Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1060 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να αναφέρονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα. Και όταν γίνεται λόγος περί "μαρτύρων υπερασπίσεως", εφ' όσον δεν εξητάσθησαν τοιούτοι, δεν υπάρχει ελλιπής αιτιολογία, αφού δεν υπήρξαν καταθέσεις των και δεν ελήφθησαν υπ' όψη. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς όταν είναι ορισμένοι και σαφείς οίοι είναι οι εκ του 32 ΠΚ, 84 παρ. 2 β, δ, ε΄ ΠΚ, άλλως το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αγοράς ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης) δεν είναι απαραίτητη η μνεία του τιμήματος και της ακριβούς ποσότητος, αφού ο νόμος δεν συνδέει το ύψος της ποινής με το βάρος των ναρκωτικών ουσιών. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1060/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δαμασκόπουλο, για αναίρεση της 1572/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1575/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση για την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα έλαβεν υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου", ήτοι αναφέρει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα. Το ότι γίνεται λόγος περί "μαρτύρων υπεράσπισης", καίτοι, όπως προκύπτει πράγματι από τα πρακτικά, δεν εξητάσθησαν τοιούτοι μάρτυρες, δεν σημαίνει ότι η απόφαση έχει ελλιπή αιτιολογία, καθ' όσον τούτο οφείλεται εις προφανή παραδρομή, αφού δε ουδόλως εξητάσθησαν μάρτυρες υπερασπίσεως, σαφώς και εναργώς προκύπτει ότι δεν υπήρξαν καταθέσεις των και πολλώ μάλλον δεν ελήφθησαν υπόψη. Εντεύθεν και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, καθ' ό σκέλος η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι αναφέρει ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ' όσον οι ισχυρισμοί αυτοί είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας τοιούτοι. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος ης πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία, να αναπτυχθούν δε και προφορικά (άρθρ. 141 παρ. 2 και 331 Κ.Π.Δ.) και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005). Ούτως είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό. Ούτω κατ' άρθρον 32 παρ. 1 ΠΚ " δεν καταλογίζεται στο δράστη η πράξη που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ιδίου ή συγγενούς του ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε". Απαιτείται, επομένως, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός και να προκύπτει εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, όχι μόνο η επίκληση της άνω διατάξεως, αλλά πρέπει, για την θεμελίωση του άνω ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση των περιστατικών που τον απαρτίζουν κατά το άνω άρθρο και δη ότι η πράξη ετελέσθη για να αποτραπεί παρών κίνδυνος, ο οποίος δεν ηδύνατο με άλλα μέσα να αποτραπεί και απειλούσε τα άνω πρόσωπα ως και ότι οι προκληθείσα και απειληθείσα βλάβες ήσαν ανάλογοι, κατά τ' άνω εκτεθέντα. Επίσης είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 β', δ', ε'ΠΚ ήτοι το ότι "ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια...... ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης", "το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" και το "ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη", είναι δε ορισμένοι όταν περιλαμβάνουν τα αναγκαία για την θεμελίωσή των περιστατικά.
Εν προκειμένω το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των άνω αποδεικτικών μέσων (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Περί το τέλος Μαΐου 2002 δόθηκε στην υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών η πληροφορία ότι μία Αλβανίδα με το όνομα (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ Χ1) που διαμένει στην περιοχή ... κατέχει και διακινεί σημαντικές ποσότητες ηρωίνης. Με νεότερη πληροφορία που δόθηκε έγινε γνωστό ότι αυτή διαμένει στην οδό ... και ότι λαμβάνει ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη διακίνηση που γίνεται μέσω τηλεφωνικών ραντεβού. Έτσι μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα η άνω Υπηρεσία εντόπισε στην ανωτέρω διεύθυνση την αλβανίδα υπήκοο Χ1 που διαμένει σε διαμέρισμα του ισογείου. Από την παρακολούθηση και έρευνα της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών διαπιστώθηκε ότι η κατηγορούμενη πραγματοποιούσε συναντήσεις και έκανε συναλλαγές με άλλα άτομα ομοεθνείς της πάντοτε με προφυλάξεις, μάλιστα δε πριν κάποιος μπει στην πολυκατοικία που βρίσκεται το διαμέρισμα επικοινωνούσε τηλεφωνικά μαζί της ή χτύπαγε την μπαλκονόπορτα, αφού το διαμέρισμα ήταν στο ισόγειο, και τη συνέχεια αυτή άνοιγε την πόρτα. Τελικά την 7-6-2002 και περί ώρα 21.30 σε έλεγχο που έγινε από όργανα της δίωξης ναρκωτικών βρέθηκε στην οικία της κατηγορουμένης ποσότητα 570 γραμ. ηρωίνης σε ξύλινο ράφι του υπνοδωματίου της σε μια νάιλον σακούλα. Η ποσότητα αυτή αποτελεί υπόλοιπο μεγαλύτερης ποσότητας την οποία αυτή είχε αγοράσει από άγνωστο άτομο με σκοπό την εμπορία και είχε απομείνει μετά τις κατ' εξακολούθηση ανωτέρω πωλήσεις προς τα άτομα που την επισκέπτονταν. Από τις εν λόγω πωλήσεις εισέπραξε τίμημα τουλάχιστον 3.900 ευρώ που βρέθηκαν στο σπίτι της, ποσό που δεν δικαιολογείται, αφού κατά την ίδια χρονική περίοδο εκείνη ήταν άνεργη και άρρωστη, όφειλε δε στο Ιατρικό Κέντρο για τη νοσηλεία της σ' αυτό ποσό 6.732,89 ευρώ. Ουδόλως αποδείχθηκε δανεισμός του αντίστοιχου ποσού. Επίσης βρέθηκε σε κομοδίνο του δωματίου της και ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στο όνομά της με χρηματικό υπόλοιπο ποσό 4.226,46 ευρώ και στο τραπέζι του σαλονιού ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατηγορουμένη είχε και οικιακή βοηθό την ομοεθνή της ..., την οποία κατά δήλωσή της πλήρωνε με 100 ευρώ την εβδομάδα. Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενη αγόρασε με σκοπό την εμπορία ποσότητα ηρωίνης μεγαλύτερη των 570 γραμ., που κατασχέθηκε, την οποία πώλησε κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Αποδεικνύεται επίσης ότι κατείχε με σκοπό την εμπορία την ποσότητα των 570 γραμ. ηρωίνης, την οποία φύλασσε στην οικία της και την εξουσίαζε, μπορούσε δε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να διαθέτει πραγματικά. Τις πράξεις αυτές τέλεσε με πρόθεση γνωρίζοντας ότι πρόκειται περί απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας και θέλοντας την πραγματοποίησή τους. Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι η τοποθέτηση της ηρωίνης στο διαμέρισμά της έγινε κατόπιν απειλών και λόγω του φόβου που της προκαλούσε ο πραγματικός κάτοχος της ποσότητας ομοεθνής της Ψ1, ο οποίος παλιότερα μάλιστα την εξέδιδε και ο οποίος την απείλησε σοβαρά ότι θα την σκοτώσει, αν δεν δεχόταν να φυλάσσει στο σπίτι της τα ναρκωτικά που αυτός είχε αγοράσει και πωλούσε και ότι έτσι ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε πράξη που να εκδηλώνει φυσική εξουσίαση στα ναρκωτικά, ότι επικουρικώς τέλεσε την πράξη της κατοχής σε κατάσταση που αίρει τον καταλογισμό κατ' άρθρο 32 Π.Κ. και άλλως να μεταβληθεί επιτρεπτώς η κατηγορία σε απλή συνέργεια σε κατοχή ναρκωτικών. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ουδόλως αποδείχθηκαν και πρέπει να απορριφθούν. Ανεξάρτητα αν η κατηγορούμενη είχε και συναυτουργό, αυτή τέλεσε τις προαναφερθείσες πράξεις κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Και δεν μπορεί να γίνει πειστικός ο ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε παρόλα αυτά το τηλέφωνο και την διεύθυνση του επικαλούμενου (ΑΝΑΦΕΡΤΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ Ψ1). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ομόφωνα ένοχη κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία και κατά πλειοψηφία (4-1) ένοχος αγοράς και πωλήσεως. Ένα μέλος του Δικαστηρίου ο Εφέτης κ. Αθανάσιος Καγκάνης έχει τη γνώμη ότι η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί αθώα αγοράς και πωλήσεως, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή είχε αγοράσει την ποσότητα των ναρκωτικών, ούτε αποδείχθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε πράξη πώλησης. Μάλιστα τα αστυνομικά όργανα παρά την παρακολούθηση ουδένα συνέλαβαν που να συναλλάσσεται μαζί της. Πρέπει, περαιτέρω ομόφωνα να χορηγηθεί στην κατηγορουμένη το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, καθόσον μετά την πράξη της για μεγάλο διάστημα συμπεριφέρθηκε καλώς, απορρίπτει δε το αίτημα για λοιπά ελαφρυντικά. Τέλος δε πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη για τα πλημ/τα κατ' άρθρο 31 και 32 Ν. 3346/2005". Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες και κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τις αποδείξεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων του Ν. περί Ναρκωτικών που εφήρμοσε (άρθρ. 26 παρ. 1, 27. 5 παρ. 1 β-ζ', 2 Ν. 1729/1987 όπως Ισχύει). Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν σχετικά με την κατοχή, η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τα διαθέσει κατά βούληση, σχετικά με την αγορά, οι συνθήκες αυτής, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά και μνεία της μεγαλυτέρας ποσότητος των ναρκωτικών που είχε αγοράσει, εκ των οποίων ευρέθησαν 570 γραμμάρια ηρωίνης, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση αυτής (αγοράς), ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αναφορά του επιτευχθέντος τιμήματος.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος, αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ των άνω ελλείψεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε με αυτόν και υπό την επίκλησή του πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων εις το πλαίσιο της αρνήσεως της κατηγορίας, αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, όσον αφορά τον εκ του άρθρου 32 Π.Κ. ισχυρισμόν, ούτος προεβλήθη ως εξής: "Όπως ήδη Σας εξέθεσα η τοποθέτηση της επίδικης ποσότητας στο διαμέρισμα που διέμενα έγινε κατόπιν απειλών και λόγω του φόβου που μου προκαλούσε ο πραγματικός κάτοχος της ποσότητας, ο οποίος και επί διετία με εξέδιδε και μου παρείχε προστασία λαμβάνοντας μέρος των χρημάτων που αποκέρδαινα από την πορνεία. Έτσι λόγω του αναμφισβήτητου γεγονότος της σωματικής αδυναμίας μου να εργαστώ μετά τη σοβαρή εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκα με απειλές και την επιβολή που διέθετε με υποχρέωσε να ανεχθώ την τοποθέτηση στο σπίτι που διέμενα της εν λόγω τσάντας, της οποίας αγνοούσα τον προορισμό (εμπορικό ή άλλο). Τυχόν άρνησή μου γνώριζα ότι θα οδηγούσε σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή μου και την σωματική ακεραιτότητά μου, αφού ο συγκεκριμένος άνθρωπος πολλάκις στο παρελθόν είχε ασκήσει σωματική βία και με είχε απειλήσει με μαχαίρι προκειμένου να συνταχθώ με την βούλησή του. Ουδέποτε άσκησα οιαδήποτε πράξη που να εκδηλώνει φυσική εξουσίαση στα ναρκωτικά, αντιθέτως, παρακαλούσα τον κάτοχό τους, κάθε φορά που με επισκεπτόταν να τα παραλάβει από το σπίτι μου γιατί φοβόμουν. Όμως δεν το έπραξε παρά τις αντίθετες υποσχέσεις του". Όμως υπό τα περιστατικά αυτά ο ισχυρισμό αυτός είναι αόριστος και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αν και απήντησε ότι δεν απεδείχθη. Επίσης οι περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμοί προεβλήθησαν ως εξής: "ΑΙΤΗΜΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ" Όπως προανέφερα, η αποδοχή της παρακατάθεσης των ναρκωτικών ουσιών έγινε υπό την επίδραση σοβαρής απειλής για την ζωή και την υγεία μου και την επιβολή που μου ασκούσε ο προαγωγός - προστάτης μου Ψ1 δεδομένου μάλιστα ότι δεν εξοικονομούσε χρήματα από την εκμετάλλευσή μου ως πόρνης κατά το διάστημα της νοσηλείας και της αναρρώσεώς του". "Ήδη εξέτισα 2,5 έτη από την ποινή μου στης γυναικείες φυλακές ..., σε πολύ αντίξοες συνθήκες λόγω και των συνεχών προβλημάτων υγείας που παρουσίαζα και εξακολουθώ να έχω και που οδήγησαν στην αποφυλάκισή μου με απόφαση του Δικαστηρίου Σας. Από τη στιγμή της σύλληψής μου και μετά έχω συντριβεί ψυχικά και σωματικά, διαισθανόμενη τη σημασία των πράξεών μου και για τούτο παρά τη αποφυλάκισή μου, δεν επιχείρησα να διαφύγω, αλλά επεδίωξα να παραμείνω, να λογοδοτήσω ενώπιόν Σας και να υποστώ τις αναλογικώς απαιτούμενες συνέπειες των πράξεών μου". Και αυτοί οι ισχυρισμοί ήσαν αόριστοι, χωρίς ειδικά και συγκεκριμένα περιστατικά για την θεμελίωσή των και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα.
Συνεπώς ο αυτός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το σκέλος που αφορά την απόρριψη του εκ του άρθρου 32 ΠΚ ισχυρισμού και κατ' εκτίμηση τον ισχυρισμόν εκ του άρθρου 84 παρ. 2 β' προς δε και τον εκ του αυτού άρθρου παρ. 2 δ' ΠΚ ισχυρισμόν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στο δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Ιουλίου 2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1572/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή