, προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιποί λόγοι, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω (επισημαινόμενα) αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς, όπως προεκτέθηκε.
Περαιτέρω είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν α) ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή, άλλως ερμηνεία, των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 1 του ν. 1608/1950, 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, 52 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και 216, 386 παρ. 1-3, 263α, 94 παρ. 1 και 98 παρ. 2 του ΠΚ, με τον ειδικότερο ισχυρισμό, ότι μετά το ν. 2721/1999 δεν ισχύει το άρθρο 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 και επειδή καμία αυτοτελής πράξη δεν υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. δεν έχει εφαρμογή ο ν. 1608/1950, αλλά μόνο τα άρθρα 216 και 386 του ΠΚ, καθ' όσον, όπως ανελέγκτως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, η ζημία η οποία απειλήθηκε και το όφελος το οποίο επιδιώχθηκε από τις άνω πλαστογραφία με χρήση και απάτη ανήλθε σε 52.000.000 δραχμές, ποσόν που αντιστοιχεί σε 152.604,50 ευρώ, δηλαδή σε ποσό μεγαλύτερο των 150.000 ευρώ, με την παραδοχή ότι, μετά την από 16.6.1996 πρόσθετη πράξη, η χορηγηθείσα πίστωση από την άνω Τράπεζα στην εταιρεία με την επωνυμία "ASCOT ΕΠΕ" ανήλθε στο ποσό των 52.000.000 ευρώ, ποσό το οποίο επιδιώχθηκε από την αναιρεσείουσα να εισπραχθεί από την άνω εταιρεία και απειλήθηκε να ζημιωθεί η άνω Τράπεζα με την εκταμίευσή του ποσού και τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και η απάτη δεν συρρέουν αληθώς, β) ο έτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή άλλως ερμηνεία των διατάξεων του ν. 1608/1950 και του άρθρου 263 Α ΠΚ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένως δεν δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ότι στην ρύθμιση του νόμου τούτου δεν υπάγονται όλες οι Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, αλλά μόνον όσες έχουν την ιδιότητα να διαθέτουν κατ' εντολήν του Δημοσίου επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις, καθ' όσον νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ και συνεπώς προστατεύονται από την ανωτέρω διάταξη του ν. 1608/1950, υπό την έννοια ότι τα κατ' αυτών διαπραττόμενα εγκλήματα τιμωρούνται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων του ν. 1608/1950, κατά τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, είναι και "οι Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά το νόμο ή το καταστατικό τους", χωρίς άλλη διάκριση γ) ο έτερος, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή, άλλως εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2, 216 παρ. 3 και 111 παρ. 3 ΠΚ, επειδή καμία αυτοτελής πράξη δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000.000 δρχ., συνεπεία της οποίας εσφαλμένως δεν εδέχθη ότι οι πράξεις φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος και υπέκυψαν σε παραγραφή, καθ' όσον, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι πράξεις φέρουν κακουργηματικό χαρακτήρα, λόγω της, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμογής του ν. 1608/1950, δ) ο έτερος, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το πράγματι εισπραχθέν ποσόν και συνεπώς η ζημία της Τραπέζης ανέρχεται σε 48.847.820 δρχ., δηλαδή ποσό κατώτερο της αντιστοιχίας των 150.000 ευρώ και συνεπώς δεν είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του ν. 1608/1950, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμο μέγεθος για την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1608/1950 δεν είναι η όντως επελθούσα ζημία αλλά το επιδιωχθέν όφελος και η απειληθείσα ζημία, μεγέθη τα οποία κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ανέρχονται σε 52.000.000 δρχ., ποσόν που η αντιστοιχία του υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ, ε) ο έτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίον η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δέχεται αφ' ενός ότι η ζημία της Τραπέζης ανέρχεται σε 48.847.820 δρχ. και αφ' ετέρου, αντιφατικώς, ότι το επιδιωχθέν όφελος και η επιδιωχθείσα ζημία ανέρχονται σε 52.000.000 δρχ., καθ' όσον τα μεγέθη αυτά, εννοιολογικώς δεν ταυτίζονται και η αναιρεσιβαλλομένη ανελέγκτως προέβη σε προσδιορισμό της μεν επελθούσης ζημίας της Τραπέζης και του οφέλους της εταιρείας, που η αναιρεσείουσα εκπροσωπούσε, στο ποσό των 48.847.820 δρχ., όσο το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών, των δε, διαφόρων από αυτήν, μεγεθών του επιδιωχθέντος οφέλους και της επιδιωχθείσης ζημίας στο ποσό των 52.000.000 δρχ., όσο το ποσό το οποίον ετέθη στην διάθεση της εταιρείας, που η αναιρεσείουσα εκπροσωπούσε, ως πιστωτικό όριο συνεπεία της απάτης και της χρήσεως των εις το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης μνημονευομένων (κατ' ορθή αρίθμηση) 148 πλαστογραφημένων ως προς την υπογραφή του αποδέκτη συναλλαγματικών και συνεπώς, με τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσιβαλλομένη δεν διέλαβε αντιφατική αιτιολογία. Αβάσιμος είναι και ο έτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι αν και δέχθηκε ότι η απάτη διαπράχθηκε με παρασιώπηση του αληθούς γεγονότος ότι οι συναλλαγματικές ήταν πλαστές, δεν εκτίθεται αν είχε ιδιαίτερη υποχρέωση να ενημερώσει τον υπάλληλο της Τραπέζης περί της πλαστότητας των συναλλαγματικών, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, καθ' όσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ανελέγκτως ότι η απάτη δεν έγινε δια παρασιωπήσεως, αλλά δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, αφού δέχθηκε ότι η ιδία η αναιρεσείουσα πλαστογράφησε τις άνω συναλλαγματικές και "κατά την παράδοση των συναλλαγματικών αυτών στους αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας, η κατηγορουμένη τους διαβεβαίωσε ότι οι εν λόγω πιστωτικοί τίτλοι είναι αποδοχής πελατών της, που όλοι τους είναι φερέγγυοι και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι οι συναλλαγματικές είναι υπαρκτές και θα πληρωθούν κανονικά κατά της λήξη τους". Η, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου, για κρείσσονες αποδείξεις, απαιτείται να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Στην προκειμένη περίπτωση με λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για κρείσσονες αποδείξεις, δηλαδή για προσκομιδή των πρωτοτύπων των ενδίκων συναλλαγματικών. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι με την προπαρατεθείσα παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι "...αποδεικνύεται ότι υπάρχουν όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) για να σχηματίσει το δικαστήριο δικανική πεποίθηση για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται η κατηγορουμένη, και δεν είναι αναγκαία η αναβολή της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις, όπως ζητεί η ίδια ... αίτημα το οποίο.... είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο" ότι, δηλαδή από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα σχημάτισε δικανική πεποίθηση, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του άνω αιτήματος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και τη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 41/23.11.2011 αίτηση αναιρέσεως της Ε. Π. και τους από 30.3.2012 και από 17.10.2012 προσθέτους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 16/7.1.2011 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή