Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2645 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.




Περίληψη:
Πλαστογραφία μετά χρήσεως (κακουργηματική) κατ’ εξακολούθηση, απάτη κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, υπεξαίρεση στην υπηρεσία (κακουργηματική). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αναιρεί στο σύνολο της γιατί: 1) δεν προσδιορίζονται οι πράξεις που τελέστηκαν πριν την 3-6-1999, ως προς την πλαστογραφία, 2) προκύπτει ασάφεια για ποια από τις πράξεις της απάτης και της υπεξαίρεσης καταδικάστηκε και 3) δεν αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση για την απάτη και την υπεξαίρεση (κατ’ επάγγελμα και ιδιαίτερα τεχνάσματα, αντίστοιχα). Παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2645/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 1785/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2069/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του Π.Κ. (προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 7α'του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2 α'και β'του ν. 2721/1999), "1. Οποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να μην έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. ... 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α'του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι, "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και αντικασταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α'και β'του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.)". Το έγκλημα δηλαδή της πλαστογραφίας, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Η ρύθμιση των νέων αυτών διατάξεων, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 Ευρώ), είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 386 του Π.Κ. (πριν από την αντικατάσταση της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999), "1. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. ... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α') αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β') αν OL περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη, μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη της παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι, "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α') αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β') αν το ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (ή των 25.000.000 έγκλημα δηλαδή της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Και των διατάξεων αυτών η ρύθμιση, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης 15.000 Ευρώ, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (αρκούσε η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως), ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ, όπως η περ.γ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.5β του ν. 2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) ...γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ. (που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 2721/1999), η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ1 εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Η τελευταία όμως αυτή διάταξη, είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για τις μερικότερες πράξεις που φέρονται τελεσθείσες προ της ισχύος της. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, το ποσό που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό, που προκύπτει σε ευρώ, είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο των 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα τέσσερα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000.Τέλος, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως της καταδικαστικής απόφασης, είναι κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ., αντιστοίχως, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1785/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καταδικάσθηκε η ανάιρεσείουσα - κατηγορουμένη, για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως των πλαστών εγγράφων, κατ1 εξακολούθηση, με σκοπό συνολικού οφέλους μεγαλύτερου των 15.000 Ευρώ, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό συνολικού οφέλους άνω των 15.000 ευρώ και της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, την οποία τέλεσε με ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, με την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 α, δ και ε ΠΚ., σε ποινή φυλάκισης, ενός έτους για κάθε μια από τις παραπάνω πράξεις και είκοσι δύο (22) μηνών συνολικά. Στην αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την απολογία της κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη Χ υπήρξε υπάλληλος της ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, η οποία συγχωνεύτηκε με την εγκαλούσα ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ, εργαζομένη στο υποκατάστημα αυτής που διατηρεί στο ..... μέχρι τις 2-2-2000, οπότε και απολύθηκε, αφού διαπιστώθηκε ότι αυτή, εκμεταλλευόμενη τη θέση της και καταχρώμενη, ως εξουσιοδοτημένη υπάλληλος, την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη που προϋποθέτει η θέση αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο 1999 μέχρι τον οκτώβριο 1999 ζημίωσε την ως άνω Τράπεζα, ιδιοποιηθείσα παράνομα χρήματα καταθετών της τελευταίας. Η παράνομη συμπεριφορά της κατηγορουμένης διαπιστώθηκε όταν ο Διευθυντής του πιο πάνω υποκαταστήματος Α προέβη στην έρευνα των βιβλίων παράδοσης επιταγών για το χρονικό διάστημα από 13-2-1999 μέχρι 17-9-1999 με αποτέλεσμα να ανακαλύψει ότι έλειπαν τρία δεκάφυλλα καρνέ και συγκεκριμένα τα υπ' αριθμ. ....., ..... και ....., για τα οποία η κατηγορουμένη δήλωσε εγγράφως ότι απωλέσθηκαν, δόθηκαν ή κλάπηκαν. Στη συνέχεια η Β, πελάτης της ως άνω τράπεζας, δικαιούχος του υπ' αριθμ. ..... λογαριασμού, με την από 5-11-1999 έγγραφη καταγγελία της αμφισβήτησε δύο αναλήψεις ποσών 5.000.000 δρχ. και 0,5 εκατομ. Δρχ. που πραγματοποιήθηκαν από το συγκεκριμένο λογαριασμό της στις 28-9-1999 και 8-10-1999, αντίστοιχα, δηλώνοντας ότι δεν υπήρχαν σε τρία παραστατικά που εκδόθηκαν και της ανήκαν. Επίσης οι πελάτες της τράπεζας Γ, Δ καθώς και η Ε υπέβαλαν έγγραφες κατά του καταστήματος καταγγελίες με τις οποίες ο πρώτος αμφισβητούσε ανάληψη 1.000.000 δρχ, από το λογαριασμό ταμιευτηρίου του την 21-9-1999,ο δεύτερος ότι στις 23-9-1999 παρέδωσε στην Χ 92.000 δρχ. που ήταν η σύνταξη του πελάτη του υποκαταστήματος ΣΤ για να κατατεθεί στο λογαριασμό του τελευταίου, χωρίς όμως να γίνει αυτό, και η τρίτη ότι παρέδωσε στην ανωτέρω Χ 92.000 δρχ. για να της αγοράσει μετοχές που εδικαιούτο από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών EUROBANK 4, μετοχές Πειραιώς 10, και 14 μετοχές, χωρίς τούτο να γίνει. Έτσι από τον έλεγχο που διατάχθηκε και ενεργήθηκε από επιθεωρητές διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη, εκμεταλλευόμενη την υπαλληλική της ιδιότητα, στο υποκατάστημα ....., που υπηρετούσε από το έτος 1986, προέβαινε σε αναλήψεις από λογαριασμούς πελατών του εν λόγω υποκαταστήματος ..... χωρίς να το γνωρίζουν και ιδιοποιείτο τα χρήματα που αναλάμβανε παράνομα. Μάλιστα για την επιτυχία του σκοπού της μηχανεύθηκε και χρησιμοποιούσε διάφορα κάθε φορά τεχνάσματα. Ειδικότερα συνέταξε πλαστές αποδείξεις αναλήψεων διαφόρων ποσών (εντάλματα της πληρωμής), θέτοντας επ' αυτών τις υπογραφές των δικαιούχων καταθετών χωρίς τη θέληση τους και χωρίς να το γνωρίζουν παραπλανούσε στη συνέχεια τους προϊσταμένους της σχετικά με τη νομιμότητα των ενταλμάτων και έτσι αποσπούσε την υπογραφή τους, την οποία αυτοί έθεταν νομίζοντας ότι τα προσκομιζόμενα απ' αυτή εντάλματα έφεραν τις υπογραφές των δικαιούχων καταθετών και τελικά ιδιοποιήθηκε τα αναγραφόμενα στα εντάλματα χρηματικά ποσά, με ζημία των καταθετών των λογαριασμών και τα κατέθετε συνακόλουθα στους λογαριασμούς της ίδιας, του συζύγου της ή τρίτων, με τους οποίους συνηλλάσσετο. Το κατά τον ανωτέρω τρόπο συνολικό ποσό των χρημάτων που ιδιοποιήθηκε παράνομα ανήλθε σε 16.292.508 δρχ., όπως τούτο αναλύεται στο διατακτικό. Επίσης διαπιστώθηκε και υπεξαίρεση 300.000 δρχ. που προήλθε από είσπραξη συνολικής ισόποσης συναλλαγματικής, την οποία εξόφλησε μετά από αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και 111.000 δρχ. που εισέπραξε από συναλλαγματική αποδοχής Ζ. Οι υπεξαιρέσεις όλων των ποσών, που τέλεσε η κατηγορουμένη, ως αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό, έγιναν χωρίς να το γνωρίζουν οι δικαιούχοι πελάτες της εγκαλούσας, αφού έθετε κατ' απομίμηση την υπογραφή του κάθε δικαιούχου στο αντίστοιχο ένταλμα. Των πλαστών αυτών εγγράφων έκανε χρήση αφού προσκόμιζε τις αναφερόμενες στο διατακτικό ημερομηνίες προς υπογραφή ή έλεγχο στον αρμόδιο κάθε φορά προϊστάμενο ή αναπληρωτή αυτού, ο οποίος τα θεωρούσε ως γνήσια θεωρώντας ότι αυτά ήταν σύμφωνα με τη θέληση του δικαιούχου πελάτη και έφεραν την υπογραφή του. Το ποσό το οποίο κάθε φορά εισέπραττε με εντάλματα πληρωμής, πλαστογραφημένα από την ίδια ως προς την υπογραφή του δικαιούχου, ιδιοποιείτο. Επομένως η κατηγορουμένη, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, τέλεσε τις παράνομες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας, απάτης και υπεξαιρέσεως ως προς την υπηρεσία, πράξεις που ομολόγησε η ίδια και παραδέχθηκε κατά τον έλεγχο των επιθεωρητών. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι το ποσό το οποίο υπεξαίρεσε δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και κατά συνέπεια οι πράξεις της πλαστογραφίας, απάτης και υπεξαιρέσεως είναι σε βαθμό πλημμελήματος και ως εκ τούτου έχουν παραγραφεί είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι το ποσό το οποίο υπεξαίρεσε με απάτη και πλαστογραφία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω η εγκαλούσα έκανε δήλωση στο ακροατήριο ότι η κατηγορουμένη μέχρι σήμερα εξόφλησε όλο το ποσό για το οποίο κατηγορείται ότι υπεξαίρεσε και ουδεμία χρηματική απαίτηση έχει κατ' αυτής. Με βάση τα παραπάνω πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας και κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και να της αναγνωρισθούν, ενόψει της παραπάνω συμπεριφοράς της και τα ελαφρυντικά των άρθρων 84 παρ. 2 α, δ και ε. Στη συνέχεια το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική κρίση για την ανάιρεσείουσα-κατηγορουμένη και για τις τρεις πράξεις που προαναφέρθηκαν, σε βαθμό κακουργήματος και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός έτους για κάθε πράξη και συνολική είκοσι δύο (22) μηνών.
Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διαταςεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς με αυτήν τις διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2,216 παρ.1 και 3,258 περ. γ και 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ. Ειδικότερα : 1) Δεν εκτίθενται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν τις αποδιδόμενες στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πράξεις της πλαστογραφίας, υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήχθησαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ' και στ', 94 , 98 παρ.1 και 2,216 παρ.1 β και 3,258 περ.γ' και 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' του άρθρου 13 προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν 2408/1996,όπως η παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 του ίδιου άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ 1 του Ν. 2721/1999, όπως η παρ.3 του άρθρου 216 αντικ. με το άρθρο 1 παρ.7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 2721/1999, όπως η περίπτωση γ' του άρθρου 258 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.5β του Ν. 2721/1999 και όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 1 παρ.11 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999 του ΠΚ. 2) Δεν αιτιολογείται επαρκώς ο κακουργηματικός χαρακτήρας της αποδοθείσας στην ανάιρεσείουσα κατηγορουμένη πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, αφού δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των μερικοτέρων πράξεων αυτής που τελέσθηκαν πριν από την έκδοση και δημοσίευση του Ν. 1721/1999, δηλαδή πριν από τις 3-6-1999, οπότε για το χαρακτηρισμό της ως κακουργήματος απαιτείται το επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία από την κάθε μία εξ αυτών να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ενώ συγχρόνως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, ως δυσμενέστερη για την αναιρεσείουσα η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 β του Ν. 2721/1999, σύμφωνα με την οποία η πλαστογραφία προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος και στην περίπτωση κατά την οποία τελείται κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 5.000 ευρώ και των υπολοίπων μερικότερων πράξεων πλαστογραφίας, που τελέσθηκαν μετά τις 3-6-1999,ώστε να προκύπτει ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία από τις τελευταίες, που φέρονται να τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. 3) Με την προσβαλλομένη απόφαση γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα, αφενός μεν επέτυχε να καρπωθεί παράνομα, με την περιγραφόμενη στο σκεπτικό και το διατακτικό της απατηλή συμπεριφορά της, το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.111.000 (5.000.000 + 111.000) δρχ., που αφορούσε την πελάτιδα της εγκαλούσας Τράπεζας Β, αφετέρου δε ότι υπεξαίρεσε αυτή το ίδιο ως άνω χρηματικό ποσό, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το ποια επακριβώς αξιόποινη πράξη έχει τελεσθεί στην προκειμένη περίπτωση λαμβανομένου υπόψη ότι, εάν γίνει δεκτό ότι προηγήθηκε η υπεξαίρεση των χρημάτων αυτών και ακολούθως επεχείρησε η αναιρεσείουσα τις απατηλές πράξεις της προς συγκάλυψη της ή διατήρηση της κατοχής των υπεξαιρεθέντων, η επακολουθήσασα απάτη απορροφάται από την υπεξαίρεση, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτό ότι αποκτήθηκε δι' απάτης το ιδιοποιηθέν πράγμα, απορροφάται η υπεξαίρεση από την απατή, ως μη τιμωρητή υστέρα πράξη. Εάν δε γίνει δεκτό ότι συντρέχει ενταύθα η δεύτερη περίπτωση, δεν διευκρινίζεται αν το αντικείμενο των υπολοίπων μερικότερων πράξεων της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που φέρονται ότι τελέστηκαν με ιδιαίτερα τεχνάσματα, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ώστε να χαρακτηρισθεί η πράξη ως κακούργημα. 4) Δεν αιτολογείται καθόλου στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως από ποια πραγματικά περιστατικά συνάγεται η συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των φερομένων ως τελεσθεισών από την ίδια αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας και απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Επομένως είναι βάσιμοι οι παραπάνω ,από το άρθρο 510&1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της αναιρέσεως και πρέπει να γίνει αυτή δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1785/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή