Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 462 / 2021    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 462/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "INTELCO FAHRZEUGVETRIEB" (ΙΝΤΕΛΚΟ ΦΑΡΤΖΟΪΓΚΦΕΡΤΡΙΜΠ) Ε.Π.Ε., που εδρεύει στο Μόναχο Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "FORD WERKE" (ΦΟΡΝΤ ΒΕΡΚΕ) Α.Ε., που εδρεύει στην Κολωνία Γερμανίας, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-05-2006 αγωγή εταιρειών που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 05-10-2006 προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή και αγωγή αποζημιώσεως της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 2063/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 13-01-2021 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017). Σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).

Εξάλλου, με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής: «2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 01-07-2020 έως 15-07-2020 ή από 01-09-2020 έως 15-09-2020. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα». Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής. Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του.

Επίσης, κατά το άρθρο 568 παρ.4 εδαφ. α’ ΚΠολΔ αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Περαιτέρω, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία περιλαμβάνεται και η Γερμανία, από 13-11-2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 του ίδιου Κανονισμού, κάθε κράτος μέλος δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί δικαστικές πράξεις απευθείας διά των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο, κατά δε το άρθρο 15, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και, κυρίως, του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 05-11-1965. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής [...], ή β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 § 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Γερμανία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ. πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 358/2019), σε περίπτωση δε ταχυδρομικής επίδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 14, θα πρέπει η διαβίβαση του εγγράφου προς τον αποδέκτη να γίνει μέσω "ταχυδρομικής υπηρεσίας" και με συστημένη επιστολή, να προσκομίζεται δε σχετική απόδειξη παραλαβής ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο. Η επίδοση ή κοινοποίηση εισαγωγικού της δίκης εγγράφου διά των ταχυδρομικών υπηρεσιών είναι έγκυρη, ακόμη και αν η απόδειξη παραλαβής της συστημένης επιστολής που περιέχει το προς επίδοση στον παραλήπτη της δικόγραφο αντικαταστάθηκε από άλλο έγγραφο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το άλλο αυτό έγγραφο παρέχει ισοδύναμες εγγυήσεις όσον αφορά τις παρεχόμενες πληροφορίες και την απόδειξη (βλ. 2-3/2017 ΔΕΚ C-354/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε, με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, η κρινόμενη από 28-12-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2063/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης παρέστη μόνον η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, ενώ δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία εδρεύει στην Κολωνία Γερμανίας. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 25-01-2019 πράξη του Αντιπροέδρου του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, δικάσιμος για την εκδίκαση της υποθέσεως ορίσθηκε αρχικώς η 27-04-2020, ενώ η προθεσμία για την κοινοποίηση της αιτήσεως στην αναιρεσίβλητη ορίστηκε σε ενενήντα (90) ημέρες πριν τη δικάσιμο. Όμως, κατά την ως άνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων συνεπεία της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 02-09-2020 πράξη του προέδρου του Α2 τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020. Από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα έγγραφα και, ειδικότερα, από την από 15-07-2019 απόδειξη παραλαβής συστημένου, την υπ' αριθμ. …/22-11-2019 αίτηση αναζήτησης και την από 17-12-2019 απάντηση των ΕΛΤΑ, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συστημένη επιστολή παραδόθηκε στον παραλήπτη στις 19-07-2019 και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της υπογραφής του παραλήπτη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, σε πιστή μετάφραση στη γερμανική γλώσσα, που φέρει και επισημείωση (Apostille) της Σύμβασης της Χάγης, μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς εμφάνιση κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο (27-04-2020), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, διά των ταχυδρομικών υπηρεσιών με συστημένη επιστολή, στην αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία. Μετά δε τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης κατά δικάσιμο αυτή, λόγω της επιβολής, κατά τα ανωτέρω, του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, η εκ νέου εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, με πρωτοβουλία του γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, εφόσον αυτή, κατά τα ανωτέρω, δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον παρίσταται αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 8/2015, ΑΠ 1987/1988). Κατά δε το άρθρο 4 του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση, αν δεν έχει δικαιοδοσία. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 42, 43 και 44 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλειστεί η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί υφισταμένων, και σε περίπτωση που η συμφωνία γίνει εγγράφως, και επί διαφορών που θα προκύψουν στο μέλλον, από ορισμένη έννομη σχέση, εφόσον τούτο καθορίζεται κατά τρόπο σαφή. Στην περίπτωση αυτή, με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, οι συμβαλλόμενοι, με τη συμφωνία τους εκφράζουν τη βούληση τους και έτσι προβαίνουν στον καθορισμό του συγκεκριμένου κατά τόπο αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, η δε συμφωνία τους είναι έγκυρη, εκτός αν συντρέχουν άλλοι λόγοι νόμιμης προσβολής της (Ολ ΑΠ 4/1992, ΑΠ 246/2016, ΑΠ 1542/3024, ΑΠ 706/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 της σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 27-09-1968 και στην οποία προσχώρησε και η Ελλάδα με σύμβαση που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 25-10-1982 και κυρώθηκε με το ν. 1814/1988 (ΦΕΚ 249 Α'/ 11.11.1988), έκτοτε δε αποτελεί, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, εσωτερικό κανόνα δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ (ΟλΑΠ 2/1999), αν τα μέρη, από τα οποία το ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του (ή την έδρα του επί νομικών προσώπων) στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, συμφώνησαν, είτε γραπτά είτε προφορικά αλλά με γραπτή επιβεβαίωση, ότι τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή θα προκύψουν στο μέλλον από συγκεκριμένη έννομη σχέση, τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία (ΑΠ 8/2015, ΑΠ 822/2001).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", η οποία αντικατέστησε την από 27-09-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", που έχουν εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 66 αυτού, επί των αγωγών που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 01-03-2002, και ο οποίος κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, συνάγεται ότι καθιερώνεται ως θεμελιώδης βάση διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγομένου και επί νομικών προσώπων η έδρα τους. Όμως η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της βούλησης να κατισχύσει της βούλησης των μερών. Ειδικότερα, στο άρθρο 23 του άνω Κανονισμού ορίζεται ότι "αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάσουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί: α) είτε γραπτά, είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση [...]". Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, σκοπός του οποίου είναι η αναγνώριση της αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών εντός του συστήματος του Κανονισμού 44/2001, προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή, που επιτρέπει στα μέρη να παρεκκλίνουν από τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας διατάξεις του Κανονισμού και να υποβάλλουν τις διαφορές τους στο δικαστήριο που αυτά θα συμφωνήσουν, αποσκοπεί στον καθορισμό, με σαφή και ακριβή τρόπο, ενός δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους, σύμφωνα με τη σύμπτωση βούλησής τους, εκφραζόμενη κατά τις οριζόμενες στην άνω διάταξη αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή των δικαστηρίων του κράτους που επιλέχθηκαν, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικά. Η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας έχει αποκλειστικά δικονομικές επενέργειες, που συνίστανται στον αποκλεισμό ή στη θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου και το κύρος και η ισχύς της θα κριθεί από το δίκαιο της χώρας του δικαστή που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή τη lex fori (ΑΠ 423/2018, ΑΠ 948/2015, ΑΠ 8/2015, ΑΠ 1542/2014). Πάντως, για την τήρηση της συμφωνίας αρκεί ένα από τα μέρη να έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους και, συνεπώς, η σχετική συμφωνία δεν μπορεί να αποκλειστεί από το γεγονός ότι αυτή υποβάλλει ορισμένη διαφορά στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων που είναι ήδη εκ του νόμου αρμόδια να επιληφθούν αυτής, αφού από τις παραπάνω διατάξεις του Κανονισμού προκύπτει ότι δίνεται σαφής προτεραιότητα στο ορισθέν δικαστήριο βάσει της αποκλειστικής συμφωνίας παρέκτασης και μάλιστα η σχετική ρήτρα υπερισχύει, σε περίπτωση σύγκρουσης, της δωσιδικίας της συνάφειας ή της προσεπικλήσεως (άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του κανονισμού). Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η σχετική έρευνα προηγείται κατά νόμο της έρευνας της πληρότητας της αγωγής ως εισαγωγικού δικογράφου, αλλά και της έρευνας ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής. Οι σχετικές δε με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του ΚΠολΔ όσο και της Σύμβασης των Βρυξελλών, καθώς και του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22-12-2000, έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 8/2015).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση, που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το αρθρ. 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (ΟλΑΠ 293/1981 860/1984 ΑΠ 932/2005).

[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι εταιρίες με την επωνυμία "ΝΑΜΚΟ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." και "ΝΑΜΚΟ ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ Α.Ε.", άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εδρεύουσας στη Γερμανία αναιρεσείουσας εταιρίας, την από 26-05-2006 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενες ότι με τη συναφθείσα μεταξύ τους στις 27-12-1983 σύμβασης προμήθειας, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει αυτές, για τις ανάγκες κατασκευής στην Ελλάδα του αυτοκινήτου "PONY", με κινητήρες και μηχανικά μέρη, που η αναιρεσείουσα θα προμηθευόταν από την, επίσης εδρεύουσα στη Γερμανία, αναιρεσίβλητη εταιρία, η οποία, ωστόσο, στις 30-5-2001 κατήγγειλε τη μεταξύ τους συμφωνία, με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα να περιέλθει σε οριστική αδυναμία εκτέλεσης της προαναφερόμενης σύμβασης προμήθειας και παράδοσης σ' αυτές των πιο πάνω μηχανημάτων, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα τους οφείλει ως αποζημίωση τα αναφερόμενα αναλυτικά στην αγωγή ποσά. Στη δίκη επί της ως άνω αγωγής, η οποία συζητήθηκε στη δικάσιμο της 29-09-2009, η αναιρεσείουσα (εκεί εναγομένη) άσκησε την από 05-10-2006 προσεπίκληση, στην οποία ένωσε και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, με την οποία προσεπικάλεσε, ως δικονομική εγγυήτρια, την αναιρεσίβλητη εταιρία, επικαλούμενη την από 16-12-1983 ξεχωριστή μεταξύ τους σύμβαση προμήθειας κινητήρων και ανταλλακτικών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε, αντιμωλία όλων των διαδίκων, την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2063/2010 απόφασή του, δημοσιευθείσα στις 19-01-2010, με την οποία απέρριψε την κύρια αγωγή κατά της αναιρεσείουσας ως αόριστη, ακολούθως δε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, προέβη σε έρευνα και της προσεπικλήσεως - παρεμπίπτουσας αγωγής, διαλαμβάνοντας επ' αυτής τα εξής: "Με την με αριθμό κατάθεσης 47437/2006 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, η πιο πάνω εναγόμενη εταιρία εκθέτει ότι εναντίον της ασκήθηκε η παραπάνω αγωγή [...]. Ότι, περαιτέρω, επειδή η πρoσεπικαλούμενη εταιρία, η οποία εδρεύει στη Γερμανία, την 30-05-2001, κατήγγειλε της μεταξύ τους σύμβαση προμήθειας κινητήρων και ανταλλακτικών, με αποτέλεσμα αυτή (προσεπικαλούσα) να περιέλθει σε ανυπαίτια αδυναμία παροχής των παραπάνω υλικών προς τις αντισυμβαλλόμενές της ενάγουσες εταιρίες, πρέπει αυτή η προσεπικαλούμενη να υποχρεωθεί να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό τυχόν υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στις ενάγουσες της παραπάνω κύριας αγωγής [...]. Η καθής η προσεπίκληση-εναγόμενη με το δικόγραφο των προτάσεών της προτείνει προεχόντως την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου προς εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς ως προς αυτήν, ισχυριζόμενη ότι, σύμφωνα με τον υπ' αριθ. 20 ρητό όρο της διέπουσας την επίδικη σύμβαση με την προσεπικαλούσα εταιρία, δωσιδικία για τις ανακύπτουσες μεταξύ τους διαφορές έχουν τα δικαστήρια της Κολωνίας της Γερμανίας και για το λόγο αυτό ζητά την απόρριψη της ενδίκου αγωγής. Επομένως, πληρούται η προϋπόθεση της υπάρξεως έγγραφης ρητής συμφωνίας μεταξύ των αναμειγνυομένων στην επίδικη σύμβαση μερών περί θεμελιώσεως αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Κολωνίας της Γερμανίας, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε ως απαράδεκτη τη σωρευόμενη στην προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων να επιληφθούν της εκδίκασης αυτής. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να αρνηθεί την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ως άνω ένδικης παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, αφενός μεν ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη, τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 23 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, η οποία αντικατέστησε την από 27-09-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών, αφού οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 26-05-2006, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του Κανονισμού την 01-03-2002, αφετέρου δε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα διάδικα μέρη με έγγραφη συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας ίδρυσαν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Κολωνίας της Γερμανίας, η οποία, όπως αναφέρθηκε, υπερισχύει της δωσιδικίας της προσεπίκλησης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν διαλαμβάνεται, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στη δίκη και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2015 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "INTELCO FAHRZEUGVETRIEB (ΙΝΤΕΛΚΟ ΦΑΡΤΖΟΪΓΚΦΕΡΤΡΙΜΠ) ΕΠΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2063/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή