Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1265 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι, Αναιρέσεως πρόσθετοι λόγοι, Δωροδοκία.




Περίληψη:
Παθητική Δωροδοκία.. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, ως υπάλληλος της Τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου, ζήτησε και έλαβε από τον εγκαλούντα, χρηματικό ποσό, προκειμένου να προωθήσει την υπόθεση του για έκδοση άδειας λειτουργίας καταστήματος-αναψυκτηρίου. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία νόμου. Πλήρης η αιτιολογία της απόφασης. Απόλυτη ακυρότητα. Δεν συνιστά λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, το γεγονός ότι μετά την ανάγνωση των εγγράφων ο Πρόεδρος δεν έδωσε τον λόγο στην κατηγορουμένη ή το συνήγορο της προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα της, αφού δεν γίνεται επίκληση ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος. Απόλυτη ακυρότητα. Εγγράφων ανάγνωση. Ανάγνωση καταθέσεως απολιπομένου μάρτυρα η οποία είχε ληφθεί κατά την προδικασία. Δεν πρόβαλε αντιρρήσεις η κατηγορουμένη ή ο συνήγορος της και έτσι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, έστω και χωρίς να βεβαιώνεται το ανέφικτο της εμφανίσεως του μάρτυρα αυτού, Απορρίπτει αναίρεση και πρόσθετους λόγους.





Αριθμός 1265/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεωργά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Π. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ’ αριθ.2127/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή της αναιρέσεως μετά των από 9 Ιανουαρίου 2015 προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 926/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-9-2014 (υπ’ αριθμό γενικού πρωτ. 5968/17-9-2014) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφομένη κατά της υπ’ αριθμό 2127/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) και γι’ αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ’ αυτής με χρονολογία 9-1-2015 πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3666/10-6-2008 και καταλαμβάνει την επίδικη πράξη, ως εκ του χρόνου τελέσεως της (18-12-2008), ήτοι πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο πρώτο παρ.ΙΕ, υποπαρ.ΙΕ.6 του ν. 4254/7-4-2014 και 32 ν. 4258/14-4-2014, "Υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, για ενέργεια ή παράλειψη του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α’ και 263Α του Π.Κ., η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων, που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψη του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντα του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (Ολ.Α.Π. 6/1998). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου, ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψη του αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντα του και θέληση αυτού να πράξει τούτο. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ακόμη, ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 3666/10-6-2008 η προβλεπόμενη από το άνω άρθρο αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας υπαλλήλου στοιχειοθετείται όχι μόνο για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις αυτού, αλλά και για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, (στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος), οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται αυτά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, υπ’ αριθμό 2127/2014, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχης της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 α Π.Κ. ), και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, αναιρετικώς ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραπάνω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο μάρτυς κατηγορίας Μ. Κ., άρχισε περί τα μέσα του έτους 2008 να λειτουργεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στην περιοχή των ..., ανέθεσε δε στη μηχανικό Κ. την έκδοση της αδείας λειτουργίας. Η μηχανικός τον ενημέρωσε ότι υπήρχε πρόβλημα και έπρεπε να δοθούν 1800 ευρώ σε υπάλληλο του Δήμου ... για να καταστεί δυνατή η έκδοση της αδείας λειτουργίας. Το Νοέμβριο του έτους 2008 προσήλθε ο ίδιος στο Δήμο ..., στο αρμόδιο τμήμα, όπου η κατηγορουμένη, υπάλληλος της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Λιοσίων, του υπέδειξε τα απαραίτητα έγγραφα που έπρεπε να προσκομίσει, χωρίς να του ζητήσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Ο Κ.Μ. επανήλθε στο Δήμο ... στις 17-12-2008, οπότε η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι οι τουαλέτες στο υπόγειο του καταστήματος ήταν παράνομες και του ζήτησε το χρηματικό ποσό των 600 ευρώ, για να μεσολαβήσει ώστε να εκδοθεί άδεια λειτουργίας του καταστήματος, με την παράκαμψη κάθε προβλήματος. Ο Κ.Μ. ενημέρωσε τον αντιδήμαρχο του Δήμου ’νω Λιοσίων και το Αστυνομικό Τμήμα .... Στη συνέχεια από το Αστυνομικό Τμήμα ... προσημειώθηκαν*** χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 500 ευρώ, το οποία ο Κ.Μ. τοποθέτησε μέσα σ’ ένα φάκελο με λάστιχα, που περιείχε ένα λευκό φάκελο με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα, ένα παράβολο και ένα λογαριασμό της ΔΕΗ και στις 18-12-2008 προσήλθε στο Δήμο ..., στην τεχνική υπηρεσία και παρέδωσε τον παραπάνω φάκελο στην κατηγορούμενη. Η τελευταία, άνοιξε τον φάκελο με τα λάστιχα και αφού είδε το χρήματα είπε στον Κ.Μ. "εντάξει". Η κρίση του Δικαστηρίου για τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ενισχύεται ιδιαίτερα α) από τις ένορκες καταθέσεις του Κ.Μ. τόσο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όσο και από την κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που περιέχεται στην αναγνωσθείσα έκθεση πρακτικών της απόφασης 15386/2013 του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και β) από την αναγνωσθείσα ένορκη εξέταση του Υποδιοικητή του Τμήματος Ασφαλείας ..., Δ. Π.. Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι στις 18-12-2008 είχε σημειωθεί διακοπή ρεύματος στις υπηρεσίες του Δήμου ... και είχαν παύσει να εξυπηρετούν το κοινό. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της κατηγορουμένης δεν αναιρεί τα προαναφερθέντα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καθώς και τη παράδοση από τον Κ.Μ. και τη λήψη από την κατηγορούμενη του φακέλου που περιείχε το χρηματικό ποσού των 500 ευρώ. Επομένως, αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παθητικής δωροδοκίας του άρθρου 235 παρ. 1 του ΠΚ. Η τελευταία πριν την τέλεση της αποδιδόμενης σ’ αυτήν πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ.".
Ακολούθως, στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στα ’νω Λιόσια Αττικής, στις 18-12-2008 Ούσα υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, κατά παράβαση των | καθηκόντων της, ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό της, οποιασδήποτε φύσεως 1ωφελήματα, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντά της. Ειδικότερα τυγχάνουσα υπάλληλος και υπηρετούσα στη τεχνική υπηρεσία του Δήμου ... εκμεταλλευόμενη την ιδιότητά της, στις 18-f2-2008 ζήτησε και έλαβε από τον εγκαλούντα Κ. Μ. το ποσό των [500,00] €υρώ προκειμένου να προωθήσει υπόθεσή του που αφορούσε την έκδοση αδείας λειτουργίας για κατάστημα-αναψυκτήριο στο όνομα του εγκαλούντα, προβαίνοντας έτσι σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντά της και ενεργώντας κατά παράβαση αυτών". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το είδος τους (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα) και απολογία της κατηγορουμένης , από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Περαιτέρω εκθέτει τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 235 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το οποίο αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό η ιδιότητα της κατηγορουμένης ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. Α’ του ΠΚ, υπηρετούσας στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου ... και προσδιορίζεται το υπηρεσιακό της καθήκον β) εκτίθεται με σαφήνεια ο σκοπός, για τον οποίον η αναιρεσείουσα ζήτησε και έλαβε από τον εγκαλούντα το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, προκειμένου να προωθήσει υπόθεσή του που αφορούσε την έκδοση αδείας λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος (αναψυκτηρίου) προβαίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε ενέργεια που ανάγεται στα νόμιμα καθήκοντά της, τα οποία παρέβη, και γ) σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το είδος τους (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης) , χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του το γεγονός δε ότι εξαίρονται οι ένορκες καταθέσεις του μηνυτή τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθώς και η αναγνωσθείσα ένορκη εξέταση του Υποδιοικητή του Τ.Α. ..., Δ. Π., δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, (καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, Αντιδημάρχου κ.λ.π.) ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται αυτά.
Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος με στοιχεία 1 και 2 και δεύτερος, καθώς και τρίτος των προσθέτων λόγων της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νομίμου βάσεως, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στους αυτούς ως άνω λόγους, περί του ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ως αποδειχθέντα γεγονότα τα οποία δεν αποδείχθηκαν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις των αυτών λόγων, με τις οποίες, κατ’ εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων στην αίτηση αναιρέσεως, και τους πρόσθετους λόγους μαρτυρικών καταθέσεων των αυτοπτών μαρτύρων του Αντιδημάρχου και άλλων αποδεικτικών μέσων, και δη των απολογιών της στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πλήττουν επίσης την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠΔ, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του, οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ’ του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα. Αν όμως, δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο, ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Επομένως, ο πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, και παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3δ της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 παρ.3 στοιχ.ε’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν.2462/1997), γιατί μετά την ανάγνωση της από 18-12-2008, έκθεσης ένορκης εξέτασης του μάρτυρος Αστυνομικού Δ. Π., ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στην παραπάνω κατηγορουμένη ή στον συνήγορο υπεράσπισής της, προκειμένου να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα τους, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η ανάγνωση προανακριτικών ή ανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων που απολείπονται, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφανίσεως στο ακροατήριο των μαρτύρων αυτών και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν προκαλεί ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, δεδομένου ότι έτσι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ’ της ΕΣΔΑ, και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες, αφού διατηρείται, πάντως, το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ, δικαίωμα του κατηγορουμένου να κάνει παρατηρήσεις επί των εν λόγω καταθέσεων που αναγνώσθηκαν. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή του άρθρου 6 παρ. 3 στοιχ. δ’ της ΕΣΔΑ παραβιάζεται, επερχόμενης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ’ του ΚΠΔ, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των κατά την προδικασία ληφθεισών καταθέσεων των απολειπομένων μαρτύρων και το δικαστήριο, παρά ταύτα, απορρίπτοντας το αίτημα, για τη μη ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων, προέβη στην ανάγνωση αυτών, οπότε ιδρύεται ο από το άνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, στο στάδιο της αναγνώσεως των εγγράφων, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, με αύξ. αριθ. 4, η έκθεση ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Δ. Π., χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφανίσεως του στο ακροατήριο. Για την ανάγνωση αυτής, καθώς και των λοιπών εγγράφων, δεν πρόβαλε αντιρρήσεις η κατηγορουμένη ή ο συνήγορος υπεράσπισής της. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, από την ανάγνωση της, έστω και χωρίς να βεβαιώνεται το ανέφικτο της εμφανίσεως του μάρτυρα αυτού, δεν προκλήθηκε καμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 16-9-2014, υπ’ αριθμό γεν. πρωτ. 5968/17-9-2014, αίτηση, της Μ. Π. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, οδός ... και τους από 9-1-2015 Πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 2127/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή