Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 56 / 2020    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 56/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) S. A. του G., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια και 2) Μ. P. R. A. A. του D. D. L., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Μαυρομάτη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2414, 3030/2018 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από: 22 Μαΐου 2019 και 21 Μάιου 2019, κρινόμενες (2) αιτήσεις αναίρεσης των ως άνω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, (1.S. A. Α . και, 2. Μ. ή P.R. ή A. ή A. του D.), που ασκήθηκαν με δήλωση, των οποίων η επίδοση στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έγινε στις 23 Μαΐου 2019 και 24 Μαΐου 2019 και έλαβαν αριθμούς πρωτοκόλλου 6024/2019 και 6053/2019, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 900/19.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες (2) αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες α) από 22-5-2019 αίτηση του S. A. του G., η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 23-5-2019 και β) από 21-5-2019 αίτηση του Μ. P. R. A. A. του D. D. L., η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 24-5-2019, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2414, 3030/2018 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, ασκήθηκαν παραδεκτά και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικασθούν. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 4139/2013, 1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη, με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3459/2006, όπως έχουν τροποποιηθεί με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του ίδιου άρθρου και ιδίως, μεταξύ άλλων, η αγορά, η κατοχή, η αποθήκευση και η πώληση ναρκωτικών ουσιών. Ως κατοχή νοείται η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1, 4 του άνω Ν. 4139/2013 "Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση.....4. Δράστης, στο πρόσωπο του οποίου κατά τον χρόνο της πράξης συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, αν είναι υπαίτιος τέλεσης: ...β) των πράξεων του άρθρου 20 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους". Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιό συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιό αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 187 του ΚΠοινΔ. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης αυτού, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2414, 3030/2018 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και κατά τα κεφάλαια που ενδιαφέρουν εδώ, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς, κατ' είδος, αναφέρει (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά, ως προς τους τότε δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, S. A. του G. και Μ. P. R. A. A. του D. D. L., από τους οποίους και μόνο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση: "Κατά το μήνα Μάρτιο του 2016, στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών/Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Αθηνών περιήλθε η πληροφορία ότι αλλοδαποί υπήκοοι δραστηριοποιούνται στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την πληροφορία, αρχηγός της οργάνωσης είναι Αλβανός υπήκοος γνωστός ως "F. E.", ηλικίας περίπου 30 ετών, μετρίου αναστήματος, εύσωμος, με κοντά μαλλιά και στενός συνεργάτης του αρχηγού είναι επίσης Αλβανός υπήκοος, γνωστός "Τ.", ηλικίας περίπου 40 ετών, κανονικής σωματικής διάπλασης, μελαχρινός, ο οποίος διαμένει μαζί με τον "F. E.". Κατά την ίδια επίσης πληροφορία, μέλη της οργάνωσης είναι και ένα ζευγάρι αλλοδαπών, οι οποίοι διαμένουν σε διαμέρισμα στην Καλλιθέα, όπου αποκρύπτουν εντός του διαμερίσματος ποσότητες ναρκωτικών, τις οποίες διακινούν στα πλαίσια της εγκληματικής οργάνωσης. Τέλος, κατά την ίδια πληροφορία, ο "F. E." και ο "Τ." διαμένουν στον ..., πλησίον του εβραϊκού νεκροταφείου, για τις μετακινήσεις τους χρησιμοποιούν το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας VW, τύπου GOLF, χρώματος μαύρου και συχνάζουν σε καφετέρια δίπλα από το προαναφερόμενο νεκροταφείο και ότι η εγκληματική αυτή οργάνωση πωλεί το ένα κιλό ακατέργαστης κάνναβης προς 2.000 ευρώ το κιλό και το ένα γραμμάριο κοκαΐνης προς 70 ευρώ. Με αφορμή τις πληροφορίες αυτές συστάθηκε ειδική ομάδα αστυνομικών της ανωτέρω διεύθυνσης της αστυνομίας, προκειμένου να εξακριβωθεί η βασιμότητα της πληροφορίας. Κατά τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου 2016, οι επιληφθέντες αστυνομικοί εντόπισαν το ανωτέρω αυτοκίνητο σε καφετέρια πλησίον του εβραϊκού νεκροταφείου στον ..., μετά δε από λίγη ώρα από την καφετέρια εξήλθαν δύο άτομα, τα χαρακτηριστικά των οποίων ταίριαζαν με την πληροφορία, επρόκειτο δε για τους δύο πρώτους κατηγορούμενους G. E. και S. A.. Οι τελευταίοι επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο VW Golf και κινήθηκαν προς την περιοχή της Καλλιθέας. Όταν έφθασαν εκεί, εισήλθαν σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού .... Στη συνέχεια και μετά από πάροδο λίγων λεπτών, βγήκαν από το διαμέρισμα και λαμβάνοντας προφυλάξεις, πραγματοποίησαν ολιγόλεπτες συναντήσεις, κυρίως με ομοεθνείς τους και με άτομα ύποπτα για συναλλαγές με ναρκωτικά, σε ερημικά σημεία της ευρύτερης περιοχής της Καλλιθέας. Συγκεκριμένα, κάποιους από αυτούς τους επιβίβαζαν στο αυτοκίνητό τους και τους αποβίβαζαν λίγα μέτρα πιο κάτω και εναλλάξ έβγαιναν από το αυτοκίνητο πότε ο ένας και πότε ο άλλος των εν λόγω δύο πρώτων κατηγορουμένων και επόπτευαν το χώρο της συνάντησης για τον έλεγχο τυχόν παρουσίας αστυνομικών, οι κινήσεις τους αυτές δυσκόλευαν την παρακολούθηση τους από τους αστυνομικούς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να μην μπορούν να τους πλησιάσουν περισσότερο, καθώς υπήρχε κίνδυνος να γίνουν αντιληπτοί. Μπορούσαν όμως οι αστυνομικοί, έστω και από μακριά, να αντιληφθούν τις κινήσεις τους. Στο μεταξύ, οι αστυνομικοί έθεσαν το διαμέρισμα επί της οδού ... σε διακριτική παρακολούθηση, ενώ συνέχισαν τις επόμενες ημέρες την παρακολούθηση των δύο πρώτων κατηγορουμένων, οι οποίοι συνέχιζαν τις ολιγόλεπτες συναντήσεις τους με άτομα ύποπτα για συναλλαγές ναρκωτικών ουσιών. Από την παρακολούθηση των αστυνομικών προέκυψε ότι στο διαμέρισμα επί της οδού ... διέμενε ζευγάρι αλλοδαπών, που όπως προέκυψε στη συνέχεια ήταν ο 3ος κατηγορούμενος Μ. P. R. A. A., Αλβανός υπήκοος και η υπήκοος Ρουμανίας J. J. I. - M........ Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στις 31-3-2016 οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ξεκίνησαν με το όχημα τους από την οικία τους στον ... και κατευθύνθηκαν στην Καλλιθέα, όπου εισήλθαν στο επί της οδού ... πιο πάνω διαμέρισμα. Λίγη ώρα αργότερα εισήλθε στο ίδιο διαμέρισμα και ένα άλλο άτομο, που όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια ήταν ο Αλβανός υπήκοος P. F. ......, ο οποίος μετά από λίγα λεπτά βγήκε από το διαμέρισμα κρατώντας μία σακούλα και επιβιβάστηκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο-ταξί, το οποίο τον ανέμενε στη συμβολή των οδών .... Αμέσως μετά βγήκαν από το διαμέρισμα και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητό τους, έδειχναν δε ιδιαίτερα ανήσυχοι και κοίταζαν επίμονα πίσω τους, μήπως κάποιος τους ακολουθούσε. Λίγα λεπτά αργότερα οι αστυνομικοί ακινητοποίησαν το προαναφερόμενο ταξί και στην κατοχή του P. F. βρέθηκε και κατασχέθηκε μία νάιλον σακούλα, η οποία περιείχε ακατέργαστη κάνναβη συνολικού μικτού βάρους 2.030 γραμμαρίων. Συγχρόνως, άλλοι αστυνομικοί, στη συμβολή των οδών ..., στην Καλλιθέα, ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο των δύο πρώτων κατηγορουμένων. Κατά τον έλεγχο που διενήργησαν, στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου G. E. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τρεις συσκευές κινητής τηλεφωνίας και το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ, ενώ στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου S. A. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μία συσκευή κινητής τηλεφωνίας και το χρηματικό ποσό των 1.650 ευρώ. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί μετέβησαν στο διαμέρισμα επί της οδού ..., στην Καλλιθέα, όπου ο 3ος κατηγορούμενος M. R., αντιλαμβανόμενος την παρουσία των αστυνομικών, διέφυγε τη σύλληψη, πηδώντας από το πίσω μπαλκόνι του διαμερίσματος σε κεραμοσκεπή διπλανής οικίας και καταλήγοντας στην οδό ..., τράπηκε σε φυγή καταδιωκόμενος από τους αστυνομικούς. Μέσα στο διαμέρισμα οι αστυνομικοί συνέλαβαν τη φίλη του I.-M. J., υπήκοο Ρουμανίας, ενώ άλλοι αστυνομικοί συνέλαβαν μετά από καταδίωξη τον 3o κατηγορούμενο στη συμβολή των οδών ... στην Καλλιθέα, ο οποίος μάλιστα προέβαλε σθεναρή αντίσταση κατά τη σύλληψή του, χτυπώντας τους αστυνομικούς με κλωτσιές και γροθιές, προσπαθώντας να εμποδίσει τους αστυνομικούς να προβούν στη σύλληψή του. Στο διαμέρισμα επί της οδού ..., μετά από νομότυπη έρευνα, οι αστυνομικοί βρήκαν και κατέσχεσαν: α) 22 αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν ακατέργαστη κάνναβη συνολικού μικτού βάρους 32.340 γραμμαρίων (ήτοι 1 Χ 5.790 γραμ., 1 Χ 4.720 γραμ., 1 Χ 1.840 γραμ., 15 Χ 1.050 γραμ. και 4 Χ 1.060 γραμ.), οι οποίες ήταν επιμελώς κρυμμένες στο πατάρι του διαμερίσματος, β) 2 αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, που περιείχαν κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους 26,5 γραμμαρίων (ήτοι 1 Χ 25 γραμ. και 1 Χ 1,5 γραμ.), γ) 1 αυτοσχέδια νάιλον συσκευασία, που περιείχε ακατέργαστη κάνναβη μικτού βάρους 4 γραμμαρίων και δ) μία υδραυλική πρέσα συμπίεσης, δυναμικότητας 2 τόνων με τα εξαρτήματα της, κατάλληλη για συμπίεση ναρκωτικών ουσιών, μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, μάρκας DIGITAL SCALE, δυναμικότητας από 0,1 έως 500 γραμ. και μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, μάρκας ΚΕΝWOOD, με δυνατότητα ζύγισης από 2 γραμμάρια έως 8 κιλά. Επίσης, σε νομότυπη έρευνα που διενήργησαν οι αστυνομικοί στην οικία του Ρ. F. (4ου κατηγορουμένου) επί της οδού ..., βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 2 νάιλον συσκευασίες, που περιείχαν ακατέργαστη κάνναβη, συνολικού μικτού βάρους 730 γραμμαρίων, το χρηματικό ποσό των 900 ευρώ και μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, μάρκας ΟΚ, με δυνατότητα ζύγισης από 1 γραμμάριο έως 5 κιλά. Τέλος, σε νομότυπη έρευνα που διενέργησαν οι αστυνομικοί στην οικία, όπου διέμεναν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: α) 3 νάιλον συσκευασίες, που περιείχαν σπόρους ινδικής κάνναβης, συνολικοί μικτού βάρους 30 γραμμαρίων, β) 3 συσκευές κινητής τηλεφωνίας, γ) μία σελίδα με ιδιόχειρες σημειώσεις και αναγραφόμενο ονόματα και χρηματικά ποσά και δ) το χρηματικό ποσό των 23.500 ευρώ, το οποίο, σημειωτέον, ήταν επιμελώς κρυμμένο σε φούρνο μικροκυμάτων, στην κουζίνα της οικίας. Όλα τα ανωτέρω σαφώς αποδείχθηκαν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, πρωτίστως, όμως από την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Κ. Α., ο οποίος συμμετείχε με άλλους συναδέλφους του στην παρακολούθηση των κατηγορουμένων και συνεπώς η κατάθεση του, κρίνεται απόλυτα πειστική ως έχουσα ιδιαίτερη βαρύτητα. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός, τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όσον και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα για την πληροφορία που περιήλθε στην υπηρεσία του σχετικά με τις κινήσεις και παράνομες δραστηριότητες των τριών πρώτων κατηγορουμένων, για τον τρόπο με τον οποίο εντόπισαν κατ' αρχάς με συναδέλφους του αστυνομικούς, σύμφωνα με τα στοιχεία της πληροφορίας, τους δύο πρώτους κατηγορουμένους στον ..., για το γεγονός ότι μέσω αυτών εντόπισαν το διαμέρισμα στην Καλλιθέα, όπου διέμενε ο 3ος κατηγορούμενος, τον οποίο επισκέφθηκαν οι δύο πρώτοι και όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα ναρκωτικά και, τέλος, για τις κινήσεις των εν λόγω κατηγορουμένων και τις συναντήσεις τους με άλλα άτομα που σχετίζονταν με τα ναρκωτικά και τις προφυλάξεις που έπαιρναν κατά τις συναντήσεις αυτές. Κατέθεσε, επίσης για το γεγονός της ολιγόλεπτης επίσκεψης του P. F., στο διαμέρισμα του 3ου κατηγορουμένου, όπου παρευρίσκονταν και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και από όπου παρέλαβε την ποσότητα των 2.038 γραμμαρίων κάνναβης, η οποία στη συνέχεια βρέθηκε στα χέρια του, μέσα στο ταξί με το οποίο επιχείρησε να απομακρυνθεί. Η κατάθεσή του αυτή εξάλλου, χωρίς να αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, επιβεβαιώνεται και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις σχετικές εκθέσεις με τις οποίες κατασχέθηκαν στο διαμέρισμα του 3ου κατηγορουμένου οι ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών, οι ζυγαριές ακριβείας και η πρέσα που χρησιμοποιούσαν για τη συμπίεση των ναρκωτικών, την οποίαν αναγνώρισαν οι έμπειροι με τα θέματα αυτά των ναρκωτικών αστυνομικοί και που ο 3ος κατηγορούμενος προσπάθησε να παρουσιάσει ως γρύλο για την ανύψωση αυτοκινήτων, χωρίς βέβαια να γίνεται πιστευτός. Ο 1ος κατηγορούμενος αρνήθηκε κατά την απολογία του τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι δεν έχει σχέση με την υπόθεση και τα ναρκωτικά που βρέθηκαν και ότι τυχαία επισκέφθηκε με το θείο του 2ο κατηγορούμενο το διαμέρισμα του 3ου κατηγορουμένου. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι τα τελευταία δύο με τρία χρόνια δεν εργαζόταν στην Ελλάδα, καθώς τον συντηρεί ο πατέρας του, που βρίσκεται στην Αλβανία, όπου δραστηριοποιείται στην πώληση επίπλων και ότι, όπως κατέθεσε κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από τη δραστηριότητα του αυτή εσοδεύει περί τα 3.000 με 5.000 ευρώ το μήνα. Ότι από το ποσό των 23.500 ευρώ που βρέθηκε στην οικία του, ένα μέρος και συγκεκριμένα το ποσό των 20.000 ευρώ ανήκε στον εξάδελφο του και μάρτυρα υπεράσπισης G. F., ο οποίος είχε δανείσει τον πατέρα του με το ποσό αυτό για την αποφυλάκιση με περιοριστικούς όρους του 2ου κατηγορουμένου και ότι το ποσό αυτό ο πατέρας του το επέστρεψε σ' αυτόν (1ο κατηγορούμενο) για να το δώσει στο μάρτυρα, πλην όμως δεν πρόλαβε να το δώσει, καθώς αυτό κατασχέθηκε στα χέρια του. Τα ίδια καταθέτει και ο πιο πάνω μάρτυρας υπεράσπισης σχετικά με το δάνειο, χωρίς όμως να γίνεται πιστευτός, ενώ ο ίδιος μάρτυρας εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι δεν του έχουν επιστραφεί τα χρήματα του δανείου (εννοεί μετά την κατάσχεση τους), καθώς ο πατέρας του 1ου κατηγορουμένου δεν έχει χρήματα (...μου είπε ότι θα προσπαθήσουν να μου τα δώσουν, αλλά τι να μου πει ο άνθρωπος, σάμπως έχει λεφτά;).
Αναιρεί, έτσι και καθιστά έωλο τον ισχυρισμό του 1ου κατηγορουμένου ότι ο πατέρας του, που δραστηριοποιείται στην Αλβανία, έχει μεγάλη οικονομική άνεση, εξαιτίας της οποίας μπορεί ο ίδιος να ζει στην Ελλάδα επί δύο και πλέον χρόνια χωρίς να εργάζεται και μάλιστα να κάνει τις διακοπές του σε δημοφιλή και ακριβά νησιά (Μύκονο) στις αρχές Μαρτίου του 2016 με τη σύντροφο του (και μάρτυρα του) Α.-Μ. Π., με την οποία έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του 1ου κατηγορουμένου δεν μπορούν να κριθούν βάσιμοι, δεδομένου μάλιστα ότι έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα πειστικά κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός για τις δραστηριότητες του εν λόγω κατηγορουμένου. Αποδεικνύεται, δηλαδή, με βάση όσα προαναφέρθηκαν ότι τα χρήματα που κατασχέθηκαν στην οικία του 1ου κατηγορουμένου, όπου αυτός διέμενε με τον 2ο κατηγορούμενο, προέρχονταν από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, στην οποία επιδιδόταν με τους συγκατηγορουμένους του και οι οποίες ναρκωτικές ουσίες φυλάσσονταν στο διαμέρισμα του 3ου κατηγορουμένου. Είναι αξιοσημείωτο εξάλλου και επιβεβαιωτικό ως ένα βαθμό όσων προαναφέρθηκαν για τις δραστηριότητές του με τους συγκατηγορουμένους του, ότι βρέθηκαν στην οικία του σπόροι κάνναβης σε τρεις συσκευασίες, χωρίς αυτός να μπορεί να δικαιολογήσει επαρκώς την κατοχή τους και επί πλέον βρέθηκαν στην κατοχή του και έξι κινητά τηλέφωνα. Ο ίδιος βέβαια ισχυρίστηκε ότι κάποια από αυτά ανήκαν σε άλλους ή ότι ήταν εκτός λειτουργίας, χωρίς, όμως, οι ισχυρισμοί του αυτοί να αποδεικνύονται βάσιμοι. Ο 3ος κατηγορούμενος ομολογώντας κατά την απολογία του την αναμφισβήτητη ανεύρεση των ναρκωτικών στο διαμέρισμα στο οποίο διέμενε, ισχυρίστηκε ότι τα ναρκωτικά αυτά δεν ήταν δικά του, καθώς του τα είχε παραδώσει προς φύλαξη άλλος Αλβανός φίλος του, ο οποίος θα του έδινε για την εξυπηρέτηση αυτή κοκαΐνη για δική του χρήση. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και συνεπώς δεν κρίνεται βάσιμος. Δέχθηκε, επίσης ότι δεν εργάζεται στην Ελλάδα και ότι τον συντηρεί η αδελφή του, η οποία έχει σουβλατζίδικο, καθώς και η Ρουμάνα με την οποία συζούσε, ισχυρισμοί που δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί, αν ληφθούν υπόψη οι ποσότητες των ναρκωτικών που βρέθηκαν στο διαμέρισμα του και η όλη δραστηριότητα του σχετικά με τη διακίνηση των ναρκωτικών με σκοπό το κέρδος, δηλαδή την εμπορία τους, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω. Είναι αξιοσημείωτο εξάλλου ότι έχει καταδικαστεί και στο παρελθόν για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό κακουργήματος, όπως ο ίδιος ομολόγησε κατά την απολογία του και αποδεικνύεται και από τις αποφάσεις που προσκόμισε. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού με σκοπό την εμπορία τους, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό, με την έννοια ότι είχαν τις εν λόγω ναρκωτικές ουσίες υπό την εξουσίασή τους με τρόπο που μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξη τους και να τις διαθέτουν κατ' αρέσκεια και ένοχοι επίσης πώλησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Επίσης, ο 3ος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αντίστασης κατά της αρχής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. .......Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, όλοι Αλβανοί υπήκοοι και φίλοι μεταξύ τους και επί πλέον συγγενείς οι δύο πρώτοι (ο δεύτερος είναι θείος του πρώτου), είχαν συστήσει συμμορία μεταξύ τους κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό χρόνο και συγκεκριμένα είχαν ενωθεί προκειμένου να διαπράξουν το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της κατοχής και πώλησης αυτών, με δόλια προαίρεση, η οποία ενείχε τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση του συγκεκριμένου κακουργήματος με τις προαναφερθείσες μορφές του και με επιδίωξη οικονομικού οφέλους. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης αυτής πράξης. Περαιτέρω, ο 1ος και ο 3ος των κατηγορουμένων προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί τοξικομανίας, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι κατά το χρόνο τέλεσης των ανωτέρω πράξεων είχαν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, μη δυνάμενοι να την αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις. Πλην, όμως, κατά τη γνώμη που πλειοψήφησε στο Δικαστήριο, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, απόδειξη της βασιμότητας του ισχυρισμού τους δεν μπορεί να αποτελέσουν οι αναγνωσθείσες από 18-7-2016 και 21-4-2016 εκθέσεις ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης των ψυχιάτρων Α. Τ. και Μ. Ε. αντίστοιχα, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω κατηγορούμενοι είναι τοξικομανείς επειδή πληρούν όλα τα κριτήρια του νόμου και της σχετικής υπουργικής απόφασης, καθώς οι εκθέσεις αυτές δεν συνεπικουρούνται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και δεν δύνανται να θεωρηθούν πειστικές για τους ακόλουθους λόγους: 1) Δεν προηγήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης διαδικασία για την ασφαλή διάγνωση των επιστημονικών κριτηρίων της εξάρτησης και συγκεκριμένα εργαστηριακός και κλινικός έλεγχος (λήψη σωματικών υγρών, εισαγωγή και κλινική παρακολούθηση για πέντε τουλάχιστον ημέρες σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα ή ειδικό σωφρονιστικό κατάστημα), 2) η θετική διάγνωση για τα κριτήρια που αναφέρονται στις εκθέσεις με αριθμούς 1, 2, 3, 7 και 9 στηρίχτηκαν αποκλειστικά στο ληφθέν ιστορικό, δηλαδή σε όσα δήλωσαν οι ίδιοι οι ως άνω κατηγορούμενοι και σε κανένα άλλο στοιχείο, 3) Η θετική διάγνωση για "χαρακτηριστικά στερητικά συμπτώματα" στηρίζεται και πάλι μόνο στο ιστορικό, αφού δεν περιγράφονται τα συμπτώματα αυτά και 4) η Ω.Ρ.Λ. εξέταση δεν παρέχει ασφαλές συμπέρασμα για την εξάρτηση, σωματική και ψυχική των εν λόγω κατηγορουμένων κατά το χρόνο διενέργειας της. Επίσης, κατά την κράτησή τους στις φυλακές δεν εμφάνισαν στερητικά σύνδρομα ή άλλες ψυχικές διαταραχές, ώστε να αντιμετωπιστούν από τους ιατρούς των φυλακών...... Ομοίως, ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, από το από 15-12013 πιστοποιητικό του ΚΕΘΕΑ, σύμφωνα με το οποίο ο ως άνω κατηγορούμενος είχε προσέλθει εθελοντικά στις 22-10-2012 για να συμμετάσχει στις εργασίες ενημέρωσης και κινητοποίησης (Α' περίοδος) του εγκεκριμένου προγράμματος συμβουλευτικής, σε συνδυασμό με το προσκομισθέν απόσπασμα της 3662/2014 καταδικαστικής απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, επίσης για πράξη διακίνησης ναρκωτικών, τελεσθείσα από 22-1-2012 έως 22-6-2012, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αυτός προσήλθε στο όλως πρώιμο αυτό στάδιο του προγράμματος (ενημέρωσης και κινητοποίησης) αποκλειστικά και μόνο ενόψει της δίκης εκείνης προκειμένου να προβάλλει και ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τοξικομανίας, αφού έκτοτε δεν φέρεται να προχώρησε σε κανένα άλλο στάδιο, παρά έμεινε μόνο στην ενημέρωση. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει ο ισχυρισμός των 1ου και 3ου των κατηγορουμένων περί τοξικομανίας να απορριφθεί ως αβάσιμος......". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους τότε δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ένοχους, των αξιόποινων πράξεων της συμμορίας και της διακίνησης (με τη μορφή της κατοχής και της πώλησης) ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, επιπλέον δε τον τρίτο κατηγορούμενο-δεύτερο αναιρεσείοντα, Μ. P. R. A. A., ένοχο της αξιόποινης πράξης της αντίστασης και, αφού αναγνώρισε στον δεύτερο κατηγορούμενο (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και στον τρίτο κατηγορούμενο (δεύτερο αναιρεσείοντα) το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, επέβαλε σε καθέναν από αυτούς ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών για την πράξη της συμμορίας και ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, επιπλέον δε στον δεύτερο των αναιρεσειόντων, Μ. P. R. A. A., ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για την πράξη της αντίστασης, και καθόρισε συνολική ποινή κάθειρξης 8 ετών και 6 μηνών για τον πρώτο αναιρεσείοντα και 9 ετών για τον δεύτερο, με το ακόλουθο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους G. E. (1ος), S. A. (2ος ) και Μ. ή Ρ. R. ή Α.ή Α. (3ος) κατηγορουμένους ενόχους του ότι: Κατά τους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Α. Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 15-2-2016 μέχρι 31-3-2016 ενώθηκαν μεταξύ τους για την διάπραξη κακουργημάτων και συγκεκριμένα ενώθηκαν μεταξύ τους για την διάπραξη του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις μορφές της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση, όπως αναλυτικά περιγράφεται κατωτέρω στις υπό στοιχεία Β και Γ πράξεις του παρόντος διατακτικού. Β. Ενεργώντας από κοινού και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος διακίνησαν παράνομα ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του άρθρου 1§1 του Ν. 4139/2013 και ειδικότερα, στην ... την 31-3-2016 κατείχαν εντός της κειμένης επί της οδού ... ... οικίας των R. (τρίτου κατηγορουμένου) και Ι.- Μ. J. μία (1) νάιλον συσκευασία που περιείχε ποσότητα ακατέργαστης ινδικής καννάβεως μικτού βάρους 2.030 γραμμαρίων, είκοσι τρεις (23) νάιλον συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα ακατέργαστης ινδικής καννάβεως συνολικού μικτού βάρους 32.344 γραμμαρίων, καθώς και δύο (2) νάιλον συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα κοκαΐνης μικτού βάρους 26.5 γραμμαρίων με σκοπό την περαιτέρω διάθεση τους σε τρίτους (χρήστες) έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Ε. Ενεργώντας από κοινού και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος διακίνησαν παράνομα ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του άρθρου 1§1 του Ν.4139/2013 και ειδικότερα α) στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2015 μέχρι 31-3-2016 πώλησαν σε άγνωστα άτομα άγνωστη ποσότητα ακατέργαστης ινδικής καννάβεως και κοκαΐνης αντί αγνώστου τιμήματος, μέρος του οποίου αποτελεί το χρηματικό ποσό των 23.500 ευρώ που βρέθηκε στην κατοχή του E. G. (πρώτου κατηγορουμένου) και των 1.650 ευρώ που βρέθηκε στην κατοχή του A. S. (δεύτερου κατηγορουμένου) και κατασχέθηκε και β) στην ... την 31-3-2016 πώλησαν στον F. P. (τέταρτο κατηγορούμενο) μία (1) νάιλον συσκευασία που περιείχε ποσότητα ακατέργαστης ινδικής καννάβεως μικτού βάρους 2.030 γραμμαρίων αντί αγνώστου τιμήματος. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 3ο κατηγορούμενο Μ. ή P. R. ή Α.ή Α. ένοχο του ότι: Ο τρίτος κατηγορούμενος (R. Μ. ή P.) στην ... την 31-3-2016 μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει κάποιον υπάλληλο να παραλείψει νόμιμη πράξη και ειδικότερα ενώ Αστυνομικοί της Υποδιευθύνσεως Διώξεως Ναρκωτικών ευρισκόμενοι στην συμβολή των οδών ... επιχείρησαν να τον ακινητοποιήσουν και να τον συλλάβουν, αυτός επιτέθηκε εναντίον τους χτυπώντας τους με τα χέρια και τα πόδια του με σκοπό να αποτρέψει την σύλληψή του". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με τον πρώτο αναιρεσείοντα, S. A. του G., αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της συμμορίας και της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες καταδικάστηκε αυτός, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των ανωτέρω εγκλημάτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1, 45, 94 παρ.1, 98, 84 παρ. 2, 167 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρα 1 παρ. 1, 20 παρ. 1, 2 Ν. 4139/2013. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι συνθήκες τέλεσης των πράξεων της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία των ναρκωτικών ουσιών, με αναφορά των αναγκαίων για την κατάφαση της ενοχής του πραγματικών περιστατικών, διαλαμβάνοντας συγκεκριμένα, όσον αφορά τις αιτιάσεις του παραπάνω αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στο αναιρετήριό του, α) τoν τόπο και το χρόνο τέλεσης των πράξεων, β) την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, που βρέθηκε και κατασχέθηκε από τους αστυνομικούς στο διαμέρισμα του δεύτερου αναιρεσείοντος Μ. P. R., γ) τον σκοπό εμπορίας, που συνάγεται από τη μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης, επιμερισμένης σε πολλές αυτοσχέδιες ανισοβαρείς συσκευασίες (23 συσκευασίες) συνολικού μικτού βάρους 32.344 γραμμαρίων, και τις δύο συσκευασίες με κοκαϊνη μικτού βάρους 26,5 γραμμαρίων, επιμελώς κρυμμένες όλες στο πατάρι του διαμερίσματος του δεύτερου αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό με τις ύποπτες κινήσεις και επαφές των κατηγορουμένων κατά το χρόνο της σύλληψής τους, με άλλα πρόσωπα, ενδεικτικές επικείμενης συναλλαγής, δ) τη δυνατότητα φυσικής εξουσίασης από τον πρώτο αναιρεσείοντα (από κοινού με τον δεύτερο αναιρεσείοντα και τον G. E.) των ως άνω ναρκωτικών ουσιών στο προαναφερόμενο διαμέρισμα επί της οδού ... στην ..., με βάση την οποία στοιχειοθετείται η κατοχή τούτων και ε) την πώληση κατ' εξακολούθηση, από κοινού με τον G. E. (τότε 1ο κατηγορούμενο) και τον ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, Μ. P. R., άγνωστης ποσότητας ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης, σε άγνωστα άτομα, αντί αγνώστου τιμήματος, μέρος του οποίου αποτελεί το χρηματικό ποσό των 23.500 ευρώ που βρέθηκε στην κατοχή του G. E. (πρώτου κατηγορουμένου) και των 1.650 ευρώ που βρέθηκε στην κατοχή του πρώτου αναιρεσείοντος S. A. και κατασχέθηκε, καθώς και την πώληση στον F. P. μιας νάιλον συσκευασίας που περιείχε ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης μικτού βάρους 2.030 γραμμαρίων αντί αγνώστου ανταλλάγματος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος της πρώτης αίτησης, S. A., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του ανωτέρω Δικαστηρίου για το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάστηκε, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στο ίδιο αναιρετήριο, σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις του αναιρεσείοντος S. A., που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του άνω Δικαστηρίου, αποτελούν δε απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η απαιτούμενη ως άνω, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 (ήδη 171 παρ. 2 του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν από τον κατηγορούμενο για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός περί τοξικομανίας του δράστη, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δηλαδή της απόκτησης της έξης της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δε μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, κατά το άρθρο 31 παρ.1 του ν. 1729/1987, 30 ΚΝΝ και ήδη κατά το προαναφερθέν άρθρο 30 παρ. 1, 2, 3 του ν. 4139/2013. Το δικαστήριο δε, αν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του ιδιαίτερα και να αντικρούσει το τυχόν αντίθετο πόρισμα σχετικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ, μεταξύ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, η δικαστική πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη, εκτιμάται δε αυτή ελεύθερα από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 ΚΠοινΔ, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωμάτευσης ή γνωμοδότησης) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε στα πλαίσια άλλης ποινικής δίκης, το πόρισμά τους συνεκτιμάται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου, ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους. Στην προκείμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση με τις ως άνω παραδοχές της διαλαμβάνει την απαιτούμενη από τις προεκτεθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, που πρόβαλε παραδεκτά ο αναιρεσείων της δεύτερης αίτησης Μ. P. R., κρίνοντας ότι δεν ήταν κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο τοξικομανής, δηλαδή άτομο εξαρτημένο από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, που δεν μπορούσε να αποβάλει μόνος του την έξη της χρήσης τους. Την κρίση του αυτή στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και στα έγγραφα, που αναγνώστηκαν δημόσια στο ακροατήριο. Ειδική μνεία και αναφορά γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στην από 21-4-2016 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ψυχιάτρου Έ. Μ., που συντάχθηκε στο στάδιο της κύριας ανάκρισης για την ένδικη υπόθεση, το συμπέρασμα της οποίας είναι αντίθετο, πλην όμως αυτό, αξιολογούμενο από το Δικαστήριο της ουσίας και κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του, δεν αποδυναμώνει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που οδήγησε αυτό (Δικαστήριο) στην απόρριψη του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του ανωτέρω αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου. Εκτίθενται δε στην απόφαση τα προαναφερθέντα ειδικά αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν το άνω Δικαστήριο στην επαρκώς αιτιολογημένη απορριπτική του αυτή κρίση. Εξάλλου, το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά και συγκεκριμένα οι αναγνωσθείσες στο ακροατήριο και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα Μ. P. R. δικαστικές αποφάσεις άλλων ποινικών δικαστηρίων, καθώς και οι από 16-8-2012, 27-5-2016 και 9-4-2016 εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή Α. Τ. οι δύο πρώτες και του ιατροδικαστή Χ. Κ. η τρίτη (βλ. σελ. 23-25 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης), οι οποίες, όπως από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, αλλά και ο άνω αναιρεσείων επικαλείται, έχουν συνταχθεί στα πλαίσια άλλων ποινικών υποθέσεων και, συνεπώς, για την εδώ εξεταζόμενη υπόθεση συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, απλά έγγραφα, που αξιολογήθηκαν ελεύθερα, αφού μνημονεύονται κατά το είδος τους στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, από το σύνολο των παραδοχών της εν λόγω απόφασης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων από αυτά, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά όλα τα αποδεικτικά μέσα, να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά και να αιτιολογήσει ποιό βάρυνε περισσότερο στην κρίση του. Κατ' ακολουθία, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος, Μ. P. R., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του, ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν τοξικομανής, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στο ίδιο αναιρετήριο αιτιάσεις συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος και, επομένως, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα και 590 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 167 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), "Όποιος με βία ή απειλή βίας επιχειρεί να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή να παραλείψει νόμιμη πράξη.....τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Η προβλεπόμενη, για την ανωτέρω πράξη, από την αντίστοιχη διάταξη του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 παλαιού Ποινικού Κώδικα, ποινή ήταν φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους.
Συνεπώς, εφόσον μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (αλλά και την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντα, Μ. P. R.) ίσχυσε, κατά τα προεκτεθέντα, η νέα ως άνω επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, με βάση την οποία απειλείται πλέον για την πράξη της αντίστασης ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο της προαναφερθείσας επιεικέστερης διάταξης. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 59 του νέου ΠΚ, που ορίζει τις παρεπόμενες ποινές, προκύπτει ότι μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται η ποινή της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, που προβλεπόταν από τις διατάξεις των άρθρων 59 έως 61 του προϊσχύσαντος ΠΚ στις καταδίκες σε ισόβια κάθειρξη, κάθειρξη αόριστης διάρκειας ή πρόσκαιρη κάθειρξη, η οποία καταργήθηκε, γιατί κρίθηκε πλέον ως παρωχημένη (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/2019, άρθρο 59), ενώ με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΠΚ καταργήθηκε και η δικαστική απέλαση, που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 74 του προϊσχύσαντος ΠΚ σε περίπτωση καταδίκης αλλοδαπού σε κάθειρξη, υπό τις αναφερόμενες σ' αυτήν προϋποθέσεις, καθώς δεν επαναδιατυπώθηκε στο νέο ΠΚ. Και τούτο, διότι, κατά την αιτιολογική έκθεση, κρίθηκε ότι πρέπει η απέλαση να διατηρηθεί μόνο ως διοικητικού χαρακτήρα μέτρο, στις περιπτώσεις που η παρουσία ενός αλλοδαπού στη χώρα θεωρείται ότι δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Επομένως, συντρέχει περίπτωση επιεικέστερου νόμου και ως προς τις παρεπόμενες ποινές της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων και της απέλασης, που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση στους τότε δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, αφού οι παρεπόμενες αυτές ποινές έχουν καταργηθεί. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 511 εδ. δ' και 514 εδ.δ'περ.β'του νέου ΚΠοινΔ, των ως άνω επιεικέστερων διατάξεων, εφόσον οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση 1) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της, που αφορούν τον τρίτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Μ. P. R. για την πράξη της αντίστασης, αναγκαίως δε και ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής του και 2) ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής σε καθέναν από τους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες των παρεπόμενων ποινών της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων για δύο χρόνια και της απέλασής τους και απαγόρευσης επανεισόδου τους στη χώρα για δέκα (10) χρόνια, τις οποίες πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας και να παραπεμφθεί κατά το ανωτέρω αναιρούμενο υπό στοιχ. α' μέρος (που αφορά μόνο το σκέλος της ποινής) η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους (άρθρα 519 και 522 ΚΠοινΔ). Τέλος, το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης της απάλειψης από την προσβαλλόμενη απόφαση της διάταξης περί επιβολής στους αναιρεσείοντες της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων για δύο χρόνια πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 εδ.α'ΚΠοινΔ, και στον συγκαταδικασθέντα συγκατηγορούμενό τους G. E. του K. (πρώτο κατηγορούμενο στη δευτεροβάθμια δίκη), που καταδικάσθηκε, ως συμμέτοχος, με την ίδια απόφαση για την ίδια ως άνω πράξη διακίνησης ναρκωτικών ουσιών στις ίδιες ποινές κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ με την παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων για δύο χρόνια και δεν άσκησε κατ' αυτής (απόφασης) το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού η προαναφερθείσα ευνοϊκή μεταχείριση δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, αλλά και στο πρόσωπο του ανωτέρω συγκατηγορουμένου τους.
Κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 2414, 3030/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και συγκεκριμένα 1) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της, που αφορούν τον τρίτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Μ. P. R., για την πράξη της αντίστασης, αναγκαίως δε και ως προς τον καθορισμό της συνολικής του ποινής και 2) ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής σε καθέναν από τους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες των παρεπόμενων ποινών της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων τους και της απέλασής τους και απαγόρευσης επανεισόδου τους στη χώρα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω υπό στοιχείο α' αναιρεθέν μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους.
Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση α) τη διάταξη που επιβάλλει στους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες αποστέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων για δύο χρόνια και β) τη διάταξη που διατάσσει την απέλαση των δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων μετά την έκτιση της ποινής τους και την καθ' οιονδήποτε τρόπο απόλυσή τους από τις φυλακές και την επανείσοδό τους στη χώρα για δέκα (10) χρόνια. Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω υπό στοιχ. α' αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης, της απάλειψης δηλαδή απ' αυτήν της διάταξης επιβολής στους αναιρεσείοντες της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων για δύο χρόνια, και στον συγκαταδικασθέντα στη δευτεροβάθμια δίκη συγκατηγορούμενό τους G. E. του K.. Και
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά α) την από 22-5-2019 αίτηση του S. A. του G., κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 23-5-2019 και β) την από 21-5-2019 αίτηση του Μ. P. R. A. A. του D. D. L., κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 24-5-2019, για αναίρεση της ως άνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή