Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2078 / 2007    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Απιστία.




Περίληψη:
Αιτιολογία. Στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η προσβαλλομένη απόφαση γιατί δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε αναγνωσθείσα αμετάκλητη αθωωτική απόφαση κατηγορηθέντος για απιστία, ο οποίος κατεδικάσθη σε άλλη δίκη για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος, πράξεως τελεσθείσης από συμβολαιογράφο που συνέταξε τα μεταβιβαστικά συμβόλαια του Συνεταιρισμού, τόσο μάλλον καθόσον η παράβαση καθήκοντος, ως επικουρική απορροφάται από την πράξη της απιστίας. Αναιρεί και ΠΟΠΔ λόγω παραγραφής, για μερικότε-ρες πράξεις του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, λόγω παρόδου οκταετίας από την τέλεση αυτού. Παραπέμπει κατά τα λοιπά στο ίδιο δικαστήριο






Αριθμός 2078/2007



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



E΄ Ποινικό Τμήμα



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Ιωάννη Παπουτσή, (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Βιολέτας Κυτέα) Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βασιλείου και 2) χ2 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταυρίδη, περί αναιρέσεως των: α) 1526, 1556/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και β) 2249/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) χ3 και 2) χ4.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών και το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους, διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Απριλίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 830/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να απορριφθεί η με ημερομηνία 23-4-2007 αίτηση της χ1 κατά το μέρος που αναφέρεται στην αναίρεση της με αρ. 2249/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και β) να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις των χ1 και χ2 κατά της με αριθμ. 1526/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αίτηση αναιρέσεως της χ1, καθό μέρος στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ΄ αριθμ. 2249/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπ΄ αριθμ. 1526, 1556/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας παραδεκτώς στρέφεται η αναίρεση, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη (άρθρ. 504, 476 § 1 ΚΠΔ).
Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους ήχθη στην ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο (ή το δικαστήριο) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξ άλλου, η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ΄αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ΄ είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά εξ αυτών κατ΄ επιλογήν, χωρίς να είναι απαραίτητο, ενόψει και του άρθρου 177 § 1 ΚΠΔ, που εισάγει την αρχή της ηθικής αποδείξεως, να γίνεται (στην απόφαση ή το βούλευμα) αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και να αναφέρεται ποια πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο που την εξέδωσε, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες, κρίση του (για παράβαση καθήκοντος για την αναιρεσείουσα χ1 και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή για τον αναιρεσείοντα χ2), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως κατά λέξη αναφέρεται: "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως.... τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία ανεγνώσθησαν, καθώς και τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων.....". Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων είναι και η υπ΄ αριθμ. 3731/2005 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, με τον συναφή λόγο αναιρέσεως καθένας τους, κηρύχθηκαν αθώοι τα μέλη του Δ.Σ. του Παραθεριστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού Υπαλλήλων Υπουργείου Γεωργίας η "ΕΣΤΙΑ", μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων χ2, της κατηγορίας για απιστία από κοινού, πράξη που φέρεται απ΄ αυτούς τελεσθείσα εις βάρος του παραπάνω Συνεταιρισμού, γιατί προέβησαν στη μεταβίβαση εκστάσεων αυτού (Συνεταιρισμού) σε μέλη του με τα υπ΄ αριθμ. ........, ........, ........., .......... και ......... συμβόλαια της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου Αγγελικής Κωτσομύτη-Βασιλείου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 § 7 ΝΔ 86/1977, 7 § 3 ΠΔ 93/1987 και του Καταστατικού του Συνεταιρισμού. Κηρύχθηκαν δε αθώοι γιατί έγινε δεκτό από το δικαστήριο εκείνο ότι δεν απεδείχθη ότι με γνώση τους εζημίωσαν τον Συνεταιρισμό. Έτσι, ενόψει της αναφοράς της πληττομένης αποφάσεως στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Πενταμελές Εφετείου που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του και την προαναφερθείσα αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οπότε δεν προκύπτει ότι το Εφετείο αξιολόγησε όλα τα μέσα αποδείξεως, αφού στο σκεπτικό της πληττομένης αποφάσεως δεν γίνεται καμία μνεία της ανωτέρω αποφάσεως που φέρεται αναγνωσθείσα, περί του ότι δηλαδή δεν προκλήθηκε ζημία στον Συνεταιρισμό από την απιστία που φέρεται ότι διέπραξαν εις βάρος του τα μέλη του ΔΣ αυτού, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, τόσο μάλλον καθόσον η αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, ως επικουρική, απορροφάται από την πράξη της απιστίας.
Ενόψει των προεκτεθέντων, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1Δ ΚΠΔ αντίστοιχος λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων, παρελκούσης μετά ταύτα, ως αλυσιτελών, της έρευνας των λοιπών λόγων των αιτήσεων. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.
Από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία έχει θεσπισθεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα, είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους, λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Επομένως, η κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλειά της και η παραγραφή κάθε μιάς από αυτές αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε, κατά το άρθρο 112 ΠΚ. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 112 και των όμοιων 111 και 113 ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1β, 370 στοιχ. β΄ και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον ’ρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ΄ αυτήν, σύμφωνα με τα άρθρα 474 § 2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κάθε αναιρεσείων καταδικάστηκε σε (ενιαία) ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και ειδικότερα η εξ αυτών χ1 για παράβαση καθήκοντος, ο δε χ2 για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, οι πράξεις δε αυτές φέρονται τελεσθείσες κατ' εξακολούθηση και δη την 9.11.1999, 11.11.1999, 26.11.1999 και 30.12.1999. Οι μερικότερες πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στις 9.11.1999, 11.11.1999 και 26.11.1999 έχουν υποπέσει σε παραγραφή, γιατί από τους χρόνους εκείνους μέχρι τη δημοσίευση της παρούσης παρήλθε χρονικό διάστημα, υπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, μεγαλύτερο της οκταετίας και το αξιόποινο των μερικοτέρων αυτών πράξεων έχει εξαλειφθεί με παραγραφή.
Αναιρουμένης, κατά τα ανωτέρω της αποφάσεως, πρέπει η κατά των κατηγορουμένων ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις προαναφερθείσες πράξεις, να παύσει οριστικώς και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα συζήτηση στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, το οποίο, όμως, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 510 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Απριλίου 2007 αίτηση της χ1, για αναίρεση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 2249/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1526 και 1556/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παύει οριστικώς την κατά των κατηγορουμένων ασκηθείσα ποινική δίωξη (για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος εις βάρος της αναιρεσείουσας χ1 και για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας εις την παραπάνω πράξη εις βάρος του αναιρεσείοντος χ2), και ειδικότερα για τις επί μέρους εκείνες πράξεις που έχουν τελεσθεί από τους αναιρεσείοντες στις 9 Νοεμβρίου 1999, 11 Νοεμβρίου 1999 και 26 Νοεμβρίου 1999, όπως οι πράξεις αυτές εξειδικεύονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενον από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2007.






Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή