Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 927 / 2019    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 927/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Άννας Τσιράκη - Γιαβή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: B. - E. B. - G., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Άνθιμο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 302/2017 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/4/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 18-4-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν την επιμέλεια τέκνων (άρθρ. 681 Β', 666 παρ.1, 667, 670, 671 και 672-676 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις των άρθρων αυτών ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015) εκδοθείσα υπ' αριθ. 302/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 51/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε απορρίψει την από 29-1-2015 αγωγή αυτού περί ανάθεσης αποκλειστικά της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους και υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης να του αποδώσει τα ανήλικα ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του ως άνω Δικαστηρίου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτού. Επίσης, με την ίδια αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται και η ως άνω υπ' αριθ. 51/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά της οποίας ασκήθηκε η παραπάνω έφεση του αναιρεσείοντος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, δεδομένου ότι, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1425/2017, ΑΠ 300/2017). Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθ' όσον απευθύνεται κατά της υπ' αριθ. 51/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η κατά της οποίας έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 302/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που ενσωμάτωσε την πρωτόδικη απόφαση, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά, ήτοι καθ' όσον απευθύνεται κατά της υπ' αριθ. 302/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής. Ειδικότερα, με το λόγο αυτό ελέγχεται, μεταξύ άλλων, η εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋπόθεσης, όπως είναι η δικαιοδοσία (Ολ ΑΠ 25/2008, Ολ ΑΠ 2/1999, ΑΠ 350/2017, ΑΠ 932/2005, ΑΠ 144/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 44/1990, ΑΠ 684/2017, ΑΠ 642/2017). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον υφίσταται αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια με κάποια στοιχεία θεμελιωτικά της αρμοδιότητάς τους, κατά τις διατάξεις γενικών και ειδικών δωσιδικιών, με την αυτονόητη, όμως, λόγω της συνταγματικής πρόβλεψης (άρθρο 28 Συντάγματος), επιφύλαξη υπέρ των διεθνών διμερών ή πολυμερών συμβάσεων, αλλά και των ρυθμίσεων του ενωσιακού δικαίου κατ' άρθρο 288 ΣΛΕΕ (ΑΠ 613/2017, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 803/2000). Επιπλέον, για τις διαφορές γονικής μέριμνας και το διαζύγιο ισχύει ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας", ο οποίος αντικατέστησε τον Κανονισμό 1347/2000. Οι κανόνες αρμοδιότητας που θεσπίζονται δυνάμει του προαναφερθέντος Κανονισμού περί γονικής μέριμνας, επιλέγονται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού και με κυρίαρχο κριτήριο αυτό της εγγύτητας. Αυτό σημαίνει, ότι κατά πρώτο λόγο θα πρέπει να είναι αρμόδια τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, αφού ως εγγύτερα προς τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσής του είναι και τα καταλληλότερα, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής της διαμονής του ή κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας (βλ. 12η αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του Κανονισμού 2201/2003). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 8 του άνω Κανονισμού υπό τον τίτλο "γενική δικαιοδοσία", τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού, το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής. Μετά την άσκηση "προσφυγής" (αγωγής ή αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων) σε αρμόδιο δικαστήριο, αυτό διατηρεί καταρχήν τη διεθνή του δικαιοδοσία ακόμα και αν το παιδί κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος (αρχή της "perpetuatio fori"). Ως εκ τούτου η μεταβολή της συνήθους διαμονής του παιδιού ενώ εκκρεμεί η διαδικασία, δεν συνεπάγεται μεταβολή όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία. Εάν το παιδί δεν έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή εντός αυτής της περιόδου, τα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης διατηρούν, καταρχήν, τη δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού. Περαιτέρω, η έννοια της "συνήθους διαμονής", σύμφωνα με τους στόχους και τους σκοπούς του Κανονισμού, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε έννοια συνήθους διαμονής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο αλλά σε μια "αυτόνομη" έννοια του κοινοτικού δικαίου. Στοιχεία προσδιοριστικά της ύπαρξης "συνήθους διαμονής" στο έδαφος ενός κράτους είναι ασφαλώς η σταθερή φυσική παρουσία του παιδιού σε ορισμένο κράτος μέλος, ώστε σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες να μπορεί να συναχθεί ότι η παρουσία του εκεί δεν είναι προσωρινή ή ευκαιριακή, αλλά απόρροια της ενσωμάτωσής του σε αντίστοιχο και κατά το δυνατόν κατάλληλο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Τέτοιοι κρίσιμοι παράγοντες είναι κυρίως, κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, η διάρκεια, η κανονικότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι διαμονής του παιδιού στο έδαφος του κράτους μέλους ή αναλόγως οι αιτίες της μετοίκησης της οικογένειας του παιδιού στο κράτος αυτό και επίσης η ιθαγένεια, οι γλωσσικές γνώσεις, ο τόπος και οι συνθήκες φοίτησης του παιδιού, καθώς και το σύνολο των οικογενειακών και κοινωνικών του σχέσεων στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Στο πλαίσιο της νομολογιακής εφαρμογής του πιο πάνω Κανονισμού έχει γίνει δεκτό ότι υπάρχει συνήθης διαμονή του τέκνου σε ορισμένο κράτος, όταν η εκεί παρουσία του εκφράζει την σε κάποιο βαθμό ενσωμάτωσή του σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Η διαπίστωση των όρων που χαρακτηρίζουν ως συνήθη τη διαμονή του παιδιού σε κράτος μέλος αφορά τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών και είναι έργο των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να δεχθούν ή να αρνηθούν την ύπαρξη δικαιοδοσίας τους σε υπόθεση γονικής μέριμνας με στοιχεία αλλοδαπότητας, η σχετική όμως κρίση, δηλαδή αν με βάση το σύνολο των περιστάσεων του παιδιού εντοπίζεται η συνήθης διαμονή του σε ορισμένο κράτος μέλος, αποτελεί εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας και συνεπώς στο πλαίσιο του ελληνικού δικονομικού δικαίου ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ. Η απόφαση για τον καθορισμό του τόπου διαμονής του παιδιού αποτελεί περιεχόμενο του δικαιώματος επιμέλειας (άρθρ. 2 αριθ. 9 του Κανονισμού) και οφείλει να αποβλέπει στο συμφέρον του παιδιού. Ωστόσο και όταν η απόφαση αυτή, ρητή ή κατά κανόνα σιωπηρή, εμφανίζεται ως ασύμφορη για το παιδί, αρκεί για να θεμελιώσει τη δικαιοδοτική βάση της συνήθους διαμονής του παιδιού σε υποθέσεις γονικής μέριμνας, εφόσον η απόφαση τελικά υλοποιήθηκε και το παιδί διαμένει στον τόπο που αποφασίστηκε. Το ίδιο όμως δεν ισχύει, όταν η απόφαση είναι αυθαίρετη, όπως συμβαίνει όταν λήφθηκε από τον ένα μόνο γονέα, χωρίς τη συναίνεση του άλλου, μολονότι η επιμέλεια του παιδιού ανήκει και στους δύο γονείς του, αφού τότε θα πρόκειται για παράνομη μετακίνηση του παιδιού (άρθρ. 2 αριθ. 11 εδ. β' του Κανονισμού) και ισχύει για τη ρύθμιση της διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις γονικής μέριμνας το άρθρο 10 του Κανονισμού. Επομένως, ο τόπος διαμονής του παιδιού γίνεται αντιληπτός ως δικαιοδοτικός σύνδεσμος όχι μόνο κατά τη φυσική, αλλά και κατά τη νομική του διάσταση. Επίσης, κατά το άρθρο 2 αριθ. 10 του Κανονισμού ο όρος "δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας" περιλαμβάνει ιδίως το δικαίωμα μετακίνησης του παιδιού για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του. Εξάλλου, με το άρθρο 10 του ίδιου Kανονισμού ορίζεται ότι "σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν την αρμοδιότητα τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος μέλος, και: α) κάθε πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας έχει συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση, ή β) το παιδί έχει διαμείνει σε αυτό το άλλο κράτος μέλος για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους αφότου το πρόσωπο, το ίδρυμα ή οιαδήποτε άλλη οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί και το παιδί έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του, συντρέχει δε μια από τις παρακάτω προϋποθέσεις: i) εντός ενός έτους αφότου ο δικαιούχος της επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο, στον οποίο βρίσκεται το παιδί, δεν έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ενώπιον των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους, στο οποίο έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται το παιδί, ii) έχει ανακληθεί αίτηση επιστροφής την οποία υπέβαλε ο δικαιούχος της επιμέλειας, και δεν έχει υποβληθεί νέα αίτηση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο σημείο α, iii) έχει περατωθεί υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 7, iv) τα δικαστήρια του κράτους μέλους, στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του έχουν εκδώσει απόφαση για επιμέλεια που δεν συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού". Περαιτέρω, η παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του παιδιού σε κράτος διαφορετικό από αυτό της συνήθους διαμονής του συνιστά απαγωγή και δεν έχει ως άμεση συνέπεια την αφαίρεση των υποθέσεων γονικής μέριμνας από τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε μέχρι τότε τη συνήθη διαμονή του. Η διατήρηση της δικαιοδοτικής αυτής βάσης είναι αυτονόητη για όσο διάστημα η παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του παιδιού σε κράτος διαφορετικό από αυτό της συνήθους διαμονής του εμφανίζεται ως πρόσκαιρη και δεν έχει οδηγήσει σε απόκτηση εκεί νέας συνήθους διαμονής του παιδιού ως de facto διαμορφωμένης κατάστασης. Εφόσον όμως αυτό συμβεί και πρόκειται για κράτος μέλος, η διατήρηση της μέχρι τότε συνήθους διαμονής του παιδιού ως βάση διεθνούς δικαιοδοσίας, όπως ορίζει, κατ' αρχάς, το άρθρο 10 του Κανονισμού, συνιστά παρέκκλιση από τη γενική δικαιοδοτική βάση της συνήθους διαμονής κατά το χρόνο άσκησης της προσφυγής για υπόθεση γονικής μέριμνας. Η παρέκκλιση αυτή, με την οποία αντί της συνήθους διαμονής του παιδιού ισχύει ως αποκλειστική δικαιοδοτική βάση αυτή της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, καλύπτεται από τη σχετική πρόβλεψη της 12ης αιτιολογικής σκέψης του Κανονισμού και τη ρητή επιφύλαξη του άρθρου 8 παρ. 2, κατά την οποία η παρ. 1 δεν θίγει τις διατάξεις , εκτός των άλλων, και του άρθρου 10. Ακόμη, η μετακίνηση ή κατακράτηση του παιδιού είναι παράνομη, όταν γίνεται κατά παράβαση δικαιώματος επιμέλειας, εφόσον αυτό πραγματικά ασκείται και προκύπτει από δικαστική απόφαση, από το νόμο ή από συμφωνία ισχύουσα κατά το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή κατακράτησή του (άρθρ. 2 αριθ. 9 και 11 του Κανονισμού και 3 της Σύμβασης της Χάγης 1980).
Συνεπώς, εισάγοντας ο Κανονισμός για την περίπτωση απαγωγής παιδιού ρυθμίσεις με το άρθρο 10 και ακολούθως με τα άρθρα 11, 40β' και 42, που αφορούν ζητήματα δικαιοδοσίας, διαδικασίας και εκτέλεσης αποφάσεων, αποσκοπεί να διασφαλίσει, όπως ρητά δηλώνεται και με το άρθρο 1β' της Σύμβασης της Χάγης του 1980, ότι το δικαίωμα επιμέλειας κατά το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί διέμενε πριν από την απαγωγή του και το οποίο προσβλήθηκε ως προς τη δυνατότητα του δικαιούχου της επιμέλειας να καθορίζει τον τόπο διαμονής του παιδιού, θα είναι σεβαστό και στα άλλα κράτη μέλη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 42 του ως άνω Κανονισμού εκτελεστή απόφαση εκδιδόμενη σε κράτος μέλος για την επιστροφή του παιδιού κατά την έννοια του άρθρου 40 παράγραφος 1 στοιχείο β', για την οποία έχει εκδοθεί πιστοποιητικό στο κράτος μέλος προέλευσης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, αναγνωρίζεται σε άλλο κράτος μέλος και μπορεί να εκτελεστεί σε αυτό χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας και χωρίς να μπορεί να προσβληθεί η αναγνώριση. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η εν λόγω διάταξη και το σχετικό πιστοποιητικό αναφέρονται μόνο σε απόφαση του δικαστηρίου περί μη επιστροφής του παιδιού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 της Σύμβασης της Χάγης του 1980. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος περί ανάθεσης αποκλειστικά σ' αυτόν της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, απέρριψε την έφεση αυτού, δεχόμενο (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει) τα εξής: "Κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθμ. 590/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ανατέθηκε προσωρινά η άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Χ. και Γ., τα οποία γεννήθηκαν στη …. στις 18.5.2010 και 17.6.2013 αντιστοίχως, αποκλειστικά στην εναγόμενη. Με την ίδια απόφαση ρυθμίστηκε και το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα του. Η εναγόμενη την 11.12.2013, μετέβη μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους, στον τόπο καταγωγής της, στη ..., δηλώνοντας στον ενάγοντα ότι επιθυμεί να επισκεφθεί τους γονείς της και να παραμείνει με τα τέκνα τους στη ... κατά τη περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων με προγραμματισμένη ημερομηνία επιστροφής τους την 13.1.2014. Έκτοτε η εναγόμενη εγκαταστάθηκε μόνιμα με τα ανήλικα τέκνα στη .... Τα τέκνα των διαδίκων, ήδη κατά τον κρίσιμο για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής (Φεβρουάριος 2015), είχαν αποκτήσει συνήθη διαμονή στη ..., διαμένοντας με τη μητέρα τους μόνιμα στη πόλη ... της ..., (ημερομηνία δήλωσης τόπου κατοικίας στις Γερμανικές αρχές 5.2.2014 και έναρξη ασφάλισης των τέκνων στον ασφαλιστικό φορέα της ... την 31.4.2014), όπου η εναγόμενη ξεκίνησε να εργάζεται και τα τέκνα των διαδίκων να παρακολουθούν μαθήματα στο Νηπιαγωγείο ..., η μεν Χ. από 1.3.2014, και ο Γ. από 1.8.2014, όπου προσαρμόστηκαν σχετικά εύκολα στο νέο τους περιβάλλον, απέκτησαν καλές σχέσεις με τους παιδαγωγούς και τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους, συμμετείχαν σε δραστηριότητες..., ενώ ανέπτυξαν κοινωνικές σχέσεις και επαφές με το φιλικό περιβάλλον της εναγομένης στη .... Στην άμεση εξοικείωσή τους με το νέο τους περιβάλλον, συνετέλεσαν το γεγονός ότι είχαν τη Γερμανική ιθαγένεια και γνώριζαν τη γλώσσα σε επαρκή βαθμό, έχοντας ζήσει συνεχώς από τη γέννησή τους δίπλα στη μητέρα τους, η οποία τα φρόντιζε και τα περιποιούνταν σχεδόν αποκλειστικά ενόσω διέμεναν στην οικογενειακή τους εστία στη …, και μετέπειτα, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης με τον εναγόμενο και την αναχώρησή τους στη ..., καθώς η ίδια εργαζόταν κατ' οίκον, επιμελούμενη των αναγκών και της διαπαιδαγώγησης των τέκνων τους. Πέραν τούτου, κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τη φοίτησή τους στη ..., μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ήτοι για χρονικό διάστημα πέραν του έτους, αναπτύχθηκαν ισχυροί δεσμοί με την ευρύτερη οικογένεια της εναγομένης στη .... Από τα ως άνω στοιχεία, ήτοι τη μόνιμη εγκατάσταση των τέκνων των διαδίκων στη ... με την έχουσα την αποκλειστική επιμέλεια του προσώπου τους μητέρα τους, την εδραίωση οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων, τη φοίτηση σε σχολείο και την ανάπτυξη γλωσσικών ικανοτήτων στη γερμανική γλώσσα, σε σημείο που ο μεν Γ. να μην γνωρίζει πλέον την ελληνική γλώσσα, η δε Χ. να θυμάται πλέον λίγες ελληνικές λέξεις, προκύπτει με βεβαιότητα ότι τα τέκνα των διαδίκων, ήδη κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, είχαν ενσωματωθεί πλήρως στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον τους στη ....
Συνεπώς, η συνήθης διαμονή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ανωτέρω Κανονισμού και σύμφωνα με το άρθρο 5 της προρρηθείσης Σύμβασης, βρίσκεται στη ..., και δη στην πόλη .... Εξάλλου, το γεγονός της προσαρμογής των τέκνων σε ένα νέο περιβάλλον σε έτερο κράτος μέλος και της απόκτησης νέας συνήθους διαμονής σε αυτό, κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό, δεν αναιρείται, όταν η προσαρμογή αυτή αποτελεί απόρροια μιας ενδεχόμενης παράνομης συμπεριφοράς του γονέα, με την παράνομη μετακίνηση/κατακράτηση του τέκνου σε άλλο κράτος μέλος... Εξάλλου, βάσει των αναφερόμενων....και στη Σύμβαση της Χάγης, ο Κανονισμός προϋποθέτει, για να γίνει αποδεκτός ο παράνομος χαρακτήρας της μετακινήσεως-κατακρατήσεως, ότι το δικαίωμα επιμέλειας "ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά".
Εν προκειμένω, αποδεικνύεται ότι είχε ανατεθεί προσωρινά στην εναγόμενη η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους, βάσει της υπ' αριθμ. 590/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), κατά το χρόνο μετάβασής της με τα τέκνα τους στη ....
Συνεπώς, ενόψει του ότι η επιμέλεια του προσώπου των τέκνων δεν ασκείτο από κοινού με τον ενάγοντα, η ίδια μπορούσε να καθορίσει αποκλειστικά τον τόπο διαμονής των τέκνων, δίχως τη συγκατάθεση του ενάγοντος. Η απόφαση για τον καθορισμό του τόπου διαμονής των τέκνων αποτελεί περιεχόμενο του δικαιώματος επιμέλειας (άρθρο 2 αριθ. 9 του Κανονισμού), ακόμα και στις περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, που αντίκειται στο συμφέρον των τέκνων λόγω της απώλειας της ουσιαστικής επαφής και τακτικής επικοινωνίας τους με το έτερο γονέα, και αρκεί για να θεμελιώνεται η δικαιοδοτική βάση της συνήθους διαμονής του παιδιού σε υποθέσεις γονικής μέριμνας, εφόσον η απόφαση τελικά υλοποιήθηκε και τα τέκνα διαμένουν πλέον στον τόπο που αποφασίστηκε από την μητέρα τους. Η ως άνω παραδοχή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 590/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πρόθεση να μετοικήσει στον τόπο καταγωγής της, ισχυρισμός που συνετέλεσε στην ανάθεση σε αυτήν της αποκλειστικής επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους και της απόρριψης του αιτήματος του ενάγοντος να καθοριστεί η Ρόδος ως τόπος κατοικίας αυτών, καθόσον, εν τέλει, η άσκηση της επιμέλειας ανατέθηκε προσωρινά στην εναγόμενη, δίχως την επιβολή από το Δικαστήριο οποιουδήποτε όρου στην εναγόμενη αναφορικά με τον τόπο κατοικίας των τέκνων τους, όρος που σε κάθε περίπτωση ήτο παράνομος, και θα αντίκειτο, μεταξύ άλλων και στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 9 του Κανονισμού 2201/2003 και του άρθρου 5 της Σύμβασης της Χάγης, βάσει των οποίων αυτός που έχει το δικαίωμα της επιμέλειας του παιδιού έχει μεταξύ άλλων και το δικαίωμα καθορισμού του τόπου της διαμονής του.
Συνεπώς, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή της εναγομένης δεν ήταν αυθαίρετη, δεν υφίστατο παράνομη μετακίνηση των τέκνων κατά το χρόνο μετάβασής τους στη ..., ενώ δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι, όταν κατά η συζήτηση των αιτήσεων επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 590/2013 απόφαση, η εναγόμενη δήλωσε ότι δεν είχε σκοπό να μετοικήσει μόνιμα στη ..., εψεύδετο παραπλανώντας έτσι το Δικαστήριο, καθόσον μόνο μετά τη δήλωση του ενάγοντος κατά την ημέρα της αναχώρησής τους για τη ..., ότι στο μέλλον δεν θα συναινούσε ξανά στο να μεταβεί στην πατρίδα της η εναγόμενη μετά των τέκνων, αλλά θα απαιτούσε επακριβώς την τήρηση του διατακτικού της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τα τέκνα και μετά την μη ανάκλησή της, παρά την προτροπή της εναγόμενης προς τούτο, η τελευταία έλαβε την ως άνω απόφαση. Ως εκ τούτου, ελλείπει η προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 10 του Κανονισμού 2201/2003, που προϋποθέτει την προηγούμενη παράνομη μετακίνηση των τέκνων....Εξάλλου, δεν συντρέχει περίπτωση παράνομης μετακίνησης-κατακράτησης των τέκνων των διαδίκων στη ... από το χρόνο έκδοσης της υπ' αριθ. 26/14-1-2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ανακλήθηκε η υπ' αριθ. 590/2013 προγενέστερη απόφαση και ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στον ενάγοντα πατέρα τους, δοθέντος ότι αυτή ουδέποτε εκτελέστηκε στη ..., προεχόντως όμως διότι τα τέκνα των διαδίκων είχαν αποκτήσει πλέον συνήθη διαμονή στη ....... Ο ισχυρισμός και λόγος έφεσης του ενάγοντος ότι η με αριθμό 26/2015 ανακλητική απόφαση έχει άμεση εκτελεστότητα στη ..., διότι προσκομίστηκαν τα υπ' αριθ. ….79/21-4-2015 και ….80/21-4-2015 πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά το άρθρο 42 του Κανονισμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η υπ' αριθ. 26/2015 ανακλητική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δεν αποτελεί απόφαση εκδοθείσα κατά το άρθρο 11 αριθ. 8 του Κανονισμού, ειδικότερα δε αυτή εκδόθηκε σε προγενέστερο χρόνο (εκδοθείσα την 14-1-2015) από την έκδοση ήδη της πρωτοβάθμιας Γερμανικής απόφασης (Ειρηνοδικείο Ντίσσελντορφ) επί της αίτησης επιστροφής τέκνων (εκδοθείσα την 24-6-2015)". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003, αφού οι προαναφερόμενες παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 10 και 42 του Κανονισμού, τις οποίες και δεν εφάρμοσε. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά περιστατικά και με βάση την πιο πάνω αναφερόμενη ενσωμάτωση σε σημαντικό βαθμό των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στο συγκεκριμένο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον στην πόλη ... στη ..., με την έχουσα τότε την αποκλειστική επιμέλεια του προσώπου τους αναιρεσίβλητη μητέρα τους, συνάγεται ότι αυτά είχαν κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής τη συνήθη διαμονή τους στην ως άνω πόλη της ...ς και ως εκ τούτου δεν υφίστατο δικαιοδοσία για την εκδίκαση αυτής (αγωγής) από τα ελληνικά δικαστήρια. Εξάλλου, με βάση τις ως άνω παραδοχές δεν συνέτρεχε περίπτωση υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 10 του ως άνω Κανονισμού περί παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης (απαγωγής) των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, αφού η αναιρεσίβλητη, ως ασκούσα αποκλειστικά την επιμέλεια του προσώπου αυτών, είχε το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής τους. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ως προς το ζήτημα της απόκτησης από τα εν λόγω τέκνα των διαδίκων της πιο πάνω συνήθους διαμονής τους στη ... δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι με τη σχετική απόφαση της αναιρεσίβλητης υπήρχε δυσχέρεια ως προς την άσκηση του καθοριζόμενου με την ίδια ως άνω απόφαση δικαιώματος επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με τα εν λόγω τέκνα του, για το οποίο παρίστατο ανάγκη τροποποίησης. Επιπλέον, ούτε περίπτωση υπαγωγής των ως άνω περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 42 του Κανονισμού συνέτρεχε, δεδομένου ότι η υπ' αριθ. 26/14-1-2015 ανακλητική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ουδέποτε εκτελέστηκε στη ..., ενώ τα τέκνα των διαδίκων είχαν πλέον αποκτήσει συνήθη διαμονή στη χώρα αυτή και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση παράνομης μετακίνησης-κατακράτησης αυτών. Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι η πιο πάνω ανακλητική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου δεν αποτελεί απόφαση εκδοθείσα κατά το άρθρο 11 αριθ. 8 του Κανονισμού και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος περί άμεσης εκτελεστότητας αυτής στη .... Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, το οποίο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος περί ανάθεσης αποκλειστικά σ' αυτόν της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, απέρριψε την έφεση αυτού, δεν προέβη σε αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης, εφόσον η κατά τα ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, δεν συντρέχει και η σχετική απαιτούμενη προϋπόθεση για την ίδρυση του προβλεπόμενου από τον αριθ. 19 λόγου αναίρεσης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τέσσερις πρώτους λόγους της αναίρεσής του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 14, 19 και, κατ' εκτίμηση, και 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, καθώς και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 12 του ανωτέρω Κανονισμού με τον τίτλο "Παρέκταση αρμοδιότητας" ορίζονται τα εξής : "1. Τα δικαστήρια του κράτους μέλους στα οποία η αρμοδιότητα ασκείται βάσει του άρθρου 3, για να αποφασίσουν για μια αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου των συζύγων, είναι αρμόδια για οιοδήποτε ζήτημα σχετικά με τη γονική μέριμνα το οποίο συνδέεται με την αίτηση αυτή, εφόσον: α) τουλάχιστον ένας από τους συζύγους ασκεί τη γονική μέριμνα του παιδιού και β) η αρμοδιότητα των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ' άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από τους συζύγους και από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας κατά την ημερομηνία που επελήφθη το δικαστήριο και είναι προς το ύψιστο συμφέρον του παιδιού. 2. Η αρμοδιότητα που ασκείται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 παύει όταν α) είτε η απόφαση η οποία δέχεται την αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου ή την απορρίπτει καθίσταται τελεσίδικη β) είτε, σε περίπτωση κατά την οποία μια διαδικασία σχετικά με τη γονική μέριμνα εκκρεμεί ακόμη κατά την ημερομηνία η οποία προβλέπεται στο στοιχείο α), όταν μια απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα καθίσταται τελεσίδικη• γ) είτε, στις περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται στα στοιχεία α) και β), όταν η διαδικασία έχει περατωθεί για άλλους λόγους. 3. Τα δικαστήρια κράτους μέλους είναι επίσης αρμόδια σε θέματα γονικής μέριμνας σε διαδικασίες εκτός από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εφόσον α) το παιδί έχει στενή σχέση με αυτό το κράτος μέλος, λόγω, ιδίως, του ότι ένας εκ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος ή το παιδί έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους, και β) η αρμοδιότητα των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ' άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη της διαδικασίας, κατά την ημερομηνία που επελήφθη το δικαστήριο και η αρμοδιότητα είναι προς το συμφέρον του παιδιού". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 16 υπό τον τίτλο "επιλαμβανόμενο δικαστήριο" ορίζονται τα εξής : "1. Ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν: α) από της καταθέσεως στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, εφόσον ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο, ή β) εφόσον το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, την ημερομηνία παραλαβής του από την αρχή που είναι υπεύθυνη νια την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο". Επομένως, ο τόπος της συνήθους διαμονής του παιδιού, ως συνδετικό στοιχείο για τη θεμελίωση κατά τα άρθρα 8, 9 ή 10 του κανονισμού διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις γονικής μέριμνας, εγκαταλείπεται πλήρως στην περίπτωση της θεμελίωσης κατά παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας στις υποθέσεις αυτές. Τούτο δε διότι η δικαιοδοτική αυτή βάση συναρτάται κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού είτε με την ύπαρξη εκκρεμούς γαμικής διαφοράς μεταξύ των γονέων του παιδιού είτε με την ύπαρξη στενής σχέσης του παιδιού με το κράτος μέλος της κατά παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας και ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη κάθε φορά υπόθεση. Επίσης, κατά τη νομολογία του ΔΕΕ γίνεται δεκτό ότι η παρέκταση δικαιοδοσίας με βάση το άρθρο 12 παρ. 3 του Κανονισμού ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη διαδικασία της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο του οποίου η δικαιοδοσία παρεκτείνεται και ότι η δικαιοδοσία αυτή εξαφανίζεται μόλις περατωθεί οριστικά η διαδικασία αυτή, την οποία αφορούσε η παρέκταση, με αποτέλεσμα να αποκτά δικαιοδοσία το δικαστήριο που έχει γενική δικαιοδοσία κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 1 του Κανονισμού αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει) τα εξής: "...από πουθενά δεν συνάγεται ότι υπάρχει ρητή ή κατ' άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδοχή από την εναγομένη, της δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων. Ειδικότερα, η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την από 12.11.2013 υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 383/13.11.2013 αγωγή της κατά του νυν ενάγοντος με αίτημα την ανάθεση στην ίδια της οριστικής επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους. Η αγωγή αυτή ασκήθηκε σε χρόνο προγενέστερο από τη μετοικεσία της μετά των τέκνων στη ..., οπότε ήταν ακόμη κάτοικος .... Από την ανωτέρω ενέργεια της εναγομένης δεν μπορεί να συναχθεί ανεπιφύλακτη αποδοχή της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, καθόσον η παρέκταση στην παρούσα δίκη δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγω της κατάθεσης στο ως άνω Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου) άλλου εισαγωγικού δικογράφου, αλλά περιορίζεται στην ένδικη υπόθεση...Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι η εναγόμενη-ενάγουσα της από 12.11.2013 και αριθ. κατάθ. 383/13.11.2013 αγωγής παραιτήθηκε, κατ' άρθρο 294 ΚΠολΔ του δικογράφου της ως άνω αγωγής, πράξη που αίρει αναδρομικώς τις δικονομικές συνέπειες που επάγεται η άσκηση της αγωγής.... Όσον δε αφορά την από 29.1.2015 και με αριθμό κατάθεσης 35/2015 αγωγή (ένδικη) του ενάγοντος περί αναθέσεως σε αυτόν της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, κατά τη δικάσιμο της 7.12.2015, οπότε και εκδόθηκε η μη οριστική υπ' αριθμ. 33/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγόμενης παραστάθηκε μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής, κατά δε τη δικάσιμο της 19ης Σεπτεμβρίου 2016, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προέβαλε την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του επιληφθέντος Δικαστηρίου, λόγω του ότι η συνήθης διαμονή της εναγομένης και των τέκνων της ήταν ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 2014 η πόλη ... της ...ς. Ως εκ τούτου η αρμοδιότητα του ως άνω Δικαστηρίου δεν έχει γίνει ρητώς ή κατ' άλλο ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη της διαδικασίας κατά την ημερομηνία που επιλήφθηκε το ίδιο ως άνω Δικαστήριο, από της καταθέσεως του σχετικού εισαγωγικού εγγράφου της δίκης, κατά τα άρθρα 12 παρ. 3 περ. β' και 16 του ανωτέρω Κανονισμού, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του ενάγοντος-εκκαλούντος. Και τούτο διότι η παράσταση της εναγομένης ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων Δικαστηρίου της υπ' αριθμ. 26/2015 αποφάσεως, δίχως την προβολή ενστάσεως εκ μέρους της εναγομένης αναφορικά με τη διεθνή δικαιοδοσία του εκεί δικάζοντος Δικαστηρίου, ουδόλως συνιστά ανεπιφύλακτη αποδοχή της αρμοδιότητας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από την εναγομένη, καθόσον η οποιαδήποτε παρέκταση δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 12 παρ. 3 του Κανονισμού ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη διαδικασία, της οποίας επιλαμβάνεται ο Δικαστήριο του οποίου η δικαιοδοσία παρεκτείνεται (και εν προκειμένω του Δικαστηρίου των ασφαλιστικών μέτρων) και η δικαιοδοσία αυτή εξαφανίστηκε με την οριστική περάτωση της διαδικασίας που αφορά η παρέκταση.... Επιπρόσθετα για την εφαρμογή του άρθρου 12§3 του Κανονισμού πρέπει η παρέκταση της δικαιοδοσίας να εξυπηρετεί το συμφέρον του παιδιού. Κριτήρια για τη διαπίστωση του συμφέροντος του παιδιού, είναι, μεταξύ άλλων, η δυσκολία μετακίνησης του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος από αυτό της συνήθους διαμονής του, προκειμένου να ακουσθεί εκεί σε διαδικασία γονικής μέριμνας ή η δυσκολία διεξαγωγής των σχετικών με την υπόθεση ουσιαστικών ερευνών στο Κράτος της παρέκτασης...
Εν προκειμένω, τα τέκνα των διαδίκων έχουν προσαρμοστεί πλήρως στο νέο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, καθόσον το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τη μετεγκατάσταση των τέκνων από τη Ρόδο στην πόλη ... της ...ς προσεγγίζει τα 3,5 έτη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο της συνήθους διαμονής των τέκνων προσκρούει στο κριτήριο της εγγύτητας και προεχόντως στο ίδιο το συμφέρον των τέκνων. Εν όψει των ανωτέρω κρίνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση θεμελίωσης της διεθνούς δικαιοδοσίας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως ορθώς έκρινε τούτο...". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 περί παρέκτασης της αρμοδιότητας, την οποία και δεν εφάρμοσε, αφού οι προαναφερόμενες παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό της και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά περιστατικά από την άσκηση από την αναιρεσίβλητη της από 12-11-2013 και υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 383/13-11-2013 αγωγής της κατά του αναιρεσίβλητου με αίτημα την ανάθεση στην ίδια της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους δεν συνάγεται ανεπιφύλακτη γενικότερη αποδοχή απ' αυτήν της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι η αγωγή αυτή αφ' ενός ασκήθηκε σε χρόνο προγενέστερο από τη μετοικεσία της μετά των τέκνων της στη ... και αφ' ετέρου αναφέρεται σε διαφορετική δίκη από την παρούσα, ενώ σε κάθε περίπτωση η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε κατ' άρθρ. 294 ΚΠολΔ από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής της, πράξη που έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή αυτή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, δηλαδή τα ουσιαστικά και δικονομικά αποτελέσματα από την άσκηση αυτής ανατρέπονται αναδρομικά (άρθρ. 295 ΚΠολΔ). Επίσης, όσον αφορά στην παράσταση της αναιρεσίβλητης ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων Δικαστηρίου, που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθ. 26/2015 ανακλητική απόφαση, χωρίς την προβολή απ' αυτήν ένστασης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία του δικάζοντος τότε Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ανεπιφύλακτη αποδοχή της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης. Τούτο δε διότι η παράσταση της αναιρεσίβλητης χωρίς την προβολή σχετικής ένστασης αναφέρεται σε διαφορετική από την παρούσα διαδικασία για την οποία και μόνο ισχύει η αναφερόμενη παρέκταση της αρμοδιότητας, η δε δικαιοδοσία αυτή εξαφανίστηκε με την οριστική περάτωση της διαδικασίας που αφορά η παρέκταση. Επιπλέον, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο (πλήρης προσαρμογή στο νέο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, δυσκολία μετακίνησης και διεξαγωγής της αποδεικτικής διαδικασίας σε άλλο κράτος μέλος κλπ και συνεπώς όχι στενή σχέση αυτών με την Ελλάδα) δεν συνέτρεχε περίπτωση εξυπηρέτησης του ύψιστου συμφέροντος των τέκνων και ως εκ τούτου υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 ως άνω Κανονισμού περί παρέκτασης της αρμοδιότητας. Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, το οποίο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος περί ανάθεσης αποκλειστικά σ' αυτόν της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, που δεν μπορούσε να θεμελιωθεί ούτε και στο άρθρο 12 παρ. 3 του ως άνω Κανονισμού, απέρριψε την έφεση αυτού, δεν προέβη σε αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 14 και, κατ' εκτίμηση, και 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ.176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-4-2018 αίτηση του Γ. Γ. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 51/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και της υπ' αριθ. 302/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις26 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή