Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 79 / 2016    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Απάτη, Παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας.




Περίληψη:
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης καταδικαστικής για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Έννοια και όροι αντικειμενικής και υποκειμενικής θεμελίωσης αυτής. Αυτός που παραπλανήθηκε από τον δράστη και εκείνος που έχει προβεί σε πράξη ή ανοχή διάθεσης περιουσίας πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο. Απαιτείται σκοπός του η δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή τρίτος παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας εκείνου που βλάπτεται άμεσα από την πράξη. Διαφορετικά, αν υπάρχει μόνο σκοπός βλάβης της περιουσίας άλλου ή σκοπός προσπόρισης παράνομου οφέλους στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον από τρίτο πρόσωπο, του οποίου η περιουσία δεν βλάπτεται άμεσα από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, τελείται η πράξη της απατηλής πρόκλησης βλάβης. Η βλάβη πρέπει να είναι άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς, αλλά δεν απαιτείται να έχει ως μόνη και αποκλειστική αιτία την απατηλή συμπεριφορά τοι/ δράστη και τη συνακόλουθη πράξη περιουσιακής διάθεσης εκείνου που παραπλανήθηκε. Μπορεί να συντρέχουν και άλλες αιτίες στην πρόκληση, της βλάβης, αρκεί να μην προκύπτει ότι αυτός που παραπλανήθηκε θα , προχωρούσε στην ίδια ζημιογόνο πράξη ή θα τηρούσε την ίδια ανοχή περιουσιακής διάθεσης, χωρίς τη συγκεκριμένη παραπλανητική συμπεριφορά, οπότε δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παραπλανητικής συμπεριφοράς και ζημίας με βάση την αρχή της c.s.q.n. Έννοια και όροι χορήγησης ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε΄ ΠΚ.





ΑΡΙΘΜΟΣ 79/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Θ. του Χ.-Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αλεξανδρή, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ.4520/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Οκτωβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 980/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις : α) Σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι’ αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Και γ) Βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ο δράστης πρέπει να επιδιώκει το όφελος άμεσα από την περιουσία του βλαπτόμενου, κατά τρόπο που αυτό να είναι η αντίστροφη όψη της βλάβης, χωρίς να είναι αναγκαία η ταύτιση ως προς το ποσό και το ποιόν τους. Αν δεν υπάρχει τέτοιος σκοπός, αλλά μόνο σκοπός βλάβης της περιουσίας του παθόντος, τότε τελείται απατηλή πρόκληση βλάβης (άρθρο 389 ΠΚ), και όχι απάτη. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία. Ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου ή η απατηλή δημιουργία σε βάρος του υποχρεώσεων από ακυρώσιμη δικαιοπραξία, την οποία βλάβη δεν αναιρεί η δυνατότητα δικαστικής αντιμετώπισης της ακυρωσίας ή η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατά αυτού που την προκάλεσε, (δράστη ή τρίτου) έστω και αν οι τελευταίοι είναι απόλυτα αξιόχρεοι, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη. Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, ενώ δεν απαιτείται η βλάβη να έχει ως μόνη αιτία την απατηλή συμπεριφορά του δράστη και τη συνακόλουθη πράξη ή ανοχή περιουσιακής διάθεσης εκείνου που παραπλανήθηκε, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτόν που ζημιώθηκε. Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως γεγονότα νοούνται εξωτερικά πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο παρελθόν ή στο παρόν, που έχουν συντελεστεί το αργότερο μέχρι τον χρόνο της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, και όχι ενδιάθετα στοιχεία του δράστη ή πραγματικά περιστατικά που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά αντλήθηκαν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση κάποιου ή κάποιων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του. Επίσης, ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής ή στη γνώση και αποδοχή ενδεχόμενης παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αυτονοήτως προκύπτει από την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή της, και πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση από τον δράστη ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, πρέπει να υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς αυτά τα στοιχεία. Ειδικότερα, στην περίπτωση της απάτης, η ειδική αιτιολογία πρέπει να καλύπτει τόσο τον δόλο του δράστη ως προς τη γνώση της ψευδούς παράστασης γεγονότων σαν αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, όσο και τον σκοπό του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του παραπλανώμενου ή τρίτου, με παράθεση στην απόφαση των περιστατικών που δικαιολογούν την προαναφερόμενη γνώση και τον σκοπό προσπορισμού του παράνομου περιουσιακού οφέλους. Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και είναι αναιρετέα. Η δε δικαστική κρίση αν η ζημία της απάτης είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ως κρίση ουσίας, δεν ελέγχεται αναιρετικά, αρκεί να προσδιορίζεται το ύψος της. Τέλος δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ., ενώ δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 4520/2014 απόφασή του, που εκδόθηκε μετά από έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης 5912/2013 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που συμπληρώνουν την αιτιολογία της, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται γενικά ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα την 20-9-2007 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ενώ ακολούθως με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Συγκεκριμένα, ο εγκαλών επισκέφθηκε την Pro Bank την 20-1-09 με την οποία συνεργάζεται και τυχαία ανακάλυψε ότι έχει εγγραφεί στην Black List του συστήματος Τειρεσίας για δύο ανεξόφλητες συναλλαγματικές. Αμέσως προέβη σε έλεγχο των τραπεζών στις οποίες είχαν κατατεθεί οι συναλλαγματικές και διεπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εκδότης αυτών. Ο τελευταίος είναι έμπορος ασχολούμενος με την εμπορία αυτοκινήτων και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "...." που έχει ως αντικείμενο την πώληση αυτοκινήτων, στην οποία συμμετέχει και ο αδελφός του. Η μοναδική συναλλαγή που είχε ο κατηγορούμενος με τον εγκαλούντα ήταν ότι ο τελευταίος αγόρασε από την εταιρία "....", το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, το δε τίμημα της αγοραπωλησίας αυτής εξόφλησε ο εγκαλών μέσω δανείου της τράπεζας ’λφα Μπάνκ. Ωστόσο, ακολούθως ο κατηγορούμενος εξέδωσε δύο συναλλαγματικές ποσού 7.800 ευρώ εκάστη, με τόπο έκδοσης το ... Αττικής, ημερομηνία εκδόσεως την 20-9-2007, με ημερομηνία λήξεως η πρώτη εξ αυτών στις 10-11-2008 και η δεύτερη στις 11-11-2008, εκδόσεως της εταιρίας "...", σε διαταγή η μία εξ αυτών της εταιρίας "....", η άλλη του Ε. Θ., ο οποίος είναι αδελφός του κατηγορουμένου, θέτοντας σε έκαστη εξ αυτών στο όνομα του αποδέκτη αυτό του εγκαλούντος Ν. Α., εν αγνοία και παρά τη θέληση του τελευταίου. Σκοπός του κατηγορουμένου δια της καταρτίσεως των ως άνω πλαστών συναλλαγματικών και δη δια της αναγραφής σε αυτές του ονόματος του εγκαλούντος ως αποδέκτη ήταν να παραπλανήσει τους τρίτους με τους οποίους θα συναλλασσόταν ότι οι ανωτέρω συναλλαγματικές ήταν πράγματι αποδοχής του εγκαλούντος και αφορούσαν μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές, και ως εκ τούτου μπορούσαν να παραγάγουν τα έννομα αποτελέσματά τους, δηλαδή γεγονός με έννομη συνέπεια. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος έκανε χρήση των προδιαλαμβανομένων συναλλαγματικών που ήσαν πλαστές καθώς κατέθεσε τη μία εξ αυτών στην τράπεζα ... και τη δεύτερη στην Εθνική Τράπεζα ..., προς προεξόφληση των αναγραφομένων σε αυτά ποσών. Το γεγονός ότι ουδεμία σχέση έχει ο εγκαλών με τις ανωτέρω συναλλαγματικές, τις οποίες πλαστογράφησε ο κατηγορούμενος, αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου υπεύθυνη δήλωση της 27-2-2009 του άρθρ. 8 του Ν. 159/1986 στην οποία μεταξύ άλλων αναγράφεται ότι "οι συναλλαγματικές που εκδόθηκαν ως εξής... γράφτηκαν εκ ΠΑΡΑΔΡΟΜΗΣ - ΛΑΘΟΥΣ και εν αγνοία του κ. Α. (εγκαλούντος) που ΔΕΝ τις έχει υπογράψει, καθώς δεν έχουν καμία σχέση με εκείνον και το αυτοκίνητό του", δηλαδή το αυτοκίνητο που αγόρασε ο εγκαλών από την εταιρία .... ’λλωστε και ο μάρτυρας υπερασπίσεως και αδελφός του κατηγορουμένου ρητώς κατέθεσε ως προς την πλαστότητα των συναλλαγματικών ότι "Από αυτά που είδα ο γραφικός χαρακτήρας ταιριάζει με του αδερφού μου, για την υπογραφή του δεν ξέρω. Μου είπε ότι έκανα τη βλακεία λόγω πίεσης", ο δε εγκαλών κατηγορηματικά κατέθεσε ότι την ανωτέρω πλαστογραφία με χρήση τέλεσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος προσεφέρθη για να τον αποζημιώσει να του μεταβιβάσει την κυριότητα ενός αυτοκινήτου, πράξη που δεν υλοποίησε. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, αφού εξέδωσε δύο συναλλαγματικές ποσού 7.800 ευρώ εκάστη, με τόπο έκδοσης το ... Αττικής, ημερομηνία εκδόσεως την 20-9-2007, με ημερομηνία λήξεως η πρώτη εξ αυτών στις 10-11-2008 και η δεύτερη στις 11-11-2008, εκδόσεως της εταιρίας "....", σε διαταγή η μία εξ αυτών της εταιρίας "...." και η άλλη του Ε. Θ., θέτοντας σε έκαστη εξ αυτών στο όνομα του αποδέκτη αυτό του εγκαλούντος Ν. Α., εν αγνοία και παρά τη θέληση του τελευταίου, κατέθεσε τη μία εξ αυτών στην τράπεζα ... και τη δεύτερη στην Εθνική Τράπεζα ..., προς προεξόφληση των αναγραφομένων σε αυτά ποσών, παριστάνοντας ψευδώς στους υπαλλήλους των ως άνω τραπεζών ότι οι ανωτέρω συναλλαγματικές είχαν πράγματι γίνει αποδεκτές από τον εγκαλούντα και αφορούσαν εμπορικές συναλλαγές του τελευταίου με την εταιρία του κατηγορουμένου, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι ανωτέρω συναλλαγματικές ήταν προϊόν πλαστογραφίας που είχε διαπράξει ο ίδιος. Σκοπός δε του κατηγορουμένου με την κατάρτιση των ως άνω συναλλαγματικών και της καταθέσεώς τους στις προαναφερόμενες τράπεζες προς προεξόφληση ήταν να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των συναλλαγματικών (15.600 ευρώ) με αντίστοιχη ισόποση ζημία της περιουσίας του εγκαλούντος, συνιστάμενη αφενός μεν στο ποσό των ως άνω συναλλαγματικών, αφετέρου δε σε όλες τις δυσμενείς συνέπειες σε βάρος του από την έκδοση διαταγής πληρωμής και την εγγραφή του στον Τειρεσία. Ειδικότερα ως προς τις λοιπές συνέπειες σε βάρος του εγκαλούντος ενημερώθηκε ως προς τις προαναφερθείσες συνέπειες η "...." με αποτέλεσμα 1) να κληθεί ο εγκαλών να τακτοποιήσει άμεσα αλληλόχρεο λογαριασμό τον οποίο και διατηρούσε στην ... ύψους 100.000 ευρώ επειδή είχε εγγραφεί το όνομά του στον Τειρεσία ως αφερέγγυο 2) να μην δέχονται οι τράπεζες δικές του επιταγές 3) συνεπεία αυτών να κλείσει ο ανωτέρω την επιχείρησή του. Περαιτέρω ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι "το περιουσιακό όφελος που επεδίωξε να προσπορίσει στον εαυτό του δεν προερχόταν άμεσα από την περιουσία του μηνυτή αλλά από την περιουσία της τράπεζας, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας, πεισθέντες από την εν γνώσει ψευδή μου παράσταση σ’ αυτούς ότι οι μεταβιβασθείσες επίμαχες συναλλαγματικές λόγω ενεχύρου είναι γνήσιες και έγκυρες, προέβησαν σε πράξη περιουσιακής διαθέσεως σε βάρος της περιουσίας της τράπεζας, η οποία συνίσταται στην κάλυψη του πιστωτικού ορίου της δανειοδοτούμενης εταιρίας του κατά το ποσό των 15.600 ευρώ", δηλαδή ότι η πράξη αυτή δε συνιστά το έγκλημα της απάτης σε βάρος του μηνυτή αλλά εκείνο της απατηλής πρόκλησης βλάβης (άρθρο 389 Π.Κ.) αφού ελλείπει ο υπερχειλής δόλος παράνομου περιουσιακού οφέλους προερχόμενου από την περιουσία του βλαπτόμενου αποδείχτηκε ότι 1) ως προς την κατατεθείσα στην τράπεζα ΕΤΕ συναλλαγματική η τράπεζα αυτή είχε συνάψει σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού με την εταιρία "...." όμως η συναλλαγματική αυτή δεν κατετέθη - μετεβιβάσθη λόγω ενεχύρου αφού, όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ρητώς αναφέρει στο απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του 23ου πταισματοδίκου Αθηνών, ως προς την ανωτέρω πράξη "η τράπεζα του ανακοίνωσε ότι είχαν εντολή από τα κεντρικά της Εθνικής Τράπεζας να μην παραλαμβάνουν πλέον συν/κές ως εγγύηση των υφιστάμενων λογαριασμών", δηλαδή από το Νοέμβριο του έτους 2007, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε από την συναλλαγματική αυτή ότι μετεβιβάσθη λόγω ενεχύρου. Κατ’ ακολουθίαν αποδείχθηκε ότι αμέσως ζημιωθείς είναι ο εγκαλών και όχι η ΕΤΕ. Επίσης εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι η κατατεθείσα στην Αλφα Μπανκ συναλλαγματική κατετέθη λόγω ενεχύρου. Κατ’ ακολουθίαν το περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου προερχόταν άμεσα από την περιουσία του μηνυτή και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός, αφού αποδείχθηκε ο υπερχειλής δόλος του κατηγορουμένου. Εξάλλου βάσει των προεκτεθέντων στοιχειοθετείται η απάτη του άρθρου 386 παρ.1 εδ. 2 απορριπτόμενου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού περί του ότι πρόκειται για παράβαση του άρθρου 386 παρ.1 εδ. 1 δηλαδή όχι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Εξάλλου επίσης βάσει των προεκτεθέντων στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης αφού, εκτός των άλλων, αποδείχθηκε και ο σκοπός του κατηγορουμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, απορριπτέου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού ...".
Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού κατ’ εξακολούθηση και της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία σε βάρος του εγκαλούντος και επέβαλε σ’ αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών με τριετή αναστολή της εκτέλεσής της. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ως προς το αναιρεσιβαλλόμενο κεφάλαιο της απάτης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία σε βάρος του εγκαλούντος, για την οποία κηρύχτηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1 β-α ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διατυπώνονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά οι εξής, αναιρετικά ανέλεγκτες και κρίσιμες, ουσιαστικές παραδοχές : 1) Ότι ο κατηγορούμενος, αφού συμπλήρωσε τις παραπάνω δύο συναλλαγματικές αξίας 7.800 ευρώ η καθεμία με φερόμενο εκδότη στη μία από αυτές τον αδελφό του, Ν. Α., και στην άλλη την εταιρία τους "‘ ...", σημείωσε δε και στις δύο συναλλαγματικές ως αποδέκτη τον εγκαλούντα χωρίς τη γνώση και θέληση του τελευταίου, στη συνέχεια τις κατέθεσε για προεξόφληση της αξίας τους στις προαναφερόμενες τράπεζες, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους τραπεζικούς υπαλλήλους ότι δήθεν αυτές έγιναν αποδεκτές από τον εγκαλούντα και ότι αφορούσαν συναλλαγές μεταξύ αυτού και της εταιρίας του κατηγορουμένου. 2) Ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι συναλλαγματικές είχαν πλαστογραφηθεί από τον ίδιο ως προς τον φερόμενο ως αποδέκτη τους. 3) Ότι με την απατηλή συμπεριφορά αυτή ο κατηγορούμενος παρέπεισε τα αρμόδια τραπεζικά όργανα να θεωρήσουν σαν γνήσιες τις συναλλαγματικές και να τις δεχτούν για προεξόφληση, προκαλώντας έτσι στον εγκαλούντα άμεση ζημία, που συνίσταται τόσο στο ποσό των 15.600 ευρώ, όση η συνολική αξία αυτών, των οποίων φέρεται αποδέκτης (και οφειλέτης έναντι του αρχικού λήπτη και της τελικής κομίστριας τράπεζας) όσο και στις προαναφερόμενες δυσμενείς συνέπειες από την έκδοση σχετικής διαταγής πληρωμής και την εγγραφή του εγκαλούντος στην "...", που κατέληξε στην επιχειρηματική καταστροφή του. 4) Ότι σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να αποκομίσει, με την απατηλή συμπεριφορά του, ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τη συνολική αξία των συναλλαγματικών σε βάρος της περιουσίας και με αντίστοιχη άμεση ζημία του εγκαλούντος. Και 5) Ότι η ζημία που επήλθε στον εγκαλούντα είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επομένως διαλαμβάνονται στην απόφαση, ειδικά και εμπεριστατωμένα, όλα τα ουσιώδη στοιχεία που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, για την οποία κηρύχτηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Συνακολούθως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, ότι δεν στοιχειοθετείται απάτη σε βάρος του εγκαλούντος, αλλά μόνο απατηλή πρόκληση άμεσης βλάβης σε βάρος των τραπεζών, επειδή, κατά τον αναιρεσείοντα, αυτός είχε ως σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που δεν αντιστοιχίζεται με άμεση ζημία του εγκαλούντος, αλλά προέρχεται μόνο από την περιουσία των τραπεζών, που δέχτηκαν τις συναλλαγματικές (όχι για προεξόφληση, αλλά) ως ενέχυρο για κάλυψη ανάλογου πιστωτικού ορίου της δανειοδοτούμενης εταιρίας του, ισχυρισμός που αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε ρητά ως αβάσιμος από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης αβάσιμος είναι και ο συναφής πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απάντησε σε σχετικούς ισχυρισμούς, που ο αναιρεσείων είχε προβάλει κατά την εφετειακή δίκη και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά : α) ότι έχει τελεστεί μόνο η πράξη της απατηλής πρόκλησης βλάβης σε βάρος των τραπεζών, για την οποία δεν υπάρχει σχετική έγκληση και πρέπει να παύσει οριστικά η σχετική ποινική δίωξη (αυτοτελής ισχυρισμός) και β) ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της απάτης ή, επικουρικά, της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (αρνητικοί ισχυρισμοί), αφού το δικαστήριο της ουσίας, με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, αντιμετώπισε ευθέως και ρητά τα σχετικά ζητήματα και έκρινε αιτιολογημένα ότι τελέστηκε το έγκλημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, με τον οποίο προσβάλλεται η εφετειακή απόφαση, επειδή έκρινε ως ιδιαίτερα μεγάλη τη ζημία του εγκαλούντος, αφού την καθόρισε (εσφαλμένα, κατά τον αναιρεσείοντα) στο ποσό των 15.600 ευρώ, ενώ από τις αποδείξεις, κατ’ αυτόν, προέκυπτε ότι ήταν 7.800 ευρώ, είναι απαράδεκτος, αφού αφορά ζήτημα ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά, όπως σημειώνεται στην οικεία νομική σκέψη. Ακόμη, με τους λόγους αναίρεσης δεύτερο και τρίτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα δέχτηκε σκοπό και δυνατότητα του αναιρεσείοντος να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 15.600 ευρώ με αντίστοιχη άμεση ζημία του εγκαλούντος, καθώς και κατάθεση των δύο συναλλαγματικών στις τράπεζες για προεξόφληση (και όχι ως ενέχυρο), χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτουν οι σχετικές παραδοχές και αγνοώντας τη σχετική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ε. Θ., αλλά και του εγκαλούντος κατά τη συζήτηση στο ακροατήριό του. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στις παραδοχές αυτές μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αναφέρει ως προς το είδος τους και αφού έλαβε υπόψη και το περιεχόμενο των εν λόγω ενόρκων καταθέσεων, για τις οποίες γίνεται ρητή μνεία στην απόφαση και οι οποίες σταθμίστηκαν με τρόπο διαφορετικό από τις εκτιμήσεις του αναιρεσείοντος. Επομένως και αυτοί οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Με τους έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης ο αναιρέσεων επικαλείται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παραβίαση των οικείων ποινικών διατάξεων ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ , δ’ και ε’ ΠΚ, που στοιχειοθετούν λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ.
Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως : α) το ότι ο υπαίτιος έζησε μέχρι τον χρόνο που τελέστηκε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β)..., γ)..., δ) το ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Ως πρότερος έντιμος βίος νοείται η σύννομη και θετική για την κοινωνία στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου ως προς όλες τις εκφάνσεις του βίου του (ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική) μέχρι την τέλεση της πράξης, σε βαθμό που να μην αναμένεται ως πιθανή η εκτροπή αυτού σε ποινική παραβατικότητα. Μόνη η έλλειψη ποινικής εμπλοκής δε αρκεί για την αναγνώριση του σχετικού ελαφρυντικού, αλλά και η ύπαρξη καταδίκης για πράξη μικρής ηθικής και ποινικής απαξίας δεν αποκλείει τη χορήγησή του. Ως ειλικρινής μετάνοια νοείται η αληθινή και θετική ψυχοβουλητική μεταστροφή του υπαιτίου προς την έννομη τάξη και την πλευρά του παθόντος, η οποία προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστο, την ειλικρινή ομολογία τέλεσης της πράξης και η οποία πρέπει να εκδηλώνεται με συγκεκριμένο τρόπο και σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Επιπλέον, για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης, απαιτείται ο υπαίτιος να έχει επιδιώξει με συγκεκριμένο τρόπο να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια η απλή δήλωση συγγνώμης από τον δράστη ή η καλή διαγωγή αυτού ή η δήλωση ομολογίας της πράξης κατά τη διεξαγωγή της δίκης ή η παράδοσή του στις αρμόδιες αρχές μετά την πράξη. Εξάλλου, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ, απαιτείται θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ , δ’ και ε’ ΠΚ, οι οποίοι αναπτύχτηκαν προφορικά και καταχωρίστηκαν στα οικεία πρακτικά με το εξής περιεχόμενο : "Α. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΙΛΙΚΡΙΝΟΥΣ ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑΣ ΜΟΥ (αρ. 84 παρ. 2 εδ. δ’ ΠΚ). Ως ευθέως συνάγεται από την σχηματισθείσα δικογραφία, ευθύς ως προέκυψε το επίμαχο συμβάν και επιθυμώντας να μην υποστεί την παραμικρή ζημία ο εγκαλών Νικόλαος Αργυρός, αμέσως έσπευσα στις 27/2/2009 και δη πολύ ενωρίτερα (κατά χρόνο ενός μηνός) και προ της υποβολής της σε βάρος μου εγκλήσεως) να χορηγήσω στον εγκαλούντα υπεύθυνη δήλωσή μου, με την οποία βεβαιώνω ότι ουδεμία ευθύνη ή ενοχή ή χρέος έχει έναντι της τραπέζης ή έναντι εμού ή της εταιρίας μου. Έτσι και με την συμπεριφορά μου και έχοντας ειλικρινά μεταμεληθεί, ανέλαβα εκουσίως την ευθύνη της πράξεώς μου, χωρίς να εξαρτήσω την πράξη μου αυτή από οιαδήποτε παροχή, αντιπαροχή ή όρο, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη που μου αναλογεί. Β. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΕΠΙΔΕΙΧΘΕΙΣΑΣ ΚΑΛΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ (αρ. 84 παρ. 2 εδ. ε’ ΠΚ). Σε συνέχεια μάλιστα της ανωτέρω σχετικής υπευθύνου δηλώσεως περί της ανυπαρξίας οιουδήποτε χρέους ή ενοχής ή ευθύνης του εγκαλούντος προς οιονδήποτε και σε μία σαφή και ειλικρινή μου πρόθεση και βούληση όπως άρω και εξαλείψω τις συνέπειες των πράξεών μου, άμα τε και επιδείξω την ειλικρινή μου μεταμέλεια και την καλή μου συμπεριφορά μετά την πράξη, επεδίωξα και κατάφερα να αποπληρώσω την οφειλή που προέκυψε από την μία εκ των δύο επιδίκων συν/κων. Πράγματι και παρά το γεγονός ότι η οικονομική μου κατάσταση δεν είναι ανθηρή, αποπλήρωσα στον Ε. Θ. του Χ., όστις ήταν δικαιούχος εξ αναγωγής από ανάστροφη κυκλοφορία, το ποσό των € 7.800,00 πλέον τόκων και λοιπών εν γένει δικαστικών και άλλων εξόδων και έγινα κομιστής της συν/κής αυτής, αντίγραφο της οποίας προσκομίζω. Παράλληλα ουδόλως επεχείρησα ή επέδειξα άλλη παραβατική συμπεριφορά, διάγω δε από το σημείο εκείνο και μέχρι σήμερα καθόλα άμεμπτο βίο. Γ. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΡΟΥ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ ΜΟΥ (αρ. 84 παρ. 2 εδ. α’ ΠΚ). Έως το εξεταζόμενο περιστατικό, διήγα βίον έντιμο κατά πάντα. Ουδέποτε μου επεβλήθη και δη οιαδήποτε ποινή για οιοδήποτε έγκλημα, έχω δε λευκό ποινικό μητρώο, αφού δεν έχω καταδικασθεί ως σήμερα και για οιοδήποτε αδίκημα.". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το άνω Τριμελές Εφετείο απέρριψε τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς με την εξής αιτιολογία: "Στην προκείμενη περίπτωση δεν εκτίθεται ούτε αποδείχθηκε θετική και γενικότερη κοινωνική δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Τέλος ως προς την ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2 δ’ δηλαδή ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια ο κατηγορούμενος και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, είναι μεν αληθές ότι χορήγησε στον εγκαλούντα, αφού τον αναζήτησε προηγουμένως ο ανωτέρω, την προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωση, με την οποία, όμως, δεν αποδέχεται την εκ προθέσεως τέλεση των άνω πράξεων, αλλά αναφέρει μόνο παραδρομή - λάθος, δεν ήρε ούτε μείωσε τη σοβαρή προξενηθείσα ζημία στον εγκαλούντα, η δε παραδοχή του ότι δεν οφείλει ο εγκαλών σε αυτόν οποιοδήποτε ποσόν από την αγορά αυτοκινήτου προέκυπτε εξ εγγράφων τραπέζης. Πρέπει λοιπόν το αίτημα να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο οι ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις να απορριφθεί".
Στο προαναφερόμενο απορριπτικό σκεπτικό εμπεριέχονται οι ουσιώδεις παραδοχές α) ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν διέλαβε στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του περιστατικά θετικής συμπεριφοράς (πριν και μετά την πράξη), ούτε αποδείχτηκε τέτοια συμπεριφορά αυτού και β) ότι ο κατηγορούμενος με την υπεύθυνη δήλωση που επικαλέστηκε δεν αποδέχτηκε (δεν ομολόγησε) την τέλεση των πράξεων (πλαστογραφίας και απάτης) και δεν ήρε ούτε μείωσε τη σοβαρή ζημία που προκάλεσε στον εγκαλούντα με τις πράξεις του αυτές. Η παραδοχή με στοιχείο α’ αποκλείει την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, για τη χορήγηση των οποίων απαιτείται απόδειξη και του στοιχείου της θετικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου με την έννοια που προαναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη. Η δε παραδοχή με στοιχείο β’ αποκλείει την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, για τη χορήγηση της οποίας απαιτείται, κατ’ ελάχιστο, ομολογία της πράξης ως στοιχείο εκδηλωτικό και θεμελιωτικό ειλικρινούς ψυχοβουλητικής μεταστροφής του κατηγορουμένου, καθώς και απόδειξη ότι αυτός επιδίωξε με συγκεκριμένο τρόπο να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεις του. Επομένως, το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές, απάντησε αιτιολογημένα στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για χορήγηση των σχετικών ελαφρυντικών και ορθά τους απέρριψε ως αβάσιμους, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκή αιτιολογία ως προς την απορριπτική κρίση του και ως προς τη μη εφαρμογή των οικείων διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 α’ , δ’ και ε’ ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Συνακολούθως, οι λόγοι αναίρεσης έκτος και έβδομος, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2014 αίτηση του Σ. Θ. του Χ. - Σ. για αναίρεση της απόφασης 4520/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή