Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 163 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Παραγραφή.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση. Η αναγραφή στο προοίμιο του σκεπτικού ότι λήφθηκε υπόψη η απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εκπροσωπηθεί, έχει την έννοια ότι λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί του συνηγόρου του, στον οποίο δόθηκε, ως εκ περισσού ο λόγος, και δεν στερεί την απόφαση αιτιολογίας. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφου. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Λόγος περί παραγραφής μερικότερων πράξεων λόγω παρόδου οκταετίας μέχρι την άσκηση της αιτήσεως απαράδεκτος, γιατί δεν υπάρχει βάσιμος λόγος αναιρέσεως (άρθρο 511 εδ. β ΚΠΔ). Απόρριψη αιτήσεως.




Αριθμός 163/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 37169/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1099/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Αν, όμως, αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη αποδεικτικό μέσο ανύπαρκτο, ανακύπτει έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριάντα πέντε (35) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου του Αντωνίου. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας (αναγνώσεως εγγράφων, καταθέσεως μάρτυρα υπερασπίσεως), η Πρόεδρος προσκάλεσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου να εκθέσει τους ισχυρισμούς του, αυτός δε είπε: "Δεν ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Εταιρείας εκείνη την περίοδο. Ήταν κάποιοι εκκαθαριστές ...". Ακολούθησε η πρόταση της Εισαγγελέως και η αγόρευση του συνηγόρου. Δεν έλαβε, δηλαδή, χώραν απολογία του κατηγορουμένου, αφού αυτός, όπως αναφέρθηκε, δεν εμφανίστηκε ο ίδιος, η δε πρόσκληση προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του έγινε εκ περισσού, αφού ο συνήγορος δεν μπορεί να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του. Στο έντυπο, όμως, μέρος του αιτιολογικού της αποφάσεως αναφέρεται ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο καθώς και από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψε ...". Η αναγραφή των λέξεων "σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου" ενέχει την έννοια όχι ότι λήφθηκε υπόψη η (ανύπαρκτη) απολογία του κατηγορουμένου, αλλά ότι λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί του συνηγόρου αυτού, οι οποίοι διατυπώθηκαν αντί απολογίας, και δεν στερεί την απόφαση της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας, ούτε δημιουργεί ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, ώστε εξ αυτού να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνεται και "εξώδικη δήλωση παραίτηση" με αύξ. αριθ. 5. Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, ενόψει και της αριθμήσεώς του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του (όνομα συντάκτη, προς ποιον απευθύνεται, κ.λπ.), αφού με την ανάγνωσή του κατέστη γνωστό κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτού, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθώς έλαβε υπόψη του και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα του ως άνω εγγράφου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. β του ΚΠοινΔ, ο ’ρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως θα κριθεί βάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το αξιόποινο ορισμένων από τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, και συγκεκριμένα πράξεις που αφορούν χρέη συνολικού ποσού 80.134,31 ευρώ, έχει παραγραφεί, αφού από το φερόμενο χρόνο τελέσεώς τους (1.8.2004 και 1.10.2004, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο αναιρετήριο) μέχρι την άσκηση της αιτήσεως παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας (η οποία συμπληρώθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και, επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά, γι' αυτές, η ποινική δίωξη. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί κανένας από τους λόγους αναιρέσεως δεν κρίνεται βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Σεπτεμβρίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 6447/2012) αίτηση του Χ. Ρ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 37169/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή