(Google automatic translation - use translated scripts with caution)


Court decision number 1757 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή.




Περίληψη:
Έκδοση εικονικών τιμολογίων. Έννοια πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Παράβαση άρθρου 19 Ν. 2523/1997. Παραγραφή από το χρόνο που διαπιστώθηκε το παραπάνω έγκλημα (πλημμέλημα) ήτοι, από την ημερομηνία θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Διευθυντή της Δ.ΟΥ.. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αλλά και υπέρβαση εξουσίας από το δικαστήριο ουσίας που εφάρμοσε ως προς έναρξη χρόνου παραγραφής τις διατάξεις των άρθρων 111, 112, 113 ΠΚ και για μερικότερες πράξεις έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για πράξεις χρονικού διαστήματος που δεν είχαν παραγραφεί και κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος. Αναιρεί και ως προς το άνω κεφάλαιό της και παραπέμπει στο ίδιο ακροατήριο για νέα συζήτηση.




Αριθμός 1757/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της ΒΤ 5379/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σχινά και με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αντώνιο Αντωνίου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 62/05.12.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1938/2008
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη τους από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (§ 1 περ. Δ), η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (§ 1 περ. Ε) και η υπέρβαση εξουσίας (§1 περ. Η). Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτικής απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον. κατηγορούμενο η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου (ΚΠΔ 504, 505, 510) άσκησε αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 5379/2008 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Π.Δ. στις 14-11-2008 [βλ. βεβαίωση του οικείου γραμματέα] και με την οποία, αφενός κηρύχθηκε αθώος ο Χ της παραβάσεως εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, αφετέρου έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη άλλων μερικότερων πράξεων του άνω εγκλήματος, διότι η ως άνω απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 19 ν. 2523/97 και υπερέβη την εξουσία του.
Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη - λόγω παραγραφής - για τις πράξεις από 13-1-1998 έως 16-9-2000 κατά του κατηγορουμένου ο οποίος με την ιδιότητα του διαχειριστή ατομικής επιχείρησης εξέδωσε τα παρακάτω τιμολόγια "τιμολόγια πώλησης της επιχείρησης "ALFA INTERNATIONAL s.r.l , β) κήρυξε αυτόν αθώο του ότι εξέδωσε από 20-9-2000 έως 4-4-2001 τα παρακάτω εικονικά τιμολόγια πώλησης της επιχείρησης "ALFA INTERNATIONAL s.r.l.". Ως λόγοι δε που καθιστούν την ως άνω απόφαση αναιρετέα προβάλλονται η έλλειψη σε αυτήν ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με το σκεπτικό και την αιτιολογία της ως άνω απόφασης που κατέληξε στην αθώωσή μου από τις αποδιδόμενες πράξεις, και η εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 και η υπέρβαση των ορίων εξουσίας του κρίνοντος Δικαστηρίου κατά το μέρος που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για μερικότερες πράξεις του εγκλήματος που του αποδίδεται (παράβαση εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων).
Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικό φορολογικό στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με. την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (όρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του όρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ. α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του όρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 5.379/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς: α) έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για τον κατηγορούμενο, κατά τα ανωτέρω, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του w. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση (έκδοση εικονικών τιμολογίων), που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 13-1-1998 έως 16-9-2000 και β) κηρύχθηκε αυτός αθώος του ότι εξέδωσε από 20-9-2000 έως 4-4-2001 τα παρακάτω εικονικά τιμολόγια. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 19-9-2008, ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής, λόγω παρόδου οκταετίας για τις μέχρι την 16-9-2000, μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος. Επί του ζητήματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε διάκριση των τιμολογίων που εκδόθηκαν: α) από 20-9-2000 έως την 4-4-2001 και β) των τιμολογίων που εκδόθηκαν από 13-1-1998 έως 16-9-2000, δέχθηκε δε, κατά πιστή αντιγραφή τους σκεπτικού της, τα παρακάτω: "Κατά το χρονικό διάστημα από την 20-9-2000 έως την 4-4-2001, εκδόθηκαν τα τιμολόγια που αναφέρονται αναλυτικώς στο διατακτικό της παρούσας, για συναλλαγές που φέρονται να διενεργήθηκαν με διάφορα τρίτα πρόσωπα (επιχειρήσεις κλπ) και ειδικότερα για πωλήσεις διαφορών ειδών ενδύσεως. Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διαχειριστή ατομικής επιχείρησης, που αφορά τα ως άνω τιμολόγια, όπως κατηγορείται αλλά αυτός ενεργούσε για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "ALFA INTERNATIONAL s.r.l.", η οποία είχε συσταθεί και δραστηριοποιείτο νομίμως στη ... της ..., που ήταν η έδρα της και η οποία πώλησε τα ως άνω εμπορεύματα προς τρίτους. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος λειτουργούσε ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών το εμπόριο ενδυμάτων, στην οδό ... αρ. ... στον ..., όπως κατηγορείται, αφού προέκυψε ότι στο διαμέρισμα της οικοδομής που βρίσκεται εκεί, διενεργείτο μόνον ο δειγματισμός των σχετικών ειδών προς τρίτους, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η σχετική παραγγελία προς την προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρία, η οποία ήταν πωλήτρια των ειδών αυτών. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε ατομικώς ο ίδιος τα ως άνω τιμολόγια, για τα οποία κατηγορείται, αφού προέκυψε ότι αυτά είχαν εκδοθεί για λογαριασμό της προαναφερθείσας αλλοδαπής εταιρίας από το νόμιμο εκπρόσωπο της, ενόψει του ότι αυτά φέρουν την επωνυμία της ως πωλήτριας των ειδών αυτών. Σημειωτέον ότι, ενόψει της ιδιότητας της προαναφερθείσας εταιρίας ως αλλοδαπής, τα ως άνω τιμολόγια αφορούν διεθνή συναλλαγή, μάλιστα διενεργηθείσα εντός του χώρου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, κατά συνέπεια έχουν εφαρμογή σ' αυτήν οι σχετικοί κανόνες δικαίου περί της ελευθέρας διακινήσεως των εμπορευμάτων. Έτσι, δεν αποδείχθηκε ότι τα ως άνω τιμολόγια εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές προκειμένου να διευκολυνθούν οι αποδεχθείσες αυτά επιχειρήσεις, με σκοπό την απόκρυψη φορολογικής ύλης, όπως κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τα τιμολόγια αυτά αφορούν πραγματοποιηθείσες πωλήσεις των ως άνω ειδών από την εταιρία με την επωνυμία "ALFA INTERNATIONAL s.r.l." προς τις αναφερόμενες σ' αυτά εκάστοτε επιχειρήσεις. Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ανέπτυξε αποκλειστικώς διαμεσολαβητική δραστηριότητα αναφορικά με τις εν λόγω συναλλαγές (δειγματισμός ειδών, επικοινωνία στην Ελλάδα με υποψήφιους αγοραστές κλπ) δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν από τον ίδιο για δικό του λογαριασμό, ούτε ότι αυτός, άνευ άλλου τινός στοιχείου, είναι ποινικώς υπεύθυνος για τις ως άνω συναλλαγές της προαναφερθείσας αλλοδαπής εταιρίας. Μάλιστα, μόνον το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν τήρησε τις τυχόν φορολογικού χαρακτήρα διατυπώσεις, αναφορικά με την ως άνω διαμεσολαβητική εμπορική δραστηριότητά του, δεν μπορεί να θεμελιώσει ποινική ευθύνη αυτού για την έκδοση των ένδικων τιμολογίων, έστω και αν αυτά θεωρηθούν ως εικονικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 19 ν. 2523/1997), δηλαδή ότι αφορούν συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι εν λόγω συναλλαγές δεν πραγματοποιήθηκαν ατομικώς από τον κατηγορούμενο, αλλά από την εταιρία με την επωνυμία "ALFA INTERNATIONAL s.r.l.", η οποία σε κάθε περίπτωση όφειλε να τηρήσει τις σχετικές φορολογικές διατυπώσεις (δηλαδή ο νόμιμος εκπρόσωπός της), σε περίπτωση που απαιτείτο να τηρηθούν τέτοιες εκτός της Ιταλίας (που είχαν διενεργηθεί) και στην Ελλάδα. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ότι η προαναφερθείσα εταιρία λειτουργούσε νομίμως στην ..., σε συνδυασμό με τους γενικώς ισχύοντες κανόνες περί της ελευθέρας διακινήσεως των αγαθών μεταξύ χωρών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο κατηγορούμενος ευλόγως είχε την πεποίθηση ότι μπορούσε να αναπτύξει στην Ελλάδα την ως άνω διαμεσολαβητική εμπορική δραστηριότητα για λογαριασμό αυτής, κατά συνέπεια αυτός δεν είχε την πρόθεση να συμμετάσχει σε παράνομες
συναλλαγές. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, δεν στοιχειοθετούνται τα στοιχεία (αντικειμενικά και υποκειμενικά) του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, επομένως πρέπει να κηρυχθεί- αυτός αθώος (όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από την 20-9-2000 έως την 4-4-2001). Στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ ορίζεται "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες διατάξεις για τον κατηγορούμενο". Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής συνάγεται ότι το ευμενέστερο του ενός ή του άλλου ποινικού νόμου θα κριθεί βάσει των συγκεκριμένων στοιχείων κάθε περίπτωσης και όχι αφηρημένα. Περαιτέρω, όσον αφορά την ποινική δίωξη του κατ' άρθρον 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997 (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004), εγκλήματος περί φοροδιαφυγής για έκδοση η αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, το άρθρο 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου ορίζει ότι ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, ενώ "κατ' εξαίρεση", στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης. Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδάφιο 3 της άνω παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 2423/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2753/1999. Επίσης, ως προς την παραγραφή του εν λόγω εγκλήματος ο νόμος 2523/1997, με την παρ. 10 του άρθρου 21 όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στα πλημμελήματα που προβλέπονται στο άρθρο 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 12 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 17, 111 και 112 του ΠΚ, κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τέλεσης τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Τούτο προκύπτει και από το ότι, με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενέργησε τον έλεγχο". Όμως, η με το ν. 2954/2001 ως άνω προσθήκη, με την οποία επιμηκύνεται ο χρόνος της παραγραφής των εγκλημάτων του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, αφού η έναρξή της, αντί του χρόνου τέλεσης της πράξης, που έως τότε ίσχυε κατά τα προαναφερόμενα, αφετηριάζεται στο μετέπειτα χρόνο διαπίστωσης αυτής, με αποτέλεσμα η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής και η εξάλειψη του αξιοποίνου να επέρχεται βραδύτερα από ότι προβλεπόταν με τις προηγούμενες διατάξεις, δεν εφαρμόζεται σε πράξεις που τελέστηκαν από την έναρξη ισχύος του ν. 2523/1997 (1-1-1998 κατ' άρθρον 38 παρ. 5 του νόμου αυτού) έως την έναρξη ισχύος του ν. 2954/2001 (2-11-2001), αφού οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 8 του τελευταίου αυτού νόμου, είναι δυσμενέστερες ως προς το θέμα της παραγραφής για τον κατηγορούμενο και δεν εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (βλ. ΑΠ 786/2008 Λογιστής 2008 985, ΑΠ 1009/2006 ΝΟΜΟΣ, ΆΠ 616/2006 ΠοινΧρ 2007 140, ΣυμΕφΘεσ 766/2005 ΠοινΔ/νη 2006 267). Στην προκειμένη περίπτωση με την εκκαλουμένη με αριθμό AM 10283/2007 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ως ένοχος της ένδικης αξιόποινης πράξης της έκδοσης εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση (άρθρο 19 του ν. 2523/1997) και για τις μερικότερες πράξεις που φέρονται να έχουν τελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα από την 13-1-1998 έως τη 16-9-2000, ενώ για τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από την 7-11-1996 έως την 2-12-1997 το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (ως προς το τελευταίο κεφάλαιο δεν εκκαλείται η απόφαση αυτή, βλ. τη με αριθμό 1538/2007 έκθεση έφεσης). Όμως, όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από την 13-1-1998 έως τη 16-9-2000, ενόψει του ότι από τον ως άνω χρόνο τέλεσης τους μέχρι σήμερα, ήδη, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, για τις επιμέρους πράξεις αυτές να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω συμπληρώσεως του νομίμου χρόνου παραγραφής (άρθρα 17, 111, 112, 113 του ΠΚ και 370 εδ β του ΚΠοινΔ), γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού που προέβαλλε ο κατηγορούμενος ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη στην αυτή διάκριση στο διατακτικό της, και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής κατά του κατηγορουμένου για την πράξη: "Στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 13-1-1998 έως 16-9-2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής. Ειδικότερα με την ιδιότητα του διαχειριστή ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο εργασιών το εμπόριο ενδυμάτων στην οδό ... αρ. ..., εξέδωσε τα παρακάτω εικονικά τιμολόγια, προς διάφορες επιχειρήσεις για χρήσεις των ετών 1998, 1999, 2000 και 2001.
ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ALFA INTERNASIONAL s.p.l. ΕΤΟΥΣ 1998 Α/Α ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ ΣΕ ΔΡΧ.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΑΒΕ
1. 1/98/13.1.98 323.000 ...
2. 2/98/24.1.98 239.828 ...
3. 3/98/24.1.98 88.704 ...
4. 4/98/28.1.98 145.152 ... Ο.Ε.
5. 6/98/13.3.98 149.246 ... Ε.Ε.
6. 7/98/17.3.98 883.473 ... Ο.Ε.
7. 8/98/17.3.98 889.865 ...
8. 9/98/18.3.98 96.900 ...
9. 10/98/19.3.98 33.810 ... Ε.Ε.
10. 11/98/25.4.98 3.296.615 ...
11. 12/98/8.5.98 238.213 ...
12. 13/98/12.5.98 180.880 ...
13. 14/98/15.5.98 248.710 ...
14. 15/98/25.6.98 88.825 ΙΟΛΚΟΣ Α.Ε.
15. 16/98/25.6.98 266.475 BRAVI ΕΠΕ
16. 17/98/30.6.98 557.175 ...
17. 18/98/3.7.98 1.889.550 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
18. 19/98/4.9.98 421.515 ΙΟΛΚΟΣ Α.Ε.
19. 20/98/9.9.98 131.708 ... Ε.Ε.
20. 21/98/11.9.98 820.420 ...
21. 22/98/12.9.98 152.618 ...
22. 23/98/22.10.98 . 831.725 ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
23. 24/98/23.10.98 129.200 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
24. 26/98/20.11.98 295.868 ...
25. 27/98/24.11.98 427.329 ...
26. 28/98/24.11.98 264.537 ELTEX ΕΠΕ
27. 29/98/18.12.98 938.315 ...
ΣΥΝΟΛΟ 14.029.656
ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ALFA INTERNASIONAL s.p.l. ΕΤΟΥΣ 1999 Α/Α ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ ΣΕ ΔΡΧ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΑΒΕ
1. 1/99/6.1.99 52.228 ...
2. 2/99/12.1.99 925.229 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
3. 3/99/12.1.99 618.260 ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
4. 4/99/13.1.99 204.069 ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
5. 5/99/15.1.99 430.447 ELTEX ΕΠΕ
6. 6/99/4.3.99 529.801 ...
7. 7/99/4.3.99 535.854 ...
8. 8/99/6.3.99 157.375 ΙΟΛΚΟΣ Α.Ε.
9. 9/99/8.3.99 166.022 ΕΝΔΥΣΗ ΕΠΕ
10. 10/99/2.4.99 471.607 ...
11. 11/99/3.4.99 356.775 ...
12. 12/99/5.4.99 924.191 ... ΕΠΕ
13. 13/99/5.4.99 312.329 ΝΙΚΟΛΑΟΥ -ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
14. 14/99/9.4.99 94.252 ...
15. 15/99/22.4.99 289.388 ... Ο.Ε.
16. 16/99/29.4.99 290.539 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
17. 17/99/3.5.99 1.133.102 ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
18. 18/99/8.6.99 296.246 ... ΕΠΕ
19. 19/99/8.6.99 64.956 ...
20. 20/99/8.6.99 429.582 ...
21. 21/99/11.6.99 276.012 ...
22. 22/99/14.6.99 97.687 ...
23. 23/99/15.6.99 378.738 VIRUS ΕΠΕ
24. 24/99/15.6.99 96.846 VIRUS ΕΠΕ
25. 25/99/16.6.99 253.357 ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ Α.Ε.
26. 26/99/16.6.99 90.793 ...
27. 27/99/18.6.99 265.600 ...
28. 28/99/20.7.99 276.704 ...
29. 29/99/20.7.99 881.994 ...
30. 30/99/1.9.99 77.823 ... ΕΠΕ
31. 31/99/3.9.99 365.768 ...
32. 32/99/3.9.99 273.591 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
33. 33/99/9.9.99 276.704 ELTEX ΕΠΕ
34. 34/99/9.9.99 645.930 ...
35. 35/99/16.9.99 255.951 ...
36. 36/99/14.10.99 1.106.816 ...-... Ο.Ε.
37. 37/99/22.10.99 742.258 ...-... Ο.Ε.
38. 38/99/25.10.99 98.575 ... ΕΠΕ
39. 39/99/27.10.99 460.885 ...
40. 40/S9/27.10.99 514.496 ...
41. 41/99/29.10.99 935.605 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
42. 42/99/22.11.99 110.681 ...
43. 43/99/24.11.99 166.022 ... ΕΠΕ
44. 44/99/4.12.99 96.846 ...
45. 45/99/21.12.99 122.670 ...
46. 46/99/22.12.99 312.329 ...-... Ο.Ε
47. 47/99/27.12.99 321.088 ...
ΣΥΝΟΛΟ 17.784.021
ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ALFA INTERNASIONAL s.p.l. ΕΤΟΥΣ 2000 Α/Α ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ ΣΕ ΔΡΧ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΑΒΕ
1. 1/2000/25.1.2000 436.661 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
2. 2/2000/2.2.2000 854.260 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
3. 3/2000/15.3.2000 112.254 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
4. 4/2000/26.3.2000 287.695 ...
5. 5/2000/1.4.2000 190.620 ΕΝΔΥΣΗ ΕΠΕ
6. 6/2000/1.4.2000 111.195 ...-... Ο.Ε.
7. 7/2000/17.4.2000 152.424 ...
8. 8/2000/19.4.2000 256.807 Π. ΤΕΣΤΕΜΠΑΣΗΣ ΕΠΕ
9. 9/2000/24.4.2000 545.738 ...
10. 10/2000/25.4.2000 754.361 ...-... Ο.Ε.
11. 11/2000/26.4.2000 776.600 ...
12. 12/2000/26.4.2000 1.318.102 ...
13. 13/2000/3.6.2000 382.354 ...
14. 14/2000/5.6.2000 540.090 ...-... Ο.Ε
15. 15/2000/15.6.2000 942,025 ...
16. 16/2000/16.6.2000 874,734 ...
17. 17/2000/29.6.2000 84.014 ...
18. 18/2000/30.6.2000 211.800 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
19. 19/2000/1.7.2000 887795 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
20. 20/2000/1.7.2000 1.173.019 VIRUS ΕΠΕ
21. 21/2000/5.8.2000 190.620 ΕΝΔΥΣΗ ΕΠΕ
22. 22/2000/11.9.2000 247.100 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
23. 23/2000/15.9.2000 376.827 ...-... Ο.Ε.
24. 24/2000/16.9.2000 936.484 ...
Εξάλλου το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο, του ότι: Στο ίδιο τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 20-9-2000 έως 4-4-01 εξέδωσε τα παρακάτω εικονικά τιμολόγια προς διάφορες επιχειρήσεις για τις χρήσεις έτους 2000:
25. 25/2000/20.9.2000 180.030 ...
26. 26/2000/17.10.2000 529.500 ...-... Ο.Ε
27. 27/2000/30.10.2000 201.085 ... Ε.Ε.
28. 28/2000/31.10.2000 818.960 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
29. 29/2000/1.11.2000 68.835 ...-... Ο.Ε.
30. 30/2000/6.11.2000 210.917 ... ΕΠΕ
31. 31/2000/6.11.2000 1.410.941 ΝΙΜΥ ΕΠΕ
32. 32/2000/7.11.2000 236.510 ...
33. 33/2000/18.12.2000 604.512 ...-... Ο.Ε.
34. 34/2000/19.12.2000 391.600 ...
35. 35/2000/21.12.2000 388.300 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
36. 36/2000/29.12.2000 344.175 ΝΙΜΥ ΕΠΕ
37. 37/2000/30.12.2000 788.778 ...
38. 38/2000/30.12.2000 521.557 ...
ΣΥΝΟΛΟ 18.839.279
ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ALFA INTERNASIONAL s.p.l. ΕΤΟΥΣ 2001 Α/Α ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ ΣΕ ΔΡΧ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΑΒΕ
1. 1/2001/10.1.2001 492.744 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
2. 2/2001/12.2.2001 181.262 ... Ο.Ε
3. 3/2001/15.2.2001 487.472 ... Ο.Ε
4. 4/2001/15.2.2001 54.378 ...
5. 5/2001/17.2.2001 51.386 ...
6. 6/2001/18.2.2001 498.500 ...
7. 7/2001/26.2.2001 354.775 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
8. 8/2001/27.2.2001 306.205 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
9. 9/2001/28.2.2001 203.784 ...-... Ο.Ε.
10. 10/2001/5.3.2001 119.314 ... ΕΠΕ
11. 11/2001/6.3.2001 318.699 ΝΙΜΥ ΕΠΕ
12. 12/2001/14.3.2001 97.140 ΕΝΔΥΣΗ ΕΠΕ
13. 13/2001/16.3.2001 118.243 ... Ε.Ε.
14. 14/2001/21.3.2000 1.481.240 Β.B.F.A ΕΠΕ
15. 15/2001/3.4.2001 270.833 CASA DI FIRME
16. 16/2001/4.4.2001 1.311.775 B.B.F.A ΕΠΕ
ΣΥΝΟΛΟ 6.347.750 τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους προκειμένου να διευκολυνθούν οι αποδεχθείσες αυτά επιχειρήσεις γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Με βάση τα παραπάνω, το δικάσαν επί της ουσίας Δικαστήριο: Α) Ως προς τα τιμολόγια από 13-1-1998 έως την 16-9-2000, δέχθηκε ότι το αξιόποινο της παραπάνω πράξεως παραγράφηκε, με την αιτιολογία ότι η πράξη της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση έλαβε χώρα από 13-1-1998 έως και 16-9-2000 και από τον ως άνω χρόνο τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων, μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών. Έτσι όμως όπως έκρινε το ως εφετείο δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, έσφαλε, διότι, από τον χρόνο που διαπιστώθηκε το παραπάνω έγκλημα, το οποίο είναι πλημμέλημα, ήτοι από την ημερομηνία της θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Διευθυντή του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Πειραιώς, από την οποία αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος, δηλαδή την 6-2-2004 μέχρι τις 11-7-2008, που επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο, δεν παρήλθε πενταετία και επομένως δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή. Έτσι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραβιάστηκαν οι αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις και πρέπει η παραπάνω απόφαση να αναιρεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγω εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά και λόγω υπερβάσεως εξουσίας, που στοιχειοθετεί τον από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Η λόγο αναιρέσεως.
Β) Ως προς τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από 20-9-2000, έως 4-4-2001, δέχθηκε ότι δεν στοιχειοθετούνται τα στοιχεία (αντικειμενικά και υποκειμενικά) του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να κηρυχθεί αυτός αθώος (όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από 20-9-2000 έως την 4-4-2001). Όμως, ως προς αυτό, περιέχει ασαφή, ατελή και αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι τα επίδικα τιμολόγια εκδόθησαν όχι από ατομική του κατηγορουμένου επιχείρηση στην οδό ... αλλά για λογαριασμό της εταιρίας με έδρα την ..., δεν αναφέρει τα στοιχεία των τιμολογίων ώστε να κριθούν τ' ανωτέρω, προς τι η αναφορά στην άνω οδό κ.λ.π., ενώ δεν ερευνά τυχόν ατομική του ευθύνη για άμεση συνεργεία στην κατηγορουμένη πράξη. Επίσης, ενώ δέχεται ότι ενήργησε για λογαριασμό της εταιρίας - συνεπώς και ότι αυτός τα εξέδωσε - στη συνέχεια δέχεται συγχρόνως αντιφατικά ότι τα τιμολόγια τα εξέδωσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, τα στοιχεία μάλιστα του οποίου δεν αναφέρει, όπως και τα στοιχεία των τιμολογίων. Τέλος, ενώ δέχεται ότι πρόκειται για διεθνή συναλλαγή, δεν αναφέρει τα στοιχεία αυτά και ποια η σχέση τους με την οδό ... και γιατί δεν απαιτείται η τήρηση των φορολογικών νόμων της Ελλάδος. Έτσι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβιάστηκαν οι αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις και πρέπει, και ως προς το κεφάλαιό της αυτό, η παραπάνω απόφαση να αναιρεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση πλέον στο σύνολό της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ), εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την ΒΤ 5379/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ