Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1115 / 2011    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση τέλεση των εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης των 15.000 ευρώ και πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. Κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το 504/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα.. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ασκήθηκε η κρινόμενη αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως: 1ος λόγος. 'Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρονται 61 αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά μέσα. 2ος λόγος: Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα του άρθρου 258, του άρθρου 216 και του άρθρου 98




Αριθμός 1115/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 504/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 122/2011. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη, με αριθμό 106/15-4-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"- Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατ' άρθ. 485 § 1 ΚΠΔ, την 1/7-1-2011 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 504/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, εκθέτουμε τ' ακόλουθα:
- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας με το 22/2010 βούλευμά του, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για να δικασθεί για κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση τέλεση των εγκλημάτων α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης, ανώτερης των 15.000 € αξίας και β) της πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος τελεσθείσας "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια", εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 € [(άρθρα 1, 13 α' γ', στ,14,18, 26 §1α, 27§§2-1, 94§1, 98, 216 §§ 3β -1 258γ'(α'α'), 262, 263 Α(β') 263 ΠΚ)].
- Κατά του ως παραπάνω βουλεύματος του Συμβούλιου Πλημμελειοδικών, η αναιρεσείουσα άσκησε την 1/1-4-2010 έφεσή της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 504/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αφού έκανε τυπικά δεκτή την ασκηθείσα έφεση, απέρριψε αυτή κατ' ουσία, και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. - Κατά του εφετειακού αυτού Βουλεύματος στρέφεται τώρα η κατηγορουμένη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 30-12-2010 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 7-1-2011 ήτοι εμπροθέσμως ( άρθρο 473§1 ΚΠΔ). Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πατρών από την, Φωτεινή Γούργουρα, πληρεξούσια της, και δικηγόρο Πατρών, συντάχθηκε δε γι' αυτήν, η με αριθ.1/7-1-2011 έκθεση, στην οποίαν προβάλλονται, ως λόγοι αναίρεσης του βουλεύματος: 1) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ 484§1δ ΚΠΔ) διότι δεν αναφέρονται σ'αυτό, με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά στοιχεία που θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις άδικες πράξεις για τις οποίες παραπέμπομαι, αλλά αρκείται στην αναφορά τους κατά τρόπο γενικό και αόριστο. 2) η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (αρθρ 484§1β ΚΠΔ), διότι σ' αυτό γίνεται εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων: α) του άρθρου 258 γ(α') περί υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με τη χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, ενώ δεν αποδείχθηκαν τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία ή πράξεις που ανάγονται στην έννοια των ιδιαιτέρων τεχνασμάτων ως επιβαρυντική περίπτωση της προαναφερόμενης πράξης, οι ενέργειες δε που αναφέρει, ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, συνιστούν το αδίκημα της πλαστογραφίας του άρθρου 216 ΠΚ β) του άρθρου 216§3β του ΠΚ περί συνδρομής της επιβαρυντικής περίπτωσης της πλαστογραφίας ως ενεργούμενης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ενώ από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε η συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περίστασης και γ) του άρθρου 98§2, ως προς την εκτίμηση του ύψους της περιουσιακής βλάβης αφού δεν αποδείχθηκε ή ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου της διάταξης, δηλαδή ο σκοπός της προσπόρισης, ποσού ανώτερου των 15.000 €.
- Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει αυτήν για κακουργήματα. - Ενόψει των ανωτέρω, και των άρθρων 462, 463, 465, 474, 473, 482, 484 περ. β, δ του ΚΠΔ και άρθρ. 1, 13α'β'στ', 14, 18,19, 26 §1α, 27§§2-1, 94§1, 98, 216 §§ 3β-1, 258γ'(α'), 262, 263 και 263 Α(β') του ΠΚ, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. - Κατά την διάταξη του άρθρ. 258 του ΠΚ. όπως η περίπτωση γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 14 παρ. 5β του Ν. 2721/1999, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α)... β)... γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν αα)ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ. (ήδη 14.673 ευρώ)".
- Η υπεξαίρεση του άρθρου 258 ΠΚ, είναι ειδική έναντι της υπεξαιρέσεως της προβλεπομένης υπό της γενικής διατάξεως του άρθρου 375 ΠΚ. Περιλαμβάνει και την απαξία της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 ΠΚ, με επαύξηση λόγω της ιδιότητος του δράστου -ως υπαλλήλου- της ποινής. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α) πρόθεση δόλος του δράστη, που συνίσταται στη θέληση του να ιδιοποιηθεί ξένο εξ ολοκλήρου ή εν μέρει κινητό πράγμα ή χρήματα, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου κατά την έννοια των άρθρων 13 και 263α ΠΚ, γ) το ιδιοποιούμενο κινητό πράγμα ή τα χρήματα να ανήκουν εξ ολοκλήρου ή μερικώς στην κυριότητα άλλου και όχι του δράστη, ιδιοποίηση, δηλαδή ενσωμάτωση του ξένου πράγματος ή των χρημάτων, στην περιουσία του δράστη, η οποία να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή χωρίς τη θέληση του κυρίου του πράγματος και χωρίς δικαίωμα του -δράστη προς τούτο, δ) το ιδιοποιούμενο πράγμα ή τα χρήματα να περιήλθαν στην κατοχή του δράστη, λόγω της ιδιότητος του ως υπαλλήλου, έστω και αναρμόδιου, γι' αυτό, συντελείται προκειμένου περί χρημάτων σε Τράπεζα όχι μόνο με την ανάληψη αυτών αλλά και με λογιστική μεταφορά τους σε λογαριασμό αυτού στην Τράπεζα ή για λογαριασμό του ιδίου δράστη σε λογαριασμό άλλου προσώπου στην τράπεζα (ΑΠ 1949/2002).
- Ως υπάλληλος για την εφαρμογή του άρθρου αυτού θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρ. 263 Α του ΠΚ, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρ. 13α' και όποιος υπηρετεί μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό της. Αντικείμενο της πράξεως είναι χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος δόλος) που ενέχει τη γνώση από τον δράστη ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και θέληση να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (ΑΠ 110/98, ΑΠ 859/97, ΑΠ 703/97, ΑΠ 1264/95).
- Ως "ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ" θεωρούνται "χρησιμοποιηθείσες υλικές ενέργειες και μέθοδοι κεκρυμμένες, μη εμφανώς διακριτές με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη, που αποσκοπούν στη μερική ή ολική άρση της δυνατότητος ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και δη των προϊσταμένων ή των εχόντων δικαίωμα ελέγχου και τα οποία φαινομενικώς θεωρούν τις ενέργειες ως κατ' αρχήν νόμιμες" [ΑΠ 56/98, ΑΠ 104/1991 850, ΑΠ (Συμβ) 464/1990]. Ειδικότερα, ως "ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ", κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, νοούνται, ενέργειες του δράστη για την επίτευξη ή τη συγκάλυψη της παρανόμου ιδιοποιήσεως όπως προκειμένου για χρήματα τρίτων που τηρούνται έγγραφα παραστατικά, με τα οποία γίνεται η απόδοση αυτών στον δικαιούχο και έλεγχος της σωστής διαχειρίσεως ψευδείς εγγραφές ή παραποιήσεις αυτών ή απόκρυψη των σχετικών παραστατικών (ΑΠ 1264/95, ΑΠ 1763/90, ΑΠ 1010/84, ΑΠ 1485/84).
- Το ιδιαίτερο τέχνασμα που χρησιμοποιήθηκε από το δράστη της υπεξαιρέσεως είναι δυνατό να συνιστά ιδιαίτερο έγκλημα, οπότε υπάρχει πραγματική συρροή με το έγκλημα της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 1358/1995, ΑΠ 970/1995).
- Όσον αφορά τον προσδιορισμό της εννοίας της ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας θα ληφθεί υπόψη η ισχύουσα στις συναλλαγές και όχι η από διαθέσεως αξία η οποία έχει υποκειμενική σημασία (ΑΠ 63/2004). Πρέπει να λεχθεί ότι το αξιόποινο της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία δεν εξαλείφεται αν ο δράστης αυτής αποδώσει το πράγμα που υπεξαίρεσε ή ικανοποιήσει εντελώς εκείνον που ζημιώθηκε από αυτή, διότι το άρθρο 379 ΠΚ, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις των άρθρ. 372 επ. και 375 επ. ΠΚ, όχι δε στην περίπτωση του άρθρου 258 ΠΚ, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο IB' του ΠΚ, με τον τίτλο "Εγκλήματα σχετικά με υπηρεσία" (ΑΠ 1008/83, Εφ. Πατρών 301/1997).
- Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 216 §1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον- σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υλικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο πλαστού εγγράφου, δηλαδή εγγράφου που εμφανίζεται ότι εκδόθηκε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που πράγματι είναι ο εκδότης του είτε η νόθευση γνησίου εγγράφου δηλαδή αλλοίωση του περιεχομένου ενός καταρχήν γνησίου εγγράφου, χωρίς τη συναίνεση του εκδότη αυτού. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Τέτοιο δε είναι το γεγονός που μπορεί να είναι σημαντικό για τη γένεση, απώλεια ή αλλοίωση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως δημοσίας ή ιδιωτικής. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει όταν το έγγραφο καταρτίσθηκε επ' ονόματι άλλου, σαν να εκδόθηκε από αυτόν [ΑΠ (Ολ.) 3/2008, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 141/2009, ΑΠ 1234/2010, ΑΠ 217/2003, ΑΠ 346/2002, ΑΠ 1224/2001, ΑΠ 725/2000, ΑΠ 54/1999, ΑΠ 712/1995].
- Επειδή δια της διατάξεως της παραγράφου 3 του άνω άρθρου συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 § 7α' Ν. 2408/1996 που ισχύει από την 4-6-1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.2α' και β1 του Ν. 2721/1999 που ισχύει από την 3η-6-1999 προβλέπονται δύο μορφές κακουργηματικής πλαστογραφίας ήτοι: 1) Η πλαστογραφία επί σκοπώ οφέλους ή βλάβης τρίτου εκ της οποίας το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Για τη συγκρότηση δε αυτής απαιτείται να συντρέχουν συμπλεκτικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: α) Σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή σκοπός του βλάβης τρίτου, ως άμεσο αποτέλεσμα της πράξεως, χωρίς δηλαδή την μεσολάβηση κάποιας περαιτέρω πράξεως του δράστη (ΑΠ 406/1991). Πρόκειται για επιβαρυντική περίσταση "υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως" ως προς την οποία δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος. Όφελος θεωρείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί ο δράστης, που επέρχεται είτε με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα, είτε με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με τη βλάβη άλλου, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του (ΑΠ 725/2000, ΑΠ 1389/1997), β) το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ., ήτοι ευρώ 73.000 και 2) Η πραττόμενη "κατ' επάγγελμα" ή "κατά συνήθεια" κατά την έννοια του άρθρου 13 στ' ΠΚ και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ.
- Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω διατάξεων (αρθρ. 258 γ'(α') ΠΚ και 216 §3 β του ΠΚ), προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας συρρέει αληθινά με εκείνη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με μεταχείριση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων και δεν απορροφάται απ' αυτήν όταν η πλαστογραφία εμφανίζεται ω "ΤΕΧΝΑΣΜΑ". Τα δύο αυτά εγκλήματα είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ του λόγω της διαφορετικότητας του πληττομένου με καθένα από αυτά εννόμου αγαθού, τελούν δε μεταξύ τους σε σχέση, αληθούς πραγματικής συρροής και όταν ακόμη πλαστογραφία διαπράττεται προς διευκόλυνση, ή προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 1560/1987, ΑΠ 1039/89, ΑΠ 1763/90, ΑΠ 814/2000, Μπουροπ. β' 385, Σταμάτης α' 177).
- Περαιτέρω, το κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 ΠΚ), που συνιστά περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων (ΑΠ 1308/80), είναι εκείνο, που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες χρονικά χωρισμένες μεταξύ τους αυτοτελείς και κολάσιμες πράξεις, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, και που κάθε μία από αυτές περιέχει τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, και ως κοινό στοιχείο έχουν την ταυτότητα της εγκληματικής αποφάσεως για την εκτέλεση τους [ΑΠ 749/78, ΑΠ (Συμβ) 1235/1987, ΑΠ 532/90].
- Στην περίπτωση δε τελέσεως πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την §2 του αρθρ. 98 του ΠΚ, η οποία προστέθηκε με το άρθρ. 14 § 11 του Ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, εφόσον ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ (Συμβ) 111/2008).
- Εξάλλου, από τη διάταξη δε του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 §1 Ν. 2408/1996 προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως α) της τελέσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας "ΚΑΤ' ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ", απαιτείται, αντικειμενικώς, επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Υποκειμενικώς δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος, β) της "ΚΑΤΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ" δε, τελέσεως αυτού, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Η ροπή, πρέπει να είναι σταθερή δηλαδή έμμονη και επίμονη και να διαγιγνώσκεται ειδικά ότι συνιστά και συναποτελεί οργανικό στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη, δηλαδή συστατικό στοιχείο της δομής και της λειτουργίας του χαρακτήρα του (ΑΠ 789/1999, ΑΠ 853/1999). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή ομοειδούς πραγματικής συρροής. Δεν απαιτείται μάλιστα να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες του δράστη [ΑΠ 1855/2001, ΑΠ 299/1998, ΑΠ (Συμβ) 766/2000 και ΑΠ 111/2008)].
- Αν όμως δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 1082/200, ΑΠ 1045/98). Περαιτέρω, ο όρος "ΥΠΟΔΟΜΗ" αποτελεί νομικό νεολογισμό, με τον οποίο νοείται η ύπαρξη οργανωμένης τεχνικής υποστηρίξεως κατάλληλα διαρθρωμένης για την επίτευξη εισοδήματος από οικονομική εγκληματική δραστηριότητα. Με τη χρήση του όρου αυτού νοείται τέλεση της πράξεως βάσει συγκεκριμένου οργανωμένου σχεδίου από δράστη που ασκεί οιονεί επιχειρηματική δραστηριότητα και αποβλέπει στον εισοδήματος (Ν.Λίβου, "Η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια" τέλεση εγκλήματος, ΠΧ ΜΣΤ.1374). - Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ 1 και 178 ΚΠΔ [ΑΠ (Ολ) 1/2005,ΑΠ 234/2003, ΑΠ 1459/2004, 2413/2005, ΑΠ 570/2006].
- Εξάλλου η κατά το άρθρο 484 § 1β ΚΠΔ. εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση [ΑΠ (Ολ)1178/93, ΑΠ 446/99, ΑΠ 879/96].
- Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με δικές του σκέψεις και με συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και στο υπ' αριθ. 22/2010 βούλευμα του Συμβούλιου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, τα έγγραφα της δικογραφίας την απολογία της κατηγορουμένης, εδέχθη ότι προέκυψαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, η οποία προσελήφθη την 22.5.1986 στην επιχείρηση με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" εργάσθηκε έως 28.1.2005 στο υποκατάστημα ... αυτής και στη συνέχεια στο Κατάστημα ... της ίδιας Τράπεζας έως 31.12.2005 όταν και συνταξιοδοτήθηκε. Στα καθήκοντα της άνω υπαλλήλου, η οποία εργαζόταν αρχικά ως ταμίας, έως το 2001 και στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως Προϊσταμένη στο άνω Υποκατάστημα (...) ανάγονταν η έκδοση, σύνταξη και τήρηση των εγγράφων κινήσεως των λογαριασμών των πελατών της τραπέζης δηλαδή βιβλιαρίων καταθέσεων, πάσης φύσεως λογαριασμών (προθεσμιακών, ταμιευτηρίου) καρτελών ηλεκτρονικών εγγράφων κινήσεως των λογαριασμών, κατά πάγια δε τακτική του άνω Υποκαταστήματος ασχολείτο με τις πράξεις που αφορούσαν σε προθεσμιακούς λογαριασμούς συναλλαγμάτων λόγω της εμπειρίας που διέθετε και λόγω της απειρίας και έλλειψης αντίστοιχων προσόντων τόσον της ταμειολογίστριας (teller) Ρ. Σ., όσον και του γενικού ταμία, Μ. Ζ., εκ των οποίων η πρώτη προσελήφθη το έτος 1990 διαθέτοντας τα τυπικά προσόντα ως καθαρίστρια και ο δεύτερος ως κλητήρας από το 1987 έως 1998, όταν του ανατέθηκε η θέση του "γενικού ταμία" (βλ. καταθέσεις Ρ. Μ., Μ. Ζ., Ε. Κ.). Εκμεταλλευόμενη την προαναφερθείσα σχέση και το κλίμα καθώς και τη δυνατότητα προσβάσεως που είχε στα τερματικά και το ταμείο των άνω συναδέλφων της, την απουσία των τελευταίων αλλά και την αδυναμία αυτών για εκτέλεση "πράξεων" συναλλαγών επί λογαριασμών καταθέσεως συναλλάγματος καθώς και την παντελή έλλειψη ελέγχου για τα παραστατικά που η ίδια εξέδιδε (εντάλματα πληρωμής), τα οποία η ίδια υπέγραφε ως Προϊσταμένη, αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή σχέδιο και την ιδιοποίηση χρημάτων από το Ταμείο της Τράπεζας, τμηματικά, διενεργώντας από το τερματικό (σύστημα on line) αντικανονικές εικονικές αναλήψεις από λογαριασμούς (ταμιευτηρίου και προθεσμιακού ξένου συναλλάγματος), διαφόρων πελατών της τράπεζας η πλειοψηφία των οποίων είτε ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, είτε είχαν αποβιώσει είτε απουσίαζαν από το ..., χωρίς τη συναίνεση των τελευταίων. Στη συνέχεια εξέδιδε εξ υπαρχής τα ειδικά για έκαστη συναλλαγή ειδικά τραπεζικά έντυπα "εντάλματα πληρωμής μετατροπής σε ευρώ" λογαριασμών καταθέσεων σε συνάλλαγμα (USD: δολλάρια ΗΠΑ, GBP: λίρες Αγγλίας, CAP: δολλάρια Καναδά, ΝΟΚ: Κορώνες Νορβηγίας, AUD: δολλάρια Αυστραλίας, CHF: Γαλλικά Φράγκα). Τα άνω έγγραφα φρόντιζε η κατηγορουμένη να συντάσσει θέτοντας στις έντυπες ενδείξεις το εκάστοτε αναληφθέν από την ίδια και κατά τη βούληση της ποσό, το οποίο παρακρατούσε, θέτοντας η ίδια κατ' απομίμηση την υπογραφή των δικαιούχων των λογαριασμών, εν αγνοία αυτών, προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας, σχετικά με ότι πράγματι πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή και στη συνέχεια θεωρώντας η ίδια το σχετικό έντυπο θέτοντας κάτω από την ένδειξη "θεωρήθηκε" την υπογραφή της (β' υπογραφή) παρατύπως καθόσον η ίδια είχε διενεργήσει την ανάληψη και συνεπώς όφειλε να είχε ζητήσει "πρώτη" υπογραφή από τον Δ/ντή και Υποδ/ντή του υποκαταστήματος, προκειμένου να αποφύγει εσωτερικό έλεγχο των προϊσταμένων της. Έτσι η εκάστοτε συναλλαγή την οποία πραγματοποιούσε η κατηγορουμένη και η ανάληψη των χρημάτων, γινόταν χωρίς τη βούληση των δικαιούχων (οι οποίοι αναλυτικά αναφέρονται κατωτέρω), ενώ εξάλλου προκειμένου να μην εντοπισθούν οι παράνομες αυτές ενέργειες τους, μέρος των άνω παραστατικών φρόντισε η ίδια να καταστρέψει ώστε να μην ανευρεθούν σε σχετικό έλεγχο από τους Προϊσταμένους της. Η παραπάνω "δραστηριότητα" της κατηγορουμένης άρχισε να γίνεται γνωστή στους συναδέλφους της ήδη από το έτος 2003 (βλ.καταθέσεις από 1.4.2009 Ρ. Μ., από 24.11.2008 Ε. Κ.), καθώς άρχισαν να διαμαρτύρονται οι πελάτες του Υποκαταστήματος στους εκτελούντες χρέη Διευθυντού του τελευταίου, Δ. Ρ. αρχικά και στη συνέχεια στην Ε. Κ.. Έτσι στις περιπτώσεις αυτές και όταν οι άνω Προϊστάμενοι της ζητούσαν εξηγήσεις η κατηγορουμένη φρόντιζε να αναλαμβάνει χρήματα από το δικό της λογαριασμό και να καταθέτει στο λογαριασμό των πελατών, όπως έκανε στις περιπτώσεις των: Α. Φ., Α. Π., Π. Κ. και Χ. Μ., όπως κατέθεσαν σχετικά οι άνω δικαιούχοι των λογαριασμών (βλ. τις από 17.1.2007, 22.10.2007, 23.10.2007, 15.11.2007 καταθέσεις τους). Η άνω παράνομη δραστηριότητα της κατηγορουμένης εντοπίσθηκε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε για το διάστημα 2001-2002 από τον Επιθεωρητή του τομέα Γενικής Επιθεωρήσεως της Δ/νσεως Τραπέζης Ν. Σ. ο οποίος επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν του από 22.8.2005 "φύλλου συμβάντων" που συνέταξε η τοποθετηθείσα από 25.11.2004, ως Διευθύντρια, Ε. Κ., καθώς είχε προηγηθεί η από 12.8.2005 έγγραφη καταγγελία πελάτη του υποκαταστήματος, Χ. Λ., για παράνομη ανάληψη ποσού 1.800 USD. Ειδικότερα η κατηγορουμένη προέβαινε σε πράξεις αναλήψεως (εισπράξεις χρημάτων) από τους λογαριασμούς συναλλάγματος (με ευρωποίηση) των κάτωθι πελατών της Τραπέζης: 1) Φ. Γ., 2) Σ. Χ., 3) Μ. Γ., 4) Μ. Ε., 5) Ρ. Χ. Δ., 6) Ρ. Χ. Δ., 7) Ρ. Χ. Γ., 8) Κ. Δ., 9) Λ. Γ., 10) Λ. Α., 11) Φ. Χ., 12) Α. Κ., 13) Κ. Σ., 14) Μ. Ε., 15) Ν. Α., 16) Λ. Σ., 17) Π. Π., 18) Γ. Α., 19) Κ. Π., 20) Μ. Σ., 21) Ν. Α., 22) Φ. Α., 23) Β. Δ., 24) Κ. Ε., 25) Κ. Π., 26) Μ.-Φ. Α., 27) Φ.-B. Α., 28) Μ. Ά., 29) Λ. Χ., 30) Λ. Γ., 31) Μ. Π., 32) Κ. Ι., 33) Κ. Α., 34) Β. Α., 35) Μ. Ά., χωρίς τη συναίνεση τους και, άνευ ουδεμιάς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, δοθείσας προς αυτήν εντολή τους. Ειδικότερα δε έγιναν αναλήψεις με τον προαναφερόμενο τρόπο από τους κάτωθι αναφερόμενους λογαριασμούς, οι οποίοι παρατίθενται εν είδει πίνακας κατά χρόνο, λογαριασμό, δικαιούχο και ποσό: α/α Ημερομηνία Λογαριασμός Ονοματεπώνυμο Νόμισμα Υπεξαιρεθέν ποσό Τόκοι Ισόποσο σε ΕΥΡΩ (Κεφάλαιο & Τόκοι)
(Ακολουθεί Πίνακας)
Το άνω συνολικό ποσό (48.02,08 €) είναι ιδιαιτέρως μεγάλο, ενώ εξάλλου η κατηγορουμένη για τη συγκάλυψη και απόκρυψη της άνω παράνομης ιδιοποίησης χρημάτων προέβη σε κατάρτιση πλαστών εγγράφων (ενταλμάτων πληρωμής) μεταχειριζόμενη μάλιστα περίτεχνα προσχεδιασμένη τεχνική (ιδιαίτερα τεχνάσματα). Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε προέβαινε εξ υπαρχής σε κατάρτιση πλαστών παραστατικών (ενταλμάτων πληρωμής μετατροπής σε ευρώ ή ενταλμάτων με δραχμοποίηση από λογαριασμό καταθέσεως σε συνάλλαγμα) στα οποία αφού υπέγραφε η ίδια υπό την ένδειξη "θεωρήθηκε" έθετε κατ' απομίμηση υπό την ένδειξη "ο λαβών" ή "ο πελάτης" την υπογραφή των δικαιούχων του προθεσμιακού λογαριασμού συναλλάγματος ή του απλού λογαριασμού ταμιευτηρίου που ανήκαν στους τελευταίους (πελάτες της Τράπεζας) επιλέγοντας όπως προαναφέρθηκε περιπτώσεις αδρανών λογαριασμών προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις για τον ίδιο λόγο κατέστρεψε τα εν λόγω παραστατικά της Τραπέζης. Στην τέλεση δε των άνω πράξεων η κατηγορουμένη το διάστημα από 16.1.2001 έως 14.5.2002 μετήλθε επί μακρόν αναγάγοντάς την ως μέσον βιοπορισμού ενώ από την κατ' επανάληψη και κατά το σύστημα της τελέσεως αυτής αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη ως προσωπικότητα έχει κλίση προς το συγκεκριμένο έγκλημα. Σκοπός δε της κατάρτισης των άνω πλαστών παραστατικών ήταν να παραπλανηθούν οι ελεγκτές και να εφησυχάσουν τα λοιπά στελέχη (Διευθυντής, ταμίες) θεωρώντας ως νόμιμες τις συναλλαγές σχετικά με το ότι ο φερόμενος ως απογραφέας κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης" ή "ο λαβών" είχε προβεί στις αναλήψεις των άνω χρηματικών ποσών τα οποία παρακρατούσε η ίδια. Τα πλαστά δε αυτά εντάλματα τα οποία ανευρέθηκαν από τον ελεγκτή Επιθεωρητή της Τραπέζης είναι, για το έτος 2001 τα με No:
1) 0502156/16.11.2001[αφορά περίπτωση Γ. Φ.)
2) 0501708/14/2/2001 ( " " Λ. Γ.}
3) 0501709/14.2.2001 ( " " Λ. Α.)
4) 0501721/7-3-2001 (περίπτωση Φ. Γ.)
5) 0501694/15-3-2001 (περίπτωση Μ. Γ.)
6) 0502232/10-4-2001 (περίπτωση Π. Π.)
7) 0502245/194-2001 (περίπτωση Λ. Σ.)
8) 12726/6-6-2001 (περίπτωση Ρ. Δ.)
9) 0501705/6-6-2001 (περίπτωση Ρ. Δ.)
10) 21590/18-6-2001 (περίπτωση Μ. Ε.)
11) 0501905/;;-8-2001 (περίπτωση Μ. Σ.)
12) 0501681/9-8-2001 (περίπτωση Σ. Χ.)
13) 20819/12-9-2001 (περίπτωση Κ. Δ.)
14) 0501955/25-10-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
15) 0501952/22-10-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
16) 0501947/18-10-2001 (περίπτωση Μ. Ε.)
17) 0501971/7-11-2001 (περίπτωση Ρ. Χ. Γ.)
18) 0501990/9-11-2001 (περίπτωση Φ. Α.)
19) 0501989/23-11-2001 (περίπτωση Φ. Α.)
20) 0208374/5-12-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
Β) Κατά το έτος 2002 τα με No:
21) 09254/28-1-2002 (περίπτωση Λ. Ι.)
23) 06555/18-2-2002 (περίπτωση Λ. Γ.)
24) 34802/21-2-2002 (περίπτωση Β. Α.)
25) 169501/21-2-2002 (περίπτωση Β. Ά.)
26) 169507/27-2-2002 (περίπτωση Φ. Α.)
27) 169601/27-2-2002 (περίπτωση Β. Ά.)
28) 01747/26-2-2002 (περίπτωση Β. Δ.)
29) 169510/28-2-2002 (περίπτωση Β. Α.)
30) 169581/4-4-2002 (περίπτωση Λ. Λ.)
31) 169540/15-4-2002 (περίπτωση Φ. Α.)
32) 54756/2-5-2002 (περίπτωση Κ. Π.)
33) 54651/28-5-2002 (περίπτωση Κ. Ε.)
34) 54653/25-6-2002 (περίπτωση Μ. Μ.)
35) 169592/27-6-2002 (περίπτωση Μ.-Φ. Α.)
36) 169591/27-6-2002 (περίπτωση Μ.-Φ. Α.)
37) 169634/2-7-2002 (περίπτωση Ρ. Ε.)
38) 22272/4-7-2002 (περίπτωση Π. Λ.)
39) 54757/14-5-2002 (περίπτωση Λ. Χ.)
Τα ανωτέρω προέκυψαν τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων (υπαλλήλων των πελατών της άνω Τράπεζας) όσα και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα από 27.9.2005, 18.10.2005, 18.11.2005, 14.12.2005 ειδικά σημειώματα του ελεγκτή, Επιθεωρητή της Τράπεζας Ν. Σ., ενώ εξάλλου η ίδια κατηγορουμένη στις από 21.9.2005, 12.10.2005, 18.10.2005 επιστολές της προς τον άνω επιθεωρητή αποδέχεται τις "αντικανονικές αναλήψεις" και την ιδιοποίηση από την ίδια των άνω ποσών, αναλαμβάνοντας μάλιστα την υποχρέωση, όπως και έκανε να καταβάλλει το σύνολο του εξαιρεθέντος χρηματικού ποσού (48.102 Ε) στην εργοδότρια της Τράπεζα. Οι όψιμοι ισχυρισμοί της, που περιέχονται στο από 27.10.2009 απολογητικό υπόμνημα της κατηγορουμένης περί "σκευωρίας" της συναδέλφου της, εκτελούσας χρέη Διευθύντριας στο Υποκατάστημα ..., Ε. Κ., η οποία τυγχάνει αδελφή, του πρώην συζύγου της Γ. Κ. για λόγους αντεκδικήσεως, λόγω αρνήσεως της κατηγορουμένης να "δώσει διαζύγιο στον αδελφό της και να μην διεκδικήσει χρήματα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ενώ εξάλλου αναιρείται από την άνω ομολογία της κατηγορουμένης προς τον άνω Επιθεωρητή, σε διάστημα μάλιστα περίπου ενός μήνα, και όχι εν θερμώ και λόγω "ψυχολογικής πίεσης", την οποία δέχθηκε από τον τελευταίο, όπως επίσης στο από 27.10.2009 απολογητικό της υπόμνημα αναφέρει, ενόψει -όχι μόνο της άνω αναγνώρισης από την ίδιο των εκνόμων ενεργειών της- αλλά και της καταβολής από την τελευταία του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού των 48.102 ευρώ. Περαιτέρω όσον αφορά το αίτημα διενεργείας πραγματογνωμοσύνης της κατηγορουμένης προκειμένου να ελεγχθεί η γνησιότητα των φερομένων ως υπογραφών της κατηγορουμένης στα άνω εντάλματα πληρωμής πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη καθώς οι υπογραφές αυτές δεν τέθηκαν από τους πελάτες της Τράπεζας όπως οι ίδιοι κατέθεσαν, ενώ έγινε αντιπαραβολή αυτών με τα δείγματα των υπογραφών που διατηρεί στο αρχείο της η άνω Τράπεζα προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα ανωτέρω. Ο ισχυρισμός εξάλλου της κατηγορουμένης ότι δεν έθεσε η ίδια την υπογραφή της στα άνω αναφερόμενα εντάλματα πληρωμής, αναιρείται από την ομολογία της ίδιας περί "αντικανονικών αντιλήψεων" και ιδιοποιήσεως του ποσού από την ίδια, όσο και από την υποχρέωση που ανέλαβε να καταβάλει, όπως και κατέβαλε, το συνολικά αναληφθέν από άνω λογαριασμούς ποσό. Το εκκαλούμενο βούλευμα, συνεπώς που αποφάνθηκε ομοίως, για τις παραπάνω πράξεις, δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα και πρέπει, επομένως να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της και στη συνέχεια το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να επικυρωθεί. Το υποβαλλόμενο δε από την εκκαλούσα αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, αν και είναι νόμιμο (αρ. 309 παρ2 ΚΠΔ) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, αφού η εκκαλούσα εκτενώς και επαρκώς ανέπτυξε με την κρινόμενη έφεση τους υπερασπιστικούς της ισχυρισμούς και εξέθεσε τις απόψεις της για τα κρίσιμα στην υπόθεση στοιχεία και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η εμφάνιση της στο Συμβούλιο για την παροχή περαιτέρω διευκρινήσεων επί της ουσίας της".
- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σε σχέση με τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις για την στήριξη δημόσιας κατηγορίας σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του δικαστηρίου για τις κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις: α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης, ανώτερης των 15.000 ευρώ, αξίας και β) της πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος τελεσθείσας "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια", εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 € [(άρθρα 1, 13 α' γ', στ,14,18, 26 §1α, 27§§2-1, 94§1, 98, 216 §§ 3β -1 258γ'(α'α'), 262, 263 Α(β') 263 ΠΚ)]. Ειδικότερα: α) εκτίθενται σ' αυτό λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, που σηματοδοτούν την τέλεση από την αναιρεσείουσα των πράξεων που της αποδίδονται. β) επαρκώς συνάγεται ο δόλος της, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των προαναφερθέντων εγκλημάτων, και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς τους. γ) αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός της από την παραδοχή του Συμβουλίου ότι: "Σκοπός δε της κατάρτισης των άνω πλαστών παραστατικών ήταν να παραπλανηθούν οι ελεγκτές και να εφησυχάσουν τα λοιπά στελέχη (Διευθυντής, ταμίες) θεωρώντας ως νόμιμες τις συναλλαγές σχετικά με το ότι ο φερόμενος ως υπογραφέας κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης" ή "ο λαβών" είχε προβεί στις αναλήψεις των άνω χρηματικών ποσών τα οποία παρακρατούσε η ίδια" δ) αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς την γνησιότητα των φερομένων ως υπογραφών αυτής στα εντάλματα πληρωμής. ε) έγινε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την ανάκριση, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98§2, 216§3β και 258γ(α) του ΠΚ.
- Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, οι κατά - το άρθρο 484 §1 δ' - β' του ΚΠΔ-, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αιτιάσεις δε της αναιρεσείουσας που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.
- Κατά συνέπεια θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί κατ' ουσία, να επιβληθούν δε τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρθ. 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 1/7-1-2011 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 504/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος της, ως άνω, αναιρεσείουσας. Αθήνα 13-4-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 258 Π.Κ., όπως η περίπτωση γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 ' του ν. 2721/99, η πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα τιμωρούμενη επίσης με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερο μεγάλης αξίας συνολικής ανώτερης των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 €). Η υπεξαίρεση του άρθρου 258 του Ποινικού Κώδικα είναι ειδική έναντι της υπεξαιρέσεως που προβλέπεται από τη γενική διάταξη του άρθρου 375 του Ποινικού Κώδικα. Περιλαμβάνει και την απαξία της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 του Ποινικού Κώδικα, με επαύξηση της ποινής, λόγω της ιδιότητας του δράστη ως υπαλλήλου. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α) πρόθεση ήτοι δόλος του δράστη, που συνίσταται στη θέληση του να ιδιοποιηθεί εξολοκλήρου ή εν μέρει κινητό πράγμα ή χρήματα, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 και 263Α του Ποινικού Κώδικα. Ως υπάλληλος, σύμφωνα με το άρθρο 263 Α, είναι, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 13α'και όποιος υπηρετεί μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή κατά τον νόμο ή το καταστατικό της. γ) το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα να είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει). Θεωρείται δε ως ξένο αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, δ) Η κατοχή του πράγματος από τον δράστη υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, συντελείται προκειμένου περί χρημάτων σε Τράπεζα όχι μόνο με την ανάληψη αυτών αλλά και με λογιστική μεταφορά τους σε λογαριασμό αυτού στην Τράπεζα ή για λογαριασμό του ιδίου δράστη σε λογαριασμό άλλου προσώπου στην Τράπεζα. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα θεωρούνται χρησιμοποιηθείσες ενέργειες και μέθοδοι κρυμμένες, μη εμφανώς διακριτές, με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη, που αποσκοπούν στη μερική ή ολική άρση της δυνατότητας ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και δη των προϊσταμένων ή εκείνων που έχουν δικαίωμα ελέγχου και τα οποία φαινομενικώς θεωρούν τις ενέργειες ως κατ' αρχήν νόμιμες. Ειδικότερα, ως ιδιαίτερα τεχνάσματα νοούνται ενέργειες του δράστη για την επίτευξη ή τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποιήσεως, όπως προκειμένου για χρήματα τρίτων, που τηρούνται έγγραφα παραστατικά, με τα οποία γίνεται η απόδοση αυτών στον δικαιούχο και έλεγχος της σωστής διαχειρίσεως, ψευδείς εγγραφές ή παραποιήσεις αυτών ή απόκρυψη των σχετικών παραστατικών. Το ιδιαίτερο τέχνασμα που χρησιμοποιείται από τον δράστη της υπεξαιρέσεως είναι δυνατόν να συνιστά ιδιαίτερο έγκλημα, οπότε υπάρχει πραγματική συρροή με το έγκλημα της υπεξαιρέσεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του Ποινικού Κώδικα, όπως η διάταξη της τελευταίας παραγράφου ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 14 του ν. 2721/99 "παρ. 1 Όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση ... παρ. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των "δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ". Με τις διατάξεις αυτές θεσμοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος χάριν της προστασίας των υπομνημάτων, τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση εξ αρχής εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου του καταρτισμένου ήδη γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου, με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε, να παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με στόχο να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον, με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, χωρίς να ασκεί επιρροή ή επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή βλάβη του τρίτου. Και ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 2721/99 για τον υπολογισμό του ποσού της ζημίας στις κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίες λαμβάνεται υπ' όψη του συνολικό όφελος ή ζημίας στο οποίο απέβλεψε ο κατηγορούμενος. Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω διατάξεων (άρθρα 258 γ' (α') Π.Κ. και 216 παρ. 3 Π.Κ.), προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας συρρέει αληθινά με εκείνη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, και δεν απορροφάται από αυτήν, όταν η πλαστογραφία εμφανίζεται ως τέχνασμα. Τα παραπάνω εγκλήματα είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους λόγω της διαφορετικότητας του πληττόμενου με καθένα από αυτά έννομου αγαθού. Ενόψει τούτου αλλά και διότι το καθένα από αυτά δεν αποτελεί μέσο τελέσεως ή αναγκαία συνέπεια του άλλου, τελούν μεταξύ τους σε σχέση αληθούς πραγματικής συρροής και όταν ακόμη η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω, το κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 Π.Κ.), που συνιστά περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες χρονικά χωρισμένες μεταξύ τους αυτοτελείς και κολάσιμες πράξεις, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και που κάθε μία απ' αυτές περιέχει τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, και ως κοινό στοιχείο έχουν την ταυτότητα της εγκληματικής αποφάσεως για την εκτέλεση τους. Στην περίπτωση τελέσεως πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του Νόμου 2721/99, λαμβάνεται η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, εφόσον ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του Ποινικού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή την οποία έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ τέλεση του εγκλήματος κατά συνήθεια υφίσταται όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και ποινική καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε απαιτείται σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΟλΑΠ 1/1205). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου σχετικά με τη συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όσα διαλαμβάνονται σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, ώστε θα ήταν άσκοπη η τυπολατρική επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΟλΑΠ 1227/1979). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μεν είναι εφικτός ο έλεγχος τη ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, που το εξέδωσε, με δική του σκέψη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, η οποία προσελήφθη την 22.5.1986 στην επιχείρηση με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" εργάσθηκε έως 28.1.2005 στο υποκατάστημα ... αυτής και στη συνέχεια στο Κατάστημα ... της ίδιας Τράπεζας έως 31.12.2005 όταν και συνταξιοδοτήθηκε. Στα καθήκοντα της άνω υπαλλήλου, η οποία εργαζόταν αρχικά ως ταμίας, έως το 2001 και στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως Προϊσταμένη στο άνω Υποκατάστημα (...) ανάγονταν η έκδοση, σύνταξη και τήρηση των εγγράφων κινήσεως των λογαριασμών των πελατών της τραπέζης δηλαδή βιβλιαρίων καταθέσεων, πάσης φύσεως λογαριασμών (προθεσμιακών, ταμιευτηρίου) καρτελών ηλεκτρονικών εγγράφων κινήσεως των λογαριασμών, κατά πάγια δε τακτική του άνω Υποκαταστήματος ασχολείτο με τις πράξεις που αφορούσαν σε προθεσμιακούς λογαριασμούς συναλλαγμάτων λόγω της εμπειρίας που διέθετε και λόγω της απειρίας και έλλειψης αντίστοιχων προσόντων τόσον της ταμειολογίστριας (teller) Ρ. Σ., όσον και του γενικού ταμία, Μ. Ζ., εκ των οποίων η πρώτη προσελήφθη το έτος 1990 διαθέτοντας τα τυπικά προσόντα ως καθαρίστρια και ο δεύτερος ως κλητήρας από το 1987 έως 1998, όταν του ανατέθηκε η θέση του "γενικού ταμία" (βλ. καταθέσεις Ρ. Μ., Μ. Ζ., Ε. Κ.). Εκμεταλλευόμενη την προαναφερθείσα σχέση και το κλίμα καθώς και τη δυνατότητα προσβάσεως που είχε στα τερματικά και το ταμείο των άνω συναδέλφων της, την απουσία των τελευταίων αλλά και την αδυναμία αυτών για εκτέλεση "πράξεων" συναλλαγών επί λογαριασμών καταθέσεως συναλλάγματος καθώς και την παντελή έλλειψη ελέγχου για τα παραστατικά που η ίδια εξέδιδε (εντάλματα πληρωμής), τα οποία η ίδια υπέγραφε ως Προϊσταμένη, αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή σχέδιο και την ιδιοποίηση χρημάτων από το Ταμείο της Τράπεζας, τμηματικά, διενεργώντας από το τερματικό (σύστημα on line) αντικανονικές εικονικές αναλήψεις από λογαριασμούς (ταμιευτηρίου και προθεσμιακού ξένου συναλλάγματος), διαφόρων πελατών της τράπεζας η πλειοψηφία των οποίων είτε ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, είτε είχαν αποβιώσει είτε απουσίαζαν από το ..., χωρίς τη συναίνεση των τελευταίων. Στη συνέχεια εξέδιδε εξ υπαρχής τα ειδικά για έκαστη συναλλαγή ειδικά τραπεζικά έντυπα "εντάλματα πληρωμής μετατροπής σε ευρώ" λογαριασμών καταθέσεων σε συνάλλαγμα (USD: δολλάρια ΗΠΑ, GBP: λίρες Αγγλίας, CAP: δολλάρια Καναδά, ΝΟΚ: Κορώνες Νορβηγίας, AUD: δολλάρια Αυστραλίας, CHF: Γαλλικά Φράγκα). Τα άνω έγγραφα φρόντιζε η κατηγορουμένη να συντάσσει θέτοντας στις έντυπες ενδείξεις το εκάστοτε αναληφθέν από την ίδια και κατά τη βούληση της ποσό, το οποίο παρακρατούσε, θέτοντας η ίδια κατ' απομίμηση την υπογραφή των δικαιούχων των λογαριασμών, εν αγνοία αυτών, προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας, σχετικά με ότι πράγματι πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή και στη συνέχεια θεωρώντας η ίδια το σχετικό έντυπο θέτοντας κάτω από την ένδειξη "θεωρήθηκε" την υπογραφή της (β' υπογραφή) παρατύπως καθόσον η ίδια είχε διενεργήσει την ανάληψη και συνεπώς όφειλε να είχε ζητήσει "πρώτη" υπογραφή από τον Δ/ντή και Υποδ/ντή του υποκαταστήματος, προκειμένου να αποφύγει εσωτερικό έλεγχο των προϊσταμένων της. Έτσι η εκάστοτε συναλλαγή την οποία πραγματοποιούσε η κατηγορουμένη και η ανάληψη των χρημάτων, γινόταν χωρίς τη βούληση των δικαιούχων (οι οποίοι αναλυτικά αναφέρονται κατωτέρω), ενώ εξάλλου προκειμένου να μην εντοπισθούν οι παράνομες αυτές ενέργειες τους, μέρος των άνω παραστατικών φρόντισε η ίδια να καταστρέψει ώστε να μην ανευρεθούν σε σχετικό έλεγχο από τους Προϊσταμένους της. Η παραπάνω "δραστηριότητα" της κατηγορουμένης άρχισε να γίνεται γνωστή στους συναδέλφους της ήδη από το έτος 2003 (βλ. καταθέσεις από 1.4.2009 Ρ. Μ., από 24.11.2008 Ε. Κ.), καθώς άρχισαν να διαμαρτύρονται οι πελάτες του Υποκαταστήματος στους εκτελούντες χρέη Διευθυντού του τελευταίου, Δ. Ρ. αρχικά και στη συνέχεια στην Ε. Κ.. Έτσι στις περιπτώσεις αυτές και όταν οι άνω Προϊστάμενοι της ζητούσαν εξηγήσεις η κατηγορουμένη φρόντιζε να αναλαμβάνει χρήματα από το δικό της λογαριασμό και να καταθέτει στο λογαριασμό των πελατών, όπως έκανε στις περιπτώσεις των: Α. Φ., Α. Π., Π. Κ. και Χ. Μ., όπως κατέθεσαν σχετικά οι άνω δικαιούχοι των λογαριασμών (βλ. τις από 17.1.2007, 22.10.2007, 23.10.2007, 15.11.2007 καταθέσεις τους). Η άνω παράνομη δραστηριότητα της κατηγορουμένης εντοπίσθηκε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε για το διάστημα 2001-2002 από τον Επιθεωρητή του τομέα Γενικής Επιθεωρήσεως της Δ/νσεως Τραπέζης Ν. Σ. ο οποίος επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν του από 22.8.2005 "φύλλου συμβάντων" που συνέταξε η τοποθετηθείσα από 25.11.2004, ως Διευθύντρια, Ε. Κ., καθώς είχε προηγηθεί η από 12.8.2005 έγγραφη καταγγελία πελάτη του υποκαταστήματος, Χ. Λ., για παράνομη ανάληψη ποσού 1.800 USD. Ειδικότερα η κατηγορουμένη προέβαινε σε πράξεις αναλήψεως (εισπράξεις χρημάτων) από τους λογαριασμούς συναλλάγματος (με ευρωποίηση) των κάτωθι πελατών της Τραπέζης: 1) Φ. Γ., 2) Σ. Χ., 3) Μ. Γ., 4) Μ. Ε., 5) Ρ. Χ. Δ., 6) Ρ. Χ. Δ., 7) Ρ. Χ. Γ., 8) Κ. Δ., 9) Λ. Γ., 10) Λ. Α., 11) Φ. Χ., 12) Α. Κ., 13) Κ. Σ., 14) Μ. Ε., 15) Ν. Α., 16) Λ. Σ., 17) Π. Π., 18) Γ. Α., 19) Κ. Π., 20) Μ. Σ., 21) Ν. Α., 22) Φ. Α., 23) Β. Δ., 24) Κ. Ε., 25) Κ. Π., 26) Μ.-Φ. Α., 27) Φ.-B. Α., 28) Μ. Ά., 29) Λ. Χ., 30) Λ. Γ., 31) Μ. Π., 32) Κ. Ι., 33) Κ. Α., 34) Β. Α., 35) Μ. Ά., χωρίς τη συναίνεση τους και, άνευ ουδεμιάς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, δοθείσας προς αυτήν εντολή τους. Ειδικότερα δε έγιναν αναλήψεις με τον προαναφερόμενο τρόπο από τους κάτωθι αναφερόμενους λογαριασμούς, οι οποίοι παρατίθενται εν είδει πίνακας κατά χρόνο, λογαριασμό, δικαιούχο και ποσό: α/α Ημερομηνία Λογαριασμός Ονοματεπώνυμο Νόμισμα Υπεξαιρεθέν ποσό Τόκοι Ισόποσο σε ΕΥΡΩ (Κεφάλαιο & Τόκοι)
(Ακολουθεί Πίνακας)
Το άνω συνολικό ποσό (48.02,08 €) είναι ιδιαιτέρως μεγάλο, ενώ εξάλλου η κατηγορουμένη για τη συγκάλυψη και απόκρυψη της άνω παράνομης ιδιοποίησης χρημάτων προέβη σε κατάρτιση πλαστών εγγράφων (ενταλμάτων πληρωμής) μεταχειριζόμενη μάλιστα περίτεχνα προσχεδιασμένη τεχνική (ιδιαίτερα τεχνάσματα). Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε προέβαινε εξ υπαρχής σε κατάρτιση πλαστών παραστατικών (ενταλμάτων πληρωμής μετατροπής σε ευρώ ή ενταλμάτων με δραχμοποίηση από λογαριασμό καταθέσεως σε συνάλλαγμα) στα οποία αφού υπέγραφε η ίδια υπό την ένδειξη "θεωρήθηκε" έθετε κατ' απομίμηση υπό την ένδειξη "ο λαβών" ή "ο πελάτης" την υπογραφή των δικαιούχων του προθεσμιακού λογαριασμού συναλλάγματος ή του απλού λογαριασμού ταμιευτηρίου που ανήκαν στους τελευταίους (πελάτες της Τράπεζας) επιλέγοντας όπως προαναφέρθηκε περιπτώσεις αδρανών λογαριασμών προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις για τον ίδιο λόγο κατέστρεψε τα εν λόγω παραστατικά της Τραπέζης. Στην τέλεση δε των άνω πράξεων η κατηγορουμένη το διάστημα από 16.1.2001 έως 14.5.2002 μετήλθε επί μακρόν αναγάγοντάς την ως μέσον βιοπορισμού ενώ από την κατ' επανάληψη και κατά το σύστημα της τελέσεως αυτής αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη ως προσωπικότητα έχει κλίση προς το συγκεκριμένο έγκλημα. Σκοπός δε της κατάρτισης των άνω πλαστών παραστατικών ήταν να παραπλανηθούν οι ελεγκτές και να εφησυχάσουν τα λοιπά στελέχη (Διευθυντής, ταμίες) θεωρώντας ως νόμιμες τις συναλλαγές σχετικά με το ότι ο φερόμενος ως απογραφέας κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης" ή "ο λαβών" είχε προβεί στις αναλήψεις των άνω χρηματικών ποσών τα οποία παρακρατούσε η ίδια. Τα πλαστά δε αυτά εντάλματα τα οποία ανευρέθηκαν από τον ελεγκτή Επιθεωρητή της Τραπέζης είναι, για το έτος 2001 τα με No:
1) 0502156/16.11.2001 [αφορά περίπτωση Γ. Φ.)
2) 0501708/14/2/2001 ( " " Λ. Γ.)
3) 0501709/14.2.2001 ( " " Λ. Α.)
4) 0501721/7-3-2001 (περίπτωση Φ. Γ.)
5) 0501694/15-3-2001 (περίπτωση Μ. Γ.)
6) 0502232/10-4-2001 (περίπτωση Π. Π.)
7) 0502245/194-2001 (περίπτωση Λ. Σ.)
8) 12726/6-6-2001 (περίπτωση Ρ. Δ.)
9) 0501705/6-6-2001 (περίπτωση Ρ. Δ.)
10) 21590/18-6-2001 (περίπτωση Μ. Ε.)
11) 0501905/;;-8-2001 (περίπτωση Μ. Σ.)
12) 0501681/9-8-2001 (περίπτωση Σ. Χ.)
13) 20819/12-9-2001 (περίπτωση Κ. Δ.)
14) 0501955/25-10-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
15) 0501952/22-10-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
16) 0501947/18-10-2001 (περίπτωση Μ. Ε.)
17) 0501971/7-11-2001 (περίπτωση Ρ. Χ. Γ.)
18) 0501990/9-11-2001 (περίπτωση Φ. Α.)
19) 0501989/23-11-2001 (περίπτωση Φ. Α.)
20) 0208374/5-12-2001 (περίπτωση Ν. Α.)
Β) Κατά το έτος 2002 τα με No:
21) 09254/28-1-2002 (περίπτωση Λ. Ι.)
23) 06555/18-2-2002 (περίπτωση Λ. Γ.)
24) 34802/21-2-2002 (περίπτωση Β. Α.)
25) 169501/21-2-2002 (περίπτωση Β. Ά.)
26) 169507/27-2-2002 (περίπτωση Φ. Α.)
27) 169601/27-2-2002 (περίπτωση Β. Ά.)
28) 01747/26-2-2002 (περίπτωση Β. Δ.)
29) 169510/28-2-2002 (περίπτωση Β. Α.)
30) 169581/4-4-2002 (περίπτωση Λ. Λ.)
31) 169540/15-4-2002 (περίπτωση Φ. Α.)
32) 54756/2-5-2002 (περίπτωση Κ. Π.)
33) 54651/28-5-2002 (περίπτωση Κ. Ε.)
34) 54653/25-6-2002 (περίπτωση Μ. Μ.)
35) 169592/27-6-2002 (περίπτωση Μ.-Φ. Α.)
36) 169591/27-6-2002 (περίπτωση Μ.-Φ. Α.)
37) 169634/2-7-2002 (περίπτωση Ρ. Ε.)
38) 22272/4-7-2002 (περίπτωση Π. Λ.)
39) 54757/14-5-2002 (περίπτωση Λ. Χ.).
Τα ανωτέρω προέκυψαν τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων (υπαλλήλων των πελατών της άνω Τράπεζας) όσα και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα από 27.9.2005, 18.10.2005, 18.11.2005, 14.12.2005 ειδικά σημειώματα του ελεγκτή, Επιθεωρητή της Τράπεζας Ν. Σ., ενώ εξάλλου η ίδια κατηγορουμένη στις από 21.9.2005, 12.10.2005, 18.10.2005 επιστολές της προς τον άνω επιθεωρητή αποδέχεται τις "αντικανονικές αναλήψεις" και την ιδιοποίηση από την ίδια των άνω ποσών, αναλαμβάνοντας μάλιστα την υποχρέωση, όπως και έκανε να καταβάλλει το σύνολο του εξαιρεθέντος χρηματικού ποσού (48.102 €) στην εργοδότρια της Τράπεζα. Οι όψιμοι ισχυρισμοί της, που περιέχονται στο από 27.10.2009 απολογητικό υπόμνημα της κατηγορουμένης περί "σκευωρίας" της συναδέλφου της, εκτελούσας χρέη Διευθύντριας στο Υποκατάστημα ..., Ε. Κ., η οποία τυγχάνει αδελφή, του πρώην συζύγου της Γ. Κ. για λόγους αντεκδικήσεως, λόγω αρνήσεως της κατηγορουμένης να "δώσει διαζύγιο στον αδελφό της και να μην διεκδικήσει χρήματα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ενώ εξάλλου αναιρείται από την άνω ομολογία της κατηγορουμένης προς τον άνω Επιθεωρητή, σε διάστημα μάλιστα περίπου ενός μήνα, και όχι εν θερμώ και λόγω "ψυχολογικής πίεσης", την οποία δέχθηκε από τον τελευταίο, όπως επίσης στο από 27.10.2009 απολογητικό της υπόμνημα αναφέρει, ενόψει -όχι μόνο της άνω αναγνώρισης από την ίδιο των εκνόμων ενεργειών της- αλλά και της καταβολής από την τελευταία του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού των 48.102 ευρώ. Περαιτέρω όσον αφορά το αίτημα διενεργείας πραγματογνωμοσύνης της κατηγορουμένης προκειμένου να ελεγχθεί η γνησιότητα των φερομένων ως υπογραφών της κατηγορουμένης στα άνω εντάλματα πληρωμής πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη καθώς οι υπογραφές αυτές δεν τέθηκαν από τους πελάτες της Τράπεζας όπως οι ίδιοι κατέθεσαν, ενώ έγινε αντιπαραβολή αυτών με τα δείγματα των υπογραφών που διατηρεί στο αρχείο της η άνω Τράπεζα προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα ανωτέρω. Ο ισχυρισμός εξάλλου της κατηγορουμένης ότι δεν έθεσε η ίδια την υπογραφή της στα άνω αναφερόμενα εντάλματα πληρωμής, αναιρείται από την ομολογία της ίδιας περί "αντικανονικών αντιλήψεων" και ιδιοποιήσεως του ποσού από την ίδια, όσο και από την υποχρέωση που ανέλαβε να καταβάλει, όπως και κατέβαλε, το συνολικά αναληφθέν από άνω λογαριασμούς ποσό. Το εκκαλούμενο βούλευμα, συνεπώς που αποφάνθηκε ομοίως, για τις παραπάνω πράξεις, δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα και πρέπει, επομένως να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της και στη συνέχεια το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να επικυρωθεί." Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμα του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα στο ακροατήριο, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. α' γ', στ', 14, 18, 27, 94 παρ.1, 98, 216 παρ. 3β - 1 258 γ'(αα), 262, 263 Α (β') και 263 του Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερήθηκε νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, εκτίθενται σ! αυτό λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ο δόλος της αναιρεσείουσας, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τα παραπάνω εγκλήματα και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως τους, αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός της από την παραδοχή του Συμβουλίου ότι "σκοπός δε της κατάρτισης των άνω πλαστών παραστατικών ήταν να παραπλανηθούν οι ελεγκτές και να εφησυχάσουν τα λοιπά στελέχη (Διευθυντής ταμίες) θεωρώντας ως νόμιμες τις συναλλαγές σχετικά με το ότι ο φερόμενος ως υπογραφέας κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης" ή "ο λαβών" είχε προβεί στις αναλήψεις των άνω χρηματικών ποσών, τα οποία παρακρατούσε η ίδια". Επίσης, αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς τη γνησιότητα των φερομένων ως υπογραφών αυτής στα εντάλματα πληρωμής. Κατ' ακολουθίαν οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες, υπό την κατ' επίφαση επίκληση των παραπάνω αναιρετικών λόγων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει, σύμφωνα με τα παραπάνω την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 1/7.1.2011 αίτηση της κατηγορουμένης Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 504/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250 €) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή